Σελίδες

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2010

Ο πράσινος ρόμβος

Δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στέλιου Αρώνη.


....Βρήκαν ένα άλλο, σχεδόν παρόμοιο κτήριο και στάθμευσαν απ' έξω. Αυτή τη φορά αποφάσισαν να μην περιμένουν, αλλά να το ψάξουν όλοι μαζί. Μπήκαν μέσα στο ισόγειο και το ερεύνησαν εξονυχιστικά. Οι τοίχοι του παλιού εκείνου οικοδομήματος ήταν όλοι ερειπωμένοι, τα ξύλινα πατώματα ήταν ξηλωμένα και τα περισσότερα παράθυρα ήταν σπασμένα. Η νύχτα ήταν πολύ κρύα κι εκεί μέσα η θερμοκρασία, μόλις και μετά βίας ξεπερνούσε την εξωτερική. Ετοιμάζονταν να ανέβουν στον πρώτο όροφο, ένας ανεπαίσθητος και απροδιόριστος θόρυβος όμως, που ακούστηκε από το υπόγειο, τους έστρεψε την προσοχή εκεί. Κατέβηκαν προσεκτικά τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν κάτω, κι εκεί πέρα, τους εντόπισαν πίσω ακριβώς από την εσοχή του κλιμακοστάσιου.
    Στην αρχή, τους τρεις μπόγους που είδαν μαζεμένους κοντά-κοντά, τους πέρασαν για σακούλες γεμάτες σκουπίδια, όταν όμως πλησίασαν κοντά και έριξαν το φως των φακών τους επάνω τους, ένιωσαν να κυριεύονται από θλίψη. Τρεις κουλουριασμένες ανθρώπινες υπάρξεις, σκεπασμένες με κουρέλια, προσπαθούσαν να μην παγώσουν και να κρατηθούν στη ζωή. Τρία ανθρώπινα ράκη, έδιναν με αυτόν τον χαρακτηριστικό τρόπο ένα ηχηρό ράπισμα στην οποιαδήποτε έννοια της υποτιθέμενης αξιοπρεπούς ανθρώπινης διαβίωσης. Το θέαμα τους συγκλόνισε, περισσότερο ίσως και από εκείνο μιας βίαιης, αιματηρής συμπλοκής. Στην ατμόσφαιρα αιωρούνταν διάχυτη μια δυσάρεστη μυρωδιά. Η ευαίσθητη Ρέα, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί και έβαλε τα κλάματα. Τραβήχτηκε στην άκρη κι έκλαιγε με λυγμούς, με αποτέλεσμα να ξυπνήσει τους τρεις αστέγους, οι οποίοι πετάχτηκαν επάνω τρομαγμένοι.
    ''Ποιοι είσαστε; Τι θέλετε;'' φώναξε ο ένας απ' αυτούς, οπισθοχωρώντας φοβισμένα.
    ''Μη φοβάστε'', προσπάθησε να τους καθησυχάσει η Αμφιθέα. ''Δεν πρόκειται να σας πειράξουμε. Να σας βοηθήσουμε, θέλουμε''....


....Ακούμπησε το δάχτυλό του στο σημείο που αναφερόταν το όνομά του και διάβασε φωναχτά: ''Βαν Ντε Μίντλερ, Ολλανδός ιστορικός και συγγραφέας. Έγραψε πολλά πονήματα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, ήταν όμως φανατικός πολέμιος του δογματισμού. Σκοτώθηκε σε ηλικία πενήντα έξι ετών, σε κάποια τυχαία συμπλοκή με αλλόδοξους''.
    Τον παραξένεψε η λακωνική αναφορά μιας τόσο έγκριτης έκδοσης και μάλιστα για έναν τόσο σπουδαίο άνθρωπο. Κι εκείνο το επίθετο  ''τυχαία'', τι σου έλεγε πάλι; Για ποιο λόγο είχε δοθεί έμφαση στον τυχαίο τρόπο θανάτου του; Για το Λεό, ήταν όλα σαφή. Το ότι υπήρχε λογοκρισία, το γνώριζε από πρώτο χέρι, το ότι το καθεστώς όμως έβρισκε τον τρόπο να κλείνει τα στόματα των αντιφρονούντων, το μάθαινε μόλις τώρα. Με το πρόσχημα μιας ''τυχαίας'' συμπλοκής, έβγαζε ''νόμιμα'' και αθόρυβα από τη μέση, όποιον του στεκόταν εμπόδιο.
    Θυμήθηκε την προειδοποίηση του μέλλοντα πεθερού του, τότε που είχαν συζητήσει για πρώτη φορά εκείνο το θέμα: ''Θέλω να πιστεύω'', του είχε τονίσει ο απόστρατος, ''ότι γνωρίζω αρκετά καλά το σκεπτικό και τη νοοτροπία των ιθυνόντων, γι' αυτό αισθάνομαι την υποχρέωση να σε προειδοποιήσω πως, αν αντιληφθούν ότι η παρουσία σου αποτελεί κίνδυνο για την εξουσία τους, θα σε εξαφανίσουν''.
    Αυτό λοιπόν είχαν κάνει με τον Βαν Ντε Μίντλερ και ποιος ήξερε με πόσους άλλους ακόμα; Τελικά, η κατάσταση ήταν πολύ πιο επικίνδυνη και απείρως χειρότερη απ' όσο την είχαν εκτιμήσει. Ο εχθρός ήταν αδίστακτος, ύπουλος και πανούργος και προφανώς τον είχαν υποτιμήσει....

Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

Ο Ντόντο και ο θαυμαστός κόσμος των παραθύρων

Δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στέλιου Αρώνη

....Καθώς το σκάφος απογειωνόταν, έφερε στο νου της τη χθεσινοβραδινή, τηλεοπτική πανδαισία. Έκανε ζάπινγκ μέχρι τις δύο η ώρα το πρωί, κι αυτή ήταν και η αιτία που δεν κατάφερε να χορτάσει τον ύπνο της. Παρακολούθησε εκ περιτροπής και με θρησκευτική ευλάβεια το πρόγραμμα και των επτά τοπικών καναλιών και είχε κατασταλάξει στο ποια εκπομπή θα πρότεινε στον εκπρόσωπο της ΑΜΠΑΚΑΣ Α.Ε. για να προβάλουν περισσότερο τη διαφήμιση της εταιρίας του. ''Οι γευσιγνώστες της στρογγυλής τράπεζας'', του καναλιού ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ, ήταν η καταλληλότερη εκπομπή για να διαφημίσουν τα προϊόντα της αλυσίδας ετοίμων φαγητών του υποψήφιου πελάτη της.
    Το πρόγραμμα εκείνο, εκτός της συγγένειάς του με το διαφημιζόμενο προϊόν, είχε και πολύ μεγάλη θεαματικότητα. Οι μετρήσεις το έφερναν στην πρώτη θέση με με ποσοστό πενήντα δύο τοις εκατό. Σύμφωνα με τη γνώμη των τηλεκριτικών, η καταπληκτική επιτυχία της εκπομπής εκείνης, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη συμμετοχή σε αυτήν της Λάνας Νταρντάνας και η Τζωρτζέτα δεν είχε κανένα λόγο να διαφωνεί με αυτήν την άποψη. Για μια ακόμα φορά το προηγούμενο βράδυ, η εκπρόσωπος των καλλιεργητών μαϊντανού είχε κλέψει την παράσταση. Μπορεί κατά την τρίωρη διάρκεια της εκπομπής να είχε ξεστομίσει δώδεκα λέξεις όλες κι όλες, (εντάξει, θα δούμε, ίσως, καλά τα λέτε, τρώτε μαϊντανό γιατί κάνει καλό), τα βλέμματα όλων όμως ήταν στραμένα επάνω της.
    Μα τι πλούσιο μπούστο, τέλος πάντων, διαθέτει αυτή η κοπέλα, συλλογίστηκε η Τζωρτζέτα. Και με τι ωραίο τρόπο το παρουσιάζει στο γυαλί. Διακαιολογημένα όλοι οι τηλεθεατές, και ιδιαίτερα οι αρσενικοί, στήνονται με τις ώρες μπροστά στους δέκτες τους για να το απολαύσουν. Χθες το βράδυ έδωσε ρέστα. Φορώντας εκείνο το εκθαμβωτικό, κόκκινο φόρεμα με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ, υποχρέωσε τον κόσμο να παραμιλάει...


....Δυο ώρες αργότερα η Τζωρτζέτα επέστρεψε στο σπίτι της. Εκείνη ήταν η μεγάλη μέρα του ερχομού του αγαπημένου της στο διαμέρισμά της για μόνιμη εγκατάσταση, και την είχε πιάσει μεγάλη ανυπομονησία. Ανέβηκε στο πλατύσκαλο της εισόδου και ετοιμάστηκε να μπει στον ανελκυστήρα, όταν άκουσε την πόρτα του διαμερίσματος της διαχειρίστριας να ανοίγει με φούρια.
    "Εντάξει'', άκουσε την ηλικιωμένη γυναίκα να λέει, απευθυνόμενη σ' εκείνην. ''Ήρθαν και τον πήραν. Πιστεύω ότι θα κάνουν καλή δουλειά. Ελπίζω βέβαια να τον επιστρέψουν σύντομα"".
    Η Τζωρτζέτα την κοίταξε απορημένη, προσπαθώντας να καταλάβει σε ποιον αναφερόταν. Ποιος ήταν αυτός που είχαν πάρει και τι σχέση είχε εκείνη με μια υπόθεση που δεν γνώριζε. ''Για ποιο πράγμα μιλάτε;'' τη ρώτησε, καθώς ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα του ασανσέρ.
    ''Μα για το Ντόντο, σου μιλάω, κορίτσι μου. Εσύ δεν τους ειδοποίησες να τον πάρουν για επισκευή;''
    Η Τζωρτζέτα κόντεψε να λιποθυμίσει. Τι ήταν αυτό πάλι που της έλεγε η κυρία Μαριέτα; Κούνησε το κεφάλι της σε μια προσπάθεια να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό που είχε συμβεί. Νόμιζε πως θα τρελαινόταν. Της φαινόταν απίστευτο ότι είχαν ξαναμπεί μέσα στο σπίτι της και είχαν απαγάγει για δεύτερη φορά τον οικιακό βοηθό της.
    ''Μιλάτε σοβαρά, κυρία Μαριέτα;'' κατάφερε να ψελλίσει. ''Ποιοι ήταν αυτοί που πήραν το Ντόντο;''
    Η Μαριέτα κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Οι δυο τύποι της έιχαν πει ότι είχαν ειδοποιηθεί από την ιδιοκτήτρια του ρομπότ, αλλά η κοπέλα μπροστά της έδειχνε να έχει άγνοια. Η αλήθεια ήταν ότι δεν της άρεσε η ενέργειά τους να πάρουν ένα ρομπότ από ένα σπίτι, ενώ η ένοικός του απουσίαζε, η δικαιολογία τους όμως την είχε ξεγελάσει. Την είχαν πιάσει κορόϊδο, κι εκείνη είχε χάψει το παραμύθι τους.
    ''Δυο τεχνικοί και ένα ρομπότ της ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ'', της απάντησε, ανασηκώνοντας τους ώμους της. ''Έτσι τουλάχιστον μου είπαν όταν τους ρώτησα''...

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Ο Χρυσελεφάντινος Δίας

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στέλιου Αρώνη

...ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

   Η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, υπήρχε διάχυτη μέσα στο στενόχωρο θάλαμο και είχε κυριεύσει εξ' ολοκλήρου τον πανικοβλημένο επιστήμονα. Ήθελε να αντιδράσει, να ενεργήσει με όποιο τρόπο μπορούσε, χαμένος όμως μέσα στην αδυσώπητη δίνη του χωροχρόνου, αδυνατούσε να επέμβει. Γνώριζε ότι η απώλεια ελέγχου της χρονομηχανής του ήταν ένα δυσάρεστο γεγονός που δεν μπορούσε να αποτραπεί. Έτσι, το μόνο που ευχόταν, ήταν τουλάχιστον να μην είχε τραγική κατάληξη. Η ανεξέλεκτη εκείνη κατάσταση του προκάλεσε ένα δυνατό σφίξιμο στο στήθος και φοβήθηκε μήπως πάθει αποπληξία. Η μηχανή κλυδωνίστηκε λίγο ακόμα, επιτείνοντας το βασανιστικό συναίσθημα που του είχε πλημμυρίσει την ψυχή, σύντομα όμως ακινητοποιήθηκε.
    Όταν τελικά, το επικίνδυνο εκείνο ταξίδι τελείωσε ανώδυνα, μια παγερή ησυχία, συνοδευόμενη από βαθύ σκοτάδι, τύλιξε την παράξενη μηχανή και τους επιβάτες της. Ο Τιμολέων, βέβαιος πια ότι είχαν πάψει να κινδυνεύουν και πως πατούσαν σε στέρεο έδαφος, έβγαλε έναν στεναγμό ανακούφισης, κι ένιωσε την καρδιά του να επανέρχεται στη θέση της. Δίπλα του ο Νεοκλής, αν και αρχικά είχε επηρεαστεί περισσότερο από τον φίλο του, έδειξε σημεία ψύχραιμης επαναφοράς του στην πραγματικότητα.
    Πρώτη ενέργεια του Τιμολέοντα ήταν η αγωνιώδης του προσπάθεια να διαπιστώσει σε ποια εποχή βρίσκονταν. Πίεσε μερικά κουμπιά, γύρισε κάποιους διακόπτες, το αποτέλεσμα όμως παρέμενε απογοητευτικό. Με νεκρωμένο κινητήρα, άδειους συσσωρευτές και μηδενικές ενδείξεις στον πίνακα οργάνων, η δυνατότητα μιας τέτοιου είδους αναζήτησης ήταν ανέφικτη.
    Είχε κάνει λάθος και το παραδέχτηκε. Αργά το απόγευμα της ημέρας των γεγονότων με τον κάπρο και το θάνατο του Διαγόρα, κυριευμένος από μεγάλη ανυπομονησία για επιστροφή στην εποχή τους, είχε πάρει την απόφαση να αναχωρήσουν, η κίνησή του όμως αποδείχτηκε λανθασμένη. Θεωρώντας ότι οι ηλιακές μπαταρίες του σκάφους είχαν φορτιστεί επαρκώς, έβαλε μπροοστά τον κινητήρα, συγχρόνισε τις χωροχρονικές συντεταγμένες και έδωσε την τελική εντολή εκτέλεσης. Δυστυχώς όμως, η μηχανή του τους πρόδωσε. Ξέμεινε από ενέργεια, πριν προλάβουν να επιστρέψουν στον αιώνα τους. Και τώρα είχαν βρεθεί, ποιος μπορούσε να ξέρει, σε ποια εποχή;
    Κοίταξε έξω από το πανοραμικό κρύσταλλο και το μόνο που κατάφερε να διακρίνει ήταν ο έναστρος ουρανός μιας ασέληνης νύχτας. Αυτή τουλάχιστον ήταν μια θετική ένδειξη, που προμήνυε τον ερχομό μιας ηλιόλουστης ημέρας. Έλπισε ότι, αυτή τη φορά, οι μπαταρίες θα φορτίζονταν επαρκώς. Πάντως, έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, το πιο σημαντικό απ' όλα ήταν το ότι δεν τους είχε συμβεί κάτι περισσότερο δυσάρεστο. Τα υπόλοιπα, ήταν βέβαιος ότι θα διορθώνονταν.
    Η φωνή του Νεοκλή, που είχε πια κι εκείνος συνέλθει, τον έβγαλε από τις σκέψεις του: ''Τι συνέβη, Τιμολέων; Πού βρισκόμαστε;''
    ''Φαντάζομαι πάλι στην Ολυμπία, αφού αυτός ήταν ο τοπικός προορισμός μας'', του εξήγησε εκείνος. ''Τη χρονολογία όμως δεν τη γνωρίζω. Δεν μπορώ να την προδιορίσω. Δυστυχώς, η μηχανή νέκρωσε λόγω έλλειψης ενέργειας και μας <<ξέβρασε>> σε άλλη εποχή''.
    Ο Νεοκλής ξίνισε το πρόσωπό του και σχολίασε σε ήπιο τόνο: ''Ωραία τα καταφέραμε''. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και αναρωτήθηκε: ''Αργεί άραγε να ξημερώσει;''
     Δεν πήρε απάντηση και, ακουμπώντας το κεφάλι του στο τζάμι της πόρτας, προσπάθησε να κοιμηθεί. Ο Τιμολέων έσπευσε να τον μιμηθεί και σε λίγα λεπτά τους είχε πάρει ο ύπνος και τους δύο. Όταν ξύπνησαν, ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά. Βγήκαν έξω από τη χρονομηχανή και η πρώτη τους διαπίστωση ήταν ότι βρίσκονταν στο ίδιο ακριβώς σημείο. Δεν είχαν μετακινηθεί ούτε ένα χιλιοστό.
    Η πρώτη ματιά τους γνωστοποίησε ότι είχαν βρεθεί σε εποχή προχωρημένου φθινόπωρου. Τα φύλλα των δέντρων είχαν κιτρινίσει και έπεφταν αργά, αφήνοντας τα κλαδιά γυμνά. Το τοπίο είχε αρχίσει να γίνεται μελαγχολικό, το ευτύχημα όμως ήταν ότι υπήρχε πλήρης άπνοια. Έτσι, η παραμονή τους στον ανοιχτό χώρο, χάρη βέβαια και στην ηλιοφάνεια, ήταν ευχάριστη και δεν τους ενόχλησε, παρόλο το ελαφρύ ντύσιμό τους.
    Κατηφόρισαν αμίλητοι προς την ιερή Άλτη, αδημονώντας να μάθουν σε ποια εποχή της ιστορίας είχαν βρεθεί. Πλησιάζοντας κοντά, περίεργοι θόρυβοι άρχισαν να ερεθίζουν τα αυτιά τους. Λίγο πριν αντικρίσουν τα μνημεία της Ολυμπίας, οι ήχοι έγιναν δυνατότεροι και περισσότερο ευκρινείς. Ήταν ήχοι μεταλλικών εργαλείων που έρχονταν σε επαφή με πέτρες, μάρμαρα και άλλα οικοδομικά υλικά. Κάποιοι επιδίδονταν σε εργασίες ανοικοδόμησης, ή κατεδάφισης. Αδυνατώντας να δώσουν κάποια εξήγηση, επιτάχυναν το βήμα τους και βγήκαν από το δάσος.
    Το θέαμα που αντίκρισαν, μόλις βγήκαν στον ανοιχτό χώρο, τους έκοψε τη μιλιά. Κανένας από τους δυο τους, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα έβλεπε ζωντανά την καταστροφή της Ολυμπίας, ούτε ότι θα αντίκριζε το άγαλμα του χρυσελεφάντινου Δία οριζοντιωμένο. Ναι, δυστυχώς, το αριστούργημα του Φειδία, είχε ξηλωθεί από το βάθρο του και βρισκόταν τοποθετημένο επάνω σε μια τεράστια, ξύλινη πλατφόρμα με τροχούς. Μια τέτοιου είδους περιήγηση, δεν θα συμπεριλαμβανόταν ποτέ στο πρόγραμμα ταξιδιών τους στο χρόνο.
    Δεν χρειαζόταν άλλη ένδειξη για να καταλάβουν ότι είχαν βρεθεί σε μια από τις πιο μαύρες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Α', είχε ήδη επιδοθεί στο προσφιλές του άθλημα της καταστροφής της Ολυμπίας. Μετά την κατάργηση των ολυμπιακών αγώνων, με τη δικαιολογία πως επρόκειτο για ειδωλολατρικό έθιμο, γκρέμιζε τώρα και τα αριστουργήματα των αρχαίων Ελλήνων καλλιτεχνών. Και ο ''Θεοσεβής'' εκείνος άρχοντας, επιτελούσε και άλλο ''Θεάρεστο'' έργο. Η εξόντωση όποιου διαφωνούσε με τις δικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις, βρισκόταν σε ημερήσια διάταξη, με αποκορύφωμα το μαζικό σφαγιασμό επτά χιλιάδων ανθρώπων, μέσα στο στάδιο της Θεσσαλονίκης.
    Ο Νεοκλής έγινε θηρίο. Ο Τιμολέων δεν τον είχε δει ποτέ τόσο νευριασμένο. Φοβήθηκε μάλιστα μήπως έχανε την ψυχραιμία του κι επιχειρούσε να επέμβει, γι' αυτό έκανε μια προσπάθεια να τον ηρεμήσει: ''Γνωρίζεις πολύ καλά'', του είπε, πιάνοντάς τον από το χέρι και τραβώντας τον πίσω από τα δέντρα, ''ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία. Συγκρατήσου, λοιπόν, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι φανατισμένοι και αδίστακτοι''.
    Ταν λόγια του έπιασαν τόπο. Ο Νεοκλής, συνειδητοποιώντας το μάταιο της οποιασδήποτε ανάμιξής τους, ξεφύσηξε δυνατά και αρκέστηκε στη σιωπηλή παρακολούθηση των όσων συνέβαιναν μπροστά τους...         

Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010

Ο Δεσπότης

Απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα του Στέλιου Αρώνη

...Μόλις ο δεσπότης τελείωσε το κήρυγμα και ο παπάς άρχισε να ψέλνει το ''δι' ευχών των αγίων πατέρων...'', έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Βγήκε πρώτος από την εκκλησία και στάθηκε απέναντι από την έξοδο, περιμένοντας την εμφάνιση της Εύης. Καθώς παρακολουθούσε τον κόσμο, πρόσεξε το σκάφος που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι του ναού και πλησίασε κοντά του. Ήταν ένα καταπράσινο, γυαλιστερό αερόπλοιο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Το χάζευε με θαυμασμό, έχοντας όμως και το νου του να μη χάσει από τα μάτια του την Εύη. Κι ενώ αναρωτιόταν ποιος ήταν ο τυχερός που, σ' εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, κατείχε ένα τόσο πολυτελές μεταφορικό μέσον, είδε το δεσπότη να βγαίνει από την πλαϊνή έξοδο του ναού και να κατευθύνεται προς το σκάφος. Ο πιλότος του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν ατάραχος στη θέση του, μόλις είδε τον ιερωμένο, πετάχτηκε γρήγορα έξω, κι έτρεξε να του ανοίξει την πόρτα.
   Ο Ντένιος έμεινε ακίνητος να κοιτάζει αποσβολωμένος τη σκηνή. Δεν χρειάστηκε να δει περισσότερα για να νιώσει να γκρεμίζονται όλα μέσα του. Μεμιάς, γέμισε η ψυχή του με αμφιβολίες. Χτένισε με το βλέμμα του τους ανθρώπους που έβγαιναν μέσα από την εκκλησία και ένιωσε το στόμα του να ξεραίνεται. Όλοι τους ήταν απλοί, φτωχοί και εξαθλιωμένοι άνθρωποι και αμφέβαλλε αν βρισκόταν κάποιος ανάμεσά τους, έστω ένας, που να ζούσε έτσι όπως ζούσε ο δεσπότης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, αμφισβήτησε τα πάντα γύρω του. Ο κόσμος σίγουρα δεν ήταν όπως ήθελαν να τους τον παρουσιάζουν. ''Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης'', τους είχε πει ο δεσπότης, ο ίδιος όμως ζούσε μέσα στη χλιδή...

Δευτέρα 28 Ιουνίου 2010

Μηδένα προ του τέλους μακάριζε.

Απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημα του Στέλιου Αρώνη.

  ...Το πρωί πετάχτηκε μέχρι το φαρμακείο για να αγοράσει μια κρέμα προσώπου. Φτάνοντας κοντά, αντίκρισε την εντυπωσιακή σιλουέτα του Τόκι να εμφανίζεται μέσα από το κατάστημα. Παραξενεύτηκε που τον είδε μόνο του. Της έκανε εντύπωση που η Βασιλεία τον είχε στείλει για ψώνια, χωρίς τη δική της παρουσία.
    ''Καλημέρα, κυρία Μαίρη'', τη χαιρέτησε με το γνωστό σε όλους ευγενικό του τρόπο.
    ''Καλημέρα, Τόκι'', του ανταπόδωσε το χαιρετισμό η Μαίρη, δράττοντας ταυτόχρονα την ευκαιρία να του κάνει και μια μικρή ανάκριση. ''Πώς και βγήκες μόνος σου για ψώνια;''
    ''Η κυρία μου είναι άρρωστη και με έστειλε να της πάρω το φάρμακό της'', της εξήγησε με προθυμία το ρομπότ.
    ''Μπα, τι έπαθε; Έχει κάτι σοβαρό;''
    ''Δεν ξέρω ακριβώς'', της απάντησε ο Τόκι. "Πονάει το κεφάλι της και άκουσα τον κύριό μου να λέει στο γιατρό ότι το παθαίνει συχνά, λόγω των μεγάλων ευθυνών που έχει αναλάβει''.
    Η Μαίρη έπεσε από τα σύννεφα. Για ποιες ευθύνες μιλούσε; Εκείνη καθόταν όλη την ημέρα ξαπλωμένη στον καναπέ και διάβαζε περιοδικά και η μοναδική της ασχολία εκτός σπιτιού ήταν τα ψώνια στα μαγαζιά, η λογοδιάρροιά της με τις πωλήτριες και η επίσκεψή της στην τράπεζα για το ξαλάφρωμα του λογαριασμού του συζύγου της.
    ''Τι μου λές; Κρίμα την κακομοίρα'', έκανε με συμπονετικό ύφος η Μαίρη.
    ''Η κυρία μου δεν είναι κακομοίρα'', είπε με ύφος συνηγόρου ο Τόκι, δείχνοντας ότι είχε ενοχληθεί από την έκφραση συμπάθειας της Μαίρης. ''Εκείνη λέει ότι εσείς είσαστε κακομοίρα και ότι σας λυπάται που ζείτε τόσο στερημένα''.
    Η Μαίρη έμεινε να τον κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. Η Βασιλεία δεν είχε το Θεό της. Άκου τι ιδέα είχε για εκείνην και ήταν εντελώς βέβαιη ότι θα την διέδιδε και στους άλλους. Δεν την πείραξε η άσχημη γνώμη που έτρεφε για εκείνην, αλλά η κακοήθειά της να τη μεταφέρει και στον κόσμο. Όλοι βέβαια γνώριζαν ποια ήταν η μία και ποια ήταν η άλλη, η συνήθεια όμως της φαντασμένης Βασιλείας να μιλάει υποτιμητικά για τη δική της οικογένεια, της προκάλεσε θυμηδία.
    ''Η κυρία μου ζει σαν βασίλισσα'', συνέχισε ο Τόκι το παραμύθι που είχε διδαχτεί, ''κι εσείς, όσο και να θέλετε να τη φτάσετε, ποτέ σας δεν θα μπορέσετε να το καταφέρετε''.
    Ε, αυτό πάει πολύ, μονολόγησε η Μαίρη. Η γυναίκα έχει τρελαθεί εντελώς. Ποια νομίζει ότι είναι; Ξέχασε από που έχει έρθει και τι ήταν πριν αρχίσει ο άντρας της να βγάζει μαύρα χρήματα;
    Θυμήθηκε τη ρήση του Σόλωνα, τότε που, σύμφωνα με την ιστορία, ο μεγάλος εκείνος Αθηναίος σοφός είχε επισκεφτεί το βασιλιά Κροίσο. ''Μηδένα προ του τέλους μακάριζε, αυτό να πεις στη φαντασμένη κυρία σου, που έχει τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό της'', του είπε φανερά εκνευρισμένη και μπήκε μέσα στο φαρμακείο...  

Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010

Ο επιστήμονας (διήγημα Ε.Φ.)


Ρουφούσε με απληστία την ανείπωτης ομορφιάς εικόνα που ξεδιπλώθηκε σαν εξαίσιος πίνακας μπροστά του και δεν πίστευε στα μάτια του. Βρισκόταν στην πλαγιά του λόφου, σε ένα σημείο που σχηματιζόταν ένα μικρό πλάτωμα, και από κάτω του εκτεινόταν ο καταπράσινος κάμπος. Στη μέση της πεδιάδας ο ποταμός, σαν ένα τεράστιο γαλαζοπράσινο φίδι, σερνόταν αργά-αργά προς την άκρη του ορίζοντα, που σε κάποιο σημείο του φαινόταν αμυδρά η θάλασσα. Στα δεξιά του απλωνόταν ο πανέμορφος οικισμός των εφοπλιστών με τα κεραμοσκεπή, εντυπωσιακά κτίσματά του και τις τεράστιες πισίνες. Ένιωσε ένα κύμα θριάμβου να πλημμυρίζει όλο του το είναι. Αισθάνθηκε πολύ δυνατός, πολύ γεμάτος, όχι τόσο για το εκπληκτικό επίτευγμά του, όσο για την ανυπαρξία διαταραχών και άλλων επώδυνων καταστάσεων στον ίδιο του τον εαυτό. Ένιωσε τόσο μεγάλος, που, ακόμα κι αν τύχαινε να βρεθεί μπροστά του κάποιος από τους πάμπλουτους εφοπλιστές του οικισμού, θα τον έβλεπε σαν σκουλήκι. Νιώθοντας μεγάλη ευφορία, αισθάνθηκε σαν κυρίαρχος του κόσμου.

Είχε καταφέρει να φέρει σε πέρας το πιο απίθανο, το πιο καταπληκτικό ίσως επιστημονικό επίτευγμα στην ιστορία της ανθρωπότητας και δεν μπόρεσε να μη θριαμβολογήσει. Δεν ήταν καθόλου μικρό πράγμα, τη μια στιγμή να βρίσκεται στο καταθλιπτικό, υπόγειο εργαστήριό του στην καρδιά της πολύβουης πόλης τους και, δευτερόλεπτα αργότερα, να βρίσκεται σ’ εκείνον τον παράδεισο, ογδόντα χιλιόμετρα βόρεια της πρωτεύουσας. Ο τηλεμεταφορέας του είχε δουλέψει στην εντέλεια. Το όνειρο της τηλεκίνησης είχε γίνει πραγματικότητα. Εκατό χρόνια πριν, οι επιστήμονες είχαν προσπαθήσει μερικές φορές να το καταφέρουν, όλες όμως οι προσπάθειές τους είχαν καταλήξει σε αποτυχία. Οι επιπτώσεις από τα πειράματα που είχαν δοκιμάσει, ήταν οδυνηρές, και σε ορισμένες περιπτώσεις εντελώς καταστροφικές, κι αυτό τους είχε αποθαρρύνει να επιμείνουν στην εξεύρεση τρόπου λύσης ενός επιστημονικού προβλήματος, το οποίο πάντως είχε δείξει ότι υπήρχαν ελπίδες πραγματοποίησής του.

Εκείνος όμως είχε αποφασίσει να προσπαθήσει να λύσει το γόρδιο δεσμό, που έδενε τα χέρια των επιστημόνων και οδηγούσε τις προσπάθειες τους σε αποτυχία, και τα είχε καταφέρει. Είχε μελετήσει επισταμένως τις θεωρίες που είχαν κατά καιρούς διατυπωθεί, είχε ανατρέξει στα πειράματα που είχαν γίνει στο παρελθόν και του είχε κεντριστεί το ενδιαφέρον στο έπακρο. Αναλογιζόμενος τα οφέλη για τον άνθρωπο από ένα τέτοιο σπουδαίο επίτευγμα, το είχε θεωρήσει αναγκαίο να το επιχειρήσει. Το είχε πάρει πολύ ζεστά, το είχε κάνει τρόπο ζωής και δεν θα το σταματούσε, ακόμα κι αν διαπίστωνε ότι κινδύνευε η ίδια του η ζωή. Στο βωμό της επιτυχίας, είχε θυσιάσει έξι ολόκληρα χρόνια από τη ζωή του, είχε στερηθεί κυριολεκτικά τα πάντα, το αποτέλεσμα όμως δικαίωσε αυτήν την ακραία και επικίνδυνη επιλογή του. Είχε βάλει στοίχημα με τον εαυτό του ότι θα τα κατάφερνε και το κέρδισε πανηγυρικά.

Ο Ρας χάιδεψε τον τηλεμεταφορέα του, που βρισκόταν προσαρμοσμένος στη φαρδιά, δερμάτινη ζώνη του, και κοίταξε για μια ακόμα φορά τα πολυτελή σπίτια των εφοπλιστών. Σε άλλη περίπτωση ίσως να τα ζήλευε, αλλά τώρα όχι. Ήξερε καλά ότι, με την καινούρια καταπληκτική εφεύρεσή του, μπορούσε να αποκτήσει ό, τι ήθελε. Του δινόταν η δυνατότητα να εκπληρώσει όποια υλική του ανάγκη επιθυμούσε. Αρχικά σκέφτηκε να την κοινοποιήσει στην επιστημονική κοινότητα και στη συνέχεια να την πουλήσει σε όποιον έδειχνε ενδιαφέρον, αναλογιζόμενος όμως ότι πίσω από κάθε συντεχνία κρύβονταν μεγάλα και άνομα συμφέροντα, το μετάνιωσε. Ίσως ανακοίνωνε το επίτευγμά του αργότερα. Θα έβλεπε αν και πότε θα το έκανε, προς το παρόν όμως θα το χρησιμοποιούσε για δικό του όφελος. Δεν είχε καμιά όρεξη να το αντίκριζε να γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από κάποιους επιτήδειους, ίσως μάλιστα μόνο για κανένα ξεροκόμματο. Δεν παιδεύτηκε επί μια ολόκληρη εξαετία, για να καρπωθούν άλλοι τους κόπους και τις θυσίες του. Είχε χάσει πολλά όλο αυτό το χρονικό διάστημα και ήθελε να τα πάρει πίσω. Τα χρωστούσε στον εαυτό του, τα δικαιούνταν.

Γνώριζε πλέον με ποιον τρόπο μπορούσε να το πραγματοποιήσει, δεν είχε όμως σκοπό να αδικήσει κάποιον αθώο. Έπλασε νοερά ένα σχέδιο δράσης και θα το έβαζε αμέσως σε εφαρμογή. Θα έκανε υφαρπαγή μαύρου, βρώμικου χρήματος. Δεν θα το έπαιρνε από τους φτωχούς και τους τίμιους, οι οποίοι άλλωστε δεν το διέθεταν. Θα το αφαιρούσε από εκείνους που είχαν πολλά και οι οποίοι τα είχαν αποκτήσει με ανέντιμα μέσα. Θα ξεκινούσε μάλιστα από έναν γνωστό επιχειρηματία, ο οποίος στο παρελθόν είχε χρηματίσει κυβερνητικό στέλεχος και είχε ρημάξει το δημόσιο χρήμα. Και ο άνθρωπος αυτός, μετά τη λήξη της θητείας του και με την ανοχή βέβαια του σάπιου πολιτικού συστήματος, αντί να βρεθεί πίσω από τα κάγκελα κάποιας φυλακής, είχε μεταβληθεί σε έναν πανίσχυρο και πάμπλουτο επιχειρηματία. Όλοι γνώριζαν ότι η κινητήρια δύναμη που τον είχε οδηγήσει στη δημιουργία της οικονομικής του αυτοκρατορίας ήταν τα χρήματα των φορολογουμένων, κανένας όμως από τους αρμόδιους δεν είχε τολμήσει να τον αγγίξει.

Ενεργοποίησε το μηχάνημά του, έκανε τις κατάλληλες ρυθμίσεις και το επόμενο λεπτό βρισκόταν ξανά μέσα στο εργαστήριό του. Ο τηλεμεταφορέας του δούλευε στην εντέλεια. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν φόρτιση της μπαταρίας του, σωστή χρήση των κουμπιών και των ρυθμίσεων την ώρα της λειτουργίας του, και απόσταση του σώματός του σε ακτίνα μεγαλύτερη του ενός μέτρου από οποιοδήποτε κινητό αντικείμενο ή ον, βρισκόταν κοντά του. Διαπίστωσε με μεγάλη ικανοποίησή του ότι, αν τα έκανε όλα σωστά, δεν είχε να φοβηθεί για τίποτα.

Καθώς το μέγαρο των γραφείων του Άντι, βρισκόταν κοντά στο κτήριο που στεγαζόταν το εργαστήριό του, αποφάσισε να βάλει το σχέδιό του σε άμεση εφαρμογή. Από την ίδια κιόλας μέρα, έθεσε το οίκημα του επιχειρηματία κάτω από στενή παρακολούθηση, ώστε να μπορέσει να καταλήξει με βεβαιότητα ποιος ήταν ο καταλληλότερος τρόπος που έπρεπε να εφαρμόσει, για να πετύχει το σκοπό του.

# # # # #

Δυο μέρες αργότερα ήταν απολύτως έτοιμος για δράση. Θα επισκεπτόταν το γραφείο του Άντι κάποια βραδινή ώρα, που συνήθως έλειπαν όλοι από μέσα, και θα ερευνούσε γρήγορα το περιεχόμενό του. Δεν είχε σκοπό, αν τυχόν έβρισκε χρήματα εκεί μέσα, να επιχειρήσει να τα πάρει μαζί του. Δεν γνώριζε τι επιπτώσεις μπορούσαν να έχουν επάνω του αντικείμενα που θα τηλεμεταφέρονταν ταυτόχρονα μ’ εκείνον. Θυμόταν μια παλιά ταινία με τίτλο ‘’Η ΜΎΓΑ’’, στην οποία ένας επιστήμονας είχε κάνει ένα παρόμοιο πείραμα, αλλά είχε την ατυχία, τη στιγμή του πειράματος να κυκλοφορεί μια μύγα κοντά του, και τα αποτελέσματα ήταν ολέθρια. Δεν θα διακινδύνευε να πάθει κι εκείνος κάτι παρόμοιο με αυτό που είχε συμβεί στον επιστήμονα του έργου. Εντάξει, το περιστατικό εκείνο ήταν αποκύημα της φαντασίας του δημιουργού της, ίσως όμως και να ήταν προφητικό. Ήταν προτιμότερο να έπαιρνε όσο περισσότερα προληπτικά μέτρα μπορούσε, κι ας θεωρούνταν υπερβολικά, παρά να βρισκόταν στην τραγική θέση του πρωταγωνιστή της ταινίας. Ας επιθεωρούσε πρώτα το χώρο και ύστερα θα έβλεπε με ποιον τρόπο θα καρπωνόταν τα λεφτά.

Το ίδιο βράδυ, φόρεσε μαύρα ρούχα, γάντια και μια σκουρόχρωμη κουκούλα, για να μην αναγνωριστεί σε περίπτωση που ο χώρος εποπτευόταν από κάμερες, κι ενεργοποίησε τον τηλεμεταφορέα του. Υλοποιήθηκε μέσα σε ένα μεγάλο, σκοτεινό χώρο, και στάθηκε για λίγο ακίνητος, μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του στο σκοτάδι. Βεβαιώθηκε ότι βρισκόταν στο πολυτελές γραφείο του Άντι και άρχισε να ψάχνει τα συρτάρια του. Εκτός από υπηρεσιακά έγγραφα, ημερολόγια, διαφημιστικά έντυπα και γραφική ύλη, άλλο αντικείμενο δεν μπόρεσε να εντοπίσει. Απογοητευμένος από την άκαρπη προσπάθεια, επιχείρησε να ανοίξει και το τελευταίο συρτάρι, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν κλειδωμένο.

Αναθάρρησε βλέποντάς το. Η ύπαρξη ενός κλειδωμένου ερμαρίου, σήμαινε κάτι ενθαρρυντικό. Δοκίμασε την αντοχή του και προσπάθησε να το ανοίξει με ένα χαρτοκόπτη. Όταν το κατάφερε, το τράβηξε έξω και έλεγξε το περιεχόμενό του. Το αποτέλεσμα της έσχατης εκείνης έρευνας ήταν άκρως θετικό. Σ’ εκείνο το συρτάρι ανακάλυψε ό, τι δεν είχε κατορθώσει να βρει στα υπόλοιπα. Βρήκε πιστωτικές κάρτες και μερικά βιβλιάρια καταθέσεων, σε ένα εκ των οποίων αναγραφόταν ένα αστρονομικό ποσόν κατάθεσης, το πιο σημαντικό όμως ήταν ότι μαζί με αυτό βρίσκονταν και οι κωδικοί ηλεκτρονικής πρόσβασης στο λογαριασμό της τράπεζας, στον οποίον ήταν κατατεθειμένα τα αμαρτωλά χρήματα του απατεώνα, πρώην πολιτικού.

Η ευτυχής συγκυρία ήταν ότι, στην ίδια τράπεζα, υπήρχε και δικός του λογαριασμός καταθέσεων. Η μόνη διαφορά ήταν ότι, σε αντίθεση με τον δικό του φτωχικό λογαριασμό, σ’ εκείνον του Άντι υπήρχε το ιλιγγιώδες ποσόν των εξακοσίων εκατομμυρίων ευρώ. Χαμογέλασε στη σκέψη ότι αυτός ο συσχετισμός σύντομα επρόκειτο να αλλάξει.

Έγραψε στην παλάμη του με ένα στυλό τον αριθμό του λογαριασμού και τον κωδικό ηλεκτρονικής πρόσβασής του και επέστρεψε στο εργαστήριό του. Ενεργοποίησε τον υπολογιστή του και έκανε στα γρήγορα τη ‘’συναλλαγή’’. Με τόσες εκατοντάδες εκατομμύρια στο λογαριασμό του, ο Άντι μάλλον θα αργούσε να αντιληφθεί την απουσία των μόλις πεντακοσίων χιλιάδων που μετέφερε ο Ρας στο λογαριασμό του.

Με το ηθικό του ανεβασμένο στα ύψη, ετοιμάστηκε να πέσει για ύπνο. Φόρεσε τις πιζάμες του, έπλυνε τα δόντια του και αποσύρθηκε στην άκρη του εργαστηρίου, εκεί που βρισκόταν το διπλό κρεβάτι του. Αναπόλησε την εποχή που κοιμόταν αγκαλιά με τη συμβία του και ένιωσε μια μικρή μελαγχολία. Είχαν περάσει τέσσερα χρόνια από τη μέρα που τον είχε εγκαταλείψει. Η γυναίκα δεν είχε αντέξει άλλο και είχε επιστρέψει στο πατρικό της. Τον είχε βέβαια πειράξει, αλλά δεν την αδικούσε. Στο βάθος γνώριζε ότι εκείνη είχε δίκιο. Δεν ήταν ζωή αυτή που της προσέφερε. Αντί να της παρέχει ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης σε ένα αξιοπρεπές καταφύγιο, την είχε και βολόδερνε μέσα σ’ εκείνο το ανήλιαγο υπόγειο, το οποίο, εκτός από εργαστήριο, το χρησιμοποιούσε και για κατοικία. Της υποσχόταν ότι σύντομα όλα θα άλλαζαν, αλλά τα χρόνια περνούσαν χωρίς να φαίνεται κάποιο φως στην άκρη του τούνελ. Εκείνος βρισκόταν διαρκώς απορροφημένος από τα πειράματά του, κι εκείνη μαράζωνε μέσα στην μιζέρια. Ώσπου μια ωραία πρωία, μάζεψε τα μπογαλάκια της και έφυγε χωρίς να του πει ούτε αντίο.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι, με τη συμπαθητική μορφή της να τριγυρίζει μπροστά στα μάτια του. Την αγαπούσε, αυτό όφειλε να το παραδεχτεί, περισσότερο όμως αγαπούσε τα πειράματά του. Είχε παθιαστεί με το άλυτο ζήτημα της τηλεκίνησης. Είχε αφιερώσει τη ζωή του στην επίλυσή του, και ήταν ικανός να φτάσει ακόμα και στο τέλος της ύπαρξής του, ασχολούμενος μόνο με αυτό. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο στον κόσμο.

Κόντεψε να τον πάρει ο ύπνος, όταν άκουσε το βιντεοτηλέφωνο να κουδουνίζει μελωδικά. Απόρησε ποιος ήταν αυτός που τον αναζητούσε τέτοια ώρα, κατά βάθος όμως ήξερε ποιον θα αντίκριζε στην οθόνη. Σηκώθηκε και έτρεξε στο σημείο που βρισκόταν η συσκευή. Πίεσε το πλήκτρο ΟΝ και, καθώς η οθόνη φωτίστηκε, διέκρινε το πρόσωπο της Έρσης.

«Καλησπέρα, Ρας». Η μελωδική της φωνή, ήχησε γλυκά στα αυτιά του. Ήξερε για ποιο λόγο τον έπαιρνε, τη συνδιάλεξη αυτή όμως την περίμενε πως και πως. Έχοντας πια τη δυνατότητα να της προσφέρει όλα αυτά που δεν είχε καταφέρει στο παρελθόν, αν δεν τον είχε καλέσει εκείνη, θα την έπαιρνε ο ίδιος την άλλη μέρα το πρωί.

«Καλησπέρα, Έρση», της ανταπόδωσε το χαιρετισμό. «Πώς ήταν αυτό, τέτοια ώρα;» τη ρώτησε, κοροϊδεύοντας ουσιαστικά τον εαυτό του. Αφού γνώριζε καλά ότι η γυναίκα του τον έπαιρνε, μόνον όταν ήταν να του ζητήσει λεφτά.

Η Έρση ξίνισε τα μούτρα της. «Ξέρεις για ποιο λόγο σε ανησυχώ. Έχω ξεμείνει από χρήματα. Αυτά που μου στέλνεις, δεν φτάνουν ούτε για ζήτω. Στείλε μου κάτι παραπάνω, σε παρακαλώ. Το ξέρω ότι στενεύεσαι, αλλά κι εγώ πρέπει να ζήσω. Άλλωστε, δεν είμαι εγώ εκείνη που ευθύνεται γι αυτήν την κατάσταση».

Ο Ρας δεν παραγνώριζε το γεγονός ότι η γυναίκα του είχε δίκιο. Μπορεί να τον είχε εγκαταλείψει, εκείνος όμως ήταν που την είχε παρακαλέσει να μην ζητήσει διαζύγιο, υποσχόμενός της ότι θα της κάλυπτε πάντοτε τις οικονομικές της απαιτήσεις. Δυσκολευόταν λίγο στην πραγματοποίηση αυτής της υπόσχεσης, αλλά στερούνταν ο ίδιος τα πάντα για να το καταφέρει και να μην φανεί ασυνεπής. Ήξερε ότι κάποια μέρα, όταν τα πειράματά του θα στέφονταν από επιτυχία, θα την ξανάκανε δική του. Και η ώρα αυτή, είχε επιτέλους φτάσει.

«Πόσα θέλεις;» τη ρώτησε, ενώ το πρόσωπό του έλαμπε ολόκληρο.

Η έκφρασή του δεν πέρασε απαρατήρητη από τα μάτια της όμορφης γυναίκας. Κατάλαβε ότι κάποια αλλαγή είχε συντελεστεί, η οποία πιθανόν είχε σχέση με τα επιστημονικά πειράματα του.

«Και με δυο χιλιάρικα θα ήμουν ευχαριστημένη», του πέταξε, με την ελπίδα ότι θα τον ανάγκαζε να της αποκαλύψει τα αίτια της αλλαγής στη συμπεριφορά του.

«Εντάξει», συμφώνησε ο Ρας. «Αύριο, πρωί-πρωί, θα σου τα στείλω με τηλεφωνική επιταγή. Μετά τις έντεκα, πήγαινε στην τράπεζά σου να τα πάρεις».

Η Έρση δεν άντεξε να μην τον ρωτήσει. «Πώς και τόση άνεση; Κέρδισες κανένα λαχείο;»

Ο Ρας δεν είχε σκοπό να της αποκαλύψει τη χρηματοδοτική πηγή του, δεν σκόπευε όμως και να της κρύψει τα αποτελέσματα των πειραμάτων του, Άλλωστε, αυτό θα της το φανέρωνε, ακόμα κι αν εκείνη δεν το είχε ρωτήσει. Το επόμενο στάδιο της επιτυχούς κατάληξης των ερευνών του, θα ήταν η προσπάθεια επανασύνδεσής του με την Έρση, κάτι για το οποίο ήταν απόλυτα σίγουρος ότι θα συνέβαινε.

«Πρέπει να σου ομολογήσω ότι ολοκλήρωσα επιτέλους το πείραμα μου και ευτυχώς όλα πήγαν καλά. Στο εξής, τέρμα πια στην ανέχεια και τη μιζέρια. Από δω και πέρα, θα ζήσουμε πλέον σαν άνθρωποι».

«Α, ώστε έτσι, λοιπόν;» έκανε η Έρση και το πρόσωπό της πήρε μια φανερά ενθουσιώδη έκφραση. «Το πούλησες; Πόσα πήρες;»

«Μη ρωτάς λεπτομέρειες», της είπε, αποφεύγοντας να της δώσει περισσότερες εξηγήσεις. «Τα έχω κανονισμένα. Θα πάρω πολλά από αυτήν την υπόθεση, αλλά σταδιακά».

«Ε, τότε να βρεθούμε κάποια στιγμή και να τα πούμε από κοντά», την άκουσε να του προτείνει.

Ο Ρας χάρηκε που τον είχε προλάβει. Σκόπευε να της το προτείνει εκείνος, αλλά η συμβία του ήταν πιο γρήγορη στις αποφάσεις της. Το είχε από παλιά αυτό το προτέρημα. Ήταν βέβαια λίγο φιλοχρήματη, αλλά αυτό είχε πολύ μικρή σημασία. Το πιο σπουδαίο ήταν ότι θα ξανάσμιγαν.

Για την Έρση, η πληροφορία ότι ο σύζυγός της είχε ανακάμψει οικονομικά, ήταν η πιο χαρμόσυνη είδηση των τελευταίων ετών. Σκέφτηκε ότι είχε πράξει σωστά και δεν του είχε δώσει διαζύγιο. Αν το είχε κάνει, τώρα θα βρισκόταν στη δυσάρεστη θέση να μην έχει δικαίωμα να απαιτήσει μερίδιο από αυτά τα χρήματα και, απ’ ό, τι μπόρεσε να συμπεράνει, μάλλον θα ήταν πολλά.

# # # # #

Το επόμενο πρωινό, λίγο μετά τις έντεκα, ετοιμάστηκε να βγει έξω. Αφού τακτοποίησε πρώτα με την τράπεζα το ζήτημα με τα χρήματα που είχε υποσχεθεί στη γυναίκα του, πήρε ένα ελαφρύ πρωινό και έκανε μια μικρή τακτοποίηση στα πράγματά του. Έπειτα, έκρυψε τη θαυματουργή μηχανή του, για να τη διασφαλίσει από τον κίνδυνο κάποιας ενδεχόμενης κλοπής, και στάθηκε μπροστά στην έξοδο. Θα επισκεπτόταν πρώτα ένα Α.Τ.Μ. για να κάνει ανάληψη μετρητών και ύστερα θα πήγαινε στα μαγαζιά για να ψωνίσει ρούχα. Η γκαρνταρόμπα του χρειαζόταν ανανέωση και στο εξής θα κυκλοφορούσε έξω ντυμένος σαν καθώς πρέπει κύριος. Τη στιγμή που φορούσε το σακάκι του, άκουσε το βιντεοτηλέφωνο. Έτρεξε να το σηκώσει και στη φωτισμένη οθόνη είδε πάλι το πρόσωπο της Έρσης.

«Καλημέρα, κοριτσάκι μου, πώς…», η φωνή της έξαλλης γυναίκας του, δεν του επέτρεψε να συνεχίσει.

«Βρε, κακομοίρη, βρε ανυπόληπτε, τι απατεωνιά έκανες πάλι; Γιατί με έστειλες στην τράπεζα; Πού τα βρήκες τα λεφτά που μου έβαλες στο λογαριασμό;»

Ο Ρας έμεινε εμβρόντητος. Άργησε να καταλάβει για ποιο πράγμα του μιλούσε. Όταν συνειδητοποίησε ότι η απάτη του είχε ανακαλυφθεί, έπεσε από τα σύννεφα.

«Βρε αχαϊρευτε», την άκουσε να συνεχίζει, ωρυόμενη, «νομίζεις ότι είχα καμιά όρεξη να με ανακρίνουν πρωί-πρωί, για κάτι που δεν είχα κάνει; Νομίζεις ότι μου ήταν ευχάριστο να ακούω μπροστά σε όλο τον κόσμο, ‘’δε μπορείτε να πάρετε αυτά τα χρήματα που σας έβαλαν στο λογαριασμό σας, γιατί είναι προϊόν εγκληματικής πράξης’’; Εκείνη την ώρα, θέλησα να ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Τέτοια ντροπή δεν έχω νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή μου. Ευτυχώς που δεν έπαθα συγκοπή».

Τώρα ήταν η σειρά του να νιώσει την ανάγκη της εξαφάνισής του από το πρόσωπο της γης. Αυτό δεν το περίμενε, ή τουλάχιστον δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε τόσο γρήγορα. Νόμιζε ότι είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή του για να προετοιμάσει την απόδρασή του από τη χώρα τους. Θεωρούσε ότι, χάρη στις δυνατότητες του τηλεμεταφορέα του, θα μπορούσε να μεταβεί σε όποιο μέρος της Γης επέλεγε, χωρίς να νιώθει την υποχρέωση να δώσει λογαριασμό στον οποιοδήποτε. Θα πήγαινε εκεί, θα τακτοποιούνταν μια χαρά και ύστερα θα προσκαλούσε και την Έρση. Να όμως που τώρα έπρεπε επειγόντως να επισπεύσει τη μετανάστευσή του.

«Θα σου εξηγήσω άλλη φορά», είπε στη γυναίκα του, κυριευμένος από αδημονία. «Κλείσε τώρα και θα σε πάρω εγώ να σου τα πω».

Αναζητώντας νοερώς και εναγωνίως την τοποθεσία διαφυγής του, άνοιξε την τηλεόραση. Έχοντας την υποψία ότι η πράξη του θα μεταδιδόταν σαν είδηση από τα Μ.Μ.Ε., έψαξε να βρει κάποιο κανάλι που να μεταδίδει τα νέα της ημέρας. Παραδόξως, κανένας σταθμός δεν αναφερόταν στο ζήτημα που τον αφορούσε. Αντιθέτως, όλα μιλούσαν για την ξαφνική ενεργοποίηση του ηφαιστείου της Αίτνας στην Ιταλία. Το γεγονός αυτό τον βοήθησε να νιώσει μια προσωρινή ανακούφιση, δεν μπορούσε όμως να κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα και να περιμένει τη σύλληψή του από την αστυνομία, η οποία ασφαλώς δεν θα αργούσε να εμφανιστεί.

Ύστερα από λίγη ώριμη σκέψη, αποφάσισε, κάνοντας φυσικά χρήση της μηχανής του, να επισκεφτεί πρώτα την Ελβετία. Εκεί, θα έκανε ανάληψη όσο μεγαλύτερου ποσού μπορούσε και μετά θα ‘’ταξίδευε’’ για Νότια Αμερική. Ελπίζοντας ότι η τράπεζα στην Ελβετία, λόγω της διαφοράς των τριών ωρών που είχε με τη χώρα του, δεν θα είχε ακόμα ενημερωθεί για την απάτη του, έβγαλε τον τηλεμεταφορέα του από εκεί που τον είχε καταχωνιάσει και τον προσάρμοσε στη ζώνη του.

Γνωρίζοντας ότι τα χρονικά περιθώρια είχαν στενέψει πολύ, κι ότι δεν υπήρχε λόγος για άλλη καθυστέρηση, ενεργοποίησε τη συσκευή του και ρύθμισε τις συντεταγμένες για Ελβετία. Ζωσμένος με την εκπληκτικής σύλληψης μηχανή του, αισθάνθηκε πολύ δυνατός. Η αρχική του ανησυχία εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Νιώθοντας σιγουριά για τον εαυτό του και διαισθανόμενος ότι όλα θα πήγαιναν καλά, πίεσε το κουμπί που θα τον έστελνε στον προορισμό του.

Στον ελάχιστο χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την εμφάνισή του στον τόπο που είχε επιλέξει, κυριεύτηκε από μεγάλη ανησυχία και κατά προέκταση από έναν ανείπωτο τρόμο. Συνειδητοποίησε ότι είχε κάνει λάθος. Πολύ θα ήθελε να μπορούσε να αλλάξει τη ρύθμιση που είχε επιλέξει, αλλά δυστυχώς ήταν πια πολύ αργά. Επάνω στη βιασύνη του να εξαφανιστεί γρήγορα από τον τόπο του εγκλήματος, είχε μπερδέψει το κουμπί της κατεύθυνσης με το πλήκτρο του υπολογισμού της απόστασης. Έτσι, αντί να βρεθεί στην Ελβετία, θα βρισκόταν κάπου αλλού, δεν γνώριζε όμως που.

Μόνον όταν ένιωσε πόσο οδυνηρή και κυρίως πόσο φριχτή εμπειρία είναι να καίγεσαι ζωντανός, τότε κατάλαβε ότι, με δική του εντολή, η μηχανή του τον είχε στείλει κατευθείαν μέσα στον διάπυρο κρατήρα του ηφαιστείου.

@ @ @ @ @ @ @ @

O εφιάλτης (διήγημα Ε.Φ.)

Ακούμπησε το πλαστικό κύπελλο με τον αχνιστό καφέ επάνω στο γραφείο της, ακριβώς δίπλα στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Τον έβαλε σε λειτουργία με βαριεστημένες κινήσεις και άρχισε να πληκτρολογεί με αργό ρυθμό. Οι λέξεις σχηματίζονταν ράθυμα επάνω στην οθόνη, αλλά το αποτέλεσμα δεν την ικανοποιούσε. Ακύρωσε όλα όσα είχε γράψει μέχρι τότε, κι επιχείρησε μια δεύτερη προσπάθεια. Βλέποντας ότι το αποτέλεσμα παρέμενε απογοητευτικό, εγκατέλειψε την προσπάθεια και προτίμησε να ασχοληθεί με τον καφέ της. Καθώς ρουφούσε ηδονικά το ρόφημά της, άκουσε την πόρτα να ανοίγει και να εμφανίζεται η φίλη της η Ήρα.

«Καλημέρα, Θεανώ», τη χαιρέτησε με την γλυκιά της φωνούλα.

«Καλημέρα, Ήρα», της ανταπέδωσε άτονα το χαιρετισμό, χωρίς να κάνει προσπάθεια να κρύψει την κακοδιαθεσία της.

Η Ήρα πλησίασε κοντά της και κάθισε στο διπλανό κάθισμα. «Τι σου συμβαίνει, Θεανώ; Τι έχεις;» τη ρώτησε με πραγματικά φιλικό ενδιαφέρον.

Η Θεανώ έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό και την κοίταξε κατάματα. «Από υγεία, πάω να σκάσω», της εκμυστηρεύτηκε. «Άλλο είναι αυτό που με βασανίζει».

Η Ήρα ανακάθισε με το ενδιαφέρον της κεντρισμένο στο έπακρο. Η γυναικεία της περιέργεια, υπερίσχυσε της συνήθειάς της να αρχίζει πάντα το πρωινό της με καφέ. Υποψιάστηκε ότι θα μάθαινε κάτι σημαντικό και δεν είχε σκοπό να θυσιάσει την κουτσομπολίστικη διάθεση που της δημιουργήθηκε. Ο καφές μπορούσε να περιμένει. «Για λέγε, λοιπόν», έκανε με ανυπομονησία. «Τι είναι αυτό που σε βασανίζει;»

Η Θεανώ αναστέναξε για μια ακόμα φορά και αποφάσισε να της εξηγήσει. «Να, ξέρεις τι συμβαίνει; Απόψε είδα στον ύπνο μου ένα πολύ άσχημο όνειρο, ήταν όμως τόσο ζωντανό, που νόμιζα πως το ζούσα στην πραγματικότητα. Είδα, λέει ότι βρισκόμαστε στη Γη, κι ότι ζούσαμε μέσα σε ένα άθλιο καταφύγιο. Έξω γινόταν χαλασμός, βιβλική καταστροφή. Οι βόμβες και οι πύραυλοι έπεφταν βροχή και όσοι άνθρωποι δεν προλάβαιναν να χωθούν μέσα στα καταφύγια, γίνονταν κομμάτια. Πήρα μεγάλη τρομάρα. Με επηρέασε πολύ και δύσκολα θα καταφέρω να το ξεχάσω».

«Έλα τώρα, κοριτσάκι μου», τη μάλωσε η Ήρα. «Σιγά που δεν θα το ξεχάσεις. Πρώτη φορά στη ζωή σου βλέπεις εφιάλτη; Σε πληροφορώ ότι εγώ βλέπω συνέχεια. Με βλέπεις να σκάω για τέτοια πράγματα; Για σύνελθε, σε παρακαλώ».

Η Θεανώ πίστευε πολύ στα όνειρα. Είχε την πεποίθηση ότι κάτι ήθελαν να πουν, γι αυτό επισκέπτονταν απρόσκλητα τους ανθρώπους κάθε βράδυ στον ύπνο τους. Ξανάφερε στο νου της το χθεσινό και σκέφτηκε ότι έκανε καλά και δεν της το αποκάλυψε όλο. Ήξερε ότι, αν έλεγε στη φίλη της πως την είχε δει να βρίσκεται κατάκοιτη σε ένα ράντζο, με δεμένο το κεφάλι και έτοιμη να ξεψυχήσει, θα τη στενοχωρούσε. Έτσι, το συγκεκριμένο σημείο του ονείρου το παρέλειψε εσκεμμένα από την περιγραφή της.

«Ξέχασέ το λοιπόν όσο πιο γρήγορα γίνεται», την άκουσε να συνεχίζει, «και φρόντισε το απόγευμα που θα επιστρέψεις στο κατάλυμά σου, να γίνεις όσο πιο όμορφη μπορείς. Μην ξεχνάς ότι το βράδυ έχουμε γιορτή».

Η αλήθεια ήταν ότι την είχε ξεχάσει. Επηρεασμένη από τον νυχτερινό εφιάλτη της, είχε λησμονήσει ότι απόψε ήταν η καθιερωμένη μηνιαία εορταστική συγκέντρωση όλων των κατοίκων του δορυφόρου. Στη σκέψη ότι θα της δινόταν η ευκαιρία να συναντήσει τον Άγγελο, ένιωσε να ξαναβρίσκει τη χαμένη της αισιοδοξία.

# # # # #

Καθώς ξάπλωνε στο κρεβάτι της, αναπόλησε τη σημαντικότερη στιγμή της αποψινής βραδιάς και ανατρίχιασε από ευτυχία. Το αρρενωπό πρόσωπο του Άγγελου στριφογύριζε διαρκώς μπροστά στα μάτια της και την υποχρέωνε να νιώθει μια συνεχή αναστάτωση. Ήταν από καιρό ερωτευμένη μαζί του και περίμενε υπομονετικά τη στιγμή που εκείνος θα την πλησίαζε. Δεν είχε το θάρρος να κάνει εκείνη το πρώτο βήμα. Υποψιαζόταν βέβαια ότι τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, αλλά δεν τολμούσε να εκδηλώσει τα δικά της, αν δεν βεβαιωνόταν πρώτα ότι το ίδιο αισθανόταν κι εκείνος. Και η πολυπόθητη στιγμή ήρθε. Κάποια στιγμή, κατά τη διάρκεια της γιορτής, της ζήτησε να χορέψουν και λίγο αργότερα της έκανε ερωτική εξομολόγηση. Ήταν τόσο μεγάλο το πάθος και των δύο, που αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν στο μέσον της μεγάλης αίθουσας, αδιαφορώντας εντελώς για την παρουσία των υπολοίπων. Έμειναν εκεί, σφιχταγκαλιασμένοι επί δέκα ολόκληρα λεπτά, χωρίς να νοιάζονται για το τι συνέβαινε γύρω τους. Για εκείνους, ο πραγματικός κόσμος είχε πάψει να υπάρχει. Χωμένοι μέχρι το λαιμό μέσα στην ευτυχία, είχαν ξεχάσει ότι υπήρχαν και άλλοι άνθρωποι εκεί μέσα.

Όταν αποφάσισαν να ξεκολλήσουν, το παρατεταμένο χειροκρότημα και οι ζωηρές επευφημίες των υπολοίπων κατοίκων του μικρού δορυφόρου, τους επανέφεραν στην πραγματικότητα. Ταυτόχρονα είδαν την Ήρα να τους πλησιάζει γελώντας και να τους χτυπάει φιλικά στην πλάτη. «Συγχαρητήρια, φίλοι μου. Σας εύχομαι κάθε ευτυχία, κι ελπίζω να είσαστε οι πρώτοι που θα επιστρέψετε στη Γη».

# # # # #

Την ξύπνησε το επίμονο, παρατεταμένο χτύπημα της πόρτας. Σηκώθηκε ξαφνιασμένη με την καρδιά της να χτυπάει γοργά και, πριν καλά-καλά προλάβει να την ανοίξει, ένας θυελλώδης Άγγελος εμφανίστηκε μπροστά της.

«Αγάπη μου, θησαυρέ μου», της είπε γεμάτος έξαψη και την πήρε στην αγκαλιά του. «Συγνώμη για την αναστάτωση, αλλά δεν άντεχα άλλο μακριά σου».

Η Θεανώ ξεπέρασε γρήγορα το πρώτο σοκ και τον απώθησε μαλακά. Τραβήχτηκε στην άκρη του κρεβατιού κι έβγαλε έναν αναστεναγμό. Ο Άγγελος έσμιξε τα φρύδια και κάθισε δίπλα της ανήσυχος. «Τι συμβαίνει, κοριτσάκι μου; Τι έχεις; Μήπως σ’ ενοχλεί η παρουσία μου;»

Η νεαρή κοπέλα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και του έδωσε ένα πεταχτό φιλί. «Όχι, καλέ μου, δεν έχει σχέση με σένα. Άλλο είναι αυτό που με απασχολεί».

Την έπιασε από τη μέση και τη χάιδεψε τρυφερά. «Έλα, αγάπη μου, πες μου τι σου συμβαίνει».

«Να, για δεύτερη συνεχόμενη νύχτα, βλέπω τον ίδιο εφιάλτη», του εξήγησε. «Βρισκόμαστε, λέει, μέσα σε ένα καταθλιπτικό υπόγειο κάπου στη Γη και έξω γίνεται πυρηνικός πόλεμος. Ο θάνατος πλησιάζει απειλητικός και η φίλη μου η Ήρα κείτεται τραυματισμένη δίπλα μου. Πω, πω, τι φριχτός εφιάλτης».

Ο Άγγελος τη φίλησε στο μάγουλο και προσπάθησε να την καθησυχάσει. «Καλά που το κατάλαβες, κουτό μου κοριτσάκι. Όνειρο ήταν και τελείωσε. Δεν υπάρχει λόγος να στενοχωριέσαι. Ξέχασέ το λοιπόν κι έλα στην αγκαλιά μου».

Η Θεανώ του χαμογέλασε γλυκά και συμφώνησε με την ιδέα του. Άρχισε να βγάζει το νυχτικό της, της φάνηκε όμως ότι κάποιος τη σκούντησε στον ώμο. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία και, μετά το νυχτικό, ετοιμάστηκε να αφαιρέσει και το εσώρουχό της. Το σκούντημα αυτή τη φορά ήταν δυνατότερο. Πανικοβλήθηκε, αλλά αδυνατούσε να καταλάβει τι συμβαίνει. Την ώρα που ξάπλωνε δίπλα στον Άγγελο, ένιωσε να την ταρακουνάνε και να της φωνάζουν.

«Ξυπνήστε, δεσποινίς Θεανώ, ξυπνήστε!»

Άνοιξε με κόπο τα μάτια της και αντίκρισε ένα ταλαιπωρημένο, γυναικείο πρόσωπο, που της φάνηκε γνωστό. Η ίδια βρισκόταν ξαπλωμένη σε ένα άθλιο, μεταλλικό κρεβάτι, ενώ μια δυσάρεστη μυρωδιά γαργαλούσε ενοχλητικά τα ρουθούνια της. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια για να καταλάβει που βρισκόταν. Ο χώρος ήταν καταθλιπτικός, σκοτεινός και κάτι της θύμιζε.

Μόλις άρχισε να υποψιάζεται τι συμβαίνει, η γυναίκα που την είχε ξυπνήσει, ξαναμίλησε: «Δεσποινίς, Θεανώ, σηκωθείτε, σας παρακαλώ. Πρέπει να σηκωθείτε, είναι πολύ επείγον. Η φίλη σας η Ήρα, δεν τα κατάφερε. Μας άφησε χρόνους. Πριν από πέντε λεπτά ξεψύχησε, αναφέροντας συνέχεια το όνομά σας».

@ @ @ @ @ @ @ @