Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Ο Χρυσελεφάντινος Δίας

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Στέλιου Αρώνη

...ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑΤΟ ΤΡΙΤΟ

   Η αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, υπήρχε διάχυτη μέσα στο στενόχωρο θάλαμο και είχε κυριεύσει εξ' ολοκλήρου τον πανικοβλημένο επιστήμονα. Ήθελε να αντιδράσει, να ενεργήσει με όποιο τρόπο μπορούσε, χαμένος όμως μέσα στην αδυσώπητη δίνη του χωροχρόνου, αδυνατούσε να επέμβει. Γνώριζε ότι η απώλεια ελέγχου της χρονομηχανής του ήταν ένα δυσάρεστο γεγονός που δεν μπορούσε να αποτραπεί. Έτσι, το μόνο που ευχόταν, ήταν τουλάχιστον να μην είχε τραγική κατάληξη. Η ανεξέλεκτη εκείνη κατάσταση του προκάλεσε ένα δυνατό σφίξιμο στο στήθος και φοβήθηκε μήπως πάθει αποπληξία. Η μηχανή κλυδωνίστηκε λίγο ακόμα, επιτείνοντας το βασανιστικό συναίσθημα που του είχε πλημμυρίσει την ψυχή, σύντομα όμως ακινητοποιήθηκε.
    Όταν τελικά, το επικίνδυνο εκείνο ταξίδι τελείωσε ανώδυνα, μια παγερή ησυχία, συνοδευόμενη από βαθύ σκοτάδι, τύλιξε την παράξενη μηχανή και τους επιβάτες της. Ο Τιμολέων, βέβαιος πια ότι είχαν πάψει να κινδυνεύουν και πως πατούσαν σε στέρεο έδαφος, έβγαλε έναν στεναγμό ανακούφισης, κι ένιωσε την καρδιά του να επανέρχεται στη θέση της. Δίπλα του ο Νεοκλής, αν και αρχικά είχε επηρεαστεί περισσότερο από τον φίλο του, έδειξε σημεία ψύχραιμης επαναφοράς του στην πραγματικότητα.
    Πρώτη ενέργεια του Τιμολέοντα ήταν η αγωνιώδης του προσπάθεια να διαπιστώσει σε ποια εποχή βρίσκονταν. Πίεσε μερικά κουμπιά, γύρισε κάποιους διακόπτες, το αποτέλεσμα όμως παρέμενε απογοητευτικό. Με νεκρωμένο κινητήρα, άδειους συσσωρευτές και μηδενικές ενδείξεις στον πίνακα οργάνων, η δυνατότητα μιας τέτοιου είδους αναζήτησης ήταν ανέφικτη.
    Είχε κάνει λάθος και το παραδέχτηκε. Αργά το απόγευμα της ημέρας των γεγονότων με τον κάπρο και το θάνατο του Διαγόρα, κυριευμένος από μεγάλη ανυπομονησία για επιστροφή στην εποχή τους, είχε πάρει την απόφαση να αναχωρήσουν, η κίνησή του όμως αποδείχτηκε λανθασμένη. Θεωρώντας ότι οι ηλιακές μπαταρίες του σκάφους είχαν φορτιστεί επαρκώς, έβαλε μπροοστά τον κινητήρα, συγχρόνισε τις χωροχρονικές συντεταγμένες και έδωσε την τελική εντολή εκτέλεσης. Δυστυχώς όμως, η μηχανή του τους πρόδωσε. Ξέμεινε από ενέργεια, πριν προλάβουν να επιστρέψουν στον αιώνα τους. Και τώρα είχαν βρεθεί, ποιος μπορούσε να ξέρει, σε ποια εποχή;
    Κοίταξε έξω από το πανοραμικό κρύσταλλο και το μόνο που κατάφερε να διακρίνει ήταν ο έναστρος ουρανός μιας ασέληνης νύχτας. Αυτή τουλάχιστον ήταν μια θετική ένδειξη, που προμήνυε τον ερχομό μιας ηλιόλουστης ημέρας. Έλπισε ότι, αυτή τη φορά, οι μπαταρίες θα φορτίζονταν επαρκώς. Πάντως, έτσι όπως είχαν εξελιχθεί τα πράγματα, το πιο σημαντικό απ' όλα ήταν το ότι δεν τους είχε συμβεί κάτι περισσότερο δυσάρεστο. Τα υπόλοιπα, ήταν βέβαιος ότι θα διορθώνονταν.
    Η φωνή του Νεοκλή, που είχε πια κι εκείνος συνέλθει, τον έβγαλε από τις σκέψεις του: ''Τι συνέβη, Τιμολέων; Πού βρισκόμαστε;''
    ''Φαντάζομαι πάλι στην Ολυμπία, αφού αυτός ήταν ο τοπικός προορισμός μας'', του εξήγησε εκείνος. ''Τη χρονολογία όμως δεν τη γνωρίζω. Δεν μπορώ να την προδιορίσω. Δυστυχώς, η μηχανή νέκρωσε λόγω έλλειψης ενέργειας και μας <<ξέβρασε>> σε άλλη εποχή''.
    Ο Νεοκλής ξίνισε το πρόσωπό του και σχολίασε σε ήπιο τόνο: ''Ωραία τα καταφέραμε''. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και αναρωτήθηκε: ''Αργεί άραγε να ξημερώσει;''
     Δεν πήρε απάντηση και, ακουμπώντας το κεφάλι του στο τζάμι της πόρτας, προσπάθησε να κοιμηθεί. Ο Τιμολέων έσπευσε να τον μιμηθεί και σε λίγα λεπτά τους είχε πάρει ο ύπνος και τους δύο. Όταν ξύπνησαν, ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά ψηλά. Βγήκαν έξω από τη χρονομηχανή και η πρώτη τους διαπίστωση ήταν ότι βρίσκονταν στο ίδιο ακριβώς σημείο. Δεν είχαν μετακινηθεί ούτε ένα χιλιοστό.
    Η πρώτη ματιά τους γνωστοποίησε ότι είχαν βρεθεί σε εποχή προχωρημένου φθινόπωρου. Τα φύλλα των δέντρων είχαν κιτρινίσει και έπεφταν αργά, αφήνοντας τα κλαδιά γυμνά. Το τοπίο είχε αρχίσει να γίνεται μελαγχολικό, το ευτύχημα όμως ήταν ότι υπήρχε πλήρης άπνοια. Έτσι, η παραμονή τους στον ανοιχτό χώρο, χάρη βέβαια και στην ηλιοφάνεια, ήταν ευχάριστη και δεν τους ενόχλησε, παρόλο το ελαφρύ ντύσιμό τους.
    Κατηφόρισαν αμίλητοι προς την ιερή Άλτη, αδημονώντας να μάθουν σε ποια εποχή της ιστορίας είχαν βρεθεί. Πλησιάζοντας κοντά, περίεργοι θόρυβοι άρχισαν να ερεθίζουν τα αυτιά τους. Λίγο πριν αντικρίσουν τα μνημεία της Ολυμπίας, οι ήχοι έγιναν δυνατότεροι και περισσότερο ευκρινείς. Ήταν ήχοι μεταλλικών εργαλείων που έρχονταν σε επαφή με πέτρες, μάρμαρα και άλλα οικοδομικά υλικά. Κάποιοι επιδίδονταν σε εργασίες ανοικοδόμησης, ή κατεδάφισης. Αδυνατώντας να δώσουν κάποια εξήγηση, επιτάχυναν το βήμα τους και βγήκαν από το δάσος.
    Το θέαμα που αντίκρισαν, μόλις βγήκαν στον ανοιχτό χώρο, τους έκοψε τη μιλιά. Κανένας από τους δυο τους, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα έβλεπε ζωντανά την καταστροφή της Ολυμπίας, ούτε ότι θα αντίκριζε το άγαλμα του χρυσελεφάντινου Δία οριζοντιωμένο. Ναι, δυστυχώς, το αριστούργημα του Φειδία, είχε ξηλωθεί από το βάθρο του και βρισκόταν τοποθετημένο επάνω σε μια τεράστια, ξύλινη πλατφόρμα με τροχούς. Μια τέτοιου είδους περιήγηση, δεν θα συμπεριλαμβανόταν ποτέ στο πρόγραμμα ταξιδιών τους στο χρόνο.
    Δεν χρειαζόταν άλλη ένδειξη για να καταλάβουν ότι είχαν βρεθεί σε μια από τις πιο μαύρες περιόδους της ελληνικής ιστορίας. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Α', είχε ήδη επιδοθεί στο προσφιλές του άθλημα της καταστροφής της Ολυμπίας. Μετά την κατάργηση των ολυμπιακών αγώνων, με τη δικαιολογία πως επρόκειτο για ειδωλολατρικό έθιμο, γκρέμιζε τώρα και τα αριστουργήματα των αρχαίων Ελλήνων καλλιτεχνών. Και ο ''Θεοσεβής'' εκείνος άρχοντας, επιτελούσε και άλλο ''Θεάρεστο'' έργο. Η εξόντωση όποιου διαφωνούσε με τις δικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις, βρισκόταν σε ημερήσια διάταξη, με αποκορύφωμα το μαζικό σφαγιασμό επτά χιλιάδων ανθρώπων, μέσα στο στάδιο της Θεσσαλονίκης.
    Ο Νεοκλής έγινε θηρίο. Ο Τιμολέων δεν τον είχε δει ποτέ τόσο νευριασμένο. Φοβήθηκε μάλιστα μήπως έχανε την ψυχραιμία του κι επιχειρούσε να επέμβει, γι' αυτό έκανε μια προσπάθεια να τον ηρεμήσει: ''Γνωρίζεις πολύ καλά'', του είπε, πιάνοντάς τον από το χέρι και τραβώντας τον πίσω από τα δέντρα, ''ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε την ιστορία. Συγκρατήσου, λοιπόν, γιατί αυτοί οι άνθρωποι είναι φανατισμένοι και αδίστακτοι''.
    Ταν λόγια του έπιασαν τόπο. Ο Νεοκλής, συνειδητοποιώντας το μάταιο της οποιασδήποτε ανάμιξής τους, ξεφύσηξε δυνατά και αρκέστηκε στη σιωπηλή παρακολούθηση των όσων συνέβαιναν μπροστά τους...         

Δεν υπάρχουν σχόλια: