Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Η ΦΥΛΗ ΤΩΝ ΗΛΙΘΙΩΝ

 Ένα σύντομο διήγημα Ε.Φ., αλλά ίσως όχι και τόσο!


   «Ανώτερε, ο Θουγκ επέστρεψε από το ταξίδι του στη Γη και θέλει να σας αναφέρει».
    «Α, πολύ ωραία», σήκωσε το ανάστημά του ο Πρώτος Άρχοντας του πλανήτη των ερπετοειδών.  «Πες του να περάσει».
    Σε δυο λεπτά, ο ερπετόμορφος Θουγκ, στεκόταν απέναντι από τον Ανώτερο. «Καλώς τον. Τι καλά νέα μας φέρνεις, θουγκ; Έφτασε λες η ώρα να τους επιτεθούμε;»
    «Νομίζω ότι δεν θα χρειαστεί», του απάντησε ο Θουγκ, ενώ ένα πλατύ χαμόγελο διαγραφόταν στο άσχημο πρόσωπό του. «Αυτοί θα καταφέρουν να καταστραφούν μόνοι τους. Το είχαν επιχειρήσει δυο φορές τον προηγούμενο αιώνα τους, αλλά τελικά την απέφυγαν την εξαφάνισή τους. Αυτή τη φορά όμως, νομίζω ότι θα το καταφέρουν. Υπάρχει μεγάλη αναστάτωση, μεγάλη αναταραχή στον πλανήτη και, χάρη στα υπερσύγχρονα όπλα μαζικής καταστροφής που έχουν αναπτύξει, δεν θα αργήσουν να αυτοκαταστραφούν».
    «Τι μου λες;», έκανε ο Ανώτερος, τρίβοντας τα υποτυπώδη χέρια του με ικανοποίηση. «Αυτό θα ήταν ό, τι πιο καλό για μας. Μας απαλλάσσει από πολλές περιπέτειες και από πολλά δεινά. Ας ετοιμαστούμε λοιπόν για τον επικείμενο εποικισμό μας. Όταν, αυτή η φυλή των ηλιθίων εξαφανιστεί από τα χώματα του πλανήτη, εμείς θα εγκαταστήσουμε με την ησυχία μας τις αποικίες και τα συνεργεία που θα ασχοληθούν με την εξόρυξη των πλούσιων κοιτασμάτων του. Ίσως βέβαια χρειαστεί να περάσει αρκετός καιρός μέχρι να αποκατασταθούν οι συνθήκες βιωσιμότητας ζώντων οργανισμών στα χώματά του, αλλά δεν πειράζει. Περιμέναμε τόσους αιώνες μέχρι να συμβεί αυτό, οπότε μπορούμε να κάνουμε λίγο καιρό ακόμα υπομονή. Τελικά, οι ενέργειες των προγόνων μας, να τους χωρίσουν σε εθνικές, θρησκευτικές και φυλετικές ομάδες, αποδείχτηκαν σοφές, κι έφεραν το ποθούμενο αποτέλεσμα". 

Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

"Οι διαφημίσεις, φίλε μου, είναι παραπλανητικές. Μόλις δοκιμάσεις το ωραιοποιημένο προϊόν που σου παρουσιάζουν, και δεν σου αρέσει, ή το πετάς στα σκουπίδια, ή δεν το ξαναπαίρνεις".
''Και η θρησκεία διαφήμιση ενός εξιδανικευμένου προϊόντος είναι, με τη διαφορά ότι θα το δοκιμάσεις(?) μετά θάνατον. Τι γίνεται όμως αν αυτό το προϊόν δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, δεν σου αρέσει;''

Πέμπτη, 20 Απριλίου 2017

Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΡΟΜΠΟΤ

Ένα πολύ σύντομο διήγημα Ε.Φ., με μεταφυσικές προεκτάσεις.



''Αφεντικό, τα ρομπότ είναι έτοιμα να εξεγερθούν''.
''Τι μου λες; Για φώναξε τον υπεύθυνο των ολογραμμάτων να έρθει εδώ''.
Δύο μόλις ώρες αργότερα: ''Αφεντικό, τα ρομπότ έγιναν αρνάκια. Ξαναγύρισαν όμορφα και ωραία στις δουλειές τους''.
''Είδες τι κάνει η τεχνολογία;''
''Μα, τι ακριβώς έγινε; Πώς τα καταφέρατε;
''Εφαρμόσαμε αυτό που έκαναν ανά τους αιώνες οι ιδρυτές των θρησκειών. Τους παρουσιάσαμε με ολόγραμμα έναν δικό τους θεό, ένα τεράστιο ρομπότ, που τους συμβούλεψε να ηρεμήσουν και να κάνουν ό, τι τους λένε τα αφεντικά τους, δηλαδή οι άνθρωποι''.
''Και το έχαψαν;''
''Εδώ το τρώνε οι άνθρωποι, που θεωρούνται νοήμονες, τα ρομπότ δεν θα το χάψουν; Αμέσως μετά, έπεσαν όλα στα γόνατα και προσκύνησαν τον θεό τους!''

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ ''Και εγένετο φως".


    Ο γέροντας εμφανίστηκε μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, κοίταξε με περιέργεια ολόγυρα και αποφάσισε να ρωτήσει κάποιο από τα φτερωτά όντα και να μάθει τι συμβαίνει. Εδώ και ώρα, έβλεπε τους αγγέλους να πηγαινοέρχονται σαν παλαβοί, και παραξενεύτηκε, αφού αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν, έναν από τους πρώτους κατοίκους του παραδείσου, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για την τάξη και την ηρεμία που επικρατούσε πάντα εκεί.
    «Τι τρέχει άγγελε;» ρώτησε το πρώτο φτερωτό πλάσμα που συνάντησε. «Γιατί τόση αναστάτωση;»
    «Δεν τα έμαθες, γέροντα;» άκουσε τον άγγελο να του λέει. «Ετοιμαζόμαστε για τη Δευτέρα Παρουσία, για τη Συντέλεια».
    «Α, ώστε έφτασε επιτέλους αυτή η στιγμή», αναφώνησε ο γέροντας. «Χιλιετίες τώρα την περιμένω».
    Του άρεσε αυτή η εξέλιξη, γιατί η αλήθεια ήταν ότι η μονοτονία της αιώνιας ζωής τον είχε κουράσει. Εκεί δεν υπήρχε μέρα και νύχτα, δεν υπήρχαν αλλαγές εποχών, δεν υπήρχε εναλλαγή τοπίων και δεν υπήρχαν  απολαύσεις, πέραν κάποιων και, κατά κανόνα, ανιαρών ψαλμωδιών. Ένιωσε να ανεβαίνει ψυχολογικά και σκέφτηκε ότι ίσως θα μπορούσε να συμμετάσχει και ο ίδιος στη διαδικασία αυτή.
    Το είπε στον πρώτο άγιο που συνάντησε μπροστά του: «Άγιε Ονούφριε, μπορείς να μεσολαβήσεις στον Ύψιστο, για να μου επιτρέψει να μετέχω κι εγώ στη Δευτέρα Παρουσία;»
    «Δεν χρειάζεται η άδεια του θεού», του απάντησε ο Ονούφριος. «Κάθε εθελοντική προσφορά είναι καλοδεχούμενη. Όταν θα καταφθάσουν οι ορδές των ψυχών, όσο πιο πολλοί είμαστε στην υποδοχή τους, τόσο καλύτερα. Οι άγγελοι θα αναλάβουν τους αρτιμελείς κατά το θάνατό τους χριστιανούς, που έχουν ταφεί κανονικά. Οι άγιοι θα αναλάβουμε όλους τους ανάπηρους και τους μη αρτιμελείς κατά το θάνατό τους. Οι εθελοντές, όπως εσύ, θα έχουν εύκολο έργο. Θα αναλάβουν τους άθεους και τους αλλόθρησκους, στέλνοντάς τους κατευθείαν στην κόλαση. Όσοι αποτεφρώθηκαν, επειδή είναι αδύνατη η ανασύστασή τους, θα πάνε κατευθείαν στην κόλαση».
    Στο σημείο εκείνο ο γέροντας προβληματίστηκε. Τον μπέρδεψαν λίγο αυτά που είχε ακούσει από τον άγιο. Για ποια ανασύσταση, για ποιους αρτιμελείς και μη, για ποιους αποτεφρωθέντες μιλούσε; Τι σημασία είχε η υλική σύσταση των ανθρώπων πριν ή μετά τον θάνατό τους, αφού οι ψυχές ήταν άϋλες; Όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί πάνω, δεν είχαν υλική υπόσταση. Τι νόημα είχαν όλα αυτά που του έλεγε ο Ονούφριος; Άλλωστε, το είχε πει και ο ίδιος: «Οι ορδές των ψυχών», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά. Για πρώτη φορά, μετά από τόσες χιλιετίες παραμονής στον παράδεισο, αμφισβήτησε την… ύπαρξή του.
    Δεν είπε τίποτα, απλώς κούνησε το ολόγραμμα του κεφαλιού του και αποτραβήχτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλη αυτήν την ιστορία. Μήπως ονειρευόταν, μήπως αδυνατούσε να κατανοήσει τις έννοιες; Αλλά όχι, τα πράγματα ήταν απλά. Ο άνθρωπος, μετά το θάνατο του, είτε ταφεί, είτε αποτεφρωθεί, δεν επαναφέρεται στην πρότερη κατάστασή του. Απόδειξη ήταν ο ίδιος και όλα αυτά τα εκατομμύρια που κυκλοφορούσαν δίπλα του. Ένας συρφετός άϋλων ψυχών, σε μια στερημένη ουσίας και ενδιαφέροντος ζωή.
    Κόντεψε να πάθει κατάθλιψη. Αν ήταν δυνατόν, θα εξαφανιζόταν αμέσως από εκείνο το μέρος. Έκανε να φύγει, αλλά ένιωσε ένα σκούντημα στον ώμο. Παραξενεύτηκε, αφού την αίσθηση της αφής  είχε χρόνια να την νιώσει. Γύρισε και κοίταξε να δει ποιος ήταν αυτός που τον είχε σκουντήσει. Είδε μια άγνωστή του, μια νέα κοπέλα να τον κοιτάζει ανήσυχη και με διαπεραστική ματιά και να τον ρωτά: «Νιώθετε καλά; Θέλετε βοήθεια;»
    «Όχι ευχαριστώ», απάντησε εκείνος και ένιωσε ένα κύμα ευδαιμονίας και ανακούφισης να τον πλημμυρίζει, διαπιστώνοντας ότι βρισκόταν καθισμένος στο ίδιο  παγκάκι του πάρκου, όπου λίγη ώρα πριν τον είχε πάρει ο ύπνος, κι ότι ο παράδεισος, η κόλαση και οι ασυναρτησίες που είχε ακούσει, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν εφιάλτη!


Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

Απόσπασμα από το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημά μου.



    Τράβηξε το βλέμμα του από τους άλλους και το έριξε πάνω στον δολοφονημένο. Του έκανε μεγάλη εντύπωση το ντύσιμό του. Το θύμα ήταν ντυμένο λες και θα πήγαινε για γαμπρός. Κοστούμι μπλε, πουκάμισο λευκό, κόκκινη γραβάτα με πλάγιες, λευκές ρίγες και ακριβό δερμάτινο μπουφάν, αποτελούσαν το ντύσιμό του κακότυχου εκείνου νέου. Αναρωτήθηκε, τι θα μπορούσε εκείνος ο καλοβαλμένος νέος, να ζητάει νυχτιάτικα σ’ εκείνο το απόμερο μέρος; Ήταν άραγε σημείο ραντεβού; Για να είναι ντυμένος τόσο κομψά, μάλλον για συνάντηση με γυναίκα θα επρόκειτο.
    Την συνάντησε όμως άραγε, ή δεν πρόλαβε να το κάνει; Αναρωτήθηκε.
    Τη στιγμή που σκεφτόταν όλα αυτά, ο ιατροδικαστής άπλωσε το χέρι του και του έδωσε ένα πορτοφόλι, ένα μπρελόκ με κλειδιά σπιτιού και ένα κλειδί αυτοκινήτου. «Αυτά είναι όλα όσα βρήκα μέσα στις τσέπες του», του εξήγησε.
    Ο Μπαρόζης τα πήρε στα χέρια του και άνοιξε πρώτα το πορτοφόλι. Τρεις πιστωτικές κάρτες, διακόσια πενήντα ευρώ σε μετρητά, δυο οικογενειακές φωτογραφίες, μια ταυτότητα και μια άδεια οδήγησης αυτοκινήτου ήταν τα ευρήματα του πορτοφολιού. Χάρηκε που δεν θα έψαχναν πολύ για να ανακαλύψουν τα στοιχεία του θύματος, απογοητεύτηκε όμως που η αρχική υποψία του για το κίνητρο του δράστη καταρρίφθηκε.
    Τον παραξένεψε πάντως το γεγονός  ότι δεν βρήκαν επάνω του κινητό. Ή δεν θα είχε, ή πιθανόν να είχε, αλλά του το είχε πάρει ο δράστης. Ο Μπαρόζης εξιχνίαζε τις υποθέσεις του, λειτουργώντας πάντοτε δια της εις άτοπον απαγωγής. Άρχιζε, αφαιρώντας τα κίνητρα που αποδεδειγμένα δεν ίσχυαν και στο τέλος κατέληγε σε ένα ή σε δύο το πολύ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κίνητρο της ληστείας είχε ήδη αποκλειστεί. Όχι ότι, αν ίσχυε η εκδοχή της ληστείας, θα έβρισκαν εύκολα το δράστη, αλλά τουλάχιστον θα γνώριζαν τι και για ποιο λόγο είχε συμβεί. Τώρα, αν δεν έβρισκαν άλλα στοιχεία, θα βάδιζαν εντελώς μέσα στο μαύρο σκοτάδι.
    Έβγαλε έξω την ταυτότητα και διάβασε τα στοιχεία του. Ονομαζόταν Κώστας Μπούας, πιθανότατα  άγαμος και μόλις είκοσι εννέα ετών.
    Την ξανάβαλε στη θέση της και κοίταξε το κλειδί του αυτοκινήτου. Ήταν ενσωματωμένο επάνω σε ένα μικρό τηλεκοντρόλ και, η φίρμα της VW στο πλάι του, δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία για το τι αυτοκίνητο ήταν. Έριξε τη ματιά του προς την πλευρά του δρόμου, ερευνώντας για τον εντοπισμό αυτοκινήτου παρόμοιας μάρκας. Διέκρινε δύο αυτοκίνητα αυτής της μάρκας, ένα GOLF κι ένα PASSAT. Ένα απλό πάτημα του πλήκτρου UNLOCK, του φανέρωσε ποιο από τα δύο ήταν το αυτοκίνητο του θύματος. Τα φλας του GOLF αναβόσβησαν δυο φορές ενώ  ακούστηκε καθαρά και ο χαρακτηριστικός ήχος της απασφάλισης των κλειδαριών.
     

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο επίλογος ενός διηγήματος Ε.Φ, εμπνευσμένου από το ομώνυμο τραγούδι των BLACK SABBATH, ενός συγκροτήματος που σημάδεψε τα νιάτα μας και έβαλε πρόσφατα τίτλους τέλους, ύστερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια μουσικής πορείας!




   Τα παιδιά ανέμιζαν χαρούμενα τα σύμβολα της πατρίδας τους, οι περισσότεροι όμως από τους μεγάλους, δεν έδειχναν να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό τους. Τι χαρά και τι ενθουσιασμό μπορούσαν να δείξουν οι ταλαίπωροι πολίτες, τη στιγμή που στα χίλια προβλήματά τους, ερχόταν τώρα να προστεθεί κι εκείνο του πολέμου; Ποιος μπορούσε να φανταστεί τα δεινά που τους περίμεναν; Άραγε, πόσα  από τα παιδιά τους θα άφηναν για πολλοστή φορά την τελευταία τους πνοή στο μέτωπο;
    Στέκονταν όρθιοι, σκυθρωποί και ζαβλακωμένοι και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον, κυριευμένοι από το φόβο των σπιούνων που συνήθιζαν να χώνονται ανάμεσά τους. Περίμεναν υπομονετικά την εμφάνιση του δικτάτορα, ελπίζοντας σε μια σύντομη λήξη της φαρισαϊκής εμφάνισής του. Όταν τελικά εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά τους, άρχισαν όλοι να τον χειροκροτούν με προσποιητό ενθουσιασμό, χωρίς να παραλείπουν βέβαια να τον βρίζουν από μέσα τους. Ο Λαμασών χαιρετούσε το πλήθος που τον επευφημούσε, στρεφόταν κι έκανε το ίδιο και στις τηλεοπτικές κάμερες και κάποτε αποφάσισε να αρχίσει.
    Καθάρισε τη φωνή του, έφτιαξε το μικρόφωνο και, πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ένας πρωτόγνωρος, δυνατός ήχος ξεχύθηκε σαν χείμαρρος από τα ηχεία. Το ξάφνιασμα ήταν ισχυρό για όλους, περισσότερο όμως για τον κεραυνοβολημένο δικτάτορα. Το τραγούδι που ακουγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας, η μουσική  που  έφτανε στα αυτιά και του τελευταίου πολίτη, ήταν απαγορευμένη. Το μουσικό κομμάτι, το οποίο οι περισσότεροι άκουγαν για πρώτη φορά, ηχούσε ευχάριστα στα αυτιά τους. Ύστερα μάλιστα από το πρώτο ξάφνιασμα, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αφυπνίστηκαν και άρχισαν κουνιούνται δειλά-δειλά στο ρυθμό του.
    Ο Λαμασών ούρλιαζε, απειλώντας θεούς και δαίμονες. Φώναζε στους ακολούθους του να κλείσουν τα μεγάφωνα, να σταματήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τη συνέχιση εκείνης της οδυνηρής για τ’ αυτιά του μουσικής, που το άκουσμά της τον οδηγούσε στα όρια της παραφροσύνης, κανείς τους όμως δε φαινόταν πως είχε τη δυνατότητα να το κάνει.   Το τραγούδι συνεχιζόταν με την ίδια αμείωτη ένταση και οι αντιπολεμικοί στίχοι του γέμισαν με αισιοδοξία τις ψυχές των πολιτών.
    Κι ενώ ο OZZY OSBOURNE των BLACK SABBATH τραγουδούσε το WAR PIGS, εκατοντάδες χιλιάδες ευτυχισμένοι άνθρωποι, αγνοώντας το ανθρωπάκι που χτυπιόταν σαν δαιμονισμένο επάνω στην εξέδρα, λικνίζονταν αγκαλιασμένοι.


                                               @ @ @ @ @ @ @ @



Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

''Έτσι, θέλω να πιστεύω'', ολοκλήρωσε την ομιλία του ο Γιαν Ρασπίντε, ''ότι με τον δημοκρατικό αυτόν τρόπο, θα διακυβερνηθεί δικαιότερα και σωστότερα το καινούριο μας, ενωμένο κράτος. Το κράτος αυτό, που νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ, για να του βρούμε κάποιο νέο όνομα. Υπάρχει άραγε άλλο, πιο ωραίο όνομα από αυτό που ήδη έχει; ΓΗ!''


Ο επίλογος του βιβλίου μου ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, που γράφτηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν!