Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2018

Ο ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΟΣ


.                                    Ο  ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΟΣ

    Ο Υπερίων, ήταν ο πρώτος άνθρωπος της εποχής του, που δέχτηκε να πάρει το ελιξίριο της μακροζωίας. Είχε διαβάσει την ανακοίνωση του Ινστιτούτου Ευγονικής, που απευθυνόταν σε άτομα της ηλικίας του, και είχε προστρέξει, περισσότερο από περιέργεια, και λιγότερο από εγωιστική επιθυμία παράτασης της ζωής του. Τότε που συνέβησαν όλα αυτά, ήταν ήδη ογδόντα χρόνων.  Η γυναίκα του είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να τον αποτρέψει από μια τέτοια παράλογη, κατά τη γνώμη της, ενέργεια, εκείνος όμως δεν άκουγε τίποτα. Το είχε δει σαν ένα παιχνίδι, σαν μια ευκαιρία να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή του. Άλλωστε, δεν είχε και τίποτα να χάσει. Πόσα χρόνια του έμεναν ακόμα να ζήσει; Αν κατάφερνε και έδινε μια μικρή παράταση στον βίο του και καθυστερούσε όσο περισσότερο γινόταν τον ερχομό του θανάτου, θα του δινόταν η ευκαιρία να ζήσει μια πρωτόγνωρη εμπειρία και, ίσως, να μείνει και στην ιστορία.
    «Πω, πω, τι ματαιοδοξία είναι αυτή που σε διακατέχει;», του είχε πει η αγαπημένη του σύζυγος, εκείνος όμως προσποιήθηκε ότι δεν το είχε ακούσει.
     Ήθελε να της πει να πάνε μαζί για τον εμβολιασμό. Θα ήταν ό, τι καλύτερο, θα ήταν ευχής έργο να βάδιζαν μαζί σε αυτό το καινούριο άγνωστο μονοπάτι, ήξερε όμως ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Εκείνη ήταν φιλάσθενη, κι αυτό την απέκλειε αυτόματα από τέτοιου είδους πειράματα. Η βασική προϋπόθεση, όπως τον είχαν ενημερώσει  όταν ρώτησε για τους όρους συμμετοχής, ήταν η ακλόνητη υγεία του υποψηφίου. Ο ίδιος υποβλήθηκε στις σχετικές ιατρικές εξετάσεις και βρέθηκε απόλυτα υγιής. Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνταν στο έπακρο. Ήταν υγιής και είχε την απαιτούμενη ηλικία. Υπήρχε και τρίτος όρος για οριστική συμφωνία με το Ινστιτούτο, δυο-τρεις όμως υποψήφιοι που τον άκουσαν, την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, για να υπογράψουν τη συμφωνία και να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, έπρεπε  να δεχτούν τη μείωση της σύνταξής τους, στο ένα τρίτο των υφισταμένων αποδοχών τους, και για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που θα βρίσκονταν στη ζωή.
    Ο Υπερίων θορυβήθηκε όταν το έμαθε και αμφιταλαντεύτηκε. Δυσκολεύτηκε πολύ στη λήψη της τελικής του απόφασης. Η περικοπή αυτή αποτελούσε μια πολύ μεγάλη θυσία για εκείνον, δεν μπορούσε όμως να ισχυριστεί ότι ήταν εντελώς παράλογη ή άδικη. Λαμβάνοντας το ελιξίριο, υπήρχε πιθανότητα να ζήσει πολλά χρόνια παραπάνω από τον μέσο όρο ζωής των ανθρώπων, οπότε ήταν λογικό να πληρώνεται με λιγότερα χρήματα. Αν, όπως του είχαν εξηγήσει, ο αριθμός όσων εμβολιάζονταν αυξανόταν με τον καιρό (κάτι που ήταν βέβαιο) το ασφαλιστικό τους ταμείο θα είχε πρόβλημα με την καταβολή των συντάξεων. Προς αποφυγή λοιπόν δυσάρεστων επιπτώσεων στα οικονομικά του ταμείου, έπαιρναν αυτό το προληπτικό μέτρο.
    Το δέχτηκε, αφού άλλωστε δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Του κακοφάνηκε που από χίλια οχτακόσια ευρώ θα έπεφτε στα εξακόσια, παρηγορήθηκε όμως στη σκέψη ότι η γυναίκα του έπαιρνε κι εκείνη άλλα χίλια το μήνα, οπότε θα μπορούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Το ζόρισμα θα άρχιζε όταν εκείνη εγκατέλειπε τα εγκόσμια, κι εκείνος θα υποχρεωνόταν να ζήσει με την πενιχρή πλέον σύνταξή του. 
    Αμέσως μετά την πρώτη δόση του εμβολιασμού, ένιωσε λίγο δυσάρεστα. Δεν παραπονέθηκε. Του το είχαν πει ότι το ελιξίριο δημιουργούσε παρενέργειες. Το γνώριζε εκ των προτέρων, αυτό όμως δεν είχε επιδράσει ανασταλτικά στην απόφασή του να το δοκιμάσει. Το τίμημα της μακροζωίας ήταν ακριβό, αλλά θα το πλήρωνε. Προκειμένου να γνωρίσει εκείνη τη συγκλονιστική εμπειρία,  ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πάντα, ακόμα και… να πεθάνει.
    Το έλεγε γελώντας στη συμβία του: «Έτσι κι αλλιώς τη ζωή μου την έζησα. Ας γίνω λοιπόν πειραματόζωο και, πού ξέρεις, μπορεί αντί να ζήσω περισσότερο, να πεθάνω και πιο γρήγορα. Ε, λοιπόν, και τι έγινε;»
    Την επόμενη δόση την πήρε μια βδομάδα αργότερα και την τελευταία θα την έπαιρνε δέκα μέρες μετά. Από εκεί και ύστερα, απλώς θα περίμενε τα αποτελέσματα. Εκείνη τη φορά οι παρενέργειες ήταν εντονότερες. Επί μια ολόκληρη μέρα έμεινε ξαπλωμένος, νιώθοντας έντονες ζαλάδες, κρυάδες, πόνους στο στομάχι και ανακατωσούρα. Την επόμενη μέρα τα συμπτώματα ήταν λιγότερο ενοχλητικά. Τη μεθεπόμενη, ο Υπερίων αισθανόταν θαυμάσια.
    Η δοκιμασία αυτή επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά και κατόπιν όλα επανήλθαν σε ένα γνώριμο και ήσυχο καθημερινό ρυθμό. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνέβη τίποτα συνταρακτικό. Η ζωή συνεχίστηκε στο ίδιο μονότονο μοτίβο. Ένα γεγονός που έσπασε λίγο την ανία και σκόρπισε χαρά σε όλη την οικογένεια, ήταν η εισαγωγή του μεγαλύτερου εγγονού στο πανεπιστήμιο. Ο γιος του είχε τρία παιδιά, ένα αγόρι και δυο κορίτσια και η κόρη του ένα αγοράκι, μικρότερο από τα άλλα εγγονάκια του. Τα παιδιά αυτά ήταν ολόκληρη η ζωή τους. Τα έβλεπαν να μεγαλώνουν και καμάρωναν που ήταν υγιή και προόδευαν στα γράμματα.
    Πολύ καιρό ύστερα από τον τελευταίο εμβολιασμό, ο Υπερίων άρχισε να νιώθει μια ανεξήγητη ευεξία. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβαλλόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα, απέδειχναν ότι η υγεία του είχε θωρακιστεί. Είχε πάθει ανοσία και η κατάσταση αυτή, όπως του εξήγησαν οι επιστήμονες, ήταν αναμενόμενη. Μέρα με τη μέρα, αισθανόταν δυνατότερος. Διαπίστωνε ότι ξανάνιωνε.
    Την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη την αμαύρωσε ο ξαφνικός χαμός της γυναίκας του. Ήταν τη μέρα που πήγαινε στην αγορά για τα ψώνια της εβδομάδας. Γύρισε σπίτι με τα χέρια γεμάτα και με τη διάθεσή του ανεβασμένη και βρήκε τη δύστυχη γυναίκα  πεσμένη ανάσκελα έξω από την πόρτα της κουζίνας. Αρχικά νόμισε ότι απλώς είχε λιποθυμήσει, όταν όμως έπιασε το σφυγμό της, κατάλαβε ότι η αγαπημένη του  γυναίκα είχε αφήσει την τελευταία της πνοή, μόνη και αβοήθητη. Εκείνη βέβαια είχε φύγει και είχε ησυχάσει, εκείνος όμως θα συνέχιζε να ζει μόνος, φτωχότερος και προβληματισμένος. Από πολύ πριν και αρκετά συχνά, αναρωτιόταν αν είχε πράξει σωστά που είχε αποφασίσει να ζήσει περισσότερο από τους άλλους. Τώρα που είχε μείνει ολομόναχος, είχε αρχίσει να το μετανιώνει.
    Εκείνο που τον στενοχώρησε περισσότερο ήταν το πρόβλημα της μοναξιάς. Από τη μια ξανάνιωνε σωματικά, κι από την άλλη φθειρόταν ψυχολογικά.  Την αρνητική αυτή κατάσταση προσπαθούσε να την καταπολεμήσει με τη γνωστή συνταγή της συνεχούς εξόδου από το σπίτι, κακά όμως τα ψέματα, όταν αργά το βράδυ επέστρεφε στο σπίτι, τα συναισθήματά του μετατρέπονταν σε καταθλιπτικά. Με την πάροδο του χρόνου και με την ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών του και των γιατρών που τον παρακολουθούσαν, κατόρθωσε να ορθοποδήσει και να ξεπεράσει κάπως το πρόβλημα αυτό.
    Περνώντας τα χρόνια, επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά η επιτυχία του πειράματος. Εκτός από τον Υπερίωνα, άλλοι δεκαπέντε εθελοντές είχαν εμβολιαστεί με το ελιξίριο της νεότητας, και όλοι έχαιραν άκρας υγείας και μακροζωίας. Ορισμένοι από αυτούς είχαν ήδη περάσει την ηλικία των εκατό ετών και πολύ σύντομα ερχόταν και η σειρά του  Υπερίωνα να γιορτάσει έναν ολόκληρο αιώνα ζωής.
    Την ημέρα των γενεθλίων του, τα παιδιά του, του έκαναν πάρτι. Το γιόρτασαν με όλη τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε η περίσταση. Σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Υπερίων έδειχνε πως χαιρόταν και απολάμβανε το γεγονός, κατά βάθος όμως δεν ένιωθε και πολύ ευτυχής. Η απουσία της γυναίκας του ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Βλέποντας και τον εβδομηντάχρονο γιο του, ο οποίος έμοιαζε μεγαλύτερος από εκείνον, ένιωσε την ψυχή του να μαυρίζει. Οι άλλοι γερνούσαν, κι ένας-ένας με τη σειρά θα άρχιζαν να φεύγουν, ενώ εκείνος θα έμενε πίσω να παρακολουθεί την πένθιμη ακολουθία και να θλίβεται.
    Όταν κάποια στιγμή πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος του με τον οποίον έπαιζαν μαζί σκάκι, του είχε πει ότι έπρεπε να ευχαριστεί το θεό για την τύχη του, εκείνος τον είχε κοιτάξει λοξά και του είχε απαντήσει: «Μα, τι λες τώρα, μωρέ Ντίνο; Για ποια τύχη μου μιλάς; Εσύ δηλαδή,  το θεωρείς τύχη, να μένεις ολομόναχος στη ζωή; Εξάλλου, ο θεός δεν μου έδωσε τίποτα. Εγώ το διάλεξα. Η επιλογή ήταν καθαρά δική μου και η επιτυχία της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην επιστήμη. Άφησε λοιπόν κατά μέρος το θεό και δες τα πράγματα ρεαλιστικά».
    Ένα χρόνο αργότερα, όταν πληροφορήθηκε ότι η καρδιά του γιου του τον είχε προδώσει ξαφνικά και απροειδοποίητα, τότε ένιωσε να λυγίζει. Προσπάθησε να φανεί δυνατός και να το προσπεράσει όσο πιο ανώδυνα μπορούσε, όχι τόσο για τον ίδιον, αλλά για την οικογένεια του εκλιπόντος, η οποία θα χρειαζόταν ηθική συμπαράσταση. Από εκεί και ύστερα, η ζωή του συνεχίστηκε στο ίδιο μελαγχολικό μοτίβο, χωρίς πάντως ο οργανισμός του να παρουσιάζει σημάδια κόπωσης ή γήρανσης. Η ακλόνητη υγεία του τον βοήθησε να παραμείνει ενεργός και δραστήριος, κι αυτό φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο στους άλλους. Άλλωστε, η οικογένεια είχε μεγαλώσει σημαντικά και χρειαζόταν βοήθεια. Εκείνος λοιπόν ήταν αυτός που έτρεχε για όλους. Τους βοηθούσε στα ψώνια και κρατούσε τα δισέγγονα, όταν οι γονείς τους ήταν αναγκασμένοι να ασχοληθούν με κάτι άλλο. Αρκετά συχνά, συμμετείχε μέχρι και σε χειρωνακτικές εργασίες. Η προσφορά του ήταν πολύτιμη και όλοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Υπήρχαν χίλιοι-δυο λόγοι που τον καθιστούσαν απαραίτητο συμπλήρωμα στην παρέα μικρών και μεγάλων.
    Στα εκατόν είκοσι χρόνια του, όλοι οι φίλοι του και οι γνωστοί του είχαν πλέον ΄΄ταξιδέψει’’. Την ίδια περίοδο, πέθανε η κόρη του και ένα από τα εγγόνια του. Αυτή τη φορά, το ψυχολογικό πλήγμα που δέχτηκε ήταν πολύ βαρύ. Το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί, το επέτεινε και η ειδοποίηση που είχε λάβει από το ασφαλιστικό του ταμείο ότι, στο εξής, η σύνταξή του μειωνόταν στα διακόσια ευρώ. Από εκεί και μετά, η μελαγχολία άρχισε να τον επισκέπτεται συχνότερα. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος που είχε πάρει μέρος σε εκείνο το πείραμα, φαντάστηκε όμως ότι υπήρχε τρόπος να διορθώσει αυτό το λάθος. Πάντως, δεν ήθελε να πληγώσει τους υπόλοιπους συγγενείς του και να φανεί ότι ήταν αυτόχειρας, γι’ αυτό αποφάσισε να εκμυστηρευτεί τις σκέψεις του στους επιστήμονες που τον παρακολουθούσαν.
    Μια ωραία πρωία λοιπόν, επισκέφτηκε το ερευνητικό κέντρο όπου γίνονταν τα σχετικά πειράματα, παραξενεύτηκε όμως όταν το είδε ερμητικά κλειστό. Η τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί για τις προγραμματισμένες εξετάσεις του, ήταν πριν από έξι μήνες και το μέρος εκείνο τότε έσφυζε από ζωή. Είχαν αλλάξει βέβαια κάποια πρόσωπα, λόγω θανάτου των παλαιότερων επιστημόνων, μαθαίνοντάς το όμως του είχε φανεί φυσιολογικό και του είχε δώσει σημασία. Τώρα, ξαναφέρνοντας στο νου του εκείνη την είδηση, ένιωσε να τρομοκρατείται. Τι σύμβαινε τελικά; Γιατί οι άνθρωποι που είχαν ανακαλύψει το ελιξίριο της μακροζωίας, οι ίδιοι απέφευγαν να το δοκιμάσουν; Τι ήταν αυτό που τους κρατούσε μακριά από το δώρο της υγιούς και μακροχρόνιας διαβίωσης, από αυτό που όλοι οι άνθρωποι επιθυμούσαν;
    Και τότε κατάλαβε. Για ποιο δώρο μιλούσε; Η μακροζωία δεν ήταν ευχή, αλλά κατάρα. Τι νόημα είχε να ζεις εσύ και να πεθαίνουν οι άλλοι; Ευτυχία ήταν να βλέπεις τους δικούς σου ανθρώπους να φεύγουν ένας-ένας; Η φυσιολογική εξέλιξη της ζωής ήταν ο θάνατος, όσο και αυτό ακουγόταν μακάβριο.
    Πλησίασε κοντά στην κεντρική είσοδο και διάβασε την ανακοίνωση που βρισκόταν τοιχοκολλημένη: ‘’Λόγω προβλημάτων χρηματοδότησης του ερευνητικού κέντρου, αλλά και λόγω της πίεσης των ασφαλιστικών ταμείων για σταμάτημα της χορήγησης εμβολίων, η διεύθυνση του ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΥΓΟΝΙΚΗΣ γνωστοποιεί στους εθελοντές του προγράμματος <<ΜΑΚΡΟΖΩΙΑ>> ότι αναστέλλονται οριστικά οι έρευνες και οι εξετάσεις.
    Έκανε μεταβολή και έσυρε με κόπο τα βήματά του προς την έξοδο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε εντελώς να καταρρέει ψυχολογικά. Ταυτόχρονα αισθάνθηκε και τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Η ζωντάνια και η ευεξία, που αισθανόταν όλα αυτά τα επιπλέον χρόνια, εξαφανίστηκαν μέσα σε ένα λεπτό. Έφτασε με κόπο μέχρι το δημόσιο δρόμο, παραδόξως όμως ένιωσε να απαλλάσσεται από κάθε στενοχώρια. Συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει η ώρα της λύτρωσης, κι αυτό είχε λειτουργήσει κατασταλτικά σε κάθε είδους αρνητικές σκέψεις και διαθέσεις. Η ιδέα ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος για τη συνέχιση μιας κατάστασης, η οποία μόνον προβλήματα του δημιουργούσε, τον απάλλαξε από τις ενοχές του και τον βοήθησε να πάρει την οριστική του απόφαση. Θα εγκατέλειπε τον κόσμο, αλλά σκέφτηκε ότι, ακόμα και τότε, θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος στην κοινωνία. Υπήρχε τρόπος και θα τον έβαζε σύντομα σε εφαρμογή.
    Οι εναπομείναντες συγγενείς του, όταν παρέλαβαν ό, τι είχε απομείνει από τη σωρό του για να το αποτεφρώσουν, έλαβαν μαζί και μια ευχαριστήρια επιστολή.

    ‘’Ευχαριστούμε θερμά για τη δωρεά του σώματος του εκλιπόντος στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου μας για ερευνητικούς σκοπούς και σας ευχόμαστε να ζήσετε και να τον θυμάστε’’.
                 ΕΚ ΤΗΣ ΠΡΥΤΑΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ




                               @@@@@@@@@@@@@@@@@@


Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ

10-6-2015. Είναι Σάββατο απόγευμα και κινούμαστε αργά στην οδό Στροφυλίου στην Κηφισιά, έναν δρόμο ήπιας κυκλοφορίας, στον οποίον ο ήλιος είναι κρυμμένος πίσω από τα φυλλώματα των τεράστιων δέντρων, και τα χαμηλά κτήρια, μόλις που διακρίνονται πίσω από τους πανύψηλους μαντρότοιχους των αυλών. Φτάνουμε στον προορισμό μας, κοντά στο βόρειο άκρο της οδού και στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο θέαμα που αντικρίζουμε. Το ''ησυχαστήριο'' των καθολικών καλογριών του ιδρύματος που δεξιώνεται τους νυν και πρώην εργαζομένους του, είναι ένα υπερπολυτελές μέγαρο, μέσα σε μια μεγάλη, λουλουδιασμένη αυλή.
Καταραμένη φτώχεια, πως τα καταφέρνεις και αγγίζεις μονάχα τους πιστούς του θεού, αλλά σχεδόν ποτέ τους εκπροσώπους του;

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Οι προφητείες αποτελούν μιαν εντέχνως ενορχηστρωμένη προσπάθεια διασποράς ψευδών ειδήσεων και προβλέψεων περί καταστροφών και άλλων δεινών που απειλούν τον άνθρωπο, με μοναδικό σκοπό την άγραν πελατών. Το πόσο αστήρικτες, ψευδείς και αφελείς είναι, το έχει αποδείξει επανειλλημένα η ιστορία, οι εκπρόσωποι όμως των θρησκειών εξακολουθούν να τις διαδίδουν, ελπίζοντας στην προσέλκυση περισσότερων πιστών. Η παταγώδης διάψευσή τους, ουδόλως έχει αποθαρρύνει τους ''θεόπνευστους'', ρασοφόρους, οι οποίοι συνεχίζουν να προφητεύουν τα μελλούμενα, βασιζόμενοι δήθεν στις αρχαίες γραφές. Οι σύγχρονοι ''άγιοι'', πιστοί στο πνεύμα των προγόνων τους περί προσηλυτισμού πιστών με κάθε τρόπο και μέσον, ενσπείρουν τον φόβο και τον τρόμο στο ποίμνιο, υποσχόμενοι παράλληλα την ουράνια σωτηρία, ευελπιστώντας στην αύξηση των εσόδων τους. Προφητεύουν την συντέλεια και την καταστροφή του κόσμου, ουδέποτε όμως προφήτευσαν τα θαυμαστά επιτεύγματα της ανθρώπινης διάνοιας και οι λόγοι ειναι προφανείς. Πρώτον, έπειδή δεν έχουν αποδεδειγμένα την ικανότητα της μαντείας και, δεύτερον, επειδή η κινδυνολογία πουλάει. Αφού λοιπόν τσαρλατάνοι υπάρχουν σε όλους τους χώρους, γιατί να μην υπάρχουν και στον χώρο της εκκλησίας; Η κοινωνία είναι γεμάτη κομπογιαννίτες, αστρολόγους, μάντεις, καφετζούδες και, οι επιχειρήσεις όλων αυτών των εμπόρων της ελπίδας, κάνουν χρυσές δουλειές. Είναι, βλέπετε, πολλοί οι συνάνθρωποί μας που αρέσκονται να ζουν με φαντασιώσεις, ψευδαισθήσεις,  χίμαιρες και φρούδες ελπίδες, κι αυτήν τους την επιθυμία την εκμεταλλεύνται διάφοροι επιτήδειοι και, φυσικά,  πάντοτε με το αζημίωτο. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι οι ''έμποροι'', αλλά οι πελάτες. Αν δεν υπήρχαν οι δεύτεροι, δεν θα υπήρχαν και οι πρώτοι.     

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

ΤΑ ΒΛΑΒΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ


    Συζητώντας με μια γειτόνισσα, η οποία μόλις είχε επιστρέψει από την εκκλησία, την άκουσα να λέει: «Έκανα και σήμερα το χρέος μου προς το Θεό και δεν θα με στενοχωρούσε αν πέθαινα, ακόμα και τώρα! Είμαι βέβαιη ότι ο Κύριος θα με ανταμείψει και θα με στείλει στον παράδεισο!»
    «Δηλαδή», της αντιγύρισα, «εγώ που δεν πήγα στην εκκλησία, θα πάω στην κόλαση;»
    «Εσύ, βρε κολασμένε», μου απάντησε, γελώντας, «θα πας σίγουρα στην κόλαση».
    «Μα πώς θα γίνει αυτό;» άρχισα να τη βάζω με τρόπο στο τρυπάκι της αμφισβήτησης. «Αφού, αν με θάψουν, το σώμα μου θα λιώσει, κι αν με αποτεφρώσουν, θα γίνω στάχτη».
    «Μα δεν θα΄πάει το σώμα σου εκεί. Η ψυχή σου θα πάει».
    «Και θα βασανίζεται και θα υποφέρει, εκεί πέρα, έτσι δεν είναι, έτσι δεν λένε οι ρασοφόροι;»
    «Ακριβώς», μου αντιγύρισε με τη σιγουριά που διακρίνει όλους τους θρησκόληπτους.
    «Μα, να σε ρωτήσω κάτι», επέμεινα εγώ. «Η ψυχή είναι υλική ή άϋλη;»
    «Τι ρωτάς, βρε; Άϋλη είναι».
    «Ε, τότε πώς θα βασανίζεται; Τα άϋλα πράγματα έχουν αισθήσεις, έχουν όργανα, νιώθουν πόνο, πείνα, κ.λ.π.;»
    «Ε, τώρα κι εσύ», έδειξε να ενοχλείται. «Τι πραγματα είναι αυτά που ρωτάς; Αφού έτσι γράφουν τα ιερά μας βιβλία».
    Εκεί πλέον δεν άντεξα και έγινα λίγο επιθετικός: «Τα βλαβερά σας βιβλία, μάλλον θέλεις να πεις. Τα βιβλία που εγραψαν κάποιοι αγράμματοι, που αγνοούσαν φυσική, χημεία, βιολογία και έγραφαν  μεταφυσικές απιθανότητες και ιστορίες βγαλμένες μέσα από τη νοσηρή τους φαντασία!»
    «Κάνεις λάθος», επέμεινε εκείνη. «Τα ιερά βιβλία τα έγραψαν άνθρωποι φωτισμένοι από το άγιο πνεύμα».
    «Έτσι σας λένε οι παπάδες; Και πώς γίνεται αυτό  το ‘’άγιο’’ πνεύμα, που λες, να αγνοεί και να παραγνωρίζει βασικές αρχές των φυσικών φαινομένων και λειτουργιών, τη στιγμή που είναι το ίδιο (εννοώ ο θεός), που τις δημιούργησε;»
    «Δεν ξέρω τι λες εσύ», μου είπε κάπως νευριασμένη, «αλλά εγώ πιστεύω στη μεταθανάτια ζωή».
    «Ωραία, λοιπόν», της είπα τελειώνοντας, γιατί δεν είχε νόημα η συνέχιση της συζήτησης με έναν άνθρωπο που φορούσε παρωπίδες, «σου εύχομαι να ζήσεις ζωή χαρισάμενη στο μνήμα που θα σε φυτέψουν. Έτσι δεν λέει και το άσμα που τραγουδάτε την ανάσταση;»
   

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Η ΧΗΡΑ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ


     Η Αρσινόη κόντευε τα πενήντα και ήταν χήρα από τα τριάντα της. Είχε χάσει τον άντρα της σε τροχαίο, αλλά δεν είχε ξαναπαντρευτεί. Οι λόγοι ήταν πολλοί, ο σπυδαιότερος όλων όμως ήταν ότι υπεραγαπούσε τον εκλιπόντα και δεν ήθελε να βάλει κάποιον άλλον στη θέση του. Εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία και δεν είχε προλάβει να κάνει παιδιά. Σχολούσε αργά το απόγευμα και επέστρεφε στο σπίτι της κουρασμένη, κάτι που την απέτρεπε και από το να βγαίνει έξω με φίλες. Σπάνια και, κυρίως, καμιά Κυριακή, επισκεπτόταν τους γονείς, τους συγγενείς και τη μοναδική της φίλη την Μελίντα, κι αυτό ήταν όλο. Έτσι, λίγο με τη δουλειά, λίγο με το νοικοκυριό, περνούσε ο καιρός, κι ούτε που κατάλαβε πότε πέρασαν τα χρόνια. Της έλειπε βέβαια η σεξουαλική ικανοποίηση, προτιμούσε όμως να την βρίσκει μόνη της, παρά να την αναζητά αλλού.
    Ένα βράδυ, ύστερα από την παρακολούθηση μιας πολύωρης, ερεθιστικής ταινίας στην τηλεόραση, έπεσε για ύπνο. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τα φλογερά φιλιά και οι αγκαλιές των πρωταγωνιστών, τριγυρνούσαν διαρκώς μέσα στο μυαλό της και της είχαν ανεβάσει τη λίμπιντο. Τελικά, κι εκείνο το βράδυ, πάλι με αυτοικανοποίηση θα την έβγαζε. Έβγαλε το νυχτικό της και άρχισε να χαιδεύεται σιγά-σιγά. Τη στιγμή που κόντευε να τελειώσει, άκουσε ένα θόρυβο. Τρόμαξε και σκεπάστηκε με το σεντόνι. Κάποιος είχε μπει μέσα στο σπίτι.  Πάγωσε ολόκληρη. Όλα τα περίμενε, αλλά και ότι θα έπεφτε θύμα διάρρηξης, δεν το είχε ποτέ φανταστεί.
    Ο άγνωστος εισβολέας ακουγόταν που έψαχνε στο σαλόνι και, κάποια στιγμή, μπήκε και στο υπνοδωμάτιο της Αρσινόης. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και δεν μπορούσε να δει ποιος βρισκόταν εκεί μέσα, όταν όμως τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, αντίκρισε μια γυναίκα να κοιμάται γυμνή στο κρεβάτι. Η Αρσινόη, αρχικά είχε σκεφτεί να ακολουθήσει την προτροπή της αστυνομίας και να παραστήσει την κοιμισμένη, όταν όμως θεώρησε ότι τέτοια ευκαιρία δεν θα της ξαναδινόταν, πέταξε από πάνω της το σεντόνι και περίμενε τον κλέφτη γυμνή.
    «Σιγά μην ακούσω αυτούς τους βλάκες και κάνω την κοιμισμένη», συλλογίστηκε. «Θα του την πέσω, κι ό, τι ήθελε ας γίνει».
    Έτσι κι έκανε. Μόλις κατάλαβε ότι ο άγνωστος άντρας είχε μπει μέσα, ανασαλεύτηκε, χασμουρήθηκε και ρώτησε με περισσή χάρη: «Ποιός είναι;»
    «Μην ανησυχείς», άκουσε μια βαθιά αντρική φωνή, να της λέει. «Ο Χαρίλαος είμαι και ήρθα να δω αν κοιμάσαι καλά»
    Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη και χάρισε στην Αρσινόη μία από τις ωραιότερες βραδιές της ζωής  της. Όταν τελείωσαν και ο Χαρίλαος αποχώρησε, εκείνη πήρε τηλέφωνο τη φίλη της την Μελίντα και της είπε: «Αν μπει διαρρήκτης στο απίτι σου και κάνεις αυτό που είπε η αστυνομία, να το ξέρεις ότι εσύ θα χάσεις. Αυτοί οι γελοίοι, όλο μαλακίες λένε».


Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

ΑΟΡΑΤΟΣ


 Διήγημα Ε.Φ. μεν, αλλά... διδακτικό!

   Ντύθηκε με τα καλύτερα ρούχα που διέθετε η γκαρνταρόμπα του, έβαλε και λίγη από την καλύτερη κολώνια του και, πηγαίνοντας προς την έξοδο του διαμερίσματός του, στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη του χολ, για να αυτοθαυμαστεί! Σε λίγο θα συναντούσε το ωραιότερο θηλυκό του πλανήτη, κι έπρεπε να είναι τέλειος.
    Το σοκ που υπέστη ήταν πολύ μεγάλο. Κάτι δεν πήγαινε καλά και λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Κούνησε το κεφάλι του, άπλωσε τα χέρια του μπροστά, αλλά το αποτέλεσμα παρέμεινε το ίδιο. Απέναντί του βρισκόταν ο καθρέφτης, το είδωλό του όμως δεν φαινόταν μέσα του! Η πόρτα και το τραπεζάκι πίσω του, αντικατοπτρίζονταν θαυμάσια μέσα στον καθρέφτη, ο ίδιος όμως παρέμενε άφαντος!
    Τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι ήταν ξύπνιος κι ότι δεν έβλεπε κάποιον εφιάλτη και αναρωτήθηκε με τρόμο, τι ακριβώς είχε συμβεί; Τι ήταν αυτό που εμπόδιζε το κάτοπτρο να τον εμφανίσει; Τι στο διάολο συνέβαινε; Αυτό ήταν από τα ανεξήγητα! Πανικοβλήθηκε, σάστισε και δεν ήξερε πως να αντιδράσει.
    Σκέφτηκε ότι μάλλον θα έχανε το ραντεβού με τη θεά και τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Θα έχανε την ευκαιρία να ζευγαρώσει με ένα υπέροχο πλάσμα, κι αυτό τον τρομοκράτησε περισσότερο και από το απίθανο φαινόμενο του καθρέφτη. Έμεινε κοκκαλωμένος στην ίδια θέση για πάνω από πέντε λεπτά, ελπίζοντας ότι το άφαντο είδωλό του θα εμφανιζόταν ξανά. Ματαιος κόπος. Η καλαίσθητη σιλουέτα του Ρέντιακ δεν θα παρουσιαζόταν ποτέ ξανά μπροστά σε καθρέφτη. Τέντωσε το χέρι του για να κοιτάξει την ώρα στο ρολόι του και πάγωσε ολόκληρος. Δεν  είχε χέρι. Κοίταξε κάτω και είδε με τρόμο ότι ούτε πόδια είχε. Ο πανικός παραχώρησε τη θέση του στο άγχος. Τελικά, συμπέρανε ότι το πρόβλημα δεν ήταν του καθρέφτη, αλλά του ίδιου του εαυτού του. Για κάποιο λόγο, είχε γίνει αόρατος!
    Ε, αυτό πια ξεπερνούσε τα όρια. Σιγά, σιγά, άρχισε να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Ο λόγος που είχε συμβεί αυτό το απίθανο γεγονός, είχε την εξήγησή του. Δεν ήταν λίγες οι φορές στο παρελθόν, που είχε ευχηθεί να γίνει αόρατος, για να αποφύγει κάποιες ανεπιθύμητες συναντήσεις με ορισμένους αντιπαθείς γειτονές του, ή για να περάσει πρώτος σε κάποια ουρά, χωρίς να γίνει αντιληπτός, ή για να ακολουθήσει κάποια γκόμενα, δεν φανταζόταν όμως ποτέ του ότι αυτό μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα, παρόλο που χρησιμοποιούσε μια τεχνική, που είχε διαβάσει στο διαδίκτυο. Να όμως που είχε συμβεί και το ερώτημα τώρα ήταν αν θα διορθωνόταν, αν θα επανερχόταν στην πρότερη φυσιολογική του κατάσταση.
    Λες να μείνω για πάντα αόρατος; Αναρωτήθηκε. Στην ιστοσελίδα που διάβασα το σχετικό σχόλιο, δεν είδα πουθενά να γράφει για αντίδοτο ή για επανεμφάνιση.
    Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και πήρε να πιει έναν χυμό. Κάθισε σε μια καρέκλα και, παραδόξως, το αρχικό ξάφνιασμά του και η υστερία που του είχε προκαλέσει η διαπίστωση ότι ήταν αόρατος, τον εγκατέλειψαν. Είδε το θέμα ρεαλιστικά και σκέφτηκε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που δεν θα επανερχόταν σε ορατότητα, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη  νέα αυτή ιδιότητά του προς όφελός του. Ένας καινούριος και ίσως συναρπαστικός κόσμος ανοιγόταν ξαφνικά και ανέλπιστα μπροστά του! Και τι δεν θα έκανε, τώρα που δεν θα τον έβλεπε κανείς. Ό, τι είχε στερηθεί στη ζωή του, ό, τι δεν είχε καταφέρει να το απολαύσει, λόγω οικονομικών δυσκολιών και άλλων εμποδίων, είχε έρθει η ώρα να το γευθεί και να το αποκτήσει. Βάζοντας στην άκρη κάθε ηθικό δισταγμό, ένιωσε έτοιμος να κάνει αμέσως πράξη τις σκέψεις του!
    Θα ξεκινούσε από το μαγαζί που βρισκόταν απέναντι, το ενεχυροδανειστήριο του πιο αντιπαθητικού ανθρώπου της περιοχής. Βγήκε από το σπίτι, κοίταξε ολόγυρα και, μη βλέποντας κόσμο στο κατάστημα του Ευδίκου, του ανθρώπου που έπινε το αίμα των απελπισμένων συνανθρώπων του, προχώρησε προς τα εκεί και περίμενε υπομονετικά. Θα έμπαινε μέσα, μόνον αν έμπαινε και κάποιος άλλος, αφού η πόρτα ασφαλείας άνοιγε μόνον από μέσα, και κατόπιν εντολής του καταστηματάρχη.
    Δεν περίμενε πολύ. Δυο λεπτά αργότερα, μια ηλικιωμένη γυναίκα χτύπησε το κουδούνι, μίλησε με τον Ευδίκο και, αμέσως μετά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα. Ο Ρέντιακ την ακολούθησε και μπήκε κι αυτός, λίγο πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα. Περίμενε να δει τι θα έκανε ο Ευδίκος και, μόλις αυτός πήρε τη γυναίκα παράμερα, για να του δείξει τα χρυσαφικά που ήθελε να εκτιμήσει, πέρασε πίσω από τον πάγκο, άνοιξε αθόρυβα το συρτάρι του ταμείου και γέμισε τις τσέπες του με χαρτονομίσματα. Το ξανάκλεισε, τραβήχτηκε στην άκρη, κοντά στην πόρτα και, όταν μετά από λίγο εκείνη ξανάνοιξε για να περάσει ένας καινούριος πελάτης, βγήκε έξω.
    Τρίβοντας τα αόρατα χέρια του από χαρά, ένιωσε μιαν απίστευτη ευφορία. Τελικά, η ιδιότητα του αόρατου, θα τον έκανε τον πιο τυχερό, τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Η αμέσως επόμενη ενέργειά του ήταν να πάει στον κινηματογράφο. Στο ΣΙΝΕΑΝΤΖΕΛΙ παιζόταν η αγαπημένη του ταινία και δεν ήθελε να τη χάσει. Η είσοδός του εκεί αυτή τη φορά ήταν πανεύκολη. Μπήκε μέσα στη σκοτεινή αίθουσα και κάθισε σε μια θέση στα πίσω-πίσω καθίσματα. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε ότι οι θεατές ήταν σχετικά λίγοι. Κάθισε αναπαυτικά, απόλαυσε την προβολή της ταινίας και, όταν τελείωσε βγήκε γρήγορα και πρώτος-πρώτος από την αίθουσα.
    Επόμενη ενέργειά του θα ήταν η κατάθεση των χρημάτων που είχε κλέψει. Εκεί κοντά βρισκόταν και η τράπεζά του και, αν και ήταν πια βράδυ, δεν θα είχε πρόβλημα, αφού θα τα κατέθετε μέσω του ΑΤΜ. Έφτασε στο φανάρι απέναντι από τη γωνία της τράπεζας και περίμενε να ανάψει πράσινο για να περάσει τη λεωφόρο. Εκείνη την ώρα η κίνηση ήταν πολύ περιορισμένη, αλλά δεν διακινδύνευε να διασχίσει κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Όταν άναψε πράσινο, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, κρατώντας ανάμεσα στα χέρια του τα χρήματα, και άρχισε να περπατάει, πετώντας σχεδόν από τη χαρά του, που θα κατέθετε ένα τόσο μεγάλο ποσόν στο λογαριασμό του. Τα είχε μετρήσει, κατά τη διάρκεια του διαλείμματος της προβολής. Σαράντα οκτώ χιλιάδες ευρώ, δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο ποσόν.
    Τον χαρακτηριστικό γδούπο από αυτοκίνητο που χτυπάει άνθρωπο, τον άκουσε ο μοναδικός διαβάτης που περπατούσε στο διπλανό πεζοδρόμιο. Εκείνος τότε  γύρισε και αντίκρισε, με μεγάλη του έκπληξη, δεκάδες χαρτονομίσματα να σκορπίζονται μπροστά από το παρμπρίζ του ημιφορτηγού, ο ασυνείδητος οδηγός του οποίου, μόλις είχε παραβιάσει τον ερυθρό σηματοδότη!


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Ο ΠΑΝΙΒΛΑΚΑΣ ΚΑΙ Ο ''ΠΑΝΣΟΦΟΣ''


    ‘’Έχω μια απορία, Τιμόθεε! Γιατί, κάθε φορά που κερδίζεις στο παιχνίδι, σηκώνεις τα χέρια σου ψηλά και κοιτάζεις στον ουρανό;’’
    ‘’Μα, για να ευχαριστήσω το θεό!’’
    ‘’Α, μάλιστα. Πιστεύεις δηλαδή ότι, χωρίς τη βοήθειά του, δεν θα τα κατάφερνες;’’
    ‘’Ε, εντάξει. Σίγουρα έχω τις ικανότητες από τη φύση μου, για να κερδίζω τους αντιπάλους μου αλλά, και μια μικρή υποστήριξη από τον Πανάγαθο, την χρειάζομαι!’’
    ‘’Θεωρείς, δηλαδή, ότι το αόρατο αυτό ον, το οποίο επικαλείσαι, παρακολουθεί ό, τι κάνεις και συμμετέχει στις ενέργειές σου’’.
    ‘’Ασφαλώς! Γιατί, αμφιβάλλεις;’’
    ‘’Η αλήθεια είναι ότι διατηρώ μια μικρή αμφιβολία. Αυτό το υπέρτατο ον, λοιπόν, που αναφέρεις, στέκεται κάπου εκεί ψηλά και, μιας και δεν έχει τι άλλο να κάνει, παρακολουθεί τον πιστό φίλο του Τιμόθεο και τον βοηθά να ανταπεξέρχεται επιτυχώς με ό, τι αυτός καταπιάνεται. Και δεν μου λες κάτι; Τα υπόλοιπα επτά δισεκατομμύρια των ανθρώπων που κατοικούν στον πλανήτη, τα αγνοεί; Για τα χιλιάδες παιδάκια, που πεθαίνουν από την πείνα στην Αφρική και για τα εκατοντάδες άλλα που σκοτώνονται από τις βόμβες στη Συρία, δεν δίνει δεκάρα; Δηλαδή, ούτε λίγο, ούτε πολύ, αδιαφορεί για όλους τους άλλους και ασχολείται μόνο μαζί σου; Αν νομίζεις ότι είναι έτσι, τότε μάλλον κάποιο από τα τρία αυτά πράγματα πρέπει να συμβαίνει! Ή ο θεός δεν είναι Πάνσοφος και Πανάγαθος, ή εσύ είσαι πανηλίθιος ή, απλώς, αυτός ο τύπος δεν υπάρχει! Διάλεξε και πάρε!