Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

Απόσπασμα από το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημά μου.



    Τράβηξε το βλέμμα του από τους άλλους και το έριξε πάνω στον δολοφονημένο. Του έκανε μεγάλη εντύπωση το ντύσιμό του. Το θύμα ήταν ντυμένο λες και θα πήγαινε για γαμπρός. Κοστούμι μπλε, πουκάμισο λευκό, κόκκινη γραβάτα με πλάγιες, λευκές ρίγες και ακριβό δερμάτινο μπουφάν, αποτελούσαν το ντύσιμό του κακότυχου εκείνου νέου. Αναρωτήθηκε, τι θα μπορούσε εκείνος ο καλοβαλμένος νέος, να ζητάει νυχτιάτικα σ’ εκείνο το απόμερο μέρος; Ήταν άραγε σημείο ραντεβού; Για να είναι ντυμένος τόσο κομψά, μάλλον για συνάντηση με γυναίκα θα επρόκειτο.
    Την συνάντησε όμως άραγε, ή δεν πρόλαβε να το κάνει; Αναρωτήθηκε.
    Τη στιγμή που σκεφτόταν όλα αυτά, ο ιατροδικαστής άπλωσε το χέρι του και του έδωσε ένα πορτοφόλι, ένα μπρελόκ με κλειδιά σπιτιού και ένα κλειδί αυτοκινήτου. «Αυτά είναι όλα όσα βρήκα μέσα στις τσέπες του», του εξήγησε.
    Ο Μπαρόζης τα πήρε στα χέρια του και άνοιξε πρώτα το πορτοφόλι. Τρεις πιστωτικές κάρτες, διακόσια πενήντα ευρώ σε μετρητά, δυο οικογενειακές φωτογραφίες, μια ταυτότητα και μια άδεια οδήγησης αυτοκινήτου ήταν τα ευρήματα του πορτοφολιού. Χάρηκε που δεν θα έψαχναν πολύ για να ανακαλύψουν τα στοιχεία του θύματος, απογοητεύτηκε όμως που η αρχική υποψία του για το κίνητρο του δράστη καταρρίφθηκε.
    Τον παραξένεψε πάντως το γεγονός  ότι δεν βρήκαν επάνω του κινητό. Ή δεν θα είχε, ή πιθανόν να είχε, αλλά του το είχε πάρει ο δράστης. Ο Μπαρόζης εξιχνίαζε τις υποθέσεις του, λειτουργώντας πάντοτε δια της εις άτοπον απαγωγής. Άρχιζε, αφαιρώντας τα κίνητρα που αποδεδειγμένα δεν ίσχυαν και στο τέλος κατέληγε σε ένα ή σε δύο το πολύ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κίνητρο της ληστείας είχε ήδη αποκλειστεί. Όχι ότι, αν ίσχυε η εκδοχή της ληστείας, θα έβρισκαν εύκολα το δράστη, αλλά τουλάχιστον θα γνώριζαν τι και για ποιο λόγο είχε συμβεί. Τώρα, αν δεν έβρισκαν άλλα στοιχεία, θα βάδιζαν εντελώς μέσα στο μαύρο σκοτάδι.
    Έβγαλε έξω την ταυτότητα και διάβασε τα στοιχεία του. Ονομαζόταν Κώστας Μπούας, πιθανότατα  άγαμος και μόλις είκοσι εννέα ετών.
    Την ξανάβαλε στη θέση της και κοίταξε το κλειδί του αυτοκινήτου. Ήταν ενσωματωμένο επάνω σε ένα μικρό τηλεκοντρόλ και, η φίρμα της VW στο πλάι του, δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία για το τι αυτοκίνητο ήταν. Έριξε τη ματιά του προς την πλευρά του δρόμου, ερευνώντας για τον εντοπισμό αυτοκινήτου παρόμοιας μάρκας. Διέκρινε δύο αυτοκίνητα αυτής της μάρκας, ένα GOLF κι ένα PASSAT. Ένα απλό πάτημα του πλήκτρου UNLOCK, του φανέρωσε ποιο από τα δύο ήταν το αυτοκίνητο του θύματος. Τα φλας του GOLF αναβόσβησαν δυο φορές ενώ  ακούστηκε καθαρά και ο χαρακτηριστικός ήχος της απασφάλισης των κλειδαριών.
     

Τετάρτη, 8 Φεβρουαρίου 2017

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο επίλογος ενός διηγήματος Ε.Φ, εμπνευσμένου από το ομώνυμο τραγούδι των BLACK SABBATH, ενός συγκροτήματος που σημάδεψε τα νιάτα μας και έβαλε πρόσφατα τίτλους τέλους, ύστερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια μουσικής πορείας!




   Τα παιδιά ανέμιζαν χαρούμενα τα σύμβολα της πατρίδας τους, οι περισσότεροι όμως από τους μεγάλους, δεν έδειχναν να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό τους. Τι χαρά και τι ενθουσιασμό μπορούσαν να δείξουν οι ταλαίπωροι πολίτες, τη στιγμή που στα χίλια προβλήματά τους, ερχόταν τώρα να προστεθεί κι εκείνο του πολέμου; Ποιος μπορούσε να φανταστεί τα δεινά που τους περίμεναν; Άραγε, πόσα  από τα παιδιά τους θα άφηναν για πολλοστή φορά την τελευταία τους πνοή στο μέτωπο;
    Στέκονταν όρθιοι, σκυθρωποί και ζαβλακωμένοι και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον, κυριευμένοι από το φόβο των σπιούνων που συνήθιζαν να χώνονται ανάμεσά τους. Περίμεναν υπομονετικά την εμφάνιση του δικτάτορα, ελπίζοντας σε μια σύντομη λήξη της φαρισαϊκής εμφάνισής του. Όταν τελικά εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά τους, άρχισαν όλοι να τον χειροκροτούν με προσποιητό ενθουσιασμό, χωρίς να παραλείπουν βέβαια να τον βρίζουν από μέσα τους. Ο Λαμασών χαιρετούσε το πλήθος που τον επευφημούσε, στρεφόταν κι έκανε το ίδιο και στις τηλεοπτικές κάμερες και κάποτε αποφάσισε να αρχίσει.
    Καθάρισε τη φωνή του, έφτιαξε το μικρόφωνο και, πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ένας πρωτόγνωρος, δυνατός ήχος ξεχύθηκε σαν χείμαρρος από τα ηχεία. Το ξάφνιασμα ήταν ισχυρό για όλους, περισσότερο όμως για τον κεραυνοβολημένο δικτάτορα. Το τραγούδι που ακουγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας, η μουσική  που  έφτανε στα αυτιά και του τελευταίου πολίτη, ήταν απαγορευμένη. Το μουσικό κομμάτι, το οποίο οι περισσότεροι άκουγαν για πρώτη φορά, ηχούσε ευχάριστα στα αυτιά τους. Ύστερα μάλιστα από το πρώτο ξάφνιασμα, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αφυπνίστηκαν και άρχισαν κουνιούνται δειλά-δειλά στο ρυθμό του.
    Ο Λαμασών ούρλιαζε, απειλώντας θεούς και δαίμονες. Φώναζε στους ακολούθους του να κλείσουν τα μεγάφωνα, να σταματήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τη συνέχιση εκείνης της οδυνηρής για τ’ αυτιά του μουσικής, που το άκουσμά της τον οδηγούσε στα όρια της παραφροσύνης, κανείς τους όμως δε φαινόταν πως είχε τη δυνατότητα να το κάνει.   Το τραγούδι συνεχιζόταν με την ίδια αμείωτη ένταση και οι αντιπολεμικοί στίχοι του γέμισαν με αισιοδοξία τις ψυχές των πολιτών.
    Κι ενώ ο OZZY OSBOURNE των BLACK SABBATH τραγουδούσε το WAR PIGS, εκατοντάδες χιλιάδες ευτυχισμένοι άνθρωποι, αγνοώντας το ανθρωπάκι που χτυπιόταν σαν δαιμονισμένο επάνω στην εξέδρα, λικνίζονταν αγκαλιασμένοι.


                                               @ @ @ @ @ @ @ @



Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

''Έτσι, θέλω να πιστεύω'', ολοκλήρωσε την ομιλία του ο Γιαν Ρασπίντε, ''ότι με τον δημοκρατικό αυτόν τρόπο, θα διακυβερνηθεί δικαιότερα και σωστότερα το καινούριο μας, ενωμένο κράτος. Το κράτος αυτό, που νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ, για να του βρούμε κάποιο νέο όνομα. Υπάρχει άραγε άλλο, πιο ωραίο όνομα από αυτό που ήδη έχει; ΓΗ!''


Ο επίλογος του βιβλίου μου ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, που γράφτηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν!

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημά μου.

    Μπαίνοντας μέσα, αισθάνθηκε κάτι σαν δέος. Αγωνιώντας για τη συνέχεια, έκλεισε πίσω του την πόρτα και άρχισε να ψάχνει ψηλαφιστά για κάποιο ηλεκτρικό διακόπτη. Όταν τον βρήκε και τον πίεσε, ο χώρος φωτίστηκε ασθενικά από ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό που κρεμόταν από την οροφή. Η εικόνα που παρουσιάστηκε μπροστά του, δεν τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Είδε πως βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο με λιτή επίπλωση. Εκτός από τέσσερα ξύλινα  καθίσματα που βρίσκονταν τοποθετημένα στη σειρά, ακριβώς στο κέντρο του χώρου πίσω από ένα τραπεζάκι, και ένα σύνθετο έπιπλο στον απέναντι τοίχο, άλλο έπιπλο δεν υπήρχε. Εκείνο πάντως που τον εντυπωσίασε, δεν ήταν το στερεοφωνικό μηχάνημα  που αναπαυόταν επάνω στο σύνθετο, αλλά η έλλειψη βρωμιάς. Ολόκληρη η αίθουσα άστραφτε από καθαριότητα και μια ευχάριστη μυρωδιά είχε πλημμυρίσει το χώρο.
    Ικανοποιημένος που οι υποψίες του είχαν αρχίσει να επαληθεύονται, πλησίασε κοντά στο στερεοφωνικό μηχάνημα και στάθηκε μπροστά του. Καθώς άπλωνε το χέρι του για να το θέσει σε λειτουργία, ένιωσε παράξενα. Σχεδόν έτρεμε τη στιγμή που πατούσε το πλήκτρο ΟΝ.
    Ο δυνατός, μπάσος ήχος που ξεχύθηκε ξαφνικά από τα ηχεία, τον κατατρόμαξε. Το πρωτόγνωρο άκουσμα τον ξάφνιασε, αλλά και τον παραξένεψε. Πρώτη φορά στη ζωή του άκουγε ένα μουσικό κομμάτι, στο οποίο ο ξέφρενος ρυθμός των ντραμς συνδυαζόταν τόσο άψογα με τον κρυστάλλινο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Ένιωσε να εκστασιάζεται. Άνοιξε διάπλατα τα αυτιά του και ρουφούσε με απληστία τις μελωδικές νότες και τους μεστούς στίχους ενός τραγουδιού, που το άκουσμά του τον γέμισε με ευχάριστα συναισθήματα και του έφτιαξε τη διάθεση. Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ακρόασή του, με τη συμμετοχή και του τελευταίου κύτταρου του κορμιού του. Αυτό δεν ήταν τραγούδι, ήταν μια ανεπανάληπτη μουσική πανδαισία. Συνειδητοποίησε ότι, η απαγορευμένη μουσική που συνέχιζε να εκπέμπεται σε καταιγιστικούς ρυθμούς από τα μεγάφωνα, του άρεσε υπερβολικά. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονταν οι πολέμιοί της, διέθετε ρυθμό, χρώμα, μελωδία, συναίσθημα …και στίχους. Συγκρινόμενη με τη μπραίηντ, μόνο στο ρυθμό έμοιαζε κάπως. Μπροστά στη ροκ, η ανιαρή και μονότονη μουσική της εποχής του, έμοιαζε με φτωχό συγγενή. Έδειξε λίγη μεγαλύτερη προσοχή στα λόγια του τραγουδιού και τότε κατάλαβε για ποιο λόγο ο Λαμασών την είχε απαγορεύσει. Ο τραγουδιστής με την ιδιόρρυθμη φωνή, εκλιπαρούσε για βοήθεια. Αναζητούσε τη χαρά της ζωής του και ο Φίγκινς σχεδόν ταυτίστηκε μαζί του.
    Φοβήθηκε πως τελικά είχε αρρωστήσει. Είχε εισχωρήσει στον απαγορευμένο κόσμο της ροκ, κι αισθανόταν ότι δύσκολα θα κατάφερνε να ξαναβγεί. Αναλογίσθηκε τις συνέπειες και τρομοκρατήθηκε. Ο νόμος του δικτάτορα Λαμασών ήταν σαφής και αδυσώπητα σκληρός. Η κατοχή δίσκων μουσικής ροκ, κυρίως όμως η αναπαραγωγή και η ακρόαση αυτού του μουσικού είδους, απαγορευόταν αυστηρά, με ποινή που μπορούσε να φτάσει μέχρι και τα σαράντα χρόνια στα κάτεργα.
    Ένιωσε μια ανατριχίλα να του διαπερνάει τη ραχοκοκαλιά, η ευχαρίστηση όμως που του προκαλούσε το εξαίσιο εκείνο άκουσμα, του απαγόρευσε να πανικοβληθεί, διώχνοντας μακριά και την αρχική του εντύπωση ότι είχε αρρωστήσει. Γνωρίζοντας ότι η εμφάνιση κάποιας ασθένειας συνοδεύεται κατά κανόνα από μια σειρά δυσάρεστων συμπτωμάτων, κατάλαβε ότι αποκλειόταν να είχε νοσήσει. Εκείνος αισθανόταν θαυμάσια. Δεν ένιωθε κακοδιαθεσία, ούτε πόνο, ούτε είχε πυρετό. Αντιθέτως, ένιωθε τόσο καλά, όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν.
    Δεν είμαι άρρωστος, σκέφτηκε περιχαρής. Νιώθω καλύτερα από ποτέ. Η ροκ δεν είναι ασθένεια, είναι φάρμακο. Γέλασε στη σκέψη ότι είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα από την ακρόαση ενός και μόνο τραγουδιού.
    Καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, ένιωσε δίπλα του την παρουσία κάποιου. Παραδόξως δεν πανικοβλήθηκε, ούτε γύρισε να κοιτάξει για να δει ποιος ήταν. Είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ν’ απολαμβάνει τη μουσική που νόμιζε ότι  απεχθανόταν και ήξερε με βεβαιότητα πια ότι, ο δρόμος που είχε οριστικά και αμετάκλητα διαλέξει, ήταν χωρίς επιστροφή.
        «Το τραγούδι που ακούς», άκουσε τον Χάπινς να του φωνάζει, προσπαθώντας να καλύψει τα ντεσιμπέλ των ηχείων, «είναι το PARANOID των BLACK SABBATH».
   

Τρίτη, 3 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΑΠΟ ΜΕΣΑ

Ένα εξαιρετικό κείμενο του φίλου Αλέκου Φωτόπουλου, που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.


Και ο Γεννάδιος μέσα ήταν , και με 300 000 καλογήρους γύρω από την πόλη και βοηθούσαν τους Οθωμανούς, με τρόφιμα και νερό μαζί με τα αδέρφια τους Εβραίους, και άλλες 200 000 στην υπόλοιπη Ελλάδα που ρουφιάνευαν- κατέδιδαν τους Εθνικούς για να ,τους σκοτώνουν οι Ρωμαίοι μαζί με το παπαδαριό . και να καρπώνονται φίφτι-φίφτι τις περιουσίες τους .Και να πλουτίζουν,το παπαδαριό, και οι εκάστοτε αυτοκράτορες.
Μας πρόδωσαν οι άνθρωποι του Πέραν.Είπε ο ίδιος ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Οι καλόγεροι μαζί με τους αδερφούς τους Εβραίους .που ήταν οι τροφοδότες του Μωάμεθ σε τρόφιμα, για τον στρατό του, αλλά και της πολιορκημένης πόλης. Με εντολή του Γεννάδιου , να αφήσουν ανοιχτή την κερκόπορτα. Αφού πρωτίστως είχε συμφωνήσει την συγκυβέρνηση της Ελλάδος μαζί με τον Μωάμεθ..Και όπως και αποδείχτηκε στην συνέχεια.
¨Όσο για το κρυφό σχολειό ψεύδονται ασυστόλως, κι εσείς τα χριστιανομπέεε. το χαβετε σαν χάπι, Και κείνοι καμαρώνουν σαν διάνοι για σας τα τούβλα που το αποδέχεστε.. 
Κατήχηση υπέρ των Εβραίων έκαναν, και όχι πως τους μάθαιναν γράμματα και την Ελληνική παιδεία. Αφού οι ίδιοι έκαιγαν ότι οτιδήποτε γραφτό Ελληνικό... 
Ξεχάσατε τι έλεγε ο Ανθέλληνας Κοσμάς ο Αιτωλός και άλλα βρωμερά τέτοια .Ότι μίλησε με τον χριστό και του είπε ο άλλος Εβραίος ο νεκραναστημένος τάχα . Ότι δεν είσαστε Έλληνες αλλά χριστιανοί. . Επομένως είστε διπρόσωποι ρουφιάνοι και προδότες, που το παίζετε και Έλληνες και εβραιοχριστιανοί... καμαρώστε τα παρακάτω,,Για την Ελληνικότητά σας σαν χριστιανοί..
1)Γεννάδιος Σχολάριος 1454: Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην!... πατριάρχης Κωνλ/ως
2) "Τους ασεβείς και καταραμένους αυτούς Ελληνιστές, και με φωτιά και με ξίφος και με πνιγμό και με κάθε τρόπο θανατώστε τους. Μαστιγώστε , φυλακίστε, κόψτε τους τη γλώσσα, ύστερα το χέρι και αν επιμένουν, τότε στείλτε τους στο βυθό της θάλασσας. Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην " 
Γεννάδιος Σχολάριος, Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης 1456
3) οι αυθεντικοί Ελληνες έτσι μιλούσαν και τότε.=> ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ: (Έλληνας Φιλόσοφος) ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!! ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΤΟΝ ΕΒΡΑΙΟ ΙΗΣΟΥ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
4) Ο Κελσος ΈΛΛΗΝ φιλοσοφος, είχε πει: και το γράφει χαρακτηριστικά στο, ‘’ Ο Αληθής λόγος’’ γραμμένος το 167 μχ ‘’ ότι ο Χριστιανισμός απευθύνεται σε ηλίθιους και αμόρφωτους’’.
5)Ακόμα και οι Ξένοι αλλογενείς τιμούν τον ΈΛΛΗΝΑ, και την Ελλάδα ..και μόνον οι Εβραίοι με την προβιά του ελληνοχριστιανισμού δεν το κάνουν , Γιατί οι χριστιανοι είναι εβραίοι.=>... « Όποιος σκέπτεται σήμερα!.. Σκέπτεται ελληνικά!..,
Έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.» Αφου το 60/70% της γλώσσας του που χρησιμοποιεί: είναι Ελληνικές λέξεις
Jacqueline de Romilly. ‘’συνδιάσκεψη Ε.Ε 2010..

6)Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα
Η Δύση είναι που χρωστάει στην Ελλάδα.
Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η τραγωδία... 
Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε, χρωστά τα πάντα στην Ελλάδα.
Ποιός ανακάλυψε τη Λογική; Ο Αριστοτέλης!
Όλος ο κόσμος χρωστά χρήματα στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει χιλιάδες εκατομμύρια για πνευματικά δικαιώματα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Αμέσως!
Jean-Luc Godard _ Εθρωπαϊκή διάσκεψη 2010
7)"Δεν υπάρχει λαός εις τον κόσμο ο οποίος να έχει προσφέρει τόσα εις την ανθρωπότητα όσα ο ελληνικός, και έχει καταπολεμηθεί τόσο πολύ από τόσο πολλούς λαούς, οι οποίοι δεν προσέφεραν τίποτα εις αυτήν"
F. Nizsche 
8)Με το χριστιανικό Βυζάντιο πέθανε ο μεγαλύτερος Παγκόσμιος Πολιτισμός του κόσμου, αυτός που είδε πρώτος το φως του ήλιου στην γή, αυτός που εκπολίτησε όλους τους λαούς της οικουμένης. 
Πέθανε ο Μέγας Φωτοδότης Ελληνικός πολιτισμός και οι Έλληνες δημιουργοί του, με μία τραγική φωνή, πνιγμένη στο αίμα της ανθρώπινης αχαριστίας και μιαρής αδικίας. 
Έτσι απάνθρωπα έσβησε ο Μέγας Φωτοδότης Ελληνικός Λόγος. Και στη συνέχεια λέει ο Γερμανός φιλόσοφος Νιέτσε : «Δεν αποκάμνω να αναπολώ αυτούς τους (Έλληνες) στοχαστές που κάθε ένας τους είχε μια ασύλληπτη ιδιαιτερότητα ...; και φαίνεται πως οι Έλληνες στα κατοπινά χρόνια λησμόνησαν το καλλίτερο μέρος της πνευματικής τους πορείας. Και ποιος λαός θα μπορούσε να ισχυρισθή ότι το ξαναβρήκε; Μετά από 1 500 χρόνια σκότους. Όπως και να ναι νομίζω πως όλα αυτά τελειώνουν με μία κραυγή : Πόσο ωραίοι υπήρξαν!».
F. Nizsche
9)Κι εσείς Προδότες Ιουδαιοεβραιοελληνοχριστιανοί; Τι θα απαντήσετε στον Γάλλο μαθηματικό, Ερρίκος Μαν, και στους Ελληνιστές όλου του κόσμου που λένε ανάλογα μ' αυτόν πράγματα, που το 1990 στο Παρίσι είπε: «Τω αναγνώστη τω φιλέλληνι χαίρειν. Φιλεπιστήμων μεν φύσει ο άνθρωπος και αείποτε και πανταχού, ομολογείται δε ως πηγή των μαθημάτων τα των παλαιών Ελλήνων ευρήματα. Διδάσκαλος μεν εγένετο ο Αριστοτέλης του συλλογίζεσθαι, και τοις Ρωμαϊκής και τοις Άραψιν. Ελληνίζει δε και νυν η επιστήμη άχρι των της ανατολής μεθορίων. Αδύνατον γαρ πεπαιδευμένω τινι βαρβάρω το τεχνιτεύειν, άνευ τριακοσίων των της Ελλάδος λέξεων»
10) Κι εσείς Προδότες Ιουδαιοεβραιοελληνοχριστιανοί; Τι θα απαντήσετε στον Χουάν Χοσέ Πουχάνα Άρθα, που το 1997 στο Μπιλμπάο της Ισπανίας είπε: «... Η γλώσσα εστί η πατρίς μου, Ελλάς γαρ αληθώς, ημάς τους δυτικούς, βαρβάρων ημών όντων, πεπολιτισμένους πεποίηκε...»;
Και άλλες τόσες μυριάδες χιλιάδες και εκατομμύρια σε όλον τον πλανήτη, που ομολογούν τις ευχαριστίες τους για την Ελλάδα και τους Έλληνες . Και μόνο εσείς είστε τα αχάριστα όντα αυτου του πλανήτη,, και οι πατρώνοι σας Εβραίοι.. 

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ

    «Μήπως έμαθες τι έχει σήμερα το μενού;»
    Ο Αγαθοκλής γύρισε και κοίταξε τη συμβία του με δολοφονικό βλέμμα. Δεν του έφτανε η εξαθλίωση της ζωής του, η υποβάθμιση της προσωπικότητάς του και το χάσιμο της αξιοπρέπειάς του, έπρεπε να ανέχεται και τις ηλίθιες ερωτήσεις της Σαμάνθας. \
    «Αστακομακαρονάδα», της απάντησε σκωπτικά, κοιτάζοντάς την με μισόκλειστα μάτια. «Τι ρωτάς, κορίτσι μου; Ξέρεις να έχει αλλάξει κάτι στο συσσίτιό μας, εδώ και δυο εβδομάδες;»
    «Όχι, αλλά το ρώτησα, επειδή έχει μειωθεί ο αριθμός των τροφίμων του ιδρύματος, και έλπισα μήπως βελτιώσουν λίγο το φαγητό που μας σερβίρουν».
    Το ύφος του Αγαθοκλή άλλαξε μονομιάς. Η σκέψη της συζύγου του τον προβλημάτισε. Η αλήθεια ήταν ότι αυτό, εκείνος δεν το είχε σκεφτεί. Όταν έγιναν δεκτοί στο ίδρυμα, έξι ολόκληρους μήνες πριν, ο αριθμός των τροφίμων άγγιζε τους πεντακόσιους και τώρα δεν ξεπερνούσε τους τετρακόσιους. Τι πιο λογικό λοιπόν, με τόσο λιγότερα στόματα να ταίσουν, να φροντίσουν να αναβαθμίσουν λίγο το μενού;
    «Σε αυτό δεν έχεις άδικο», αναγκάστηκε να συμφωνήσει μαζί της. «Λίγο καλύτερο φαγητό, θα μπορούσαν να μας το προσφέρουν. Μας έχουν ταράξει στο λαπά».
    Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε έξω από το δωμάτιο. «Έλα, πάμε στην τραπεζαρία. Μπορεί σήμερα να μας έχουν φτιάξει παστίτσιο ή μουσακά».
    Η Σαμάνθα χαμογέλασε πικραμένα και τον ακολούθησε με κουρασμένα βήματα. Τον τελευταίο καιρό, ένιωθε πολύ κουρασμένη. Αν και δεν έκανε κάτι κουραστικό, εντούτοις ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Αυτό δεν το είχε αποκαλύψει στον Αγαθοκλή, κάποτε όμως έπρεπε να του το πει. Ίσως χρειαζόταν να πάρει κάποιο φάρμακο, για την τόνωση του οργανισμού της. Ίσως έπασχε από κάτι, και δεν το γνώριζε. Μόλις μια εβδομάδα πριν, η φίλη της Αριστέα είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια και η αιτία του θανάτου της, όπως είχε ανακοινώσει η διεύθυνση του ιδρύματος, ήταν έμφραγμα του μυοκαρδίου, κάτι που την είχε παραξενέψει, αφού γνώριζε ότι η Αριστέα δεν είχε πρόβλημα καρδιάς.
    Στο διάδρομο συνάντησαν τον Κυριάκο. Όλοι οι τρόφιμοι κατευθύνονταν στην τραπεζαρία, κι εκείνος βάδιζε αντίθετα. «Πού πας, ρε Κυριάκο;» τον ρώτησε ο Αγαθοκλής, πιάνοντάς τον από το μπράτσο. «Δεν θα φας;»
    Ο Κυριάκος γύρισε και τον κοίταξε με αδιαφορία. «Με έχεις δει πολλές φορές να τρώω, εδώ μέσα;» τον ρώτησε παγερά.
    Ο Αγαθοκλής δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Η αλήθεια ήταν ότι αυτό, που μόλις είχε ακούσει, δεν το είχε προσέξει ιδιαίτερα, Μέσα σε τόσο κόσμο που μαζευόταν στην τραπεζαρία, κάτι τέτοιο του είχε διαφύγει.
    «Σοβαρά μιλάς τώρα;» περιορίστηκε να απαντήσει. «Και πού τρως;»
    «Έξω. Παίρνω κανένα σάντουιτς, καμιά τυρόπιτα, οτιδήποτε τέλος πάντων, που δεν παρασκευάζεται εδώ μέσα».
    «Και δεν πεινάς;»
    Ο Κυριάκος τους τράβηξε στο πλάι και άρχισε να τους λέει χαμηλόφωνα: «Μα καλά, δεν έχετε καταλάβει τίποτα;» τους ρώτησε. «Δεν σας έχει κινήσει την περιέργεια, δεν σας έχει προβληματίσει η συνεχιζόμενη μείωση του πληθυσμού; Το 2090 ο πλανήτης αριθμούσε 13.800.000.000 κατοίκους και σήμερα, πέντε μόλις χρόνια μετά, αριθμεί 13.350.000.000, δηλαδή 450.000.000 λιγότερους»
    «Τι θέλεις να πεις;», τον ρώτησε ο Αγαθοκλής, που είχαν αρχίσει να τον ζώνουν τα φίδια.
    «Ρωτάς τι θέλω να πω; Δεν το καταλαβαίνεις; Εδώ μέσα, για παράδειγμα, τόσοι και τόσοι πεθαίνουν καθημερινά. Το θεωρείς φυσιολογικό; Μας δηλητηριάζουν, φίλοι μου, μας δηλητηριάζουν».
    «Μήπως υπερβάλλεις; Κι εντάξει εδώ μέσα. Αυτοί όλοι που πεθαίνουν εκεί έξω, πώς το παθαίνουν;»
    «Οι μισοί κάτοικοι της Γης τρώνε στα συσσίτια. Οι φιλάνθρωποι που ανέλαβαν να σιτίσουν τα δις των πεινασμένων, δεν το έκαναν για να μας σώσουν, αλλά για να μας στείλουν μια ώρα αρχύτερα. Και ο πιο ανώδυνος, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, για να το πετύχουν, είναι η σταδιακή και μεθοδευμένη δηλητηρίαση του πλεονάζοντος πληθυσμού».
    Ο Αγαθοκλής πήγε κάτι να πει, αλλά δεν πρόλαβε. Η Σαμάνθα, η αγαπημένη του σύζυγος, σωριάστηκε στο δάπεδο, και ο γιατρός, που κατέφτασε σχεδόν αμέσως, απλά διαπίστωσε ότι η άτυχη γυναίκα είχε εκπνεύσει!

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

   Άνοιξε πρώτα το ένα του μάτι. Η ηλιαχτίδα που περνούσε μέσα από τη χαραμάδα του παραθύρου, του επιβεβαίωσε ότι είχε πια ξημερώσει. Άνοιξε και το άλλο του μάτι και αποφάσισε να σηκωθεί. Τώρα πια, με τον ερχομό της άνοιξης, δεν ήταν οδυνηρή η διαδικασία έγερσης, όπως ήταν το χειμώνα. Η σκέψη ότι δεν θα κρύωνε μέχρι να ντυθεί και, κυρίως, ότι δεν θα ήταν πια αναγκασμένος να γυρίζει στους δρόμους για να βρει ξύλα να κάψει στη μικρή του σόμπα, τον έκαναν να αισθανθεί ανακούφιση. Αφού πρώτα ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και οδήγησε τα βήματά του στην κουζίνα. Εκεί μέσα, παιζόταν καθημερινά η δεύτερη πράξη του δράματος που λεγόταν διαβίωση ηλικιωμένου συνταξιούχου. Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, όλο και κάτι φαγώσιμο βρισκόταν στο μικρό του διαμέρισμα, από τις δεκαπέντε όμως και μετά, η δυνατότητα σίτισης μειωνόταν σημαντικά. Το καλό ήταν ότι πάντοτε στη ζωή του υπήρξε λιτοδίαιτος, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη ποσότητας τροφής στο διαιτολόγιό του.
    Άνοιξε το ερμάρι και πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι φρυγανιάς που είχε απομείνει και μετά άνοιξε το ψυγείο. Το ένα και μοναδικό φύλλο μαρουλιού που αναπαυόταν θαρρείς στο κάτω ράφι του, του φάνηκε σαν ένας γευστικός θησαυρός. Έφαγε το λιτό πρωινό του και αναπόλησε τα πρωινά που απολάμβανε με τη μακαρίτισσα σύζυγό του. Μελαγχόλησε, όχι γιατί επιθύμησε τα πλούσια πρωινά τους, αλλά γιατί εκείνη του έλειπε. Την είχε χάσει από εγκεφαλικό δυο χρόνια πριν, κι από τότε ζούσε μέσα στη μοναξιά, παρέα με τη φτώχεια του και τις αναμνήσεις.
    Τελειώνοντας, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να φάει το μεσημέρι. Η αναζήτηση στις τσέπες του σακακιού του, μόνον ένα εικοσάλεπτο νόμισμα απέφερε. Στη σκέψη ότι πάλι θα καθόταν νηστικός, ένιωσε μια απερίγραπτη στενοχώρια. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στα συσσίτια του Δήμου, κάτι που το έκανε μερικές φορές, αυτή τη φορά όμως του ήταν αδύνατον. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνα βρίσκονταν μακριά και μόνον με τη συγκοινωνία θα κατάφερνε να φτάσει, πού όμως τώρα λεφτά για εισιτήρια; Πολλοί συνταξιούχοι πηγαινοέρχονταν χωρίς να ακυρώνουν εισιτήριο, εκείνος όμως δεν μπορούσε να το κάνει, δεν ήταν του χαρακτήρα του.
    Ζύγισε το μικρό νόμισμα στα χέρια του και θυμήθηκε ότι ήταν ημέρα λαϊκής. Εκεί, όλο και κάτι θα έβρισκε να αγοράσει με είκοσι λεπτά. Θα πεταγόταν λοιπόν μέχρις εκεί, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα να χάσει. Την ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές, έκανε μια προσεκτική έρευνα αγοράς, ένιωσε όμως να απογοητεύεται. Δεν βρήκε κάτι που να στοίχιζε κάτω από σαράντα με πενήντα λεπτά. Έβλεπε ορισμένους να περνούν δίπλα του με γεμάτες τσάντες και αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τραβήχτηκε σε μια άκρη και, εντελώς ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του με την παλάμη προς τα επάνω. Οι περισσότεροι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία, όταν όμως κάποιος συνομήλικός του, του έχωσε μέσα στην παλάμη ένα ευρώ, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε γοερά, όχι γιατί του έλειπε η αγαπημένη του γυναίκα, όχι γιατί είχε περιέλθει σε τόσο δυσχερή οικονομική θέση, αλλά επειδή έχασε κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο, κάτι το οποίο προσπαθούσε να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, την αξιοπρέπειά του!