Κυριακή, 10 Ιουνίου 2018

ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ

10-6-2015. Είναι Σάββατο απόγευμα και κινούμαστε αργά στην οδό Στροφυλίου στην Κηφισιά, έναν δρόμο ήπιας κυκλοφορίας, στον οποίον ο ήλιος είναι κρυμμένος πίσω από τα φυλλώματα των τεράστιων δέντρων, και τα χαμηλά κτήρια, μόλις που διακρίνονται πίσω από τους πανύψηλους μαντρότοιχους των αυλών. Φτάνουμε στον προορισμό μας, κοντά στο βόρειο άκρο της οδού και στεκόμαστε μαρμαρωμένοι μπροστά στο θέαμα που αντικρίζουμε. Το ''ησυχαστήριο'' των καθολικών καλογριών του ιδρύματος που δεξιώνεται τους νυν και πρώην εργαζομένους του, είναι ένα υπερπολυτελές μέγαρο, μέσα σε μια μεγάλη, λουλουδιασμένη αυλή.
Καταραμένη φτώχεια, πως τα καταφέρνεις και αγγίζεις μονάχα τους πιστούς του θεού, αλλά σχεδόν ποτέ τους εκπροσώπους του;

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΦΗΤΕΣ

Οι προφητείες αποτελούν μιαν εντέχνως ενορχηστρωμένη προσπάθεια διασποράς ψευδών ειδήσεων και προβλέψεων περί καταστροφών και άλλων δεινών που απειλούν τον άνθρωπο, με μοναδικό σκοπό την άγραν πελατών. Το πόσο αστήρικτες, ψευδείς και αφελείς είναι, το έχει αποδείξει επανειλλημένα η ιστορία, οι εκπρόσωποι όμως των θρησκειών εξακολουθούν να τις διαδίδουν, ελπίζοντας στην προσέλκυση περισσότερων πιστών. Η παταγώδης διάψευσή τους, ουδόλως έχει αποθαρρύνει τους ''θεόπνευστους'', ρασοφόρους, οι οποίοι συνεχίζουν να προφητεύουν τα μελλούμενα, βασιζόμενοι δήθεν στις αρχαίες γραφές. Οι σύγχρονοι ''άγιοι'', πιστοί στο πνεύμα των προγόνων τους περί προσηλυτισμού πιστών με κάθε τρόπο και μέσον, ενσπείρουν τον φόβο και τον τρόμο στο ποίμνιο, υποσχόμενοι παράλληλα την ουράνια σωτηρία, ευελπιστώντας στην αύξηση των εσόδων τους. Προφητεύουν την συντέλεια και την καταστροφή του κόσμου, ουδέποτε όμως προφήτευσαν τα θαυμαστά επιτεύγματα της ανθρώπινης διάνοιας και οι λόγοι ειναι προφανείς. Πρώτον, έπειδή δεν έχουν αποδεδειγμένα την ικανότητα της μαντείας και, δεύτερον, επειδή η κινδυνολογία πουλάει. Αφού λοιπόν τσαρλατάνοι υπάρχουν σε όλους τους χώρους, γιατί να μην υπάρχουν και στον χώρο της εκκλησίας; Η κοινωνία είναι γεμάτη κομπογιαννίτες, αστρολόγους, μάντεις, καφετζούδες και, οι επιχειρήσεις όλων αυτών των εμπόρων της ελπίδας, κάνουν χρυσές δουλειές. Είναι, βλέπετε, πολλοί οι συνάνθρωποί μας που αρέσκονται να ζουν με φαντασιώσεις, ψευδαισθήσεις,  χίμαιρες και φρούδες ελπίδες, κι αυτήν τους την επιθυμία την εκμεταλλεύνται διάφοροι επιτήδειοι και, φυσικά,  πάντοτε με το αζημίωτο. Επομένως το πρόβλημα δεν είναι οι ''έμποροι'', αλλά οι πελάτες. Αν δεν υπήρχαν οι δεύτεροι, δεν θα υπήρχαν και οι πρώτοι.     

Δευτέρα, 16 Απριλίου 2018

ΤΑ ΒΛΑΒΕΡΑ ΒΙΒΛΙΑ


    Συζητώντας με μια γειτόνισσα, η οποία μόλις είχε επιστρέψει από την εκκλησία, την άκουσα να λέει: «Έκανα και σήμερα το χρέος μου προς το Θεό και δεν θα με στενοχωρούσε αν πέθαινα, ακόμα και τώρα! Είμαι βέβαιη ότι ο Κύριος θα με ανταμείψει και θα με στείλει στον παράδεισο!»
    «Δηλαδή», της αντιγύρισα, «εγώ που δεν πήγα στην εκκλησία, θα πάω στην κόλαση;»
    «Εσύ, βρε κολασμένε», μου απάντησε, γελώντας, «θα πας σίγουρα στην κόλαση».
    «Μα πώς θα γίνει αυτό;» άρχισα να τη βάζω με τρόπο στο τρυπάκι της αμφισβήτησης. «Αφού, αν με θάψουν, το σώμα μου θα λιώσει, κι αν με αποτεφρώσουν, θα γίνω στάχτη».
    «Μα δεν θα΄πάει το σώμα σου εκεί. Η ψυχή σου θα πάει».
    «Και θα βασανίζεται και θα υποφέρει, εκεί πέρα, έτσι δεν είναι, έτσι δεν λένε οι ρασοφόροι;»
    «Ακριβώς», μου αντιγύρισε με τη σιγουριά που διακρίνει όλους τους θρησκόληπτους.
    «Μα, να σε ρωτήσω κάτι», επέμεινα εγώ. «Η ψυχή είναι υλική ή άϋλη;»
    «Τι ρωτάς, βρε; Άϋλη είναι».
    «Ε, τότε πώς θα βασανίζεται; Τα άϋλα πράγματα έχουν αισθήσεις, έχουν όργανα, νιώθουν πόνο, πείνα, κ.λ.π.;»
    «Ε, τώρα κι εσύ», έδειξε να ενοχλείται. «Τι πραγματα είναι αυτά που ρωτάς; Αφού έτσι γράφουν τα ιερά μας βιβλία».
    Εκεί πλέον δεν άντεξα και έγινα λίγο επιθετικός: «Τα βλαβερά σας βιβλία, μάλλον θέλεις να πεις. Τα βιβλία που εγραψαν κάποιοι αγράμματοι, που αγνοούσαν φυσική, χημεία, βιολογία και έγραφαν  μεταφυσικές απιθανότητες και ιστορίες βγαλμένες μέσα από τη νοσηρή τους φαντασία!»
    «Κάνεις λάθος», επέμεινε εκείνη. «Τα ιερά βιβλία τα έγραψαν άνθρωποι φωτισμένοι από το άγιο πνεύμα».
    «Έτσι σας λένε οι παπάδες; Και πώς γίνεται αυτό  το ‘’άγιο’’ πνεύμα, που λες, να αγνοεί και να παραγνωρίζει βασικές αρχές των φυσικών φαινομένων και λειτουργιών, τη στιγμή που είναι το ίδιο (εννοώ ο θεός), που τις δημιούργησε;»
    «Δεν ξέρω τι λες εσύ», μου είπε κάπως νευριασμένη, «αλλά εγώ πιστεύω στη μεταθανάτια ζωή».
    «Ωραία, λοιπόν», της είπα τελειώνοντας, γιατί δεν είχε νόημα η συνέχιση της συζήτησης με έναν άνθρωπο που φορούσε παρωπίδες, «σου εύχομαι να ζήσεις ζωή χαρισάμενη στο μνήμα που θα σε φυτέψουν. Έτσι δεν λέει και το άσμα που τραγουδάτε την ανάσταση;»
   

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Η ΧΗΡΑ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ


     Η Αρσινόη κόντευε τα πενήντα και ήταν χήρα από τα τριάντα της. Είχε χάσει τον άντρα της σε τροχαίο, αλλά δεν είχε ξαναπαντρευτεί. Οι λόγοι ήταν πολλοί, ο σπυδαιότερος όλων όμως ήταν ότι υπεραγαπούσε τον εκλιπόντα και δεν ήθελε να βάλει κάποιον άλλον στη θέση του. Εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία και δεν είχε προλάβει να κάνει παιδιά. Σχολούσε αργά το απόγευμα και επέστρεφε στο σπίτι της κουρασμένη, κάτι που την απέτρεπε και από το να βγαίνει έξω με φίλες. Σπάνια και, κυρίως, καμιά Κυριακή, επισκεπτόταν τους γονείς, τους συγγενείς και τη μοναδική της φίλη την Μελίντα, κι αυτό ήταν όλο. Έτσι, λίγο με τη δουλειά, λίγο με το νοικοκυριό, περνούσε ο καιρός, κι ούτε που κατάλαβε πότε πέρασαν τα χρόνια. Της έλειπε βέβαια η σεξουαλική ικανοποίηση, προτιμούσε όμως να την βρίσκει μόνη της, παρά να την αναζητά αλλού.
    Ένα βράδυ, ύστερα από την παρακολούθηση μιας πολύωρης, ερεθιστικής ταινίας στην τηλεόραση, έπεσε για ύπνο. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τα φλογερά φιλιά και οι αγκαλιές των πρωταγωνιστών, τριγυρνούσαν διαρκώς μέσα στο μυαλό της και της είχαν ανεβάσει τη λίμπιντο. Τελικά, κι εκείνο το βράδυ, πάλι με αυτοικανοποίηση θα την έβγαζε. Έβγαλε το νυχτικό της και άρχισε να χαιδεύεται σιγά-σιγά. Τη στιγμή που κόντευε να τελειώσει, άκουσε ένα θόρυβο. Τρόμαξε και σκεπάστηκε με το σεντόνι. Κάποιος είχε μπει μέσα στο σπίτι.  Πάγωσε ολόκληρη. Όλα τα περίμενε, αλλά και ότι θα έπεφτε θύμα διάρρηξης, δεν το είχε ποτέ φανταστεί.
    Ο άγνωστος εισβολέας ακουγόταν που έψαχνε στο σαλόνι και, κάποια στιγμή, μπήκε και στο υπνοδωμάτιο της Αρσινόης. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και δεν μπορούσε να δει ποιος βρισκόταν εκεί μέσα, όταν όμως τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, αντίκρισε μια γυναίκα να κοιμάται γυμνή στο κρεβάτι. Η Αρσινόη, αρχικά είχε σκεφτεί να ακολουθήσει την προτροπή της αστυνομίας και να παραστήσει την κοιμισμένη, όταν όμως θεώρησε ότι τέτοια ευκαιρία δεν θα της ξαναδινόταν, πέταξε από πάνω της το σεντόνι και περίμενε τον κλέφτη γυμνή.
    «Σιγά μην ακούσω αυτούς τους βλάκες και κάνω την κοιμισμένη», συλλογίστηκε. «Θα του την πέσω, κι ό, τι ήθελε ας γίνει».
    Έτσι κι έκανε. Μόλις κατάλαβε ότι ο άγνωστος άντρας είχε μπει μέσα, ανασαλεύτηκε, χασμουρήθηκε και ρώτησε με περισσή χάρη: «Ποιός είναι;»
    «Μην ανησυχείς», άκουσε μια βαθιά αντρική φωνή, να της λέει. «Ο Χαρίλαος είμαι και ήρθα να δω αν κοιμάσαι καλά»
    Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη και χάρισε στην Αρσινόη μία από τις ωραιότερες βραδιές της ζωής  της. Όταν τελείωσαν και ο Χαρίλαος αποχώρησε, εκείνη πήρε τηλέφωνο τη φίλη της την Μελίντα και της είπε: «Αν μπει διαρρήκτης στο απίτι σου και κάνεις αυτό που είπε η αστυνομία, να το ξέρεις ότι εσύ θα χάσεις. Αυτοί οι γελοίοι, όλο μαλακίες λένε».


Κυριακή, 11 Μαρτίου 2018

ΑΟΡΑΤΟΣ


 Διήγημα Ε.Φ. μεν, αλλά... διδακτικό!

   Ντύθηκε με τα καλύτερα ρούχα που διέθετε η γκαρνταρόμπα του, έβαλε και λίγη από την καλύτερη κολώνια του και, πηγαίνοντας προς την έξοδο του διαμερίσματός του, στάθηκε μπροστά στον ολόσωμο καθρέφτη του χολ, για να αυτοθαυμαστεί! Σε λίγο θα συναντούσε το ωραιότερο θηλυκό του πλανήτη, κι έπρεπε να είναι τέλειος.
    Το σοκ που υπέστη ήταν πολύ μεγάλο. Κάτι δεν πήγαινε καλά και λίγο έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Κούνησε το κεφάλι του, άπλωσε τα χέρια του μπροστά, αλλά το αποτέλεσμα παρέμεινε το ίδιο. Απέναντί του βρισκόταν ο καθρέφτης, το είδωλό του όμως δεν φαινόταν μέσα του! Η πόρτα και το τραπεζάκι πίσω του, αντικατοπτρίζονταν θαυμάσια μέσα στον καθρέφτη, ο ίδιος όμως παρέμενε άφαντος!
    Τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι ήταν ξύπνιος κι ότι δεν έβλεπε κάποιον εφιάλτη και αναρωτήθηκε με τρόμο, τι ακριβώς είχε συμβεί; Τι ήταν αυτό που εμπόδιζε το κάτοπτρο να τον εμφανίσει; Τι στο διάολο συνέβαινε; Αυτό ήταν από τα ανεξήγητα! Πανικοβλήθηκε, σάστισε και δεν ήξερε πως να αντιδράσει.
    Σκέφτηκε ότι μάλλον θα έχανε το ραντεβού με τη θεά και τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Θα έχανε την ευκαιρία να ζευγαρώσει με ένα υπέροχο πλάσμα, κι αυτό τον τρομοκράτησε περισσότερο και από το απίθανο φαινόμενο του καθρέφτη. Έμεινε κοκκαλωμένος στην ίδια θέση για πάνω από πέντε λεπτά, ελπίζοντας ότι το άφαντο είδωλό του θα εμφανιζόταν ξανά. Ματαιος κόπος. Η καλαίσθητη σιλουέτα του Ρέντιακ δεν θα παρουσιαζόταν ποτέ ξανά μπροστά σε καθρέφτη. Τέντωσε το χέρι του για να κοιτάξει την ώρα στο ρολόι του και πάγωσε ολόκληρος. Δεν  είχε χέρι. Κοίταξε κάτω και είδε με τρόμο ότι ούτε πόδια είχε. Ο πανικός παραχώρησε τη θέση του στο άγχος. Τελικά, συμπέρανε ότι το πρόβλημα δεν ήταν του καθρέφτη, αλλά του ίδιου του εαυτού του. Για κάποιο λόγο, είχε γίνει αόρατος!
    Ε, αυτό πια ξεπερνούσε τα όρια. Σιγά, σιγά, άρχισε να συνειδητοποιεί τι συμβαίνει. Ο λόγος που είχε συμβεί αυτό το απίθανο γεγονός, είχε την εξήγησή του. Δεν ήταν λίγες οι φορές στο παρελθόν, που είχε ευχηθεί να γίνει αόρατος, για να αποφύγει κάποιες ανεπιθύμητες συναντήσεις με ορισμένους αντιπαθείς γειτονές του, ή για να περάσει πρώτος σε κάποια ουρά, χωρίς να γίνει αντιληπτός, ή για να ακολουθήσει κάποια γκόμενα, δεν φανταζόταν όμως ποτέ του ότι αυτό μπορούσε να γίνει στην πραγματικότητα, παρόλο που χρησιμοποιούσε μια τεχνική, που είχε διαβάσει στο διαδίκτυο. Να όμως που είχε συμβεί και το ερώτημα τώρα ήταν αν θα διορθωνόταν, αν θα επανερχόταν στην πρότερη φυσιολογική του κατάσταση.
    Λες να μείνω για πάντα αόρατος; Αναρωτήθηκε. Στην ιστοσελίδα που διάβασα το σχετικό σχόλιο, δεν είδα πουθενά να γράφει για αντίδοτο ή για επανεμφάνιση.
    Πήγε στην κουζίνα, άνοιξε το ψυγείο και πήρε να πιει έναν χυμό. Κάθισε σε μια καρέκλα και, παραδόξως, το αρχικό ξάφνιασμά του και η υστερία που του είχε προκαλέσει η διαπίστωση ότι ήταν αόρατος, τον εγκατέλειψαν. Είδε το θέμα ρεαλιστικά και σκέφτηκε ότι, ακόμα και στην περίπτωση που δεν θα επανερχόταν σε ορατότητα, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη  νέα αυτή ιδιότητά του προς όφελός του. Ένας καινούριος και ίσως συναρπαστικός κόσμος ανοιγόταν ξαφνικά και ανέλπιστα μπροστά του! Και τι δεν θα έκανε, τώρα που δεν θα τον έβλεπε κανείς. Ό, τι είχε στερηθεί στη ζωή του, ό, τι δεν είχε καταφέρει να το απολαύσει, λόγω οικονομικών δυσκολιών και άλλων εμποδίων, είχε έρθει η ώρα να το γευθεί και να το αποκτήσει. Βάζοντας στην άκρη κάθε ηθικό δισταγμό, ένιωσε έτοιμος να κάνει αμέσως πράξη τις σκέψεις του!
    Θα ξεκινούσε από το μαγαζί που βρισκόταν απέναντι, το ενεχυροδανειστήριο του πιο αντιπαθητικού ανθρώπου της περιοχής. Βγήκε από το σπίτι, κοίταξε ολόγυρα και, μη βλέποντας κόσμο στο κατάστημα του Ευδίκου, του ανθρώπου που έπινε το αίμα των απελπισμένων συνανθρώπων του, προχώρησε προς τα εκεί και περίμενε υπομονετικά. Θα έμπαινε μέσα, μόνον αν έμπαινε και κάποιος άλλος, αφού η πόρτα ασφαλείας άνοιγε μόνον από μέσα, και κατόπιν εντολής του καταστηματάρχη.
    Δεν περίμενε πολύ. Δυο λεπτά αργότερα, μια ηλικιωμένη γυναίκα χτύπησε το κουδούνι, μίλησε με τον Ευδίκο και, αμέσως μετά άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα. Ο Ρέντιακ την ακολούθησε και μπήκε κι αυτός, λίγο πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα. Περίμενε να δει τι θα έκανε ο Ευδίκος και, μόλις αυτός πήρε τη γυναίκα παράμερα, για να του δείξει τα χρυσαφικά που ήθελε να εκτιμήσει, πέρασε πίσω από τον πάγκο, άνοιξε αθόρυβα το συρτάρι του ταμείου και γέμισε τις τσέπες του με χαρτονομίσματα. Το ξανάκλεισε, τραβήχτηκε στην άκρη, κοντά στην πόρτα και, όταν μετά από λίγο εκείνη ξανάνοιξε για να περάσει ένας καινούριος πελάτης, βγήκε έξω.
    Τρίβοντας τα αόρατα χέρια του από χαρά, ένιωσε μιαν απίστευτη ευφορία. Τελικά, η ιδιότητα του αόρατου, θα τον έκανε τον πιο τυχερό, τον πιο ευτυχισμένο άνθρωπο στον κόσμο. Η αμέσως επόμενη ενέργειά του ήταν να πάει στον κινηματογράφο. Στο ΣΙΝΕΑΝΤΖΕΛΙ παιζόταν η αγαπημένη του ταινία και δεν ήθελε να τη χάσει. Η είσοδός του εκεί αυτή τη φορά ήταν πανεύκολη. Μπήκε μέσα στη σκοτεινή αίθουσα και κάθισε σε μια θέση στα πίσω-πίσω καθίσματα. Όταν τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, είδε ότι οι θεατές ήταν σχετικά λίγοι. Κάθισε αναπαυτικά, απόλαυσε την προβολή της ταινίας και, όταν τελείωσε βγήκε γρήγορα και πρώτος-πρώτος από την αίθουσα.
    Επόμενη ενέργειά του θα ήταν η κατάθεση των χρημάτων που είχε κλέψει. Εκεί κοντά βρισκόταν και η τράπεζά του και, αν και ήταν πια βράδυ, δεν θα είχε πρόβλημα, αφού θα τα κατέθετε μέσω του ΑΤΜ. Έφτασε στο φανάρι απέναντι από τη γωνία της τράπεζας και περίμενε να ανάψει πράσινο για να περάσει τη λεωφόρο. Εκείνη την ώρα η κίνηση ήταν πολύ περιορισμένη, αλλά δεν διακινδύνευε να διασχίσει κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Όταν άναψε πράσινο, κατέβηκε από το πεζοδρόμιο, κρατώντας ανάμεσα στα χέρια του τα χρήματα, και άρχισε να περπατάει, πετώντας σχεδόν από τη χαρά του, που θα κατέθετε ένα τόσο μεγάλο ποσόν στο λογαριασμό του. Τα είχε μετρήσει, κατά τη διάρκεια του διαλείμματος της προβολής. Σαράντα οκτώ χιλιάδες ευρώ, δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο ποσόν.
    Τον χαρακτηριστικό γδούπο από αυτοκίνητο που χτυπάει άνθρωπο, τον άκουσε ο μοναδικός διαβάτης που περπατούσε στο διπλανό πεζοδρόμιο. Εκείνος τότε  γύρισε και αντίκρισε, με μεγάλη του έκπληξη, δεκάδες χαρτονομίσματα να σκορπίζονται μπροστά από το παρμπρίζ του ημιφορτηγού, ο ασυνείδητος οδηγός του οποίου, μόλις είχε παραβιάσει τον ερυθρό σηματοδότη!


Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2018

Ο ΠΑΝΙΒΛΑΚΑΣ ΚΑΙ Ο ''ΠΑΝΣΟΦΟΣ''


    ‘’Έχω μια απορία, Τιμόθεε! Γιατί, κάθε φορά που κερδίζεις στο παιχνίδι, σηκώνεις τα χέρια σου ψηλά και κοιτάζεις στον ουρανό;’’
    ‘’Μα, για να ευχαριστήσω το θεό!’’
    ‘’Α, μάλιστα. Πιστεύεις δηλαδή ότι, χωρίς τη βοήθειά του, δεν θα τα κατάφερνες;’’
    ‘’Ε, εντάξει. Σίγουρα έχω τις ικανότητες από τη φύση μου, για να κερδίζω τους αντιπάλους μου αλλά, και μια μικρή υποστήριξη από τον Πανάγαθο, την χρειάζομαι!’’
    ‘’Θεωρείς, δηλαδή, ότι το αόρατο αυτό ον, το οποίο επικαλείσαι, παρακολουθεί ό, τι κάνεις και συμμετέχει στις ενέργειές σου’’.
    ‘’Ασφαλώς! Γιατί, αμφιβάλλεις;’’
    ‘’Η αλήθεια είναι ότι διατηρώ μια μικρή αμφιβολία. Αυτό το υπέρτατο ον, λοιπόν, που αναφέρεις, στέκεται κάπου εκεί ψηλά και, μιας και δεν έχει τι άλλο να κάνει, παρακολουθεί τον πιστό φίλο του Τιμόθεο και τον βοηθά να ανταπεξέρχεται επιτυχώς με ό, τι αυτός καταπιάνεται. Και δεν μου λες κάτι; Τα υπόλοιπα επτά δισεκατομμύρια των ανθρώπων που κατοικούν στον πλανήτη, τα αγνοεί; Για τα χιλιάδες παιδάκια, που πεθαίνουν από την πείνα στην Αφρική και για τα εκατοντάδες άλλα που σκοτώνονται από τις βόμβες στη Συρία, δεν δίνει δεκάρα; Δηλαδή, ούτε λίγο, ούτε πολύ, αδιαφορεί για όλους τους άλλους και ασχολείται μόνο μαζί σου; Αν νομίζεις ότι είναι έτσι, τότε μάλλον κάποιο από τα τρία αυτά πράγματα πρέπει να συμβαίνει! Ή ο θεός δεν είναι Πάνσοφος και Πανάγαθος, ή εσύ είσαι πανηλίθιος ή, απλώς, αυτός ο τύπος δεν υπάρχει! Διάλεξε και πάρε!


Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2018

Ο ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΠΡΟΞΕΝΗΤΗΣ


Διήγημα Ε.Φ.

    Της Αλίνας της άρεσε πολύ όταν έμαθε ότι η ανιψιά της η Κλεοπάτρα είχε βρει τον τέλειο σύντροφο. Οι δυο προηγούμενες σχέσεις της νεαρής κοπέλας είχαν αποδειχτεί φούσκες. Οι άντρες εκείνοι ήταν κενοί, άξεστοι και απαίδευτοι, σε αντίθεση με τον τελευταίο που ήταν ένα θαυμάσιο, εμφανίσιμο, ευγενικό, ευχάριστο και χαμογελαστό άτομο, όπως την είχε πληροφορήσει η μητέρα της ανιψιάς της. Εκείνη, γυναίκα από χωριό και χήρα τα τρία τελευταία χρόνια, αν και αναζητούσε και η ίδια έναν άντρα με αυτά τα χαρακτηριστικά, δυσκολευόταν να τον βρει. Οι επιλογές στον τόπο που ζούσε ήταν περιορισμένες, γι’ αυτό και, όταν πληροφορήθηκε από την αδελφή της στην Αθήνα τα ευχάριστα νέα για την κόρη εκείνης, αποφάσισε να έρθει στην πρωτεύουσα, αφ’ ενός μεν για να συγχαρεί τους αγαπημένους της συγγενείς, αφ’ ετέρου δε για να ψάξει και η ίδια για έναν καινούριο σύντροφο, γιατί δεν άντεχε άλλο την μοναξά.
    Έφτασε μεσημέρι στα πρακτορεία της λεωφόρου Κηφισού, όπου εκεί την περίμενε η ίδια η ανιψιά της. Είχαν πάνω από ένα χρόνο να ειδωθούν και η ευτυχία  και των δύο από αυτό το αντάμωμα ήταν αδύνατο να περιγραφεί. Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν σταυρωτά και γενικά έκαναν σαν μικρά παιδιά από τη χαρά τους. Στη συνέχεια μπήκαν στο αυτοκίνητο της Κλεοπάτρας και ξεκίνησαν για το σπίτι της στο Γαλάτσι. Κατά τη διάρκεια της διαδρομής η θεία Αλίνα βομβάρδισε την ανιψιά της με ένα σωρό ερωτήσεις, που σχετίζονταν με την καινούρια σχέση της νέας. Τότε ήταν που έμαθε για τον ηλεκτρονικό προξενητή. Αυτό ήταν κάτι που δεν το γνώριζε, όχι μόνον επειδή ζούσε σε χωριό, αλλά κι επειδή η σχέση της με το διαδίκτυο και τους υπολογιστές ήταν ανύπαρκτη. Εκτός αυτού, η μόρφωσή της ήταν πολύ χαμηλού επιπέδου, ενώ και τα ενδιαφέροντάς της περιορίζονταν στις αγροτικές ασχολίες και το νοικοκυριό.
    ‘’Και τι ακριβώς κάνει αυτός ο ηλεκτρονικός προξενητής, κορίτσι μου;’’ Ρώτησε την Κλεοπάτρα, με το ενδιαφέρον της κεντρισμένο στο έπακρον.
    ‘’Είναι ό, τι πιο χρήσιμο και ασφαλές υπάρχει στον τομέα της αναζήτησης συντρόφου΄΄, της εξήγησε εκείνη. ‘’Δίνεις τα δικά σου στοιχεία, μαζί με μια φωτογραφία, στο σάιτ του προξενητή, δηλαδή ηλικία, απασχόληση, ενδιαφέροντα, ιδεολογία, τόπο διαμονής και ό, τι άλλο νομίζεις, συμπληρώνοντας παράλληλα και όλα αυτά που ζητάς να έχει ο σύντροφος που αναζητάς. Λίγη ώρα αργότερα έχεις το προφίλ του. Σε πληροφορώ, λοιπόν, θεία μου, ότι από τότε που εφευρέθηκε αυτή η μέθοδος δημιουργίας σχέσεων, τα διαζύγια των παντρεμένων και οι χωρισμοί γενικά των ζευγαριών έχουν μειωθεί κατά ογδόντα τοις εκατό’’.
    ‘’Τι μου λές;’’ ‘εκανε αντυπωσιασμένη η Αλίνα, ενώ μια σκέψη πέρασε ταυτόχρονα από το μυαλό της. Να λοιπόν πως θα εύρισκε τον άντρα που αναζητούσε. Θα ζητούσε από την Κλεοπάτρα να της δείξει πως να χειριστεί τον υπολογιστή, θα έμπαινε στον προξενητή και θα γνώριζε εύκολα, γρήγορα και οριστικά τον νέο σύντροφό της.
    Το σχέδιό της το έβαλε σε εφαρμογή από την επόμενη κιόλας μέρα της άφιξής της στην πρωτεύουσα. Το συζήτησε και με την αδελφή της, κι  εκείνη φυσικά δεν είχε την παραμικρή αντίρρηση να δει την μικρή αδελφή της ζευγαρωμένη. Η Αλίνα ήταν νέα. Δεν είχε πατήσει ακόμα τα πενήντα και θα ήταν κρίμα να περνούσε την υπόλοιπη ζωή της μέσα στη μοναξιά. Έτσι, η θεία από το χωριό κάθισε μπροστά στον υπολογιστή και, με την καθοδήγηση της Κλεοπάτρας, μπήκε στον προξενητή, συμπλήρωσε τα στοιχεία που χρειάζονταν, παραλείποντας μόνο τη φωτογραφία, επειδή δεν είχε κάποια μαζί της. Έγραψε και πώς ακριβώς θα ήθελε να είναι ο σύντροφός της και, μετά από μισή ώρα αναμονής, πήρε την απάντηση ότι το κατάλληλο πρόσωπο είχε βρεθεί. Τα στοιχεία για το νέο ταίρι της ήταν ενθαρρυντικά. Το μόνο που έλειπε ήταν η φωτογραφία, αλλά αυτό συνέβαινε επειδή και η ίδια δεν είχε αναρτήσει φωτογραφία, αυτό όμως δεν την απασχόλησε ιδιαίτερα. Ήταν βέβαιη ότι το νέο της αγόρι θα ήταν εμφανίσημο, αφού αυτό ήταν κάτι που το είχε ζητήσει κατά τη διάρκεια της καταγραφής των στοιχείων.
    Η χαρά της ήταν ιδιαίτερα μεγάλη. Επιτέλους, ύστερα από τρία ολόκληρα χρόνια μοναξιάς και αγαμίας, θα συζούσε με κάποιον άντρα. Όταν μάλιστα είδε στην απάντηση του προξενητή ότι, το νέο ταίρι της, θα την επισκεπτόταν σύντομα στη προσωρινή διεύθυνση που είχε δηλώσει, έπλεε σε πελάγη ευτυχίας. Το ανακοίνωσε στις δυο γυναίκες του σπιτιού, που περίμεναν στο διπλανό δωμάτιο, κι εκείνες την αγκάλιασαν     με θέρμη και κάθισαν και οι τρεις στον καναπέ, αναμένοντας με αγωνία να αντικρίσουν το καινούριο πρόσωπο.
    Όταν, μετά από λίγο, χτύπησε το κουδούνι, η Αλίνα έτρεξε αμέσως πρώτη και με μεγάλη λαχτάρα να υποδεχτεί το νέο της αμόρε. Άνοιξε την πόρτα και, αντικρίζοντας ένα τεραστίων διαστάσεων ρομπότ να στέκεται απέναντί της, αντί για τον εμφανίσημο άντρα που περίμενε, δεν άντεξε σε αυτήν την απρόσμενη έκπληξη, κι έπεσε λιπόθυμη στο πάτωμα.
        Το σοκ ήταν μεγάλο και για τις άλλες δυο γυναίκες. Έτρεξαν αμέσως επάνω από τη λιπόθυμη Αλίνα και προσπάθησαν να την συνεφέρουν, κλείνοντας ταυτόχρονα την πόρτα στα μούτρα του ανεπιθύμητου μεταλλικού επισκέπτη τους. Τα ερωτήματα ήταν πολλά και μια τέτοια εξέλιξη δεν μπορούσαν να την φανταστούν και να την εξηγήσουν.
    Τι ήταν αυτό που υποχρέωσε τον ηλεκτρονικό προξενητή να κάνει ένα τόσο χοντρό λάθος και να στείλει ρομπότ, αντί για άντρα; Κάτι παρόμοιο δεν είχε συμβεί ποτέ κατά τη διάρκεια της πενταετούς λειτουργίας του. Ο προξενητής θεωρούνταν από όλους ανεξαίρετα εντελώς αλάνθαστος.
    Όταν τελικά η Αλίνα συνήλθε εντελώς, ξέσπασε σε λυγμούς και ήταν απαρηγόρητη. Η αδελφή της την άφησε να ξεθυμάνει, αλλά η Κλεοπάτρα ανυπομονούσε να μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί και είχε δημιουργηθεί ένα τόσο απίθανο, ένα τόσο τραγικό λάθος. Άφησε λοιπόν τις δυο αδελφές στον πόνο τους κι έτρεξε μέσα στον υπολογιστή. Προηγουμένως, όταν η θεία της είχε ολοκληρώσει την καταχώρησή της, εκείνη δεν ήταν παρούσα. Της είχε δείξει πως να κλείσει την αίτησή της και να περιμένει την απάντηση, αλλά δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε γράψει η Αλίνα στο τέλος.
    Μπήκε λοιπόν στο σάιτ του προξενητή και άρχισε να διαβάζει την καταχώρηση της δύσμοιρης Αλίνας. Όταν έφτασε στην τελευταία φράση του κειμένου, και ιδιαίτερα στην τελευταία λέξη, κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό.
    ‘’...ο σύντροφος μου θέλω να είναι εξαιρετικά ανδροειδής’’, έγραφε η καημένη, η ανήξερη Αλίνα!