Πέμπτη, 7 Οκτωβρίου 2010

ΠΡΟΧΩΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ

Διήγημα Ε.Φ. του Στέλιου Αρώνη.

                                         ΠΡΟΧΩΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ




Το χιόνι έπεφτε πυκνό και ο μανιασμένος αέρας το στριφογύριζε με ορμή και το έριχνε ανελέητα στο πρόσωπο του ξεπαγιασμένου στρατιώτη. Ο Άρης, άξιο τέκνο της μητέρας πατρίδας, πηγαινοερχόταν ασταμάτητα, χοροπηδώντας κατά διαστήματα για την αποφυγή κρυοπαγημάτων. Φυλούσε σκοπιά τα μεσάνυχτα μέσα στην ερημιά των συνόρων, εκτελώντας με ευσυνειδησία το καθήκον του. Αυτή ήταν η τελευταία νύχτα παραμονής του σ’ εκείνη την ακριτική γωνιά της χώρας, ο χρόνος όμως του φαινόταν ότι είχε σταματήσει. Ήταν τόσο μεγάλη η ανυπομονησία του να αντικατασταθεί από τον συνάδελφο που θα αναλάμβανε την επόμενη βάρδια στη σκοπιά, που νόμιζε ότι θα περνούσαν αιώνες μέχρι να τον δει να εμφανίζεται μπροστά του. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Από τη μια ο αναθεματισμένος ο χιονιάς, από την άλλη το σταμάτημα του χρόνου, του εξάντλησαν και το τελευταίο του απόθεμα υπομονής. Έφερε στο νου του τη σκηνή της παραλαβής του πολυπόθητου απολυτηρίου του από τα χέρια του αρμόδιου υπαξιωματικού, κι αυτό ήταν που τον βοήθησε κάπως να ξαναβρεί το χαμένο του ηθικό.

Συνέχισε να βηματίζει πέρα-δώθε, ελπίζοντας στη γρήγορη λήξη του μαρτυρίου του. Αναθάρρησε όταν σκέφτηκε ότι σε λίγες μόλις ώρες, θα παρέδιδε οριστικά τον στρατιωτικό εξοπλισμό του στον αποθηκάριο του λόχου του. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να αποβάλλει μέσα από το μυαλό του κάθε άλλη δυσάρεστη σκέψη. Όλο εκείνο το χρονικό διάστημα που φύλαγε σκοπιά, η χιονοθύελλα δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό την λευκή, καταιγιστική επιδρομή της και ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν έντονα σ’ εκείνη την ερημιά, ήταν η μονότονη βοή του ανέμου.

Και πάνω που πίστεψε ότι δεν θα άντεχε άλλο, μια σκοτεινή φιγούρα εμφανίστηκε πίσω από το χαμηλό κτήριο του θαλάμου των οπλιτών. Η ψυχή του Άρη αγαλλίασε, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι ήταν οριστικά και αμετάκλητα πολίτης. Σήκωσε το όπλο του και σημάδεψε τον άτυχο αντικαταστάτη του, αποφασισμένος να κάνει την τελευταία του αναγνώριση, όσο πιο άψογα γινόταν.

«Αλτ, τις ει;» βροντοφώναξε σπάζοντας προσωρινά τη μονοτονία του σφυρίγματος του αέρα.

«Σκοπός αλλαγής», του απάντησε ο νεοφερμένος και στον Άρη δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο αντικαταστάτης του ήταν άγνωστος. Η φιγούρα του δεν του θύμιζε κάποιον από τους συναδέλφους του και την άχρωμη, μεταλλική φωνή του την άκουγε για πρώτη φορά.

Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε αυτήν την διαπίστωση, καθώς ήταν και το τελευταίο που τον ενδιέφερε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, και συνέχισε την αναγνώριση στον ίδιο επιθετικό τόνο. «Προχώρα στο παρασύνθημα», ούρλιαξε, και ο άλλος δεν καθυστέρησε να το κάνει.

«Μακεδονία», τον άκουσε να φωνάζει με την τσιριχτή φωνή του, και ο Άρης με δυσκολία κρατήθηκε για να μη σκάσει στα γέλια.

Κατέβασε το όπλο του και παραχώρησε τη θέση του στο σωτήρα του. Ξεκινώντας για τη ζεστασιά του θαλάμου, του ξέφυγε άθελά του ένα πικρόχολο σχόλιο. «Κάθισε λίγη ώρα εδώ έξω κακομοίρη μου και δεν θα αργήσεις να ξεπαγιάσεις».

Καθώς απομακρυνόταν, μετάνιωσε για τη χαιρεκακία του και, γυρίζοντας προς το μέρος του άλλου, του φώναξε: «Σου εύχομαι καλή βάρδια, συνάδελφε. Καλό κουράγιο».



# # # # #



Το επόμενο πρωινό ξύπνησε πρώτος. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, φόρεσε τα πολιτικά του ρούχα και επιδόθηκε με προσοχή στη συγκέντρωση των ατομικών, στρατιωτικών ειδών που επρόκειτο να παραδώσει. Μόλις τα μάζεψε, άνοιξε τον υπηρεσιακό του σάκο και τα τοποθέτησε όλα μέσα. Όταν τελείωσε, έριξε μια ματιά ολόγυρα και διαπίστωσε ότι κανένας από τους άλλους δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Τους δικαιολόγησε απόλυτα. Ποιος τρελός θα σηκωνόταν από τα χαράματα; Για ποιο λόγο να το κάνει; Έξω γινόταν χαλασμός. Μόνον όποιος είχε σειρά να φυλάξει σκοπιά ήταν υποχρεωμένος να σηκωθεί και να πάει να αντικαταστήσει τον ξεπαγιασμένο στρατιώτη που φύλαγε πριν από αυτόν.

Κατευθύνθηκε προς το κέντρο του θαλάμου που βρισκόταν η μεγάλη σόμπα, με σκοπό να αυξήσει λίγο την ένταση της ροής του φυσικού αερίου. Διέσχισε το διάδρομο, ανάμεσα στα κρεβάτια των κοιμισμένων συναδέλφων του και, όταν έφτασε δίπλα στη σόμπα, συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Άνοιξε την ένταση του αερίου και βάδισε στο διάδρομο από την άλλη μεριά. Ερεύνησε όλα τα κρεβάτια ένα-ένα και, επιστρέφοντας στη θέση του, διαπίστωσε ότι οι υποψίες του επιβεβαιώνονταν. Όλα τα κρεβάτια ήταν γεμάτα. Δεν έλειπε κανένας από το θάλαμο.

«Τότε, ποιος φυλάει σκοπιά;» αναρωτήθηκε φωναχτά.

Του πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι ο χθεσινοβραδινός αντικαταστάτης του βρισκόταν ακόμα έξω, το θεώρησε όμως απίθανο. Απέρριψε αμέσως αυτήν την τρελή ιδέα, αφού γνώριζε ότι όλοι βρίσκονταν στα κρεβάτια τους. Σκέφτηκε να ξυπνήσει τον επιλοχία και να τον ενημερώσει για το απαράδεκτο γεγονός ότι το φυλάκιο ήταν αφύλακτο, αλλά δεν έβαλε την σκέψη του σε εφαρμογή. Άλλωστε, τι σημασία είχε κι αν δεν φύλαγε κανείς; Ποιος τρελός θα τολμούσε να έρθει με αυτή τη χιονοθύελλα; Με σύμμαχο εκείνον τον απαίσιο καιρό, δεν κινδύνευαν από κανέναν. Προτίμησε να κάνει κάτι άλλο. Θα έλεγχε μόνος του την κατάσταση. Είχε πολύ χρόνο ακόμα στη διάθεσή του. Θα περνούσαν πάνω από δυο-τρεις ώρες, μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιζόταν το ερπυστριοφόρο του τάγματος για να τους φέρει φαγητό. Τότε, θα ήταν κι εκείνος έτοιμος για να επιστρέψει μαζί του στο τάγμα. Εκεί, θα παρέδιδε τα πράγματά του στην αποθήκη, θα παραλάμβανε το μαγικό χαρτάκι και θα αποχαιρετούσε οριστικά το στράτευμα.

Βγήκε έξω και κοίταξε γύρω του. Είχε αρχίσει να χαράζει και το χιόνι έπεφτε λιγότερο τώρα. Έκανε το γύρο του μικρού κτηρίου και, προβάλλοντας από την άλλη μεριά, ένιωσε να κεραυνοβολείται. Απέναντί του, ακριβώς μπροστά στο μικρό κουβούκλιο της σκοπιάς, ο αντικαταστάτης του βρισκόταν ακόμα εκεί. Στεκόταν όρθιος και ακίνητος στη θέση που τον είχε αφήσει ψες και ο Άρης αναρωτήθηκε αν ήταν ακόμα ζωντανός.

Πλησίασε πιο κοντά και, βλέποντάς τον να κινείται ελαφρά, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Ο σκοπός που τον είχε αντικαταστήσει ήταν ένα ακούραστο και απρόσβλητο από κακουχίες ρομπότ. Γι’ αυτό βρίσκονταν όλοι μέσα και κοιμούνταν μακαρίως. Γι αυτό ο ακοίμητος φρουρός της πατρίδας δεν επηρεαζόταν καθόλου από το χιόνι και την παγωνιά. Είχε ακούσει ότι οι νέοι στρατιώτες που θα έρχονταν στο τάγμα, θα ήταν ρομπότ, δεν ήξερε όμως ότι είχαν ήδη έλθει. Δεν φανταζόταν ότι η αλλαγή αυτή θα γινόταν τόσο σύντομα. Είχε την εντύπωση ότι εκείνος δεν θα προλάβαινε να τους γνωρίσει.

Να όμως που τώρα, οι νέοι άνθρωποι θα λυτρώνονταν από το μαρτύριο της στρατιωτικής υπηρεσίας και μάλιστα κυρίως κάτω από τέτοιες άγριες και αντίξοες συνθήκες. Στο εξής, τα ρομπότ-στρατιώτες, θα φυλούσαν σκοπιά και θα εκτελούσαν αγόγγυστα τις ασκήσεις και τις αγγαρείες, απαλλάσσοντας οριστικά τους ταλαίπωρους φαντάρους από αυτή τη βασανιστική υποχρέωση.

Γεμάτος περιέργεια να γνωρίσει καλύτερα τον καινούριο συνάδελφο, επιχείρησε να πλησιάσει περισσότερο. Οι κινήσεις του δυσκολεύονταν από το παχύ στρώμα του χιονιού, αυτό όμως δεν πτόησε τον Άρη. Από κοντά, το ρομπότ έμοιαζε με χιονάνθρωπο. Χιονισμένο από την κορφή μέχρι τα νύχια, προκαλούσε τη θυμηδία σε όποιον το αντίκριζε.

Το ρομπότ τον αντιλήφθηκε έγκαιρα και στράφηκε προς το μέρος του. Με το χιόνι παγωμένο επάνω στο μεταλλικό του σώμα, αν ήταν άνθρωπος θα είχε προ πολλού ξεψυχήσει. Όμως το τέλεια φτιαγμένο μεταλλικό κορμί του ανθρωπόμορφου ρομπότ, δεν έδειχνε να επηρεάζεται από τέτοια ασήμαντα γι’ αυτό πράγματα.

Ο Άρης σήκωσε το χέρι του σε χαιρετισμό, το ρομπότ όμως δεν του ανταπέδωσε τη χειρονομία. Εκείνο, απλώς σήκωσε το όπλο του.

Ο Άρης παραξενεύτηκε, αλλά κατάλαβε ότι το άψυχο κατασκεύασμα ετοιμαζόταν να του κάνει αναγνώριση. Δεν τον ενθουσίασε και πολύ η ενέργεια του ντενεκεδένιου στρατιώτη. Τη θεώρησε αψυχολόγητη και αποφάσισε να μην το διακινδυνεύσει και κάνει κάποιο λάθος. Πού στην ευχή τώρα να γνώριζε τα συνθηματικά; Ασφαλώς και θα είχαν αλλάξει από χθες. Δεν είχε προνοήσει να τα μάθει. Το ρομπότ φαινόταν έτοιμο να παίξει σοβαρά το ρόλο του, κι αυτό δεν άρεσε ιδιαίτερα στον Άρη.

Ετοιμάστηκε να κάνει μεταβολή και να επιστρέψει στο θάλαμο, όταν άκουσε την τσιριχτή φωνή του ρομπότ να λέει. «Αλτ, τις ει;»

Α, το ηλίθιο, συλλογίστηκε με αγανάκτηση ο Άρης. Έχει γούστο να μιλάει σοβαρά; Χωμένος μέχρι τα γόνατα μέσα στο χιόνι, άρχισε να βαδίζει με μεγάλη προσπάθεια προς τα πίσω, λέγοντας ταυτόχρονα στο ρομπότ. «Ο συνάδελφος που άλλαξες χθες το βράδυ είμαι, ρε βλάκα. Δεν με θυμάσαι;»

Αντί για απάντηση το ρομπότ-σκοπός τον σημάδεψε με το όπλο του και συνέχισε την αναγνώριση. «Προχώρα στο παρασύνθημα».

Ο Άρης τα χρειάστηκε. Συνειδητοποίησε ότι ο μεταλλικός συνάδελφός του δεν αστειευόταν. Μια φριχτή, απαισιόδοξη σκέψη πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του και τον υποχρέωσε να πανικοβληθεί.

Έκανε μεταβολή και ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε ένα βήμα δεν μπόρεσε να κάνει. Τα πόδια του είχαν κολλήσει μέσα στο παχύ, λευκό χαλί που είχε καλύψει τα πάντα. Πρόλαβε μόνο, δέκατα του δευτερολέπτου πριν νιώσει εκείνο το φοβερό κάψιμο στη βάση του κρανίου του, να ακούσει το γνώριμο ήχο, που κάνει ένα σύγχρονο, ακτινοβόλο όπλο, τη στιγμή που ξερνάει την καυτή, θανατηφόρα λάμψη του.





@ @ @ @ @ @ @ @

Δεν υπάρχουν σχόλια: