Σελίδες

Σάββατο 9 Οκτωβρίου 2010

ΑΖΩΤΟ,ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα Ε.Φ. του Στέλιου Αρώνη.

...«Σιγά τα ωά!», έκανε σκωπτικά η Ερμίνα και τρεμόπαιξε με χάρη τα μεγάλα της μάτια.


Ο Ντάνο έδειξε να ενοχλείται. Ανακάθισε στη θέση του και τη ρώτησε. «Γιατί το λες αυτό; Το ήξερες ότι στον Ιανό υπάρχει αυτό το αέριο;»

«Και βέβαια το ήξερα», του είπε ανοίγοντας με απορία τα χέρια της. «Αν λοιπόν κι εσύ, αντί να ξημεροβραδιάζεσαι στα μπιλιάρδα, άνοιγες και κάποιο σχετικό βιβλίο, θα το γνώριζες. Άλλωστε αυτό μου το είχες υποσχεθεί».

Άντε πάλι με το μπιλιάρδο, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του ο Ντάνο. Τόσο πολύ πια την έχει πειράξει η ενασχόλησή μου μαζί του; Από την άλλη όμως, μάλλον έχει δίκιο που μου τα χώνει. Πηγαίνουμε σε έναν καινούριο, άγνωστο κόσμο, κι εγώ, αντί να στρωθώ στο διάβασμα για να ξεστραβωθώ λιγάκι και να μάθω τι θα συναντήσω και που πρέπει να πατήσω, συνεχίζω να ασχολούμαι με βλακείες.

«Εντάξει», μίλησε δυνατά αυτή τη φορά. «Από σήμερα αρχίζω τη μελέτη. Σου υπόσχομαι ότι, στο εξής, δεν πρόκειται να με ξαναπιάσεις αδιάβαστο».

Η Ερμίνα δεν μπόρεσε να μη γελάσει. Της φάνηκε αστείο αυτό που άκουσε, όχι επειδή αμφέβαλλε για την ειλικρίνεια του άντρα της, αλλά γιατί πάντοτε έβρισκε τον τρόπο να τον φέρνει στα νερά της. Σπάνια έρχονταν σε προστριβή ή σε αντιπαράθεση, όταν όμως συνέβαινε κάτι τέτοιο, νικήτρια στο τέλος έβγαινε εκείνη. Οι Εύες, οι αιώνιες γυναίκες, όσο κι αν κάποιοι άντρες υποστηρίζουν, ή νομίζουν ότι έχουν το πάνω χέρι στη σχέση τους μαζί τους, η ωμή πραγματικότητα είναι πως εκείνες τους σέρνουν πίσω τους σαν τα σκυλάκια.

«Κοίταξε να δεις», του είπε με μειλίχιο ύφος αυτή τη φορά, κάνοντας μια προσπάθεια να πάψει να δείχνει τόσο σκληρή. «Δεν θέλω να σου στερήσω τελείως αυτό που σ’ ευχαριστεί, αφού μπορούμε θαυμάσια να τα συνδυάζουμε όλα. Για παράδειγμα, το πρωί να το αφιερώνουμε στη μελέτη, το μεσημέρι να ξεκουραζόμαστε και να χαλαρώνουμε, το απόγευμα να πηγαίνεις εσύ λίγο για παιχνίδι και το βράδυ να πηγαίνουμε μαζί στο σινεμά ή για μουσική και ποτό στο μπαρ. Έτσι κι αλλιώς, ο χρόνος που έχουμε στη διάθεσή μας μέχρι να φτάσουμε στον Ιανό, είναι άφθονος».

Πόσο δίκιο έχει αυτό το υπέροχο θηλυκό, σκέφτηκε ο Ντάνο. Καταφέρνει πάντοτε να βρίσκει για όλα τη χρυσή τομή. Αλήθεια, τι θα γινόμουνα χωρίς τη γλυκιά της παρουσία; «Εντάξει», συμφώνησε μαζί της. «Δεν και είναι άσχημη η ιδέα σου».

Γρήγορα όμως η σκέψη του ξαναγύρισε στο παράξενο μυστικό του Ιανού. Κανένας δε μπορούσε να του βγάλει από το μυαλό ότι μάλλον κρυβόταν στην ατμόσφαιρά του. Εξάλλου, για ποιο λόγο οι κρατούντες έστελναν και τρίτο αστροφυσικό εκεί; Ποιος ήταν ο περιβόητος λόγος που τους ωθούσε τόσο πιεστικά να το κάνουν; Ποια ανάγκη υπήρχε για την επανεξέταση ενός, έστω μερικώς, εξερευνημένου πλανήτη και της ατμόσφαιράς του; Τι νόημα είχε η μελέτη στοιχείων, τα οποία είχαν ήδη μελετηθεί;

Τα ερωτήματα ήταν πολλά, η απάντηση όμως ήταν μόνο μία. Παρόλα αυτά, πέρα από τους μονόχνοτους και ιδιοτελείς πολιτικούς τους, δεν φαινόταν πως τη γνώριζε και κάποιος άλλος, κι αυτό τον εκνεύριζε αφάνταστα.

Τα ίδια σκεφτόταν και η Ερμίνα. «Νομίζω ότι δεν αξίζει τον κόπο να σπάμε το κεφάλι μας για να βρούμε απαντήσεις», του είπε λες και είχε διαβάσει τη σκέψη του. «Όταν με το καλό φτάσουμε εκεί πέρα, πιστεύω ότι θα τα μάθουμε όλα».

«Δεν ξέρω», έκανε εκείνος παραμένοντας σκεφτικός. «Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Δεν έχω ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στα μούτρα που μας κυβερνούν».

«Μα, ακόμα και να μη θέλουν να μας αποκαλύψουν το μυστικό τους, πιστεύω ότι θα υπάρχουν κάποιες ενδείξεις που θα το κάνουν αντί γι’ αυτούς και θα μας φανερώσουν την αλήθεια. Άλλωστε, επάνω στα εδάφη του Ιανού, κατοικούν πολλοί άνθρωποι, ορισμένοι μάλιστα πάνω από τριάντα ολόκληρα χρόνια τώρα. Το θεωρώ απίθανο αυτοί να μη γνωρίζουν κάτι. Θα βρούμε λοιπόν κάποιον από αυτούς, θα γνωριστούμε μαζί του και, δεν γίνεται, θέλει δεν θέλει, θα μας τα πει όλα. Άσε που μπορεί και να μη χρειαστεί».

«Μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς;» μονολόγησε και σηκώθηκε αργά από τη θέση του.



Πέμπτη 7 Οκτωβρίου 2010

ΠΡΟΧΩΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ

Διήγημα Ε.Φ. του Στέλιου Αρώνη.

                                         ΠΡΟΧΩΡΑ ΣΤΟ ΠΑΡΑΣΥΝΘΗΜΑ




Το χιόνι έπεφτε πυκνό και ο μανιασμένος αέρας το στριφογύριζε με ορμή και το έριχνε ανελέητα στο πρόσωπο του ξεπαγιασμένου στρατιώτη. Ο Άρης, άξιο τέκνο της μητέρας πατρίδας, πηγαινοερχόταν ασταμάτητα, χοροπηδώντας κατά διαστήματα για την αποφυγή κρυοπαγημάτων. Φυλούσε σκοπιά τα μεσάνυχτα μέσα στην ερημιά των συνόρων, εκτελώντας με ευσυνειδησία το καθήκον του. Αυτή ήταν η τελευταία νύχτα παραμονής του σ’ εκείνη την ακριτική γωνιά της χώρας, ο χρόνος όμως του φαινόταν ότι είχε σταματήσει. Ήταν τόσο μεγάλη η ανυπομονησία του να αντικατασταθεί από τον συνάδελφο που θα αναλάμβανε την επόμενη βάρδια στη σκοπιά, που νόμιζε ότι θα περνούσαν αιώνες μέχρι να τον δει να εμφανίζεται μπροστά του. Είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Από τη μια ο αναθεματισμένος ο χιονιάς, από την άλλη το σταμάτημα του χρόνου, του εξάντλησαν και το τελευταίο του απόθεμα υπομονής. Έφερε στο νου του τη σκηνή της παραλαβής του πολυπόθητου απολυτηρίου του από τα χέρια του αρμόδιου υπαξιωματικού, κι αυτό ήταν που τον βοήθησε κάπως να ξαναβρεί το χαμένο του ηθικό.

Συνέχισε να βηματίζει πέρα-δώθε, ελπίζοντας στη γρήγορη λήξη του μαρτυρίου του. Αναθάρρησε όταν σκέφτηκε ότι σε λίγες μόλις ώρες, θα παρέδιδε οριστικά τον στρατιωτικό εξοπλισμό του στον αποθηκάριο του λόχου του. Έσφιξε τα δόντια και προσπάθησε να αποβάλλει μέσα από το μυαλό του κάθε άλλη δυσάρεστη σκέψη. Όλο εκείνο το χρονικό διάστημα που φύλαγε σκοπιά, η χιονοθύελλα δεν είχε σταματήσει ούτε λεπτό την λευκή, καταιγιστική επιδρομή της και ο μοναδικός ήχος που ακουγόταν έντονα σ’ εκείνη την ερημιά, ήταν η μονότονη βοή του ανέμου.

Και πάνω που πίστεψε ότι δεν θα άντεχε άλλο, μια σκοτεινή φιγούρα εμφανίστηκε πίσω από το χαμηλό κτήριο του θαλάμου των οπλιτών. Η ψυχή του Άρη αγαλλίασε, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι ήταν οριστικά και αμετάκλητα πολίτης. Σήκωσε το όπλο του και σημάδεψε τον άτυχο αντικαταστάτη του, αποφασισμένος να κάνει την τελευταία του αναγνώριση, όσο πιο άψογα γινόταν.

«Αλτ, τις ει;» βροντοφώναξε σπάζοντας προσωρινά τη μονοτονία του σφυρίγματος του αέρα.

«Σκοπός αλλαγής», του απάντησε ο νεοφερμένος και στον Άρη δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο αντικαταστάτης του ήταν άγνωστος. Η φιγούρα του δεν του θύμιζε κάποιον από τους συναδέλφους του και την άχρωμη, μεταλλική φωνή του την άκουγε για πρώτη φορά.

Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε αυτήν την διαπίστωση, καθώς ήταν και το τελευταίο που τον ενδιέφερε εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή, και συνέχισε την αναγνώριση στον ίδιο επιθετικό τόνο. «Προχώρα στο παρασύνθημα», ούρλιαξε, και ο άλλος δεν καθυστέρησε να το κάνει.

«Μακεδονία», τον άκουσε να φωνάζει με την τσιριχτή φωνή του, και ο Άρης με δυσκολία κρατήθηκε για να μη σκάσει στα γέλια.

Κατέβασε το όπλο του και παραχώρησε τη θέση του στο σωτήρα του. Ξεκινώντας για τη ζεστασιά του θαλάμου, του ξέφυγε άθελά του ένα πικρόχολο σχόλιο. «Κάθισε λίγη ώρα εδώ έξω κακομοίρη μου και δεν θα αργήσεις να ξεπαγιάσεις».

Καθώς απομακρυνόταν, μετάνιωσε για τη χαιρεκακία του και, γυρίζοντας προς το μέρος του άλλου, του φώναξε: «Σου εύχομαι καλή βάρδια, συνάδελφε. Καλό κουράγιο».



# # # # #



Το επόμενο πρωινό ξύπνησε πρώτος. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις, φόρεσε τα πολιτικά του ρούχα και επιδόθηκε με προσοχή στη συγκέντρωση των ατομικών, στρατιωτικών ειδών που επρόκειτο να παραδώσει. Μόλις τα μάζεψε, άνοιξε τον υπηρεσιακό του σάκο και τα τοποθέτησε όλα μέσα. Όταν τελείωσε, έριξε μια ματιά ολόγυρα και διαπίστωσε ότι κανένας από τους άλλους δεν είχε ξυπνήσει ακόμα. Τους δικαιολόγησε απόλυτα. Ποιος τρελός θα σηκωνόταν από τα χαράματα; Για ποιο λόγο να το κάνει; Έξω γινόταν χαλασμός. Μόνον όποιος είχε σειρά να φυλάξει σκοπιά ήταν υποχρεωμένος να σηκωθεί και να πάει να αντικαταστήσει τον ξεπαγιασμένο στρατιώτη που φύλαγε πριν από αυτόν.

Κατευθύνθηκε προς το κέντρο του θαλάμου που βρισκόταν η μεγάλη σόμπα, με σκοπό να αυξήσει λίγο την ένταση της ροής του φυσικού αερίου. Διέσχισε το διάδρομο, ανάμεσα στα κρεβάτια των κοιμισμένων συναδέλφων του και, όταν έφτασε δίπλα στη σόμπα, συνειδητοποίησε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Άνοιξε την ένταση του αερίου και βάδισε στο διάδρομο από την άλλη μεριά. Ερεύνησε όλα τα κρεβάτια ένα-ένα και, επιστρέφοντας στη θέση του, διαπίστωσε ότι οι υποψίες του επιβεβαιώνονταν. Όλα τα κρεβάτια ήταν γεμάτα. Δεν έλειπε κανένας από το θάλαμο.

«Τότε, ποιος φυλάει σκοπιά;» αναρωτήθηκε φωναχτά.

Του πέρασε από το μυαλό η σκέψη ότι ο χθεσινοβραδινός αντικαταστάτης του βρισκόταν ακόμα έξω, το θεώρησε όμως απίθανο. Απέρριψε αμέσως αυτήν την τρελή ιδέα, αφού γνώριζε ότι όλοι βρίσκονταν στα κρεβάτια τους. Σκέφτηκε να ξυπνήσει τον επιλοχία και να τον ενημερώσει για το απαράδεκτο γεγονός ότι το φυλάκιο ήταν αφύλακτο, αλλά δεν έβαλε την σκέψη του σε εφαρμογή. Άλλωστε, τι σημασία είχε κι αν δεν φύλαγε κανείς; Ποιος τρελός θα τολμούσε να έρθει με αυτή τη χιονοθύελλα; Με σύμμαχο εκείνον τον απαίσιο καιρό, δεν κινδύνευαν από κανέναν. Προτίμησε να κάνει κάτι άλλο. Θα έλεγχε μόνος του την κατάσταση. Είχε πολύ χρόνο ακόμα στη διάθεσή του. Θα περνούσαν πάνω από δυο-τρεις ώρες, μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιζόταν το ερπυστριοφόρο του τάγματος για να τους φέρει φαγητό. Τότε, θα ήταν κι εκείνος έτοιμος για να επιστρέψει μαζί του στο τάγμα. Εκεί, θα παρέδιδε τα πράγματά του στην αποθήκη, θα παραλάμβανε το μαγικό χαρτάκι και θα αποχαιρετούσε οριστικά το στράτευμα.

Βγήκε έξω και κοίταξε γύρω του. Είχε αρχίσει να χαράζει και το χιόνι έπεφτε λιγότερο τώρα. Έκανε το γύρο του μικρού κτηρίου και, προβάλλοντας από την άλλη μεριά, ένιωσε να κεραυνοβολείται. Απέναντί του, ακριβώς μπροστά στο μικρό κουβούκλιο της σκοπιάς, ο αντικαταστάτης του βρισκόταν ακόμα εκεί. Στεκόταν όρθιος και ακίνητος στη θέση που τον είχε αφήσει ψες και ο Άρης αναρωτήθηκε αν ήταν ακόμα ζωντανός.

Πλησίασε πιο κοντά και, βλέποντάς τον να κινείται ελαφρά, κατάλαβε τι είχε συμβεί. Ο σκοπός που τον είχε αντικαταστήσει ήταν ένα ακούραστο και απρόσβλητο από κακουχίες ρομπότ. Γι’ αυτό βρίσκονταν όλοι μέσα και κοιμούνταν μακαρίως. Γι αυτό ο ακοίμητος φρουρός της πατρίδας δεν επηρεαζόταν καθόλου από το χιόνι και την παγωνιά. Είχε ακούσει ότι οι νέοι στρατιώτες που θα έρχονταν στο τάγμα, θα ήταν ρομπότ, δεν ήξερε όμως ότι είχαν ήδη έλθει. Δεν φανταζόταν ότι η αλλαγή αυτή θα γινόταν τόσο σύντομα. Είχε την εντύπωση ότι εκείνος δεν θα προλάβαινε να τους γνωρίσει.

Να όμως που τώρα, οι νέοι άνθρωποι θα λυτρώνονταν από το μαρτύριο της στρατιωτικής υπηρεσίας και μάλιστα κυρίως κάτω από τέτοιες άγριες και αντίξοες συνθήκες. Στο εξής, τα ρομπότ-στρατιώτες, θα φυλούσαν σκοπιά και θα εκτελούσαν αγόγγυστα τις ασκήσεις και τις αγγαρείες, απαλλάσσοντας οριστικά τους ταλαίπωρους φαντάρους από αυτή τη βασανιστική υποχρέωση.

Γεμάτος περιέργεια να γνωρίσει καλύτερα τον καινούριο συνάδελφο, επιχείρησε να πλησιάσει περισσότερο. Οι κινήσεις του δυσκολεύονταν από το παχύ στρώμα του χιονιού, αυτό όμως δεν πτόησε τον Άρη. Από κοντά, το ρομπότ έμοιαζε με χιονάνθρωπο. Χιονισμένο από την κορφή μέχρι τα νύχια, προκαλούσε τη θυμηδία σε όποιον το αντίκριζε.

Το ρομπότ τον αντιλήφθηκε έγκαιρα και στράφηκε προς το μέρος του. Με το χιόνι παγωμένο επάνω στο μεταλλικό του σώμα, αν ήταν άνθρωπος θα είχε προ πολλού ξεψυχήσει. Όμως το τέλεια φτιαγμένο μεταλλικό κορμί του ανθρωπόμορφου ρομπότ, δεν έδειχνε να επηρεάζεται από τέτοια ασήμαντα γι’ αυτό πράγματα.

Ο Άρης σήκωσε το χέρι του σε χαιρετισμό, το ρομπότ όμως δεν του ανταπέδωσε τη χειρονομία. Εκείνο, απλώς σήκωσε το όπλο του.

Ο Άρης παραξενεύτηκε, αλλά κατάλαβε ότι το άψυχο κατασκεύασμα ετοιμαζόταν να του κάνει αναγνώριση. Δεν τον ενθουσίασε και πολύ η ενέργεια του ντενεκεδένιου στρατιώτη. Τη θεώρησε αψυχολόγητη και αποφάσισε να μην το διακινδυνεύσει και κάνει κάποιο λάθος. Πού στην ευχή τώρα να γνώριζε τα συνθηματικά; Ασφαλώς και θα είχαν αλλάξει από χθες. Δεν είχε προνοήσει να τα μάθει. Το ρομπότ φαινόταν έτοιμο να παίξει σοβαρά το ρόλο του, κι αυτό δεν άρεσε ιδιαίτερα στον Άρη.

Ετοιμάστηκε να κάνει μεταβολή και να επιστρέψει στο θάλαμο, όταν άκουσε την τσιριχτή φωνή του ρομπότ να λέει. «Αλτ, τις ει;»

Α, το ηλίθιο, συλλογίστηκε με αγανάκτηση ο Άρης. Έχει γούστο να μιλάει σοβαρά; Χωμένος μέχρι τα γόνατα μέσα στο χιόνι, άρχισε να βαδίζει με μεγάλη προσπάθεια προς τα πίσω, λέγοντας ταυτόχρονα στο ρομπότ. «Ο συνάδελφος που άλλαξες χθες το βράδυ είμαι, ρε βλάκα. Δεν με θυμάσαι;»

Αντί για απάντηση το ρομπότ-σκοπός τον σημάδεψε με το όπλο του και συνέχισε την αναγνώριση. «Προχώρα στο παρασύνθημα».

Ο Άρης τα χρειάστηκε. Συνειδητοποίησε ότι ο μεταλλικός συνάδελφός του δεν αστειευόταν. Μια φριχτή, απαισιόδοξη σκέψη πέρασε σαν αστραπή από το μυαλό του και τον υποχρέωσε να πανικοβληθεί.

Έκανε μεταβολή και ετοιμάστηκε να το βάλει στα πόδια, αλλά δεν τα κατάφερε. Ούτε ένα βήμα δεν μπόρεσε να κάνει. Τα πόδια του είχαν κολλήσει μέσα στο παχύ, λευκό χαλί που είχε καλύψει τα πάντα. Πρόλαβε μόνο, δέκατα του δευτερολέπτου πριν νιώσει εκείνο το φοβερό κάψιμο στη βάση του κρανίου του, να ακούσει το γνώριμο ήχο, που κάνει ένα σύγχρονο, ακτινοβόλο όπλο, τη στιγμή που ξερνάει την καυτή, θανατηφόρα λάμψη του.





@ @ @ @ @ @ @ @

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ;

...Τόσος κόπος, τόσο τρέξιμο, τόσο άγχος, και όλα αυτά για το τίποτα, συλλογίστηκε καθώς έβγαινε από το γραφείο του Μίλτου. Το σκάνδαλο του Βραχοπεδίου, θα έχει κι αυτό την ίδια τύχη με όλα τα προηγούμενα σκάνδαλα της κυβέρνησης, που αποσιωπήθηκαν εντέχνως από όλους τους ‘’αδέκαστους’’ λειτουργούς που είχαν αναλάβει να τα ξεκαθαρίσουν.


Ένιωθε να πνίγεται. Βγήκε έξω από το κτήριο για ν’ ανασάνει. Του φαινόταν απίστευτο ότι ζούσαν σε μια τόσο σάπια κοινωνία, ότι περιβάλλονταν από αρπακτικά. Για εκείνον ήταν αδιανόητο να βλέπει τους ανθρώπους, που τους είχαν εμπιστευτεί την εξουσία, να ενδιαφέρονται μόνο για το χρήμα. Αισθάνθηκε σαν χαμένος σε κάποια αφιλόξενη χώρα, καθώς διαπίστωνε με λύπη του ότι οι πραγματικές αξίες της ζωής είχαν πάει περίπατο. Και το χειρότερο ήταν ότι, ενώ είχαν καταφέρει να βρουν κάποια ντοκουμέντα που ήταν ικανά να ξεσκεπάσουν τις βρωμιές όσων ήταν μπλεγμένοι σε σκάνδαλα, δεν υπήρχε η βούληση για να έρθουν στο φως. Τα πλοκάμια της πολιτικής μαφίας ήταν χωμένα παντού και είχαν διαβρώσει τα πάντα.

Βάδιζε αργά στο φαρδύ πεζοδρόμιο με το κεφάλι σκυφτό, χωρίς να έχει κάποιο συγκεκριμένο προορισμό. Το μόνο που επιζητούσε εκείνη την στιγμή, ήταν να μείνει μόνος με τις σκέψεις του. Δίπλα του περνούσαν βιαστικοί πεζοπόροι, τα αυτοκίνητα κορνάριζαν και βούιζαν σαν τις μέλισσες και οι μικροπωλητές διαλαλούσαν με βροντερή φωνή τα εμπορεύματά τους, αλλά εκείνος δεν άκουγε το παραμικρό. Απορροφημένος από τις μαύρες σκέψεις του και κυριευμένος από μεγάλη απογοήτευση, δεν έβλεπε, ούτε άκουγε τίποτα, κι ας βρισκόταν στο πιο πολύβουο τμήμα της πόλης.

Όταν τα κουρασμένα του βήματα τον έφεραν μπροστά σε έναν τηλεφωνικό θάλαμο, σκέφτηκε να πάρει τον Ερμή. Άνοιξε την πόρτα για να μπει μέσα, αλλά το μετάνιωσε. Εκείνη την ώρα αποκλειόταν να μιλούσε με τον ίδιο. Θα τα έλεγε σε κάποιον άλλον, για να του τα διαβιβάσει, ο ίδιος όμως δεν είχε εμπιστοσύνη σε κανέναν. Αν τα νέα του, αντί να φτάσουν στ’ αυτιά του Ερμή, έφταναν στ’ αυτιά κάποιου άλλου, ίσως ο κύκλος του αίματος να συνεχιζόταν, κι αυτό δεν ήταν μέσα στις προθέσεις του. Δεν θεωρούσε ότι, οι πρακτικές των τρομοκρατών, ήταν η λύση στο πρόβλημα της παράνομης συμπεριφοράς των πολιτικών της χώρας. Όσο κι αν απεχθανόταν τις βρώμικες συναλλαγές των αρχόντων τους, δεν ασπαζόταν τις βίαιες μεθόδους των τρομοκρατών. Μπορεί να είχε κάνει μια άτυπη συμφωνία με κάποια παράνομη οργάνωση, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι συμφωνούσε με τη λογική της αυτοδικίας. Το είχε κάνει μόνο και μόνο για να βοηθήσει στη διαλεύκανση κάποιας ανεξιχνίαστης δολοφονίας και για την προστασία μιας γυναίκας που μαχόταν εναντίον του πολιτικού κατεστημένου.

Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ

             Το πρώτο κεφάλαιο από το πρόσφατο μυθιστόρημα του Στέλιου Αρώνη

                                      ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;


ΕΝΑ.




Η περίπτωση του υπουργού περιβάλλοντος Χαράλαμπου Λιαμπέλη ήταν χαρακτηριστική, αν και όχι μοναδική. Κακά τα ψέματα, ο άνθρωπος ήταν γεννημένος για πολιτικός, είχε το χάρισμα να ηγείται, κι ας διαδιδόταν ότι οι άνθρωποι του οικογενειακού του περιβάλλοντος τον θεωρούσαν ανίκανο να διαχειριστεί ακόμα και τα του οίκου του. Ό, τι και να έλεγαν, όσο και να τον συκοφαντούσαν, ο πολυτάλαντος εκείνος άνθρωπος, τις δημόσιες υποθέσεις τις έπαιζε στα δάχτυλα. Διέθετε την εντυπωσιακή ικανότητα να πείθει το συνομιλητή του και μάλιστα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Είτε είχε δίκιο, είτε είχε άδικο, στο τέλος δικαιωνόταν πανηγυρικά. Από την άλλη, όλες οι συναλλαγές για τα έργα αρμοδιότητας του υπουργείου του, περνούσαν από τα χέρια του και η κατάληξη ήταν να γίνεται το δικό του, πάντοτε όμως με το αζημίωτο. Βλέπετε, ο άνθρωπος μοχθούσε για το ‘’συμφέρον’’ της πατρίδας, κι έπρεπε να πάρει κι αυτός το κατιτίς του. Γύρω από αυτόν σέρνονταν διάφορα τρωκτικά, τα οποία τον εξυπηρετούσαν στις ‘’νομιμοφανείς’’ δουλειές του, αποκομίζοντας κι εκείνα το μερίδιό τους και φροντίζοντας να κρατούν το στόμα τους κλειστό για τα όσα συνέβαιναν στο υπουργείο. Το δημόσιο χρήμα έρρεε άφθονο και σπαταλιόταν χωρίς φειδώ και η νοσηρή αυτή κατάσταση κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, ώσπου μια μέρα ένας θαρραλέος υπάλληλος της υπηρεσίας του, τα έβγαλε όλα στη φόρα. Δημιουργήθηκε μια άνευ προηγουμένου αναταραχή, ο υπουργός και οι κόλακες που τον περιτριγύριζαν ορκίζονταν ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες και η υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης. Μετά από ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα, βγήκε επιτέλους η απόφαση του δικαστηρίου. Η δικαιοσύνη, φροντίζοντας να επαληθεύσει τη ρήση που την θέλει να είναι τυφλή, δεν βρήκε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του, αθωώνοντας τελικά τον επίορκο δημόσιο λειτουργό.

Το γεγονός εκείνο, αν και δεν ήταν το μοναδικό που μαρτυρούσε ότι μια αβάσταχτη δυσωδία αναδυόταν μέσα από τα σπλάχνα της πολιτικής ζωής του τόπου, θα περνούσε ίσως χωρίς άλλη συνέχεια και θα ξεχνιόταν γρήγορα, αν δεν συνέβαιναν δυο πολύ ηχηρά περιστατικά. Το πρώτο, ήταν η τύχη του υπαλλήλου που είχε τολμήσει να καταγγείλει τον υπουργό, και που δεν ήταν άλλη από την απόλυσή του από τον δημόσιο τομέα και η καταδίκη του σε φυλάκιση, συνεπεία των μηνύσεων που του έγιναν από τους ‘’θιγμένους’’ του υπουργείου. Η αδικία εκείνη σε βάρος του άτυχου υπαλλήλου, εξαγρίωσε την κοινή γνώμη και υποχρέωσε μια παράνομη οργάνωση με την επωνυμία ΟΜΑΔΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, να απειλήσει ότι θα προβεί σε ακραίες ενέργειες. Αυτό ήταν το δεύτερο περιστατικό, το οποίο ήταν και το μοναδικό που ανησύχησε λίγο τον υπουργό. Η ΟΜ.Α.Δ., όπως την αποκαλούσαν τα Μ.Μ.Ε., έστειλε μια προκήρυξη στις εφημερίδες, απειλώντας ανοιχτά τον Λιαμπέλη και προειδοποιώντας τον ότι θα πλήρωνε με τη ζωή του για τα όσα αισχρά του καταμαρτυρούσαν ότι είχε κάνει.

Η ΟΜΑΔ ήταν μια χαμηλών τόνων οργάνωση, που η δράση της περιοριζόταν σε προκηρύξεις και η μοναδική δυναμική ενέργειά της ήταν η τοποθέτηση πριν από ένα χρόνο ενός εκρηκτικού μηχανισμού στα γραφεία κάποιου μεγαλοεργολάβου που είχε κατηγορηθεί για παράνομες συναλλαγές και απάτες. Η δραστηριότητά της εξαντλούνταν κυρίως στη δημοσίευση αντιεξουσιαστικών κειμένων, κι αυτός ήταν και ο λόγος που κανένας δεν πίστεψε ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή της.

Ο υπουργός, μόλις το πληροφορήθηκε, περιορίστηκε στο πάρσιμο κάποιων πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, σχολίασε αρνητικά την προκήρυξη, διαμαρτυρήθηκε δημόσια για τον πόλεμο που γινόταν άδικα σε βάρος του και κλείστηκε πάλι στον εαυτό του, συνεχίζοντας να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: να εξαπατά. Συζητώντας το μάλιστα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, καθώς και με την οικογένειά του, έμεινε ήσυχος ότι τίποτα δεν επρόκειτο να του συμβεί. Όλοι ανεξαιρέτως τον διαβεβαίωναν ότι δεν είχε λόγο να φοβάται για τη ζωή του. Κανένας, του έλεγαν και ξανάλεγαν, δεν έχει τα κότσια να σε αγγίξει.

«Κανένας δεν πρόκειται να σε πειράξει», τον καθησύχασε και ο υπουργός τηλεπικοινωνιών και προσωπικός του φίλος Τηλέμαχος Σκαρλώτας. «Αυτοί οι τύποι, που έτσι κι αλλιώς δεν θ’ αργήσουν να συλληφθούν, είναι θρασύδειλοι. Βγάζουν προκηρύξεις και θέλουν να μας κάνουν μαθήματα ηθικής, ενώ στην ουσία είναι κάποιοι αναρχικοί νεαροί, που προσπαθούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη και στρέφονται ανοιχτά κατά της δημοκρατίας».

Κάθονταν οι δυο τους στο σαλόνι του πολυτελούς διαμερίσματος του Λιαμπέλη και έπιναν το ποτό τους, συζητώντας για διάφορα θέματα. Η γυναίκα του με την κόρη του έλειπαν για ψώνια στο Λονδίνο και η απουσία τους, του έδινε πάντα την ευκαιρία να καλεί στο σπίτι άτομα που εκείνες δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα, κι ένα από αυτά ήταν και ο Σκαρλώτας.

«Δεν αμφιβάλλω ότι είναι έτσι όπως τα λες», συμφώνησε μαζί του ο Λιαμπέλης, «αλλά καλό θα είναι να έχω πάρει και τα μέτρα μου, δε νομίζεις;. Δεν έχω σκοπό, τώρα που κατάφερα να αποκτήσω στη ζωή μου όλα αυτά που είχα ονειρευτεί, να τα χαραμίσω έτσι άδικα».

«Ασφαλώς, και μάλιστα κάνεις πολύ καλά. Πες μου όμως με την ευκαιρία κάτι. Τι γίνεται τελικά με την υπόθεση του Βραχοπεδίου; Ο αντιπρόεδρος με διαβεβαίωσε ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, κι ότι σύντομα θα προχωρήσουμε στην ανταλλαγή, θα ήθελα όμως να το ακούσω και από σένα».

«Σε δυο-τρεις μέρες η υπόθεση θα έχει τελειώσει οριστικά. Ο γέροντας συμφώνησε να μας δώσει δέκα εκατομμύρια, κι εμείς σε αντάλλαγμα θα του παραχωρήσουμε όλη την έκταση του Βραχοπεδίου. Ξέρεις τι θα την κάνουν ε; Θα την αξιοποιήσουν τουριστικά και θα γίνει αγνώριστη. Οι μοναχοί βέβαια θα βγάλουν πολλά περισσότερα από αυτά που θα μας δώσουν, αλλά χαλάλι τους. Σημασία έχει ότι εμείς θα βάλουμε στην τσέπη τόσα λεφτά, όσα δεν θα βγάζαμε από τη δουλειά μας ούτε σε δέκα χρόνια».

«Έτσι μπράβο! Τέτοια θέλω να ακούω!» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Σκαρλώτας. «Άσε τα κακόμοιρα ανθρωπάκια να προβαίνουν σε ανόητες ηθικές νουθεσίες και λεονταρισμούς κι εσύ κοίτα να αξιοποιήσεις όσο καλύτερα μπορείς αυτά τα ‘’θεόσταλτα’’ χρήματα».

Ο Λιαμπέλης γέλασε με το χαρακτηρισμό. Σκέφτηκε ότι ήταν πετυχημένος και απόλυτα δικαιολογημένος. Αφού θα έπαιρναν χρήματα από μοναστήρι, ήταν σίγουρο ότι τους τα έστελνε ο ίδιος ο Θεός. Ήταν οι εκλεκτοί του και αμείβονταν γι’ αυτήν τους την ιδιότητα.

«Αυτό ακριβώς έχω σκοπό να κάνω», είπε με αποφασιστικότητα και σηκώθηκε από τη θέση του για να ξαναγεμίσει το ποτήρι του. «Θέλεις ακόμα ένα;» ρώτησε τον Σκαρλώτα.

«Όχι, Χαράλαμπε, σ’ ευχαριστώ», αρνήθηκε με ευγένεια την προσφορά και σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος. «Πρέπει να φύγω. Καληνύχτα λοιπόν και τα λέμε αύριο στο υπουργικό συμβούλιο».

Μόλις ο Σκαρλώτας αποχώρησε, ο Λιαμπέλης πήρε το ποτό του, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε στη βεράντα. Από κάτω απλωνόταν η πόλη που τον είχε αναδείξει στο υψηλό αξίωμά του και η φωτισμένη θέα της τον έκανε να νιώσει πολύ ευχάριστα. Ικανοποιημένος από όλα όσα είχε πετύχει μέσα στα τρία και κάτι μόλις χρόνια της υπουργικής του θητείας, κάθισε σε μια πολυθρόνα, για να απολαύσει τη στιγμή. Αναλογίστηκε ότι σε λίγες μέρες θα έμπαιναν στην τσέπη του δυο ολόκληρα εκατομμύρια-το μερίδιό του από την πώληση του Βραχοπεδίου στους μοναχούς-και κατάλαβε ότι είχε πια φτάσει η ώρα να τακτοποιήσει τον εαυτό του, αλλά και τους δικούς του συγγενείς. Το σόι της γυναίκας του το είχε ήδη αποκαταστήσει, δεν είχε όμως ακούσει από το στόμα τους ούτε ένα ευχαριστώ. Είχε χτίσει μια ολόκληρη πολυκατοικία στην πεθερά του, είχε αγοράσει ένα πλήρως εξοπλισμένο βιομηχανικό κτήριο στον κουνιάδο του, είχε πάρει ένα ολόκληρο εμπορικό κέντρο στη γυναίκα του και είχε δωρίσει μια εξοχική βίλα στην φαντασμένη την κόρη του. Παρόλα αυτά, εκείνοι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Προφανώς ήθελαν περισσότερα.

«Α, τους αχάριστους», μονολόγησε. «Ε, όχι κι έτσι. Αυτή τη φορά έχουν σειρά οι δικοί μου. Καιρός είναι να πάρουν και αυτοί ό, τι δικαιούνται. Τα δικά μου αδέλφια, δηλαδή, δεν έχουν ψυχή; Η ανιψιά μου, που σέρνεται όλη μέρα στα συμβολαιογραφεία και τα δικαστήρια, δεν έχει κι αυτή το δικαίωμα να ξεκουραστεί λίγο και ν’ απολαύσει τους καρπούς των κόπων της, τόσα χρόνια στα θρανία; Νισάφι πια με τους αχόρταγους που έχω μπλέξει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τα χρήματα είναι δικά μου και αυτή τη φορά θα τα διαχειριστώ όπως θέλω εγώ. Αν τους αρέσει, αν δεν τους αρέσει, ας πάνε από εκεί που ήρθαν. Μου χρωστάνε, δεν τους χρωστάω».

Ξάπλωσε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του και ατένισε απέναντι το λόφο του Λυκαβηττού από τη μια μεριά και τη φωτισμένη Ακρόπολη από την άλλη. Σκέφτηκε ότι η αγορά εκείνου του ρετιρέ στην καρδιά της Αθήνας, ήταν η πιο έξυπνη κίνηση που είχε κάνει. Το σπίτι εκείνο ήταν το μόνο ακίνητο που είχε αγοράσει στο όνομά του, τώρα όμως που θα έπαιρνε κι εκείνα τα λεφτά, είχε σκοπό να αγοράσει και μια μονοκατοικία στα βόρεια προάστια, αφού η υπουργική του θητεία, και πιθανώς και η πολιτική του καριέρα, φαίνονταν να έχουν ημερομηνία λήξης. Έπρεπε να φροντίσει λίγο για τα γεράματά του. Είχε μάθει να ζει στη χλιδή και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στο μικροαστικό παρελθόν του. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι τα ποσοστά προτίμησής του από τους ψηφοφόρους, είχαν πιάσει πάτο, οπότε το μόνο που του έμενε ήταν να βουτήξει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε. Η θέση του, του παρείχε το προνόμιο να διαχειρίζεται τεράστια κονδύλια και δεν φαινόταν διατεθειμένος να μην χώσει τα χέρια του μέσα σε αυτά, όσο βαθύτερα του επέτρεπαν οι περιστάσεις.

Έμεινε πολλή ώρα σ’ εκείνη τη βολική θέση. Το ποτό, η υπέροχη θέα και η ησυχία, τον είχαν χαλαρώσει και κόντεψε να τον πάρει ο ύπνος επάνω στην πολυθρόνα του. Αισθάνθηκε την ανάγκη να σηκωθεί και να πάει μέσα, για να πέσει στο αναπαυτικό του κρεβάτι, βαριόταν όμως να σηκωθεί.

Όταν τελικά, γύρω στα μεσάνυχτα, το αποφάσισε, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ολοκληρώσει την κίνησή του. Κάποιοι από τους γείτονες άκουσαν έναν πυροβολισμό, κανένας όμως δεν φαντάστηκε ότι, η σφαίρα από το άγνωστο όπλο που εκπυρσοκρότησε απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα, είχε σαν στόχο της το κεφάλι του υπουργού περιβάλλοντος της χώρας.

Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;

Ένα μικρό απόσπασμα από το τελευταίο μυθιστόρημα του Στέλιου Αρώνη. Πρόκειται για ένα πολιτικό θρίλερ που φωτογραφίζει μερικώς τη σημερινή πολιτική κατάσταση!

...Η Μάγδα, από την πρώτη στιγμή που την έκλεισαν μέσα σ’ εκείνο το καταθλιπτικό υπόγειο, σκεφτόταν την απόδρασή της. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να εξαφανιστεί από τη φυλακή της, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Γνώριζε ότι, αν έμενε αρκετό καιρό φυλακισμένη, οι επιπτώσεις επάνω της θα ήταν επώδυνες. Η συμπεριφορά των δύο δεσμοφυλάκων της, φανέρωνε καθαρά τις εγκληματικές τους προθέσεις, αλλά και τις σεξουαλικές τους διαθέσεις. Δεν γνώριζε τι είδους εντολές είχαν πάρει από εκείνο το κάθαρμα τον αντιπρόεδρο, ούτε στιγμή όμως δεν αμφέβαλλε ότι τα ξεμπερδέματά της μ’ εκείνα τα μούτρα δεν θα ήταν καθόλου ευχάριστα. Ασφαλώς, ήταν βέβαιη ότι σε λίγες ώρες ο άντρας της θα είχε αρχίσει να την αναζητά και ίσως να δήλωνε την εξαφάνισή της στην αστυνομία, δεν έλπιζε όμως ότι θα μπορούσαν να την βρουν εύκολα. Κανένας σχεδόν δεν την είχε δει να φεύγει με συνοδεία από το υπουργείο, αλλά έστω και ότι υπήρχε κάποιος, αμφέβαλλε αν θα άνοιγε το στόμα του στους αστυνομικούς. Εξάλλου, το μέρος που την είχαν οδηγήσει, δεν το γνώριζε ούτε η ίδια. Αρχικά, είχε πιστέψει ότι είχαν βρεθεί στην περιοχή της Εκάλης, κάπου κοντά στην εθνική οδό, όταν όμως της έδεσαν τα μάτια και άρχισαν τις μανούβρες, υπέθεσε ότι μάλλον κάπου αλλού την είχαν πάει.


  Η απόλυτη ησυχία που επικρατούσε στην περιοχή, συνηγορούσε με αυτήν της την άποψη. Αν βρίσκονταν κοντά στον αυτοκινητόδρομο, ο θόρυβος από τα διερχόμενα αυτοκίνητα θα ήταν μεγάλος και συνεχής, ενώ εκεί επικρατούσε άκρα σιγή. Όταν τα μάτια της άρχισαν να συνηθίζουν στο χαμηλό φωτισμό, άρχισε να αναζητά τρόπο διαφυγής. Παρατηρώντας ολόγυρα, πρόσεξε ότι, εκτός από τη σιδερένια πόρτα εισόδου, το μοναδικό άλλο άνοιγμα που υπήρχε, ήταν ένα μικρός φεγγίτης ψηλά, κάτω από το ταβάνι, απέναντι ακριβώς από την πόρτα. Το παράξενο μ’ εκείνο το χώρο ήταν πως, αν και υπόγειος, ήταν αρκετά ψηλοτάβανος. Τα μοναδικά έπιπλά του ήταν, ένα άθλιο κρεβάτι, ένα μικρό τραπεζάκι και μια καρέκλα έτοιμη να διαλυθεί. Όσο για τουαλέτα, η βρώμικη λεκάνη στη γωνία και ο μικρός νιπτήρας δίπλα της, αρκούσαν για την εξυπηρέτηση της υγιεινής και των φυσικών αναγκών όποιου είχε την ‘’τύχη’’ να βρεθεί εκεί μέσα.

  Εναπόθεσε τις ελπίδες της στην ύπαρξη του φεγγίτη, το πλησίασμά του όμως αποδειχνόταν πολύ δύσκολη υπόθεση. Με έναν πρόχειρο υπολογισμό, κατάλαβε ότι, ακόμα κι αν ανέβαινε στο τραπέζι, πάλι θα δυσκολευόταν να τον φτάσει. Άσε που ήταν μικρός και το ογκώδες σώμα της ίσως δεν χωρούσε να περάσει...

Κυριακή 26 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ Ε.Φ. του Στέλιου Αρώνη.

                                        Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ




Του άρεσε να περνάει μέσα από τα χαλάσματα. Δρόμος, έστω χωμάτινος, υπήρχε, εκείνος όμως προτιμούσε τη διαδρομή μέσα από τα ερείπια. Η μητέρα του τον μάλωνε που έφθειρε τα παπούτσια του, οι φίλοι του τον αποκαλούσαν κολλημένο, αλλά εκείνος συνέχιζε να ακολουθεί το ίδιο, ανορθόδοξο δρομολόγιο, κάθε φορά που πήγαινε στην εκκλησία. Και πήγαινε κάθε Κυριακή ανελλιπώς. Δεν έκανε αυτή τη διαδρομή από ιδιοτροπία. Οι λόγοι που του το επέβαλαν ήταν απόλυτα λογικοί. Ο πρώτος και βασικότερος, ήταν καθαρά πρακτικός. Περνώντας μέσα από την κατεστραμμένη, παλιά πόλη, συντόμευε τη διαδρομή κατά ένα ολόκληρο χιλιόμετρο. Ο δεύτερος ήταν συναισθηματικός. Του δινόταν κάθε φορά η ευκαιρία να δει από κοντά ό, τι είχε απομείνει από το σπίτι του επιστήθιου φίλου του, του Φώντα, και να τροφοδοτήσει τη σκέψη του με αναμνήσεις.

Όταν έγινε ο βομβαρδισμός, η οικογένεια του Φώντα δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από την πόλη, με αποτέλεσμα να ξεκληριστεί. Δυστυχώς, δεν ήταν οι μόνοι. Μαζί μ’ αυτούς σκοτώθηκαν άλλες δεκαοκτώ χιλιάδες άνθρωποι, η πλειοψηφία δηλαδή των κατοίκων της μικρής τους πόλης. Η οικογένεια του Ντένιου και δυο-τρεις χιλιάδες ακόμα συμπολίτες τους, είχαν επιζήσει, χάρη στην πίστη τους στο Θεό. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο ιερέας του ναού, κάθε Κυριακή που πήγαιναν να εκκλησιαστούν, ο Ντένιος όμως, αν κι ο ίδιος πίστευε στο Θεό, δυσκολευόταν να το πιστέψει. Δεν καταλάβαινε γιατί ο εφημέριος επέμενε να τους το διατυμπανίζει. Η οικογένεια του Φώντα ήταν ευσεβής, θρησκευόμενη και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά της καθήκοντα, αλλά παρόλα αυτά δεν είχε καταφέρει να αποφύγει το θάνατο. Η πίστη της στον ουράνιο πατέρα δεν την είχε βοηθήσει να επιζήσει.

Περνώντας τώρα μπροστά από εκείνον τον σωρό ερειπίων που κάποτε ήταν το σπίτι του φίλου του, ένιωσε να δακρύζει. Συγκινήθηκε στη θύμηση των τόσων ωραίων στιγμών που είχαν περάσει μαζί. Είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα, δεν μάλωναν ποτέ και έπαιζαν μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η μόνη διαφορά τους ήταν πως ο Φώντας δεν τα κατάφερνε τόσο καλά στα μαθήματα, όσο εκείνος. Αυτό όμως δεν είχε σημασία, ούτε είχε αποτελέσει ποτέ αιτία για αντιπαράθεση.

Σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε το δρόμο του για την εκκλησία. Σήμερα ήταν η Κυριακή του άφρονος πλουσίου και στην ενορία τους θα παραβρισκόταν και ένας δεσπότης. Οι γονείς του είχαν πάει από πιο νωρίς, εκείνος όμως, όπως πάντα, συνήθιζε να αργεί λίγο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει πριν από ένα χρόνο, αλλά οι πληγές που είχε ανοίξει θα περνούσαν πολλά χρόνια έως ότου επουλώνονταν. Ο παπάς τους έλεγε ότι, αυτό που είχε συμβεί, ήταν θέλημα Θεού, για να ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι, όπως τόνιζε χαρακτηριστικά. Το τέλος του πολέμου είχε βρει ένα σχεδόν κατεστραμμένο πλανήτη, αλλά είχαν επιζήσει μόνον όσοι αγαπούσαν τον Θεό και σέβονταν τη θρησκεία. Οι υπόλοιποι, οι λάτρεις του σατανά, είχαν βρεθεί εκεί που τους άξιζε. Τώρα, γιατί μαζί με αυτούς είχε πάει και η ευσεβής οικογένεια του Φώντα, αυτό ο Ντένιος, δεν είχε καταφέρει να το εξηγήσει.

Είχε ήδη κλείσει τα δεκαεπτά του χρόνια και ολόκληρη η ζωή βρισκόταν μπροστά του, γι’ αυτό όφειλε να βλέπει τα πράγματα με αισιοδοξία. Ήταν πια αρκετά μεγάλος για να κρίνει λογικά και να παίρνει σωστές αποφάσεις. Μπορεί να ζούσαν στερημένα και οι συνθήκες διαβίωσής τους να μην ήταν οι ιδανικότερες, αλλά είχαν επιζήσει από ένα φοβερό πόλεμο και είχε αποδειχτεί ότι όλοι οι επιζώντες ήταν τα αγαπημένα τέκνα του Θεού. Άλλωστε, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν διέτρεχαν σχεδόν κανέναν κίνδυνο μόλυνσης, αφού οι βομβαρδισμοί είχαν γίνει με συμβατικές βόμβες και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πυρηνικά. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος που τολμούσε να περνάει άφοβα ανάμεσα από τα βομβαρδισμένα κτήρια.

Έφτασε έξω από την εκκλησία και πλησίασε στην είσοδο. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό και είδε ότι ήταν σχεδόν γεμάτη. Μπήκε κι εκείνος, άναψε το κεράκι του, προσκύνησε με ευλάβεια την μεγαλόπρεπη εικόνα του Χριστού και τραβήχτηκε σε μια άκρη. Παρακολούθησε όλη τη λειτουργία με κατάνυξη και στο τέλος έριξε όλο το βάρος της προσοχής του στον επίσκοπο που εμφανίστηκε με εντυπωσιακό τρόπο μπροστά τους. Ο ανώτατος ιερωμένος, ανέβηκε στον άμβωνα του ναού, ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και ο Ντένιος αναρωτήθηκε σε τι αποσκοπούσε η εξεζητημένη εμφάνιση ενός ταπεινού εκπροσώπου του Θεού.

«Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε το κήρυγμά του ο δεσπότης, «σήμερα είναι μια πολύ μεγάλη μέρα. Η παραβολή του άφρονος πλουσίου πρέπει να μας διδάξει πολλά. Ας μην ξεχνάμε τις δύσκολες καταστάσεις που περάσαμε και τις δυσκολίες που έχουμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε. Ο Θεός μας συμβουλεύει να είμαστε ευσεβείς, ταπεινοί, ολιγαρκείς, ελεήμονες και να μην επιθυμούμε τα μεγαλεία και τα πλούτη. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, μας λέει χαρακτηριστικά, δια στόματος του Χριστού. Ας είμαστε…», ο Ντένιος έπαψε να δίνει προσοχή στα λεγόμενα του δεσπότη. Έπιασε με την άκρη του ματιού του την Εύη, που στεκόταν στην απέναντι πλευρά της εκκλησίας και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή.

Δεν το περίμενε ότι θα τη συναντούσε. Δεν ήξερε ότι εκκλησιαζόταν εκεί. Είχε την εντύπωση ότι πήγαινε στην άλλη εκκλησία, απέναντι στο λόφο. Τώρα που την είδε να εμφανίζεται εκθαμβωτική απέναντί του, ξέχασε όλα τα άλλα και επικέντρωσε την προσοχή του επάνω της. Την πολιορκούσε εδώ και καιρό. Του άρεσε υπερβολικά και πίστευε ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Αντικρίζοντάς την εκεί, σκεφτόταν να βρει τρόπο με τον οποίον θα έπρεπε να ενεργήσει όταν θα τελείωνε η εκκλησία και θα έβγαιναν έξω, για να καταφέρει να την πλησιάσει. Πιθανότατα είχε έρθει με τους γονείς της, κάποια ευκαιρία όμως θα του δινόταν για να μιλήσει λίγο μαζί της.

Δεν έπαψε λεπτό να την κοιτάζει και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Η κοπέλα, κοκκίνισε ελαφρά, χαμογέλασε αδιόρατα και χαμήλωσε το κεφάλι της. Ο Ντένιος αναθάρρησε. Θεώρησε θετική την αντίδρασή της. Θα την ξεμονάχιαζε και θα της τα έριχνε στα ίσα. Ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα γινόταν το κορίτσι του.

Μόλις ο δεσπότης τελείωσε το κήρυγμα και ο παπάς άρχισε να ψέλνει, «δι’ ευχών των αγίων πατέρων…», έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Βγήκε πρώτος από την εκκλησία και στάθηκε απέναντι από την έξοδο, περιμένοντας την εμφάνιση της Εύης. Καθώς παρακολουθούσε τον κόσμο, πρόσεξε το σκάφος που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι του ναού και πλησίασε κοντά του. Ήταν ένα καταπράσινο, γυαλιστερό αερόπλοιο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Το χάζευε με θαυμασμό, έχοντας όμως και το νου του να μη χάσει από τα μάτια του την Εύη. Κι ενώ αναρωτιόταν ποιος ήταν ο τυχερός που, σ’ εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, κατείχε ένα τόσο πολυτελές μεταφορικό μέσον, είδε το δεσπότη να βγαίνει από την πλαϊνή έξοδο του ναού και να κατευθύνεται προς το σκάφος. Ο πιλότος του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν ατάραχος στη θέση του, μόλις είδε τον ιερωμένο, πετάχτηκε γρήγορα έξω κι έτρεξε να του ανοίξει την πόρτα.

Ο Ντένιος έμεινε ακίνητος, να κοιτάζει αποσβολωμένος τη σκηνή. Δεν χρειάστηκε να δει περισσότερα για να νιώσει να γκρεμίζονται όλα μέσα του. Μεμιάς, γέμισε η ψυχή του με αμφιβολίες. Χτένισε με το βλέμμα του τους ανθρώπους που έβγαιναν μέσα από την εκκλησία και ένιωσε το στόμα του να ξεραίνεται. Όλοι τους ήταν απλοί, φτωχοί και εξαθλιωμένοι άνθρωποι και αμφέβαλλε αν βρισκόταν κάποιος ανάμεσά τους, έστω ένας, που να ζούσε έτσι όπως ζούσε ο δεσπότης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, αμφισβήτησε τα πάντα γύρω του. Ο κόσμος σίγουρα δεν ήταν όπως ήθελαν να τους τον παρουσιάζουν. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, τους είχε πει ο δεσπότης, ο ίδιος όμως ζούσε μέσα στη χλιδή.

Την ώρα που είδε την Εύη να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο, ήταν πλημμυρισμένος από ερωτηματικά. Εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε ποιο ήταν το σωστό και τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, για ένα πράγμα όμως ήταν εντελώς σίγουρος. Για ένα πράγμα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία, κι αυτό δεν ήταν άλλο από την απόφασή του, πως δεν επρόκειτο ποτέ πια στην υπόλοιπη ζωή του να ξαναπατήσει το πόδι του στην εκκλησία.



@ @ @ @ @ @ @ @

Σάββατο 25 Σεπτεμβρίου 2010

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ.

Ένα διήγημα του Στέλιου Αρώνη, για τη δύναμη της ροκ μουσικής!

                                                        ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ




Βάδιζε παράλληλα με τον δεξιό κυλιόμενο διάδρομο της ενδεκάτης λεωφόρου, χωρίς να βιάζεται ιδιαίτερα. Είχε αρκετό ακόμα χρόνο στη διάθεσή του, γεγονός που του επέτρεπε να παρατηρεί το πολύβουο, ανώνυμο πλήθος της μεγαλούπολης. Περνώντας δίπλα τους, κοίταζε τα ανέκφραστα πρόσωπα των συμπολιτών του, χωρίς ωστόσο να παραξενεύεται από το αποβλακωμένο τους ύφος, αφού δεν αγνοούσε που ακριβώς οφειλόταν. Ήξερε ότι, για το φαινόμενο αυτό, υπεύθυνα κατά κύριο λόγο ήταν τα παραισθησιογόνα που τους χορηγούσε ελεύθερα η Πολιτεία. Όσοι πάλι από αυτούς δεν έκαναν χρήση αυτών των φαρμάκων, συμπεριφέρονταν σαν να έκαναν, εξαιτίας της μονότονης, καταπιεσμένης, σχεδόν μίζερης και κατά κανόνα άχαρης ζωής που ζούσαν. Με χαμηλό βιοτικό επίπεδο, που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ξεπερνούσε τα όρια της φτώχειας, η καθημερινότητά τους εξαντλούνταν στην εξασφάλιση ενός πιάτου φαγητού.

Ο δικτάτορας Λαμασών, τους υποσχόταν ότι η ανάκαμψη της οικονομίας βρισκόταν προ των πυλών, η πραγματικότητα όμως τον διέψευδε. Η περιβόητη ανάκαμψη, αργούσε πολύ να έρθει. Το παράδοξο ήταν ότι η οικονομική δυσπραγία άγγιζε μόνο το λαό και άφηνε μονίμως απ’ έξω την άρχουσα τάξη. Το δυστύχημα πάντως ήταν ότι τα βάσανά τους δεν σταματούσαν μόνον εκεί αφού, κάθε τρεις και λίγο, αναγκάζονταν να έρθουν σε σύρραξη με κάποιο από τα γειτονικά τους κράτη. Αν και η αφορμή γι’ αυτήν την ένοπλη σύγκρουση, συνήθως ήταν ασήμαντη, εντούτοις ο Λαμασών φρόντιζε να την παρουσιάζει σαν αναγκαία για την επιβίωση του Έθνους. Πριν από κάθε πολεμική επιχείρηση, έβγαζε πάντοτε έναν πύρινο λόγο, στοχεύοντας στην ανύψωση του εθνικού φρονήματος των πολιτών. Ταυτόχρονα έκανε και μια προσπάθεια να τους πείσει ότι υπεύθυνοι για όλα τα δεινά τους ήταν οι άλλοι, κι ότι εκείνος έκανε τα πάντα για να τους εξασφαλίσει την ελευθερία και την εθνική ανεξαρτησία.

Ο Φίγκινς θυμήθηκε ότι τον επόμενο χρόνο ήταν η σειρά του να υπηρετήσει στο στρατό και ένιωσε να ανατριχιάζει. Αυτό ήταν κάτι που δεν ήθελε να το θυμάται. Η εκπλήρωση της στρατιωτικής θητείας ήταν υποχρεωτική, οι πιθανότητες όμως, κατά τη διάρκειά της, να μην πάρει μέρος σε μια πολεμική σύγκρουση, ήταν ελάχιστες, ίσως μηδαμινές. Αν και ο πόλεμος διαρκούσε συνήθως λιγότερο από ένα μήνα, παρόλα αυτά, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έχαναν τη ζωή τους στις πολύνεκρες μάχες που λάβαιναν χώρα στην περιοχή των συνόρων. Σύμφωνα με εντελώς μέτριους υπολογισμούς, ο ένας στους τρεις στρατιώτες, δεν επέστρεφε ποτέ στην πατρίδα του. Άφηνε τα κοκαλάκια του στο πεδίο της μάχης, στο όνομα ενός ανόητου και ανώφελου πολέμου, απ’ τον οποίον ποτέ κάποιος από τους εμπλεκόμενους δεν έβγαινε νικητής.

Ο Φίγκινς ώρες-ώρες αναρωτιόταν ποιο ήταν το νόημα της τραγελαφικής εκείνης κατάστασης, δυσκολευόταν όμως να το βρει. Μερικές φορές βέβαια περνούσε από το μυαλό του ότι, υπεύθυνος για όλα αυτά, δεν ήταν ο γειτονικός λαός, αλλά ο ίδιος ο ηγέτης τους, γρήγορα όμως απόδιωχνε αυτήν την σκέψη από το νου του. Ο Λαμασών ήταν ένας σοβαρός και δίκαιος κυβερνήτης, που αγαπούσε το λαό και τη χώρα του και ο ίδιος ήταν που, στο παρελθόν, τους είχε σώσει από την πολιτική αστάθεια και τη διαφαινόμενη αναρχία, οπότε ήταν λάθος να ρίχνουν τις ευθύνες επάνω του.

Με όλα αυτά να περνούν από τη σκέψη του, έφτασε κοντά στη σχολή του. Απόδιωξε την απαισιοδοξία που τον γυρόφερνε σαν κακός δαίμονας και σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να βλέπει μόνον την άσχημη πλευρά της ζωής. Εκείνος την αγαπούσε και θα έκανε ό, τι καλύτερο μπορούσε για να περάσει όμορφα τα χρόνια της και να ζήσει πολύ. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά που οδηγούσαν στην είσοδο του πανεπιστημίου, έπιασε με την άκρη του ματιού του τον συμφοιτητή του τον Χάπινς. Για κάποιο περίεργο λόγο, κάθε φορά που αντίκριζε το μονόχνοτο εκείνο νέο, αισθανόταν παράξενα. Δυσκολευόταν να προσδιορίσει αν τον θαύμαζε, ή αν τον αντιπαθούσε. Ίσως να ένιωθε και τα δύο. Πιθανό να τον θαύμαζε για εκείνο το μόνιμα ατάραχο ύφος του, τον πράο χαρακτήρα του και τις επιδόσεις του στα μαθήματα. Ίσως πάλι να τον αντιπαθούσε για την αντικοινωνικότητά του, κατά βάθος όμως παραδεχόταν πως ένας ήταν ο βασικός λόγος που δεν τον έβλεπε με καλό μάτι.

Από τη στιγμή που είχε πληροφορηθεί ότι ο Χάπινς αγαπούσε τη ροκ μουσική, η πλάστιγγα των αισθημάτων του είχε γείρει προς το μέρος της αντιπάθειας. Δεν γνώριζε βέβαια αν ήταν αλήθεια, ή αν επρόκειτο για μια απλή φήμη. Πάντως, αν όντως συνέβαινε αυτό που ισχυρίζονταν μερικοί, τότε απορούσε με την απάθειά του.

Μα καλά, αναρωτήθηκε, δεν φοβάται; Η ροκ είναι απαγορευμένη πάνω από είκοσι χρόνια, κι αυτός έχει το θάρρος και την ακούει; Τόσο πολύ του αρέσει και παραγνωρίζει συνειδητά τον κίνδυνο να συλληφθεί και να τιμωρηθεί; Μήπως είναι ηλίθιος; Ο Λαμασών έχει απαγορεύσει με νόμο την ακρόαση της ψυχοφθόρας και ανατρεπτικής αυτής μουσική και ο Χάπινς κάθεται και την ακούει;

Άλλωστε, από αυτά που διαδίδονταν, ο Φίγκινς πίστευε ότι η ροκ, εκτός από παράνομη, ήταν και απαίσια. Την εντύπωση αυτή δεν την είχε από προσωπική εμπειρία, αφού εκείνος δεν είχε ακούσει ποτέ του κάποιο απαγορευμένο τραγούδι, αυτή ήταν όμως η κοινή πεποίθηση, κι εκείνος δεν είχε λόγο ν’ αμφιβάλλει για την ορθότητά της.

Βαδίζοντας δίπλα του στο μεγάλο διάδρομο που οδηγούσε στο αμφιθέατρο, τον εξέταζε διακριτικά, προσπαθώντας να τον ψυχολογήσει. Απορούσε με την ψυχραιμία του. Αν πράγματι ήταν οπαδός της παράνομης μουσικής, δεν φοβόταν για την τύχη του; Δεν καταλάβαινε ότι, αργά ή γρήγορα, η δραστηριότητά του αυτή θα γινόταν αντιληπτή από τις αρχές και θα τον οδηγούσε στη φυλακή;

Έπιασε τον εαυτό του να τον λυπάται. Ενδόμυχα, ευχόταν να ήταν όλα ψέματα και να μην κατέληγε πίσω από τα κάγκελα. Στην ουσία, ο Χάπινς ήταν ένας άριστος φοιτητής και ένα αρκετά αξιόλογο άτομο, που δεν συνήθιζε να δημιουργεί προβλήματα. Ο Φίγκινς λοιπόν αναρωτήθηκε, γιατί ο άλλος δεν έκανε μια προσπάθεια να διαψεύσει τις φήμες που κυκλοφορούσαν σε βάρος του; Γιατί δεν φρόντιζε να αποκαταστήσει την υπόληψή του, ώστε να κυκλοφορεί στο χώρο της σχολής με το κεφάλι ψηλά;

Και τότε ακριβώς, συνειδητοποίησε ότι ο Χάπινς ήταν ένοχος. Ήταν πια απόλυτα πεπεισμένος ότι, ο νεαρός συμφοιτητής του, είχε νοσήσει από την ασθένεια της ροκ, δεν καταλάβαινε όμως τι ήταν αυτό που τον εμπόδιζε από το να έκανε μια προσπάθεια να γιατρευτεί.

«Το βλάκα», σιγομουρμούρισε, «θέλει να φάει το κεφάλι του; Γιατί δεν ακούει μπραίηντ όπως όλοι μας; Τι είναι αυτό που τον οδηγεί στην αυτοκαταστροφή; Πώς μπορεί και ακούει αυτά τα ανοσιουργήματα;»

Μπαίνοντας στο αμφιθέατρο, του κατέβηκε μια ιδέα. Ήρθε και τρύπωσε με πανουργία και με επιμονή μέσα στο μυαλό του. Θα τον παρακολουθούσε. Θα προσπαθούσε να μάθει το μουσικό του στέκι. Μια νοσηρή περιέργεια τον κυρίευσε εντελώς ξαφνικά. Επιθυμούσε διακαώς να μάθει αν πράγματι ο Χάπινς άκουγε ροκ, παραδέχτηκε όμως ότι άλλο ήταν το κίνητρο της ενέργειας που σχεδίαζε. Απλά, ήθελε να ακούσει κι ο ίδιος με τα αυτιά του το περιβόητο εκείνο είδος μουσικής.



# # # # #



Εγκατέλειψε τον κυλιόμενο διάδρομο της ογδόης λεωφόρου και χώθηκε σε μια μισοσκότεινη πάροδο. Προχώρησε με γρήγορο βηματισμό μέχρι την μέση του στενού δρόμου και σταμάτησε μπροστά σε ένα παλιό τριώροφο κτήριο. Ερεύνησε προσεκτικά τον περίγυρο και την κακοφωτισμένη είσοδο και, η παντελής έλλειψη ανθρώπινης παρουσίας, του έδωσε θάρρος για τη συνέχεια. Αμέσως μετά, έβγαλε μέσα από την τσέπη του ένα μικροσκοπικό τηλεχειριστήριο και το σταθεροποίησε πέντε πόντους απέναντι από τη μηχανική κλειδαριά της πόρτας. Σχεδόν ταυτόχρονα πίεσε το λιλιπούτειο πλήκτρο του πομπού και μια λεπτή, πράσινη ακτίνα εισχώρησε στην εγκοπή υποδοχής του κλειδιού. Ακούστηκε ο μεταλλικός, χαρακτηριστικός ήχος κλειδαριάς που απελευθερώνεται και ο δρόμος για το εσωτερικό ήταν ανοιχτός.

Μπήκε μέσα με χίλιες προφυλάξεις και κατευθύνθηκε προς το υπόγειο. Κατέβηκε αθόρυβα και προσεκτικά τα σκαλιά που θα τον οδηγούσαν στο πολυπόθητο και μυστηριώδες μέρος. Η απογευματινή παρακολούθηση του Χάπινς, τον είχε βοηθήσει να μάθει καλά τα κατατόπια. Φτάνοντας στο πλατύσκαλο, δεν έβλεπε σχεδόν τίποτα. Ανακάλυψε, παρά είδε, τη μοναδική είσοδο που υπήρχε στο σκοτεινό εκείνο χώρο. Αφουγκράστηκε με ιδιαίτερη προσοχή και, μένοντας καθησυχασμένος, ακολούθησε την ίδια διαδικασία με την εξώπορτα. Δυσκολεύτηκε λίγο στην εξεύρεση της κλειδαριάς, στο τέλος όμως κατάφερε και τη βρήκε.

Μπαίνοντας μέσα, αισθάνθηκε κάτι σαν δέος. Αγωνιώντας για τη συνέχεια, έκλεισε πίσω του την πόρτα και άρχισε να ψάχνει ψηλαφιστά για κάποιο ηλεκτρικό διακόπτη. Όταν τον βρήκε και τον πίεσε, ο χώρος φωτίστηκε ασθενικά από ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό που κρεμόταν από την οροφή. Η εικόνα που παρουσιάστηκε μπροστά του, δεν τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Είδε πως βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο με λιτή επίπλωση. Εκτός από τέσσερα ξύλινα καθίσματα που βρίσκονταν τοποθετημένα στη σειρά, ακριβώς στο κέντρο του χώρου πίσω από ένα τραπεζάκι, και ένα σύνθετο έπιπλο στον απέναντι τοίχο, άλλο έπιπλο δεν υπήρχε. Εκείνο πάντως που τον εντυπωσίασε, δεν ήταν το στερεοφωνικό μηχάνημα που αναπαυόταν επάνω στο σύνθετο, αλλά η έλλειψη βρωμιάς. Ολόκληρη η αίθουσα άστραφτε από καθαριότητα και μια ευχάριστη μυρωδιά είχε πλημμυρίσει το χώρο.

Ικανοποιημένος που οι υποψίες του είχαν αρχίσει να επαληθεύονται, πλησίασε κοντά στο στερεοφωνικό μηχάνημα και στάθηκε μπροστά του. Καθώς άπλωνε το χέρι του για να το θέσει σε λειτουργία, ένιωσε παράξενα. Σχεδόν έτρεμε τη στιγμή που πατούσε το πλήκτρο ΟΝ.

Ο δυνατός, μπάσος ήχος που ξεχύθηκε ξαφνικά από τα ηχεία, τον κατατρόμαξε. Το πρωτόγνωρο άκουσμα τον ξάφνιασε, αλλά και τον παραξένεψε. Πρώτη φορά στη ζωή του άκουγε ένα μουσικό κομμάτι, στο οποίο ο ξέφρενος ρυθμός των ντραμς συνδυαζόταν τόσο άψογα με τον κρυστάλλινο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Ένιωσε να εκστασιάζεται. Άνοιξε διάπλατα τα αυτιά του και ρουφούσε με απληστία τις μελωδικές νότες και τους μεστούς στίχους ενός τραγουδιού, που το άκουσμά του τον γέμισε με ευχάριστα συναισθήματα και του έφτιαξε τη διάθεση. Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ακρόασή του, με τη συμμετοχή και του τελευταίου κύτταρου του κορμιού του. Αυτό δεν ήταν τραγούδι, ήταν μια ανεπανάληπτη μουσική πανδαισία. Συνειδητοποίησε ότι, η απαγορευμένη μουσική που συνέχιζε να εκπέμπεται σε καταιγιστικούς ρυθμούς από τα μεγάφωνα, του άρεσε υπερβολικά. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονταν οι πολέμιοί της, διέθετε ρυθμό, χρώμα, μελωδία, συναίσθημα …και στίχους. Συγκρινόμενη με τη μπραίηντ, μόνο στο ρυθμό έμοιαζε κάπως. Μπροστά στη ροκ, η ανιαρή και μονότονη μουσική της εποχής του, έμοιαζε με φτωχό συγγενή. Έδειξε λίγη μεγαλύτερη προσοχή στα λόγια του τραγουδιού και τότε κατάλαβε για ποιο λόγο ο Λαμασών την είχε απαγορεύσει. Ο τραγουδιστής με την ιδιόρρυθμη φωνή, εκλιπαρούσε για βοήθεια. Αναζητούσε τη χαρά της ζωής του και ο Φίγκινς σχεδόν ταυτίστηκε μαζί του.

Φοβήθηκε πως τελικά είχε αρρωστήσει. Είχε εισχωρήσει στον απαγορευμένο κόσμο της ροκ, κι αισθανόταν ότι δύσκολα θα κατάφερνε να ξαναβγεί. Αναλογίσθηκε τις συνέπειες και τρομοκρατήθηκε. Ο νόμος του δικτάτορα Λαμασών ήταν σαφής και αδυσώπητα σκληρός. Η κατοχή δίσκων μουσικής ροκ, κυρίως όμως η αναπαραγωγή και η ακρόαση αυτού του μουσικού είδους, απαγορευόταν αυστηρά, με ποινή που μπορούσε να φτάσει μέχρι και τα σαράντα χρόνια στα κάτεργα.

Ένιωσε μια ανατριχίλα να του διαπερνάει τη ραχοκοκαλιά, η ευχαρίστηση όμως που του προκαλούσε το εξαίσιο εκείνο άκουσμα, του απαγόρευσε να πανικοβληθεί, διώχνοντας μακριά και την αρχική του εντύπωση ότι είχε αρρωστήσει. Γνωρίζοντας ότι η εμφάνιση κάποιας ασθένειας συνοδεύεται κατά κανόνα από μια σειρά δυσάρεστων συμπτωμάτων, κατάλαβε ότι αποκλειόταν να είχε νοσήσει. Εκείνος αισθανόταν θαυμάσια. Δεν ένιωθε κακοδιαθεσία, ούτε πόνο, ούτε είχε πυρετό. Αντιθέτως, ένιωθε τόσο καλά, όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν.

Δεν είμαι άρρωστος, σκέφτηκε περιχαρής. Νιώθω καλύτερα από ποτέ. Η ροκ δεν είναι ασθένεια, είναι φάρμακο. Γέλασε στη σκέψη ότι είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα από την ακρόαση ενός και μόνο τραγουδιού.

Καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, ένιωσε δίπλα του την παρουσία κάποιου. Παραδόξως δεν πανικοβλήθηκε, ούτε γύρισε να κοιτάξει για να δει ποιος ήταν. Είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ν’ απολαμβάνει τη μουσική που νόμιζε ότι απεχθανόταν και ήξερε με βεβαιότητα πια ότι, ο δρόμος που είχε οριστικά και αμετάκλητα διαλέξει, ήταν χωρίς επιστροφή.

«Το τραγούδι που ακούς», άκουσε τον Χάπινς να του φωνάζει, προσπαθώντας να καλύψει τα ντεσιμπέλ των ηχείων, «είναι το PARANOID των BLACK SABBATH».

Μόλις το θαυμάσιο κομμάτι τελείωσε, ο άλλος τον προσπέρασε και πλησίασε κοντά στο στερεοφωνικό. «Θα σου βάλω να ακούσεις κάτι διαφορετικό», τον άκουσε να του λέει.

Ο Χάπινς κάθισε σε μια καρέκλα και προέτρεψε κι εκείνον να κάνει το ίδιο. Δευτερόλεπτα αργότερα ο αέρας γέμισε από τους μελωδικούς ήχους ενός τραγουδιού εντελώς διαφορετικού σε ύφος από το προηγούμενο.

Ο Φίγκινς έπεσε από τα σύννεφα. Στράφηκε και κοίταξε απορημένος τον άλλο. «Το τραγούδι που ακούμε είναι ροκ;» τον ρώτησε, παρόλο που γνώριζε από πριν την απάντηση. Καθώς ο Χάπινς του έγνεφε καταφατικά, αφοσιώθηκε στο άκουσμα του εξαίσιου εκείνου κομματιού συνεπαρμένος, όχι μόνον από την πανέμορφη μελωδία του, αλλά και από τα θαυμάσια λυρικά λόγια του.

Χορέψτε στο σκοτάδι της νύχτας, τραγουδήστε στο φως της αυγής,

τα μήλα γίνονται καστανά και μαύρα, το πρόσωπο του τυράννου είναι κόκκινο…,

τραγουδούσε με την χαρακτηριστική φωνή του ο παράξενος τροβαδούρος της εκπληκτικής εκείνης μπάντας και ο Φίγκινς λίγο έλειψε να κλάψει.

«Είναι οι LED ZEPELLIN στο THE BATTLE OF EVERMORE”, του εξήγησε ο Χάπινς και ο Φίγκινς ένιωσε πανευτυχής που είχε ήδη μάθει δύο από τα πολλά (πόσα άραγε;) συγκροτήματα της μουσικής που, όπως διαπίστωνε, διέθετε τη δύναμη να αλλάξει τον κόσμο.

…επιτέλους ο ήλιος λάμπει, τα γαλάζια σύννεφα κυλούν στον ουρανό,

ανάμικτα με φλόγες του δράκοντα του σκότους,

τα μάτια του οποίου τυφλώνει το φως του ήλιου.

Με αυτά τα αλληγορικά λόγια τελείωσε το υπέροχο εκείνο τραγούδι και η ψυχή του Φίγκινς σημαδεύτηκε ανεξίτηλα. Το συμπέρασμα που είχε ήδη, χωρίς μεγάλη δυσκολία, εξάγει ήταν προφανές. Αν ο λαός άκουγε αυτά τα τραγούδια, τα ψωμιά του Λαμασών θα ήταν πολύ λίγα. Ο τόπος δεν θα τον χωρούσε πλέον. Αν η ροκ μουσική διαδιδόταν, ο δικτάτορας θα έπαυε να υπάρχει. Άλλωστε, αυτός ήταν και ο λόγος που την είχε απαγορεύσει.

Έμεινε στο υπόγειο μέχρι αργά τη νύχτα. Επί ώρες άκουγε ασταμάτητα τα τραγούδια εκείνα, τα οποία με τον απίθανο δυναμισμό τους και την εκπληκτική αμεσότητά τους, σε έκαναν σκλάβο τους για πάντα. Μέσα σε ένα μόλις βράδυ, είχε μετατραπεί σε φανατικό εραστή της ροκ, και δε ντράπηκε να το παραδεχτεί. Αντιθέτως μάλιστα ένιωθε υπερήφανος γι’ αυτό και φασκέλωσε τον εαυτό του που είχε αφήσει να περάσουν τόσα χρόνια χωρίς ν’ ακούει μουσική, γιατί βέβαια η μπραίηντ μόνο μουσική δεν ήταν.

Απόλαυσε παρέα με τον Χάπινς τα καλύτερα τραγούδια των μεγαλύτερων τραγουδιστών και συγκροτημάτων της χρυσής εποχής της ροκ, κι έμαθε ένα σωρό λεπτομέρειες από τον υπομονετικό δάσκαλό του, γύρω από αυτό το τόσο ενδιαφέρον και ανεξάντλητο θέμα. Αποστήθισε τα ονόματα όλων σχεδόν των θρύλων της καινούριας του αγάπης, κι έφτασε μάλιστα στο σημείο να μη θέλει να φύγει από το στούντιο του καινούριου του φίλου.



# # # # #



Από εκείνο το βράδυ-ορόσημο της ζωής του, ο Φίγκινς έγινε ο πιο τακτικός θαμώνας του παράνομου υπόγειου. Καθόταν εκεί επί ώρες, άλλοτε μόνος και άλλοτε με τη συντροφιά του Χάπινς και δυο-τριών ακόμα νεαρών, και άφηνε τον εαυτό του να μεταφερθεί στο μαγευτικό κόσμο της πιο συναρπαστικής μουσικής όλων των εποχών. Αρκετά σύντομα είχε μάθει να ξεχωρίζει με ευχέρεια τα διάφορα είδη της. Από τις πρώτες κιόλας νότες ήταν σε θέση να καταλαβαίνει αν ακούει κλασσικό ροκ, χαρντ ροκ, χέβυ μέταλ, πανκ ροκ, μπάλαντ ροκ, εναλλακτικό ροκ, και τα λοιπά. Είχε χωθεί ολόκληρος μέσα σ’ εκείνον τον υπέροχο κόσμο, κι αισθανόταν ότι δεν επρόκειτο ποτέ πια στη ζωή του να ξαναβγεί από αυτόν.

Ένα απόγευμα όμως έγινε αυτόπτης μάρτυρας ενός περιστατικού, που τον υποχρέωσε να συνειδητοποιήσει κάτι πολύ σημαντικό, το οποίο δυστυχώς το είχε ξεχάσει. Αντικρίζοντας, καθώς μετέβαινε στο στούντιο του Χάπινς, μια ομάδα νεαρών να δέρνεται ανηλεώς, στη μέση του δρόμου, από μια διμοιρία σιδερόφρακτων αστυνομικών, ένιωσε να κυριεύεται από έναν ανείπωτο τρόμο. Μαθαίνοντας αργότερα ότι τα παιδιά εκείνα είχαν συλληφθεί επ’ αυτοφώρω να ακούν ροκ τραγούδια, το χώνεψε αρκετά καλά ότι το νέο του χόμπι ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο.

Συζητώντας το μάλιστα με τον Χάπινς, καθώς το στερεοφωνικό έπαιζε το SWEET FREEDOM των URIAH HEEP, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κάτι έπρεπε να κάνουν. Το να κάθονταν με σταυρωμένα χέρια και ν’ ακούν απλώς τα τραγούδια που τους άρεσαν, δεν έδινε λύση στο πρόβλημά τους.

Η νύχτα εκείνη τους φάνηκε ιδιαίτερα σκοτεινή και άκρως ζοφερή. Το απογευματινό περιστατικό τους είχε τρομοκρατήσει. Κινδύνευαν, αυτό ήταν βέβαιο, ενώ δεν μπορούσαν να παραγνωρίσουν και το γεγονός ότι υπήρχαν και σπιούνοι που, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό, θα μπορούσαν εύκολα να τους καταδώσουν στις αρχές.

Άκουγαν μανιωδώς μουσική και δεν κατάλαβαν πως πέρασε η ώρα. Άκουσαν ROLLING STONES, ANIMALS, PINK FLOYD, DEEP PURPLE, QUEEN, DOORS, AC/DC, WHO, R.E.M., IRON MAIDEN, METALLICA, RAMONES, JAMES, GUNS N’ ROSES, SCORPIONS, OASIS, U2, IGGY POP, και μια σωρεία ακόμα συγκροτημάτων και τραγουδιστών, προσπαθώντας ταυτόχρονα να βρουν με ποιο τρόπο έπρεπε να ενεργήσουν. Το είχαν πάρει απόφαση ότι όφειλαν να δραστηριοποιηθούν. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Δεν ήταν διατεθειμένοι να πιαστούν σαν τα ποντίκια μέσα σε εκείνο το υπόγειο. Τους φαινόταν παράλογο να διώκονται επειδή το έγκλημά τους ήταν ότι άκουγαν μουσική. Αν επρόκειτο να συλληφθούν, ας το πάθαιναν τουλάχιστον για κάποιο άλλο σοβαρότερο λόγο.

Λίγο πριν το ξημέρωμα τους πήρε ο ύπνος. Δεν άντεξαν άλλο και κοιμήθηκαν επάνω στα άβολα καθίσματά τους. Όταν ξύπνησαν, κόντευε μεσημέρι. Σηκώθηκαν με όλα τα μέλη του σώματός τους πιασμένα και με τη διάθεσή τους στο ναδίρ. Η ολονύκτια ακρόαση, ουδόλως τους είχε βοηθήσει. Όσο κι αν προσπάθησαν, τρόπο δράσης δεν κατάφεραν να βρουν. Νιώθοντας πίκρα και απογοήτευση, ετοιμάστηκαν να φύγουν. Μέχρι να ετοιμαστούν, ο Χάπινς άνοιξε το ραδιόφωνο. Έπιασε ένα σταθμό που μετέδιδε ειδήσεις και κινήθηκε προς την τουαλέτα. Άνοιξε την πόρτα για να μπει μέσα, αλλά δεν ολοκλήρωσε την κίνησή του. Ακούγοντας τον εκφωνητή να αναφέρεται στο χθεσινό γεγονός της σύλληψης των νεαρών, επέστρεψε στην αίθουσα.

‘’…οι δε δράστες του εγκλήματος της ακρόασης ροκ μουσικής, οδηγήθηκαν στη φυλακή και θα δικαστούν αύριο. Μεθαύριο Κυριακή, ο άρχοντας Λαμασών, με την ευκαιρία της νέας πολεμικής σύγκρουσης με τους βόρειους γείτονές μας, θα απευθύνει διάγγελμα προς τον λαό. Κανένας δεν πρέπει να λείψει από τη μεγαλειώδη συγκέντρωση που θα πραγματοποιηθεί στην κεντρική πλατεία της πρωτεύουσας. Όσοι δεν μπορέσουν να παραβρεθούν, ή όσοι μένουν μακριά, μπορούν να την παρακολουθήσουν από τις τηλεοράσεις τους, αφού έγινε γνωστό ότι θα μεταδοθεί και τηλεοπτικώς…’’

Ο Φίγκινς δεν χρειάστηκε να ακούσει περισσότερα. Παραμέρισε τον φίλο του και έκλεισε το ραδιοφωνικό δέκτη. Έβαλε στο στερεοφωνικό ένα δίσκο των TEN YEARS AFTER, επέλεξε το τραγούδι με τίτλο I’ D LOVE TO CHANGE THE WORLD και το έβαλε να παίζει. Η ιδέα του ήρθε εντελώς ξαφνικά και το χαμόγελο ξανάνθισε στα χείλη του. Στράφηκε προς τον Χάπινς και του είπε αινιγματικά: «Πάμε στη σχολή και θα σου πω στο δρόμο τι μπορούμε να κάνουμε».



# # # # #



Λίγο πριν ο άρχοντας της χώρας κάνει την εμφάνισή του στην εξέδρα που είχε στηθεί δίπλα στο κυβερνητικό μέγαρο, χιλιάδες άνθρωποι βρίσκονταν ήδη συγκεντρωμένοι στη μεγάλη, κεντρική πλατεία, ενώ χιλιάδες άλλοι συνέχιζαν να καταφτάνουν από όλες τις πλευρές. Οι κυλιόμενοι διάδρομοι δεν προλάβαιναν να αποβιβάζουν ανθρώπους όλων των ηλικιών. Οι περισσότεροι κρατούσαν στα χέρια τους τις πολύχρωμες σημαίες του έθνους, με το χαρακτηριστικό κεραυνό στην κάτω δεξιά γωνία τους, και το στεφανωμένο κεφάλι του Λαμασών στο κέντρο τους.

Τα παιδιά ανέμιζαν χαρούμενα τα σύμβολα της πατρίδας τους, οι περισσότεροι όμως από τους μεγάλους, δεν έδειχναν να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό τους. Τι χαρά και τι ενθουσιασμό μπορούσαν να δείξουν οι ταλαίπωροι πολίτες, τη στιγμή που στα χίλια προβλήματά τους, ερχόταν τώρα να προστεθεί κι εκείνο του πολέμου; Ποιος μπορούσε να φανταστεί τα δεινά που τους περίμεναν; Άραγε, πόσα από τα παιδιά τους θα άφηναν για πολλοστή φορά την τελευταία τους πνοή στο μέτωπο;

Στέκονταν όρθιοι, σκυθρωποί και ζαβλακωμένοι και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον, κυριευμένοι από το φόβο των σπιούνων που συνήθιζαν να χώνονται ανάμεσά τους. Περίμεναν υπομονετικά την εμφάνιση του δικτάτορα, ελπίζοντας σε μια σύντομη λήξη της φαρισαϊκής εμφάνισής του. Όταν τελικά εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά τους, άρχισαν όλοι να τον χειροκροτούν με προσποιητό ενθουσιασμό, χωρίς να παραλείπουν βέβαια να τον βρίζουν από μέσα τους. Ο Λαμασών χαιρετούσε το πλήθος που τον επευφημούσε, στρεφόταν κι έκανε το ίδιο και στις τηλεοπτικές κάμερες και κάποτε αποφάσισε να αρχίσει.

Καθάρισε τη φωνή του, έφτιαξε το μικρόφωνο και, πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ένας πρωτόγνωρος, δυνατός ήχος ξεχύθηκε σαν χείμαρρος από τα ηχεία. Το ξάφνιασμα ήταν ισχυρό για όλους, περισσότερο όμως για τον κεραυνοβολημένο δικτάτορα. Το τραγούδι που ακουγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας, η μουσική που έφτανε στα αυτιά και του τελευταίου πολίτη, ήταν απαγορευμένη. Το μουσικό κομμάτι, το οποίο οι περισσότεροι άκουγαν για πρώτη φορά, ηχούσε ευχάριστα στα αυτιά τους. Ύστερα μάλιστα από το πρώτο ξάφνιασμα, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αφυπνίστηκαν και άρχισαν κουνιούνται δειλά-δειλά στο ρυθμό του.

Ο Λαμασών ούρλιαζε, απειλώντας θεούς και δαίμονες. Φώναζε στους ακολούθους του να κλείσουν τα μεγάφωνα, να σταματήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τη συνέχιση εκείνης της οδυνηρής για τ’ αυτιά του μουσικής, που το άκουσμά της τον οδηγούσε στα όρια της παραφροσύνης, κανείς τους όμως δε φαινόταν πως είχε τη δυνατότητα να το κάνει. Το τραγούδι συνεχιζόταν με την ίδια αμείωτη ένταση και οι αντιπολεμικοί στίχοι του γέμισαν με αισιοδοξία τις ψυχές των πολιτών.

Κι ενώ ο OZZY OSBOURNE των BLACK SABBATH τραγουδούσε το WAR PIGS, εκατοντάδες χιλιάδες ευτυχισμένοι άνθρωποι, αγνοώντας το ανθρωπάκι που χτυπιόταν σαν δαιμονισμένο επάνω στην εξέδρα, λικνίζονταν αγκαλιασμένοι.





@ @ @ @ @ @ @ @