Τετάρτη, 3 Νοεμβρίου 2010

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

Ένα ακόμα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου!

                           Ο  ΠΡΑΣΙΝΟΣ  ΡΟΜΒΟΣ

...Κατά τις οκτώ η ώρα το πρωί ήταν έτοιμος για αναχώρηση. Κάλεσε πρώτα ένα αεροταξί και, όταν το είδε να προσγειώνεται μπροστά στην πόρτα του, βγήκε έξω. Καθώς κλείδωνε την εξώπορτα, άκουσε φωνές. Κοίταξε να δει τι συμβαίνει, αν και κατά βάθος γνώριζε πολύ καλά τι επρόκειτο να αντικρίσει, και μια φωνή μέσα του, του φώναξε ότι όφειλε να επέμβει.


Στην επόμενη γωνία του δρόμου, τρεις άντρες ξυλοκοπούσαν άγρια δυο γυναίκες. Ο Λεό έκανε νόημα στον πιλότο να περιμένει, κι έτρεξε προς το μέρος της συμπλοκής. Για εκείνον ήταν αδιανόητο, ακόμα και με τα δεδομένα του δογματισμού, τρία άτομα να δέρνουν αλύπητα δυο ανυπεράσπιστες γυναίκες. Πλησιάζοντας βέβαια κοντά, διαπίστωσε ότι δεν συνέβαινε ακριβώς αυτό που νόμιζε. Η μία από τις δύο κοπέλες αποδειχνόταν σκληρό καρύδι για τους νταήδες εκείνους. Με κινήσεις που μαρτυρούσαν ότι είχε γνώση πολεμικών τεχνών, τους είχε σακατέψει στο ξύλο. Η άλλη όμως αδυνατούσε να αντιδράσει δυναμικά και περιοριζόταν σε μια χαλαρή άμυνα, εισπράττοντας όμως αρκετές ξυλιές.

Η εμφάνιση του Λεό, τους ξάφνιασε όλους. Αντικρίζοντας έναν ξένο χωρίς εμβλήματα, δεν ήξεραν τι να υποθέσουν. Μόνον όταν εκείνος ξεμονάχιασε έναν από τους τρεις παλικαράδες και άρχισε να τον ξυλοφορτώνει, κατάλαβαν το ρόλο του. Δυο λεπτά αργότερα η μάχη είχε τελειώσει. Οι τρεις Πρωτοποριακοί με το καφέ τετράγωνο στο στήθος τους, βλέποντας ότι οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει δραματικά, κι ότι το αποτέλεσμα της συμπλοκής θα ήταν δυσμενές και ατιμωτικό για εκείνους, το έβαλαν στα πόδια.

Οι δυο γυναίκες κάθισαν αποκαμωμένες σε ένα πεζούλι και, καθώς περίμεναν να συνέλθουν, κοιτούσαν το νέο που τις είχε βοηθήσει με ευγνωμοσύνη και απορία. Ανάσαιναν με δυσκολία από την μεγάλη προσπάθεια που είχαν καταβάλει και της μιας έτρεχαν αίματα από τη μύτη και δάκρυα από τα μάτια. Ο Λεό έβγαλε το μαντήλι του και της το έδωσε να σκουπιστεί. «Είσαστε καλά;» τις ρώτησε με κάποια δόση ανησυχίας.

«Τώρα, ναι», μίλησε εκείνη που μαχόταν σαν άντρας. «Ευτυχώς που εμφανίστηκες εσύ, αδελφέ, γιατί η ξαδέλφη μου δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. Αλήθεια όμως, εσύ ποιος είσαι; Γιατί μας βοήθησες, αφού δεν βλέπω να είμαστε ομόδοξοι; Και, τελικά, τι παριστάνεις, μη φορώντας δογματικό σύμβολο;»

Όλη αυτή την ώρα, ο Λεό τις παρατηρούσε προσεκτικά. Δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι στο στήθος τους ζωγραφιζόταν ο κίτρινος κύκλος των Νεωτεριστών. Εκείνον άλλα τον ενδιέφεραν. Η ζόρικη φαινόταν πιο μεγάλη σε ηλικία και, με τα κοντά μαύρα μαλλιά της και την ασουλούπωτη εμφάνιση, έμοιαζε περισσότερο με αγόρι παρά με κοπέλα. Η άλλη όμως ήταν ένα πλάσμα μπουκιά και συγχώριο. Τα μαλλιά της ήταν μακριά και ξανθά και το πρόσωπό της, παρόλα τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, ήταν γλυκό και καλοσχηματισμένο. Όσο για το θεσπέσιο κορμί της, θα το ζήλευαν ακόμα και οι ντίβες του Χόλυγουντ.

«Τι να σας πω τώρα, αδελφές μου; Τι να σας εξηγήσω;» αρκέστηκε να πει. «Νομίζω ότι ο χώρος είναι ακατάλληλος για μια τέτοιου είδους συζήτηση. Άλλωστε δεν μας παίρνει και ο χρόνος. Καλύτερα να φύγουμε και να πάμε στις δουλειές μας και τα λέμε μια άλλη φορά», συμπλήρωσε, έχοντας βέβαια και άλλες, πονηρές σκέψεις στο μυαλό του.

Κοίταξε προς το μέρος που τον περίμενε το αεροταξί και τις ρώτησε: «Εσείς για πού το βάλατε τόσο πρωί και μάλιστα με τα πόδια; Δεν ξέρετε τι συμβαίνει στους δρόμους;» Άρχισε να βαδίζει προς το σκάφος. «Αν πηγαίνετε προς το κέντρο, μπορείτε να έρθετε μαζί μου με το ταξί. Εγώ εκεί πηγαίνω. Μην κάθεστε άλλο εδώ πέρα».

«Όχι, αδελφέ», μίλησε για πρώτη φορά η ομορφούλα, ξαναβρίσκοντας την αναπνοή της και σκουπίζοντας με την ανάποδη του χεριού της τα δάκρυά της. «Εμείς πηγαίνουμε στο σπίτι μας που είναι εδώ κοντά. Πες μας όμως που μένεις εσύ, για να σου επιστρέψουμε το μαντήλι».

Η τελευταία φράση που ειπώθηκε από εκείνο το γλυκό στοματάκι, του αναπτέρωσε το ηθικό και του ζωντάνεψε την ελπίδα ότι θα την ξανάβλεπε. Μια επίσκεψή της στο σπίτι του, θα του έδινε την ευκαιρία να γνωριστεί καλύτερα μαζί της, κι ίσως στεκόταν η αφορμή για μια στενότερη επαφή με εκείνο το υπέροχο θηλυκό. «Το σπίτι μου είναι εκείνη η μονοκατοικία με τα πράσινα παράθυρα», είπε δείχνοντας προς την πλευρά που στεκόταν το σκάφος. «Μπορείτε να με επισκεφτείτε όποτε θέλετε. Ονομάζομαι Λεό Αμάφη και είμαι μουσικός παραγωγός».

«Σ’ ευχαριστούμε πολύ, Λεό», ξαναμίλησε η ωραία, σπάζοντας τον πάγο και κάνοντας φανερές τις προθέσεις της, αφού απέφυγε το χαρακτηρισμό ‘’αδελφέ’’. «Εγώ είμαι η Ρέα και η ξαδέλφη μου είναι η Αμφιθέα».

«Γεια σας, λοιπόν, και σας παρακαλώ πολύ να προσέχετε», τους φώναξε καθώς έτρεχε προς το αεροταξί. Τη στιγμή που έμπαινε μέσα, ένα αυτοκίνητο της Υπηρεσίας Πειθαρχίας εμφανίστηκε από τον απέναντι δρόμο. Τους προσπέρασε και σταμάτησε μπροστά στις δύο γυναίκες, που στο μεταξύ είχαν σηκωθεί και βάδιζαν προς το σπίτι τους. Είδε τους πειθαρχικούς να συνομιλούν για λίγο με τις κοπέλες και αμέσως μετά, το όχημά τους συνέχισε το δρόμο του.

Ο Λεό σκέφτηκε ότι ήταν ευτύχημα που οι αστυνομικοί δεν τους είχαν δει την ώρα της συμπλοκής. Ίσως να θεωρούσαν τη συμμετοχή του παράνομη, καθώς η απουσία χαρακτηριστικών συμβόλων από τα ρούχα του, δε νομιμοποιούσε την εμπλοκή του στο συμβάν. Ασφαλώς η περίπτωσή του ήταν μοναδική και πιθανόν να μπέρδευε τις αρχές...

Δεν υπάρχουν σχόλια: