Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

Ένα μικρό απόσπασμα από ένα ανέκδοτο μυθιστόρημά μου.

                              Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ

«Θέλω να γράψεις ένα άρθρο για τη μουσική στην Ευρώπη τον προηγούμενο αιώνα», του είχε ζητήσει ο αρχισυντάκτης του περιοδικού, την προηγούμενη μέρα που είχαν μιλήσει στον τηλεπικοινωνητή. Πριν μάθει για τη ληστεία, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί, μόλις όμως μίλησε με τη Ρέα, η σκέψη του ξεκαθάρισε. Ήξερε τώρα πως έπρεπε να συντάξει το άρθρο του, το βρήκε όμως και σαν μια καλή ευκαιρία να εκθέσει έμμεσα τις απόψεις του για το θέμα του πολιτισμού, αφού και η μουσική πολιτισμός ήταν.

Είχε σκεφτεί πως θα το χειριζόταν. Θα άρχιζε με μια ανάλυση της μουσικής που επικρατούσε εκείνη την εποχή - θέμα το οποίο το κατείχε πολύ καλά - θα συνέχιζε με μια αναφορά στην επίδρασή της στον πολιτισμό και, σιγά-σιγά, θα προχωρούσε σε μια γενίκευση του θέματος πολιτισμός. Δεν γνώριζε αν ο αρχισυντάκτης ενέκρινε τελικά τη δημοσίευσή του, εκείνος όμως θα το έγραφε.

Ασχολήθηκε τρεις ώρες περίπου με αυτό. Το άρθρο δεν έπρεπε να είναι μεγαλύτερο από μια σελίδα. Βλέπεις ο χώρος που του διέθεταν στο περιοδικό ήταν συγκεκριμένος και αυστηρά περιορισμένος. Όταν το τελείωσε, το διάβασε και το ξαναδιάβασε, έκανε κάποιες μικροδιορθώσεις και στο τέλος το βρήκε κατάλληλο για δημοσίευση.

‘’Το κυρίαρχο είδος μουσικής’’, έγραφε, ‘’καθ’ όλη τη διάρκεια του προηγούμενου αιώνα ήταν το ροκ. Η επαναστατική αυτή μουσική, αν και οι καταβολές της χάνονταν στα βάθη του χρόνου, είχε νικήσει κατά κράτος τα νερόβραστα ποπ και έθνικ ακούσματα. Χάρη στη δύναμη των στίχων του και του διεγερτικού ήχου των ηλεκτρικών κιθάρων που συνόδευαν όλα τα τραγούδια του, το ροκ είχε καταστεί το πιο αγαπημένο είδος της νεολαίας, και όχι μόνο. Τα καινούρια συγκροτήματα ξεφύτρωναν σαν τα μανιτάρια και δεν ήταν λίγα αυτά που κατάφερναν να επιβιώσουν και να αναδειχτούν. Στις συναυλίες συνήθως γινόταν το αδιαχώρητο, κι αν μάλιστα το συγκρότημα ήταν από τα λεγόμενα πρώτα ονόματα, τότε η ζήτηση εισιτηρίων ήταν πολύ μεγαλύτερη. Το φαινόμενο αυτό είχε υποχρεώσει τους διοργανωτές να επιλέγουν μεγαλύτερους χώρους για τη διεξαγωγή τους’’.

Στη συνέχεια αναφερόταν στην επίδραση που είχε αυτού του είδους η μουσική στα διάφορα κοινωνικά και πολιτικά γεγονότα και σαν επίλογο διάλεξε να κάνει μια σύγκριση της πολιτιστικής συμπεριφοράς και των συνηθειών των ανθρώπων του τότε και του σήμερα.

‘’Οι άνθρωποι του προηγούμενου αιώνα, εκτός από τη συχνή παρουσία τους στις διάφορες συναυλίες και τα φεστιβάλ, συνήθιζαν να επισκέπτονται συχνά και τους αρχαιολογικούς χώρους της Γηραιάς Ηπείρου. Αγαπούσαν την τέχνη και τον πολιτισμό των αρχαίων προγόνων μας και παθιάζονταν όταν έρχονταν σε επαφή με τα αριστουργήματά τους, που τα έβλεπαν στους ίδιους ακριβώς τόπους, όπου αυτά είχαν δημιουργηθεί. Η συνήθεια αυτή, δυστυχώς στις μέρες μας, έχει χαθεί. Ο κόσμος αρκείται στην παρακολούθηση συναυλιών ή ντοκιμαντέρ αρχαιολογικού περιεχομένου, από την τηλεόραση. Άλλο όμως να βλέπει κάποιος τους αγαπημένους του τραγουδιστές ζωντανά και άλλο να τους βλέπει στο γυαλί. Άλλη αίσθηση έχει ένα άγαλμα ή ένας αρχαίος ναός όταν τον αντικρίζεις κάτω από το φως του ήλιου και άλλη όταν στον παρουσιάζουν στο άψυχο κουτί. Δεν γνωρίζω βέβαια ποιοι ακριβώς λόγοι μας ανάγκασαν να συμπεριφερόμαστε έτσι, νομίζω όμως πως καλό θα ήταν να αποκτούσαμε πάλι αυτή τη συνήθεια’’.

Το έστειλε μέσω διαδικτύου στο περιοδικό και περίμενε την γνώμη του αρχισυντάκτη. Έβαλε να ακούσει ξανά τη μουσική που είχε γράψει για τη διαφήμιση και βάλθηκε να τακτοποιεί λιγάκι τα πράγματά του. Πέντε λεπτά αργότερα τον κάλεσε ο αρχισυντάκτης. «Το διάβασα», του είπε ανέκφραστα, και ο Λεό προβληματίστηκε.

«Έχω την εντύπωση ότι εκεί, προς το τέλος, τα μπέρδεψες λίγο τα πράγματα. Ανακάτεψες τη μουσική με τα αρχαία, ξεφεύγοντας κάπως από το θέμα. Πιστεύω πως ήξερες τι έκανες και ότι είχες τους λόγους σου γι’ αυτό, δεν με ενδιαφέρει όμως να τους μάθω. Ξέρεις τι σκέφτομαι; ότι, τελικά, μάλλον είναι ωραίο να σπας λίγο τη μονοτονία του θέματος. Αν και νέος σχετικά συνεργάτης, νομίζω ότι έχεις πολλά προσόντα. Πάντως το άρθρο σου μου άρεσε και θα το δημοσιεύσω αυτούσιο στο περιοδικό, χωρίς να αλλάξω ούτε μια λέξη’’.

Ο Λεό ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση. Η ενέργειά του να προσπαθήσει μέσω ενός απλού κειμένου, να αφυπνίσει λίγο τα κοιμισμένα πνεύματα, είχε βρει ανταπόκριση από έναν άνθρωπο που αποδειχνόταν ότι διέθετε ανοιχτό μυαλό. Τις απόψεις του αυτές θα τις διάβαζαν πολλές χιλιάδες άνθρωποι και, πολλοί απ’ αυτούς θα καταλάβαιναν τι υπονοούσε, κάποιοι άλλοι όμως όχι. Για αρχή δεν ήταν άσχημα, με την ανοχή όμως του αρχισυντάκτη του, θα επιχειρούσε να το επαναλάβει. Ήταν ένας έμμεσος τρόπος επικοινωνίας με όσους, από τους αναγνώστες του περιοδικού, διαφωνούσαν με την ύπαρξη του δογματισμού, αλλά δεν είχαν τον τρόπο ή φοβόντουσαν να την εκφράσουν. Αν, όπως πίστευε, υπήρχαν κάποιοι που ασπάζονταν τις ίδιες με εκείνον ιδέες, σίγουρα θα προσπαθούσαν να έλθουν σε επαφή μαζί του. Το περιοδικό δημοσίευε τα στοιχεία όλων των συνεργατών του, οπότε όποιος αποφάσιζε να επικοινωνήσει μαζί του, θα μπορούσε εύκολα να το κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: