Σελίδες

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ


                          ΣΤΗ   ΛΑΙΚΗ  ΑΓΟΡΑ


    Άνοιξε πρώτα το ένα του μάτι. Η ηλιαχτίδα, που περνούσε μέσα από τη χαραμάδα του παραθύρου, του επιβεβαίωσε ότι είχε ξημερώσει. Άνοιξε και το άλλο του μάτι και αποφάσισε να σηκωθεί. Τώρα πια, με τον ερχομό της άνοιξης, δεν ήταν οδυνηρή η διαδικασία έγερσης, όπως ήταν το χειμώνα. Η σκέψη ότι δεν θα κρύωνε μέχρι να ντυθεί και, κυρίως, ότι δεν θα ήταν πια αναγκασμένος να γυρίζει στους δρόμους για να βρει ξύλα να κάψει στη μικρή του σόμπα, τον έκαναν να αισθανθεί ανακούφιση. Αφού πρώτα ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και οδήγησε τα βήματά του στην κουζίνα. Εκεί μέσα, παιζόταν καθημερινά η δεύτερη πράξη του δράματος που λεγόταν διαβίωση ηλικιωμένου συνταξιούχου. Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, όλο και κάτι φαγώσιμο βρισκόταν στο μικρό του διαμέρισμα, από τις δεκαπέντε όμως και μετά, η δυνατότητα σίτισης μειωνόταν σημαντικά. Το καλό ήταν ότι πάντοτε στη ζωή του υπήρξε λιτοδίαιτος, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη ποσότητας τροφής στο διαιτολόγιό του.
    Άνοιξε το ερμάρι και πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι φρυγανιάς που είχε απομείνει και μετά άνοιξε το ψυγείο. Το ένα και μοναδικό φύλλο μαρουλιού που αναπαυόταν θαρρείς στο κάτω ράφι του, του φάνηκε σαν ένας γευστικός θησαυρός. Έφαγε το λιτό πρωινό του και αναπόλησε τα πρωινά που απολάμβανε με τη μακαρίτισσα σύζυγό του. Μελαγχόλησε, όχι γιατί επιθύμησε τα πλούσια πρωινά τους, αλλά γιατί εκείνη του έλειπε. Την είχε χάσει από εγκεφαλικό δυο χρόνια πριν, κι από τότε ζούσε μέσα στη μοναξιά, παρέα με τη φτώχεια του και τις αναμνήσεις.
    Τελειώνοντας, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να φάει το μεσημέρι. Η αναζήτηση στις τσέπες του σακακιού του, μόνον ένα εικοσάλεπτο νόμισμα απέφερε. Στη σκέψη ότι πάλι θα καθόταν νηστικός, ένιωσε μια απερίγραπτη στενοχώρια. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στα συσσίτια του Δήμου, κάτι που το έκανε μερικές φορές, αυτή τη φορά όμως του ήταν αδύνατον. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνα βρίσκονταν μακριά και μόνον με τη συγκοινωνία θα κατάφερνε να φτάσει, πού όμως τώρα λεφτά για εισιτήρια; Πολλοί συνταξιούχοι πηγαινοέρχονταν χωρίς να ακυρώνουν εισιτήριο, εκείνος όμως δεν μπορούσε να το κάνει, δεν ήταν του χαρακτήρα του.
    Ζύγισε το μικρό νόμισμα στα χέρια του και θυμήθηκε ότι ήταν ημέρα λαϊκής. Εκεί, όλο και κάτι θα έβρισκε να αγοράσει με είκοσι λεπτά. Θα πεταγόταν λοιπόν μέχρις εκεί, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα να χάσει. Την ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές, έκανε μια προσεκτική έρευνα αγοράς, ένιωσε όμως να απογοητεύεται. Δεν βρήκε κάτι που να στοίχιζε κάτω από σαράντα με πενήντα λεπτά. Έβλεπε ορισμένους να περνούν δίπλα του με γεμάτες τσάντες και αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τραβήχτηκε σε μια άκρη και, εντελώς ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του με την παλάμη προς τα επάνω. Οι περισσότεροι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία, όταν όμως κάποιος συνομήλικός του, του έχωσε μέσα στην παλάμη ένα ευρώ, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε γοερά, όχι γιατί του έλειπε η αγαπημένη του γυναίκα, όχι γιατί είχε περιέλθει σε τόσο δυσχερή οικονομική θέση, αλλά επειδή έχασε κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο, κάτι το οποίο προσπαθούσε να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, την αξιοπρέπειά του!

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΓΑΜΟΥ


14.      ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ  ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ  ΓΑΜΟΥ
    Του  Ωνάση  Δακρυγόνη


    Τρολλιά του άθεου φίλου Ωνάση σε σελίδα του φέισμπουκ με τον τίτλο  ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΟ ΓΑΜΟ.

    ‘’Καλησπέρα αδέλφια, κι ας μου επιτρέψετε την εισαγωγή. Σας γράφω με μεγάλη προσωπική σύγχυση. Ελπίζω να με ανεχτείτε. Δεν τολμώ ακόμα να μοιραστώ την εμπειρία μου αλλού.
    Μέχρι πριν από λίγο καιρό, ήμουν ένας άπιστος Θωμάς. Είμαι 26 ετών, εργατικός, δεν είχα όμως την ευκαιρία να σπουδάσω νεότερος. Σχεδίαζα να σπουδάσω βιολογία (πού Χριστέ μου;) στη Φινλανδία, σε μια χώρα με 60%  άθεους. Πάντοτε ένιωθα το θεό μέσα στο μυαλό μου, έπειτα και μέσα στην καρδιά μου. Πριν από μια εβδομάδα, λοιπόν, διάβασα το βιβλίο Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ του Κάρολου Δαρβίνου, για να δω τι θα σπουδάσω, και έφριξα. Κοιμήθηκα με μεγάλη αναστάτωση και σε όνειρό μου, μου αποκαλύφθηκε ο Άγιος Γεώργιος, μεγάλη η χάρη του. Έβλεπα, λέει, ένα δράκο του Κόμοντο (varanous comodoensis) παρόμοιο με τις σαύρες που είχε ανακαλύψει ο Δαρβίνος στα νησιά Γκαλάπαγκος, να με κυνηγά να με καταβροχθίσει. Εμφανίστηκε τότε ο Άγιος Γεώργιος καβάλα επάνω στο άλογό του και με το δόρυ του διαπέρασε το δράκο. Έπειτα, κατέβηκε από το άλογο και μου είπε: «Ο θεός είναι μεγάλος, αν όμως δεν ακολουθήσεις το δρόμο του, δεν θα μπορεί να σε σώζει για πάντα. Οι αμαρτίες σου θα σε κυνηγούν μια ζωή να σε κατασπαράξουν, αν δεν μετανοήσεις».
    Ξύπνησα απότομα, λουσμένος στον ιδρώτα. Πήγα γρήγορα στην κουζίνα αλαφιασμένος, όπου εκεί η μητέρα μου ζύμωνε ψωμί. Με ρώτησε τι μου συνέβαινε, ενώ πέταξε στα σκουπίδια τη συσκευασία από το αλεύρι. Ήταν ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εγώ το μάζεψα αμέσως και το έκρυψα κάτω από το μαξιλάρι μου. Από τότε χώρισα με τη σχέση μου, εγκατέλειψα οριστικά τα σχέδιά μου για το εξωτερικό και επισκέπτομαι συχνά τον πνευματικό μου. Θέλω να μείνω εδώ, στην πατρίδα της Ορθοδοξίας μας και να γνωρίσω μια Χριστιανή Ορθόδοξη, με σκοπό το γάμο. Όποια ενδιαφέρεται, ας μου στείλει κάποιο μήνυμα.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ

    Όλα σχεδόν τα έχω δει στη ζωή μου, αυτό όμως που αντίκρισα προχθές στο σούπερ μάρκετ, δεν το έχω ξαναδεί. Τελικά η πραγματικότητα ξεπερνά μερικές φορές και αυτήν την ίδια την φαντασία, ακόμα και τη δική μου, την οποία δεν στερούμαι, όπως θα γνωρίζουν και όσοι με διαβάζουν. Περιμένω λοιπόν υπομονετικά να έρθει η σειρά μου στο ταμείο για να πληρώσω, πίσω από έναν ηλικιωμένο κύριο. Αυτός κρατάει στα χέρια του το καλάθι γεμάτο εμπορεύματα, κι όταν έρχεται η σειρά του, δεν τα βγάζει να τα ακουμπήσει στον πάγκο, αλλά περνάει το καλάθι κάτω από το ταμείο και πηγαίνει μπροστά. Τον κοιτάζω με κατάπληξη, νομίζοντας ότι θα τα πάρει και θα φύγει, αλλά  εκείνος μου κάνει νόημα να τοποθετήσω τα δικά μου εμπορεύματα επάνω στον πάγκο. Αναρωτιέμαι τι έχει σκοπό να κάνει, κοιτάζω ερωτηματικά την ταμία, η οποία ανασηκώνει απλώς τους ώμους, και τον βλέπω να παίρνει ένα-ένα τα προϊόντα από το καλάθι του, να σκύβει μπροστά από τη μηχανή κοστολόγησης και να τα χτυπάει για να τιμολογηθούν. Έπειτα τα βάζει στις σακούλες και συνεχίζει μέχρι να τελειώσουν όλα. 
    Η κυρία μετά από μένα με ρωτάει σιγά: ''Τι γίνεται εδώ πέρα; Γιατί το κάνει αυτό;'' 
   ''Μάλλον πρόκειται για περίπτωση ψυχοπάθειας", της απαντώ, ενώ εκείνη συνεχίζει να μην πιστεύει στα μάτια της.
   Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, μόλις ο ηλικιωμένος πλήρωσε και έφυγε, η ''διάγνωσή'' μου δεν ήταν λάθος. Η ταμίας, που τον γνώριζε από παλιά, μας εξήγησε ότι πάντα έτσι κάνει, γιατί δεν θέλει να πιάνουν άλλοι τα πράγματά του, επειδή φοβάται τα μικρόβια.
    Κλασσική περίπτωση φοβίας (μορφή ψυχοπάθειας) από έναν άνθρωπο που, λόγω ηλικίας, βρίσκεται πολύ κοντά στο θάνατο. Δεν αφήνει την ταμία να πιάσει στα χέρια της τα είδη που αγοράζει, για να μην τον κολλήσει μικρόβια. Προϊόντα δηλαδή, τα οποία έχουν πιάσει δεκάδες άλλα χέρια πριν. Πραγματικά η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος.   

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

  Η μέθοδος της δημιουργίας και καθιέρωσης μιας θρησκείας είναι απλή και δοκιμασμένη. Κατασκευάζεις έναν μύθο που έχει άμεση σχέση με τον αρχέγονο φόβο του ανθρώπου για τον θάνατο, τον διανθίζεις με μερικές πικάντικες ιστοριούλες και η συνταγή είναι έτοιμη. Ένας παντοδύναμος μηχανισμός εξουσίας έχει ήδη εδραιωθεί. Αυτό βέβαια δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί, αν η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ήταν ανασφαλής και ευκολόπιστη. Με δεδομένη λοιπόν την απουσία κριτικής σκέψης των περισσοτέρων, και χάρη στην έλλειψη αμφισβήτησης που διακρίνει μια δραματικά μεγάλη πλειοψηφία, οι θρησκείες ζουν και βασιλεύουν. Η ελπίδα της συνέχισης της ανθρώπινης ζωής και μετά τον βιολογικό θάνατο, συντηρεί τις εικασίες των εκπροσώπων κάποιου ανώτερου δήθεν όντος περί ύπαρξης κόλασης και παραδείσου. Παρόλο που δεν έχει αποδειχτεί κανένας από τους ισχυρισμούς τους (πώς θα μπορούσε άλλωστε να αποδειχτεί η ύπαρξη του ανύπαρκτου;) εντούτοις ο δογματισμός τους, κρατάει δέσμιους εκατομμύρια ανθρώπων. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς πολλών ρασοφόρων, γίνεται φανερό ότι δεν είναι και λίγοι αυτοί που δεν πιστεύουν σε όσα κηρύττουν. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, ένας ιερωμένος να κάνει τα αίσχη και να πιστεύει στην κόλαση, τη στιγμή που γνωρίζει ότι με τις πράξεις του οδηγείται κατευθείαν στην αγκαλιά του διαβόλου. Υπάρχει καλύτερη απόδειξη λοιπόν ότι όλα αυτά που ευαγγελίζονται είναι παραμύθια;
    Ο φόβος φυλάει τα έρμα, λέει μια παροιμία και οι μαυροφορεμένοι σκοταδιστές την έχουν κάνει πράξη. Ποντάρουν στο σίγουρο άλογο που λέγεται ''υπαρξιακή αγωνία του θνητού'' και πουλάνε φρούδες ελπίδες στις απελπισμένες νοήμονες, υποτίθεται,  υπάρξεις του πλανήτη. Από την πνιγηρή αναπνοή τους, από τον νοσηρό εναγκαλισμό τους, ξεφεύγουν μόνον όσοι κάνουν την υπέρβαση και αρχίζουν την αναζήτηση. Μόνον με τη λογική και την εμπεριστατωμένη έρευνα μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια. Μόνον η επιστήμη μας παρέχει τη δυνατότητα να πάρουμε κάποιες απαντήσεις στα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ερωτήματα που μας ταλανίζουν. Οι θρησκείες υπάρχουν για να εξυπηρετούν τους πονηρούς σκοπούς των ταγών τους και για να εκμεταλλεύονται τους αφελείς που τους πιστεύουν. Αν αυτό γίνει κατανοητό από όσους περισσότερους γίνεται, τότε μόνον θα απαλλαγούμε οριστικά από αυτό το απόστημα!
  

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ολόκληρο το ομώνυμο διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


                    ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ  ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


    Το ταξίδι που προγραμμάτισαν, θα διαρκούσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτό το γνώριζαν όλοι οι συμμετέχοντες, τι σημασία όμως μπορούσαν να έχουν μερικά χρόνια από τη ζωή τους μπροστά στην αιωνιότητα; Εξάλλου, αυτήν θα πήγαιναν να συναντήσουν και δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα το κατάφερναν. Η ιδέα ήταν του εφημέριου Αγάπιου και, μόλις εκείνος την ανακοίνωσε στους πιστούς της ενορίας του, όλοι ανεξαιρέτως την δέχτηκαν με αγαλλίαση και ενθουσιασμό. Το είδε, έτσι τους είπε, στον ύπνο του και το θεώρησε θεϊκό σημάδι, το οποίο δεν θα έπρεπε επουδενί να αγνοήσουν. Έτσι, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους και έδωσαν όρκο μπροστά στο θαυματουργό εικόνισμα της Παναγίας, παρήγγειλαν ένα διαστημόπλοιο στην εταιρία ευέλικτων διαστημικών σκαφών και, μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του, ετοιμάζονταν ψυχολογικά με ολονυκτίες και προσευχές.
    Υπήρχαν βέβαια δυο προβληματάκια, τα οποία θα έπρεπε να ξεπεραστούν ώστε να γίνει εφικτό το όραμά τους, ουσιαστικά όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να αναστείλει το ταξίδι τους. Ο Θεός τους είχε στείλει το μήνυμά του και βρισκόταν διαρκώς δίπλα τους. Το πρώτο και πιο σημαντικό ήταν το οικονομικό, καθώς η κατασκευή ενός τέτοιου είδους σκάφους απαιτούσε μεγάλο κόστος, με τη βοήθεια όμως των πιστών, ακόμα και αυτών που για διάφορους προσωπικούς λόγους δεν θα λάβαιναν μέρος στο εγχείρημα, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα. Το δεύτερο ήταν η εύρεση έμπειρου κυβερνήτη και πληρώματος για την επάνδρωση του διαστημόπλοιου,  αλλά κι αυτό το πρόβλημα λύθηκε αρκετά σύντομα. Λίγες μέρες μετά την δημοσίευση στο διαδίκτυο της σχετικής αγγελίας, βρέθηκαν αρκετοί πρόθυμοι θρησκευόμενοι εθελοντές με προϋπηρεσία στα ταξίδια στο διάστημα, καθώς και ένας πανάξιος κυβερνήτης.
    Την τελευταία μέρα, λίγο πριν την αναχώρησή τους από τη Γη, συγκεντρώθηκαν όλοι στην εκκλησία, πενήντα έξι άτομα συνολικά, για να προσευχηθούν όλοι μαζί, να δοξολογήσουν τον Θεό και να ακούσουν τα λόγια του εμπνευσμένου ιερέα τους. Μόλις η δοξολογία τελείωσε, ο Αγάπιος εμφανίστηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη, λουσμένος από το φως των πολυελαίων και των εκατοντάδων κεριών, και φάνταζε σαν Άγιος. Κανένας από το εκκλησίασμα δεν αμφέβαλλε ότι κάποτε στο μέλλον, ο ιερέας τους, ο πρωτοπόρος εκείνος κληρικός, θα ανακηρυσσόταν άγιος από την χριστιανική εκκλησία.
    «Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε να λέει με την επιβλητική φωνή του, «σε λίγη ώρα εγκαταλείπουμε τα εγκόσμια και βάζουμε πλώρη για τον ουρανό. Η πράξη μας αυτή είναι πρωτοποριακή και  πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια ομάδα ανθρώπων θα αναζητήσει τις πύλες του παραδείσου και την συνάντησή της με το Θεό, ενώ βρίσκεται εν ζωή. Μέχρι τώρα μόνον οι ψυχές των νεκρών είχαν καταφέρει να συναντήσουν τον Κύριο. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι εμείς είμαστε οι εκλεκτοί, κι αυτό προσδίδει μεγάλη βαρύτητα στο εγχείρημά μας. Το επόμενο διάστημα όλη η Γη θα έχει τα μάτια της στραμμένα επάνω μας, περιμένοντας να δει τα αποτελέσματα αυτού του θαύματος. Και μόλις, με τη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου, όλα πάνε κατ’ ευχήν, ακόμα και ο πιο άπιστος άνθρωπος θα πειστεί επιτέλους για την ύπαρξη του Δημιουργού. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο μεγάλη ευθύνη έχουμε επωμισθεί, κι ελπίζω να βάλουμε όλοι τα δυνατά μας για την ευόδωση αυτής της προσπάθειας. Έφτασε επιτέλους ο καιρός να δοξαστεί ο Κύριος και να κατακρημνισθεί ο σατανάς. Πηγαίνετε τώρα στα σπίτια σας να πάρετε τα πράγματά σας και να αποχαιρετίσετε τους δικούς σας και σε μια ώρα να βρίσκεστε εδώ για αναχωρήσουμε για το διαστημοδρόμιο. Ο Θεός μαζί σας».
    Η εκτόξευση του σκάφους που θα μετέφερε πενήντα έξι ανθρώπους στον ουρανό, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και καλύφθηκε ζωντανά από όλα τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θάρρος και την πίστη των γενναίων εκείνων ανθρώπων και κυρίως για τον πρωτεργάτη αυτής της ιστορίας, τον πατέρα Αγάπιο. Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος είχε αποχαιρετήσει την φιλόδοξη ομάδα, την είχε ευλογήσει και είχε δηλώσει ότι, αν οι υποχρεώσεις της θέσης του και του αξιώματος του δεν τον κρατούσαν δέσμιο στη Γη, θα πήγαινε κι εκείνος μαζί τους, πολλοί όμως ήταν εκείνοι που δεν πολυπίστεψαν στα λεγόμενά του.
    Κάποιος από τους εκατοντάδες πιστούς που παρακολούθησαν από κοντά το γεγονός, ισχυρίστηκε ότι είδε δυο αγγέλους να πετούν δίπλα στο διαστημόπλοιο τη στιγμή της αναχώρησής του και το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στα πέρατα της οικουμένης. Πολλοί θεώρησαν το γεγονός σαν φαντασιοπληξία κάποιου ‘’πειραγμένου’’, τα εκατομμύρια των χριστιανών όμως το εξέλαβαν σαν θαύμα. Το θεώρησαν σαν την απόδειξη ότι το ταξίδι αυτό ήταν σχεδιασμένο από τον ίδιο το Θεό.
    Η επιβεβαίωση αυτής της άποψης ήρθε λίγες ώρες αργότερα από τον ίδιο τον εκπρόσωπο της αρχιεπισκοπής: ‘’Η εμφάνιση δυο αγγέλων την ώρα της απογείωσης, σύμφωνα με μαρτυρίες παρευρισκομένων, αποδείχνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την θέληση και την προσωπική παρέμβαση του Θεού. Το ταξίδι αυτό, που θα γραφεί στην ιστορία με χρυσά γράμματα και το οποίο θα αποτελέσει το ορόσημο της θρησκευτικής μας πίστης, είναι χωρίς αμφιβολία σκέψη και δημιούργημα του ίδιου του Παντοκράτορα. Θα παρακολουθούμε ανελλιπώς την εξέλιξή του και θα ενημερώνουμε το ποίμνιο. Με τη χάρη του Κυρίου και Θεού μας, όλα θα πάνε καλά’’.
    Συνήθως τα διαστημικά ταξίδια, αν και κάπως ανιαρά, στην ουσία είναι συναρπαστικά. Η διαρκής εναλλαγή του στερεώματος, τα ουράνια φαινόμενα και οι κίνδυνοι από απρόβλεπτες καταστάσεις, αποτελούν ένα σύνολο που δεν θα μπορούσε κάποιος να το πει βαρετό. Εκείνο που κουράζει λιγάκι είναι η υπερβολικά μεγάλη διάρκειά τους, αυτό όμως ούτε κατά διάνοια ενόχλησε τους τολμηρούς ταξιδιώτες. Αυτοί, απασχολημένοι με την ανάγνωση των γραφών και με τις συνεχείς παρακλήσεις και προσευχές, δεν έδωσαν ούτε μια φορά σημεία ανίας και βαρεμάρας. Τα μόνα που ένιωθαν ήταν μια μικρή ανυπομονησία και μια δικαιολογημένη αγωνία, για τον ερχομό της πολυπόθητης στιγμής που θα συναντούσαν τον Δημιουργό.
    Τα τρία πρώτα χρόνια πέρασαν χωρίς εκπλήξεις, με εξαίρεση τις εμφανίσεις κάποιων αστεροειδών, τις οποίες όμως οι πιστοί δεν τις είδαν, καθώς ήταν χωμένοι μέσα στο παρεκκλήσι του σκάφους και υμνούσαν τον Κύριο. Μόνον ο κυβερνήτης και οι δυο βοηθοί του αντίκρισαν αυτά τα φαινόμενα, από το πανοραμικό κρύσταλλο του πιλοτηρίου. Ο καιρός περνούσε και οι παράξενοι ταξιδιώτες ανυπομονούσαν όλο και περισσότερο να φτάσουν στον προορισμό τους. Η πεποίθησή τους ότι θα συναντούσαν τον Μεγαλοδύναμο στην ίδια του την Έδρα ήταν ακλόνητη, και το μόνο που αγνοούσαν ήταν η χρονική στιγμή που αυτή η πολυπόθητη συνάντηση θα έπαιρνε σάρκα και οστά, που αυτό το όνειρο θα έβγαινε αληθινό.
    Ο κυβερνήτης, ένας μαυριδερός πενηντάρης, ήταν κι εκείνος θρησκευόμενος, κι αυτή ήταν η βασική αιτία που τον ώθησε να συμμετάσχει σε μια τόσο παράξενη όσο και επικίνδυνη αποστολή. Γνωρίζοντας την απεραντοσύνη του Σύμπαντος, δεν πίστευε και πολύ στην αίσια κατάληξη του ταξιδιού τους. Κατά την άποψή του οι πιθανότητες να συναντούσαν τον Παράδεισο ήταν ελάχιστες, δεν το απέκλειε όμως εντελώς. Σκεφτόταν ότι, αν όντως ο παπάς το είχε δει στον ύπνο του, ίσως και να ήταν θέλημα Θεού. Έτσι, κάποια στιγμή μετά από τρία χρόνια ταξιδιού, το αντίκρισμα ενός παράξενου διαστημικού φαινόμενου, τον πλημμύρισε με ανάμικτα συναισθήματα. Αρχικά ένιωσε δέος και μια μικρή ελπίδα ότι ίσως είχαν επιτέλους φτάσει στον προορισμό τους, παρατηρώντας όμως καλύτερα το εντυπωσιακό θέαμα του πολύχρωμου νέφους που απλωνόταν μπροστά τους, άρχισε να ανησυχεί. Έλεγξε τους υπολογιστές του σκάφους, αναζήτησε στα αρχεία του παρόμοια φαινόμενα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μάλλον επρόκειτο για την έκρηξη κάποιου σούπερ νόβα.
    Πανικοβλήθηκε. Αν το συμπέρασμά του ήταν σωστό, θα έπρεπε το συντομότερο δυνατό να αλλάξουν πορεία, αν και υπέθεσε ότι μάλλον ήταν αργά πια. Πάντως όφειλε να προσπαθήσει. Έκανε τους κατάλληλους χειρισμούς και το σκάφος πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, παραξενεύοντας τους συγκυβερνήτες του.
    «Τι συμβαίνει, καπετάνιε;» τον ρώτησαν με μια φωνή. «Γιατί γυρίζουμε πίσω;»
    «Δεν βλέπετε τι συμβαίνει μπροστά μας; Θέλετε να συναντηθούμε με ένα σούπερ νόβα;»
    «Μα τι λες τώρα;» του επιτέθηκε ο ένας από τους δυο. «Τώρα που φτάσαμε στον προορισμό μας, θέλεις να τα καταστρέψεις όλα; Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που αντικρίζουμε είναι ο ίδιος ο Παράδεισος;»
    Ο κυβερνήτης τον κοίταξε λοξά και δεν πίστευε στα αυτιά του. Το γνώριζε ότι, ο συγκυβερνήτης που του είχαν κολλήσει δίπλα του, ήταν θρησκόληπτος σαν όλους εκεί μέσα, δεν περίμενε όμως ότι θα ήταν τόσο τυφλός και τόσο άσχετος, ώστε να μην μπορεί να διακρίνει ένα επικίνδυνο ουράνιο φαινόμενο. Κατάλαβε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να τον πείσει για το λάθος του, δεν υπήρχε όμως χρόνος για καθυστερήσεις. Διαβλέποντας άσχημες εξελίξεις, κινήθηκε προς το συρτάρι του πιλοτηρίου για να πιάσει το όπλο του, η ξαφνική είσοδος όμως του Αγάπιου περιέπλεξε περισσότερο τα πράγματα. Αν δεν ενεργούσε γρήγορα, η εμφάνιση του ιερωμένου θα έκανε ακόμα δυσκολότερη την κατάσταση.
    «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο παπάς θυμωμένα. «Για ποιο λόγο αλλάξαμε πορεία;»
    Φάνηκε να μην ενδιαφέρεται να πάρει απάντηση στην ερώτησή του. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και το ίδιο συνέβη και με το στόμα του, καθώς αντίκρισε στο πλάι του πανοραμικού κρυστάλλου το  φαντασμαγορικό θέαμα του πολύχρωμου νεφελώματος. Έμεινε άλαλος για μερικά δευτερόλεπτα και μετά είπε: «Ω, Θεέ μου! Ώστε μας έστειλες επιτέλους το θεϊκό σου σημάδι! Ερχόμαστε!»
    Καθώς ο κυβερνήτης ετοιμάστηκε να ανοίξει το συρτάρι, ο Αγάπιος έκανε νόημα στον συγκυβερνήτη, κι εκείνος χτύπησε δυνατά με τη γροθιά του τον ανώτερό του στο πίσω μέρος του κεφαλιού
    «Μπορείς να οδηγήσεις εσύ το σκάφος;» τον ρώτησε, καθώς ο κυβερνήτης έπεφτε αναίσθητος στο πάτωμα.
    «Νομίζω πως ναι».
    «Τότε οδήγησέ μας  στον Κύριο. Δεν βλέπεις ότι μας περιμένει; Αλήθεια, αυτός ο καταραμένος», είπε δείχνοντας τον πεσμένο κυβερνήτη, «γιατί προσπάθησε να αλλάξει την πορεία του σκάφους; Τι έπαθε; Δεν κατάλαβε ότι φτάσαμε μόλις ένα βήμα από τον πολυπόθητο σκοπό μας;»
    «Μας δήλωσε ότι δεν πρόκειται για τον Παράδεισο, αλλά για κάποιο διαστημικό φαινόμενο. Εμείς όμως δεν τον πιστέψαμε».
    «Καλά το είχα καταλάβει εγώ πως επρόκειτο για απεσταλμένο του διαβόλου. Ευτυχώς που είχα βάλει και σας τους θεοσεβείς μαζί του, διαφορετικά δεν θα καταφέρναμε να δούμε τον Κύριο. Και να που τώρα, έρχεται ένας απεσταλμένος του να μας παραλάβει», είπε κι έδειξε το διάπυρο μετέωρο που κατευθυνόταν με αστραπιαία ταχύτητα προς το μέρος τους.
    Οι δυο συγκυβερνήτες, συνειδητοποίησαν τι ακριβώς σήμαινε αυτό, δεν πρόλαβαν όμως να το εξηγήσουν στον τυφλωμένο από το φανατισμό ιερέα. Βλαστήμησαν τον εαυτό τους που αγνόησαν την γνώμη του πολύπειρου κυβερνήτη τους και επιχείρησαν πανικόβλητοι να αποφύγουν το μοιραίο, αλλά εις μάτην. Ευχήθηκαν μόνο να πήγαιναν, έστω και μετά θάνατον, στον Παράδεισο, αν και γι’ αυτό ένιωσαν μιαν αμφιβολία. Μόνον ο Αγάπιος παρέμεινε απαθής να παρακολουθεί με έκσταση τον ερχομό του φωτεινού ‘’αγγέλου’’. Ακόμα, και τη στιγμή που ο τεράστιος φλογισμένος βράχος διέλυε σε χίλια κομμάτια με εκκωφαντικό θόρυβο το διαστημόπλοιο, το αποχαυνωμένο ύφος και το ηλίθιο χαμόγελο της νοσηρής ψευδαίσθησης, βρισκόταν αποτυπωμένο στο παραμορφωμένο, από την έλλειψη της οποιασδήποτε επαφής του με την πραγματικότητα, πρόσωπό του! 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

    Το ταξίδι αυτό θα διαρκούσε για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά τι σημασία θα είχαν  μερικά χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα; Άλλωστε, αυτήν θα πήγαιναν να συναντήσουν και πίστευαν ότι, με τη βοήθεια του θεού, θα το κατάφερναν. Η ιδέα ήταν του εφημέριου Αγάπιου και, μόλις την ανακοίνωσε στους πιστούς της ενορίας του, εκείνοι την δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Το είδε, τους είπε, στον ύπνο του και το θεώρησε θεϊκό σημάδι, το οποίο επουδενί θα έπρεπε να το αγνοήσουν. Έτσι, παρήγγειλαν ένα διαστημόπλοιο στην εταιρία ευέλικτων διαστημικών σκαφών και, μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του, ετοιμάζονταν ψυχολογικά με ολονυκτίες και προσευχές. Υπήρχαν βέβαια κάποια προβληματάκια τα οποία θα έπρεπε να ξεπεραστούν, τίποτα όμως δεν θα μπορούσε να αναστείλει το ταξίδι τους. Το πρώτο και σημαντικότερο ήταν το οικονομικό, καθώς η κατασκευή ενός τέτοιου είδους σκάφους απαιτούσε μεγάλο κόστος, με τη βοήθεια όμως των πιστών, ακόμα και αυτών που δεν θα λάβαιναν μέρος στο εγχείρημα, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα. Το δεύτερο ήταν η εύρεση έμπειρου κυβερνήτη και πληρώματος για την επάνδρωση του διαστημόπλοιου, αλλά κι αυτό το πρόβλημα λύθηκε σύντομα, καθώς με την αναγγελία κάποιας δημοσίευσης στο διαδίκτυο, βρέθηκαν αρκετοί πρόθυμοι εθελοντές με προϋπηρεσία στα υπερδιαστημικά ταξίδια.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ


  Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

                               Ο  ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

    Ο Ιορδάνης έριξε ακόμα ένα χαρτονόμισμα στο παγκάρι, χαιρετήθηκε με τους επιτρόπους  και, με ανανεωμένο το ηθικό του, βγήκε από την εκκλησία και κίνησε για το καφενείο. Η προχθεσινή απάτη του με το πετρέλαιο, στην πολυκατοικία όπου ήταν διαχειριστής, ήταν πια παρελθόν. Από τη στιγμή που δεν είχε γίνει αντιληπτή από τους ενοίκους, κι αφού επιπρόσθετα ο ίδιος είχε εξομολογηθεί για την πράξη του αυτή στον πνευματικό του, ένιωθε καθαρή και ήσυχη τη συνείδησή του. Τι σημασία είχε αν έκλεβε το αφεντικό του και πηδούσε την γυναίκα του, αν επέπληττε όποιον του έμπαινε στο μάτι, ή αν έκανε διάφορες μικροαπάτες; Αφού εκείνος ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις που απαιτούσε από αυτόν η θρησκεία του, σαν καλός και ευσεβής χριστιανός που ήταν, πίστευε ακράδαντα ότι ο θεός θα τον συγχωρούσε και θα τον αντάμειβε στην άλλη ζωή, κάτι για το οποίο και ο ίδιος ο εφημέριος τον είχε διαβεβαιώσει.
    Νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, εξομολογούνταν τακτικά, προσευχόταν καθημερινά πριν από τον ύπνο, εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και έριχνε πάντα και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν στο παγκάρι της ενορίας του. Εξάλλου, το αφεντικό του τα ήθελε και τα πάθαινε. Τόσα χρόνια στη δούλεψή του, κι εκείνος ο άθλιος εργοδότης του συνέχιζε να τον εκμεταλλεύεται, δίνοντάς του έναν πενιχρό μισθό, παρόλο που ο ίδιος κέρδιζε εκατομμύρια. Όσο για τη σεξουαλική σχέση που είχε συνάψει με τη γυναίκα του, εκείνη ήταν που του τα είχε ρίξει, προφανώς απογοητευμένη από τις επιδόσεις του συζύγου της.
    Μπήκε μέσα στο καφενείο ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Τα επιτιμητικά και γεμάτα συμπάθεια βλέμματα  των θαμώνων, του το επιβεβαίωσαν. Έχοντας τακτοποιήσει καλά τη ζωή του, χάρη στις πέραν της εργασίας του δραστηριότητές του, και ανταποκρινόμενος στο έπακρο στις κοινωνικές του υποχρεώσεις, έχαιρε της εκτίμησης και της υπόληψης όλων των φίλων και γνωστών. Γενικά, ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του. Είχε την τύχη να γεννηθεί σε μια δυτική χώρα, στην  οποίαν επικρατούσε η χριστιανική θρησκεία, κάτι πολύ θετικό για τους κατοίκους της. Τα πράγματα ήταν απλά. Οι πολίτες της μπορούσαν να ευημερούν, να κάνουν κοσμική ζωή και να ξεφεύγουν και λίγο από τις εντολές των ιερών βιβλίων, αρκεί να πίστευαν στον μεγαλοδύναμο και να προσεύχονταν στη χάρη του και να του ζητούσαν συγχώρεση, έστω και με το αζημίωτο. Με αυτόν τον τρόπο, η είσοδός τους στον παράδεισο ήταν εξασφαλισμένη.
    Καλημέρισε τον φίλο του τον Κώστα και κάθισε στο τραπέζι του. «Δεν σε είδα σήμερα στην εκκλησία», του είπε.
    «Ξέρεις, άργησα να ξυπνήσω», απολογήθηκε εκείνος, «γιατί ψες είχαμε πάει σε μια γιορτή και επιστρέψαμε στο σπίτι πολύ αργά».
    «Καλά, καλά, δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος», τον καθησύχασε ο Ιορδάνης, «Θα πας την άλλη Κυριακή. Τι έγινε τώρα; Θα παίξουμε καμιά παρτίδα;»
     Έξω ήταν χαρά θεού. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε την ατμόσφαιρα και ζέσταινε σώματα και καρδιές. Όλοι είχαν ξεχυθεί στην ύπαιθρο. Το παρκάκι απέναντι από το καφενείο έσφυζε από ζωή. Παιδιά με τους γονείς τους έπαιζαν ανέμελα και γελούσαν δυνατά, ενώ τα πουλιά, καθισμένα επάνω στα κλαδιά των δέντρων, κελαϊδούσαν μελωδικά.    
    ‘’Ευλογημένος τόπος’’, συλλογίστηκε ο Ιορδάνης. ‘’Πραγματικά ο θεός αγαπά αυτήν την χώρα και τον λαό της. Πού αλλού μπορείς να βρεις τέτοιο κλίμα; Χθες χαλούσε ο θεός τον κόσμο και σήμερα είναι καλοκαιρινή μέρα. Νιώθω διπλά τυχερός. Από τη μια, επειδή γεννήθηκα εδώ, για να ζήσω καλά την πρόσκαιρη, γήινη ζωή μου και, από την άλλη, επειδή η θρησκεία της, με τον ένα και μοναδικό θεό, μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω καλά και στην άλλη ζωή, την αιώνια. Ας είναι ευλογημένο το όνομά του’’ συμπλήρωσε τη σκέψη του και σταυροκοπήθηκε ευλαβικά.
    Αργότερα, φεύγοντας από το καφενείο, πέρασε από το εστιατόριο της γειτονιάς για να γευματίσει. Όντας εργένης εκ πεποιθήσεως, σπάνια μαγείρευε στο σπίτι, κι έτσι σιτιζόταν αρκετά συχνά στο φαγάδικο του κυρ-Μένιου. Υπήρχε και ένας άλλος λόγος που σύχναζε εκεί, κι αυτός ήταν η δεκαεξάχρονη κόρη του εστιάτορα. Τι θεϊκό πλάσμα ήταν αυτό; Την έβλεπε και πάθαινε ψυχικό τραλαλά, και του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Ήταν βέβαιος ότι η κοπέλα εκείνη ήταν παρθένα, και η ιδέα εκείνη τον εξιτάριζε περισσότερο. Αναζητούσε διαρκώς την ευκαιρία να την ξεμοναχιάσει, ο κέρβερος όμως πατέρας της δεν την άφηνε λεπτό από τα μάτια του.
    Κάθισε στη θέση του και παράγγειλε μουσακά και σαλάτα. Η μικρή στεκόταν πίσω από τον πάγκο και μαζί με μια υπάλληλο ετοίμαζαν τις παραγγελίες των πελατών, δεν έπαυε όμως στιγμή να ρίχνει κλεφτές ματιές στον Ιορδάνη και να του χαμογελάει πονηρά. Εκείνος αναθάρρησε. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη μέρα που θα την έκανε δική του είχε φτάσει. Τελείωσε το γεύμα του, σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, έκανε νόημα στην όμορφη κοπέλα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ο κυρ-Μένιος βρισκόταν χωμένος μέσα στο μαγειρείο και η ευκαιρία ήταν μοναδική.
    Έπλυνε τα χέρια, ελπίζοντας ότι το κορίτσι δεν θα αργούσε να εμφανιστεί, και πραγματικά δεν έπεσε έξω. Η νεαρή εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα, χώθηκε μέσα στη μια από τις δυο ιδιαίτερες τουαλέτες και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο Ιορδάνης δεν έχασε την ευκαιρία. Μπήκε κι εκείνος μέσα και την αγκάλιασε με πάθος. Ξεγυμνώθηκαν στο λεπτό και δεν άργησε να μπει μέσα της. Την ώρα που εκσπερμάτωνε, άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Πάγωσε. Στο άνοιγμά της αντίκρισε το βλοσυρό πρόσωπο του κυρ-Μένιου και έμεινε στήλη άλατος. Τραβήχτηκε από την κοπέλα, που είχε τρομοκρατηθεί κι εκείνη, και ανασήκωσε βιαστικά το παντελόνι του.
    «Τι κάνεις εκεί, βρε παλιοτόμαρο;» άκουσε τη βροντερή φωνή του να τον ρωτάει. «Τώρα θα σου δείξω εγώ».
    Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο εστιάτορας τράβηξε το μαχαίρι που βρισκόταν κρεμασμένο στη μέση του και τον κάρφωσε δυο φορές στην κοιλιά. Το τελευταίο πράγμα που έγινε αισθητό από τις αισθήσεις του ήταν το ουρλιαχτό της κοπέλας.
    Η θέαση από ψηλά του αιματοβαμμένου και πεσμένου στο πάτωμα κορμιού του, δεν τον συγκίνησε ιδιαίτερα. Ένιωθε τον εαυτό του να ανυψώνεται συνεχώς και η παντελής απουσία αισθήσεων τον πλημμύρισε με γαλήνη και αταραξία. Άργησε να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε, όταν όμως λίγο αργότερα βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη είσοδο στη μέση του πουθενά, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα, κατάλαβε ότι είχε φτάσει στον παράδεισο.
    «Καλώς τον», άκουσε μια φωνή από τα δεξιά του και είδε έναν σεβάσμιο, γενειοφόρο γέρο να εμφανίζεται ανάμεσα από ένα σύννεφο.
    Ο Ιορδάνης κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Πέτρος και ένιωσε μιαν πρωτόγνωρη ευφορία. Επιτέλους τα πιστεύω του είχαν επιβεβαιωθεί. Βρισκόταν μόλις ένα βήμα πριν την αιώνια ανταμοιβή του για την ‘’ενάρετη’’ ζωή του στη γη. Ετοιμάστηκε να μπει μέσα, ο άγιος Πέτρος όμως τον παρεμπόδισε.
    «Για περίμενε μια στιγμή», του είπε, ανοίγοντας ταυτόχρονα τα κιτάπια του. «Μη βιάζεσαι. Πρέπει πρώτα να ελέγξω αν διαθέτεις τα προσόντα για να παραμείνεις μαζί μας. Πώς ήταν το γήινο όνομά σου;»
    Ο Ιορδάνης του είπε το όνομά του, χωρίς να ανησυχήσει και πολύ. Ήταν βέβαιος ότι, όσο ζούσε, τα είχε κάνει όλα σωστά. Το θεώρησε σαν μια απλή, τυπική διαδικασία και περίμενε υπομονετικά το πόρισμα του αγίου. Άλλωστε, τι ήταν μερικά λεπτά καθυστέρησης μπροστά στην αιωνιότητα;
    «Χμ», έκανε ο πορτιέρης του παραδείσου, καθώς μελετούσε τα αρχεία του. «Απ’ ο, τι βλέπω, είχες κάνει αρκετές αμαρτίες, κλοπές, απάτες, μοιχείες και βιαιοπραγίες, αλλά φυσικά είχες εξομολογηθεί και μετανοήσει για όλες αυτές τις πράξεις σου. Εκκλησιαζόσουν τακτικά και προσευχόσουν καθημερινά στον Κύριο, κι αυτό δείχνει άνθρωπο πιστό και μεταμελημένο. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να σου επιτρέψω να περάσεις».
    Ο Ιορδάνης ένιωσε ένα κύμα αγαλλίασης να τον πλημμυρίζει. Επιτέλους, ο σωστός, αν και λίγο προκλητικός, τρόπος διαβίωσής του και η συμμόρφωσή του με τις επιταγές της θρησκείας ανταμείβονταν. Αγωνιούσε να αντικρίσει το εσωτερικό του παραδείσου. Ο κήπος της Εδέμ βρισκόταν μόλις μερικά μέτρα μπροστά του και ανυπομονούσε να τον επισκεφτεί και να ζήσει αιώνια μέσα του. Επιχείρησε να διαβεί το κατώφλι που θα τον οδηγούσε στην καινούρια, παραδεισένια ζωή του, αλλά ο άγιος Πέτρος τον σταμάτησε για μια ακόμα φορά. «Για στάσου μισό λεπτό», του είπε με σκοτεινιασμένο ύφος. «Μόλις τώρα μου ήρθε μια πληροφορία για ένα γεγονός που συνέβη ελάχιστα λεπτά πριν αποβιώσεις. Διαβάζω ότι διέπραξες μια μεγάλη αμαρτία και δεν πρόλαβες να εξομολογηθείς, γιατί αμέσως μετά έχασες τη ζωή σου. Λυπάμαι πολύ», κατέληξε, μιλώντας με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, «αλλά εδώ αλλάζουν τα πράγματα. Δεν είσαι άξιος για τον παράδεισο. Μάζευέ τα και βάλε πλώρη για την κόλαση. Ο Εωσφόρος σε περιμένει».
    Ο Ιορδάνης πανικοβλήθηκε. Αυτήν την άσχημη εξέλιξη δεν την περίμενε. Από τη μια στιγμή στην άλλη, θα βρισκόταν από τα ουράνια στα τάρταρα και, το χειρότερο, για πάντα. Ο νους του δεν μπορούσε να το δεχτεί. Του φαινόταν αδιανόητο, τόσα χρόνια πίστης στο θεό, υποταγής στο ιερατείο και εκτέλεσης όλων των θρησκευτικών υποχρεώσεών του, να έχουν αποβεί μάταια.
    Ένα μαύρο πέπλο ήρθε και τον τύλιξε. Καθώς άρχισε να κατεβαίνει, μύριες όσες απαισιόδοξες σκέψεις πέρασαν από το ‘’μυαλό’’ του. Σε λίγο θα βρισκόταν στο μέρος που τόσο πολύ φοβόταν και θα συναντιόταν με τον ίδιο τον διάβολο. Τρόμος, θλίψη και απογοήτευση τον πλημμύρισαν μονομιάς, κι έκλεισε τα μάτια του.
    Όταν τα ξανάνοιξε, το μέρος δεν του φάνηκε και τόσο τρομερό. Αντί για μαυρίλα, φωτιές και τρομερά πλάσματα, αντίκρισε ένα κατάλευκο ταβάνι, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ξαπλωμένος επάνω σε ένα κρεβάτι. Μια γνωστή φωνή ακούστηκε από δίπλα του, που την συνόδευε  ένας άκρατος ενθουσιασμός.
    «Επιτέλους, συνήλθες. Δόξα σοι ο θεός».
    Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και είδε τον φίλο του τον Κώστα να κάθεται δίπλα του. «Πήγες στον άλλο κόσμο και γύρισες», τον άκουσε να συνεχίζει. «Η κατάστασή σου ήταν πολύ σοβαρή. Σχεδόν είχες πεθάνει. Ας είναι καλά οι γιατροί και ο θεός, που σε έσωσαν».
    Για τους γιατρούς είμαι βέβαιος, σκέφτηκε, συνειδητοποιώντας ότι ήταν ζωντανός, για το θεό όμως διατηρώ μια μικρή αμφιβολία.
    Δεν ήταν σίγουρος αν, αυτά που είχε ζήσει μόλις πριν από λίγο, ήταν αλήθεια, ή ήταν απλά ένα όνειρο, η αμφιβολία όμως είχε ριζώσει για τα καλά μέσα του. Κατάλαβε ότι ήταν μεγάλο λάθος να στηρίζεται σε μεταφυσικές εικασίες και σε προσευχές που δεν εισακούονταν, κι ότι έπρεπε να γίνει περισσότερο ρεαλιστής.
    «Μόλις βγεις από δω», άκουσε πάλι τον Κώστα να του λέει, «να πας να ανάψεις ένα κεράκι στην εκκλησία».
    Δεν του απάντησε. Ένιωθε κουρασμένος και ανήμπορος να μιλήσει. Περιορίστηκε να βυθιστεί στις σκέψεις του. Αισθανόταν περίεργα. Κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Είδε πλέον τον κόσμο και τη ζωή με άλλο μάτι. Ένιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την ανθρώπινη επιστήμη που του είχε σώσει τη ζωή και συμπέρανε ότι μόνον αυτή, σε συνδυασμό με την  ανθρωπιά, είχε τη δυνατότητα να καλυτερεύσει τη ζωή του ανθρώπου. Όλα τα υπόλοιπα πήγαζαν από σκοπιμότητες, από ιδιοτέλειες και από τη δίψα ορισμένων ανθρώπων για εξουσία.  
    Κεράκι δεν πρόκειται να ανάψω, ούτε να ξαναπάω στην εκκλησία, είπε με αποφασιστικότητα στον εαυτό του, σαν απάντηση στην προτροπή του φίλου του. Εκείνο που θα κάνω, θα είναι η ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής μου. Και δεν το λέω μόνον, αλλά και το εννοώ. Φτάνει πια με την υποκρισία. Τέρμα στις απάτες και στη διαφθορά. Δεν μου φταίνε σε τίποτα οι άλλοι να τους εξαπατώ και να τους ταλαιπωρώ.  Μάλλον βέβαια θα πρέπει κάποια στιγμή να βρω και μια καλή κοπέλα και να αποκατασταθώ. Κάποτε πρέπει επιτέλους να απαλλαγώ από τα βίτσια του ξενοπηδήματος  και της διακόρευσης κορασίδων!