Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ


  Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

                               Ο  ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

    Ο Ιορδάνης έριξε ακόμα ένα χαρτονόμισμα στο παγκάρι, χαιρετήθηκε με τους επιτρόπους  και, με ανανεωμένο το ηθικό του, βγήκε από την εκκλησία και κίνησε για το καφενείο. Η προχθεσινή απάτη του με το πετρέλαιο, στην πολυκατοικία όπου ήταν διαχειριστής, ήταν πια παρελθόν. Από τη στιγμή που δεν είχε γίνει αντιληπτή από τους ενοίκους, κι αφού επιπρόσθετα ο ίδιος είχε εξομολογηθεί για την πράξη του αυτή στον πνευματικό του, ένιωθε καθαρή και ήσυχη τη συνείδησή του. Τι σημασία είχε αν έκλεβε το αφεντικό του και πηδούσε την γυναίκα του, αν επέπληττε όποιον του έμπαινε στο μάτι, ή αν έκανε διάφορες μικροαπάτες; Αφού εκείνος ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις που απαιτούσε από αυτόν η θρησκεία του, σαν καλός και ευσεβής χριστιανός που ήταν, πίστευε ακράδαντα ότι ο θεός θα τον συγχωρούσε και θα τον αντάμειβε στην άλλη ζωή, κάτι για το οποίο και ο ίδιος ο εφημέριος τον είχε διαβεβαιώσει.
    Νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, εξομολογούνταν τακτικά, προσευχόταν καθημερινά πριν από τον ύπνο, εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και έριχνε πάντα και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν στο παγκάρι της ενορίας του. Εξάλλου, το αφεντικό του τα ήθελε και τα πάθαινε. Τόσα χρόνια στη δούλεψή του, κι εκείνος ο άθλιος εργοδότης του συνέχιζε να τον εκμεταλλεύεται, δίνοντάς του έναν πενιχρό μισθό, παρόλο που ο ίδιος κέρδιζε εκατομμύρια. Όσο για τη σεξουαλική σχέση που είχε συνάψει με τη γυναίκα του, εκείνη ήταν που του τα είχε ρίξει, προφανώς απογοητευμένη από τις επιδόσεις του συζύγου της.
    Μπήκε μέσα στο καφενείο ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Τα επιτιμητικά και γεμάτα συμπάθεια βλέμματα  των θαμώνων, του το επιβεβαίωσαν. Έχοντας τακτοποιήσει καλά τη ζωή του, χάρη στις πέραν της εργασίας του δραστηριότητές του, και ανταποκρινόμενος στο έπακρο στις κοινωνικές του υποχρεώσεις, έχαιρε της εκτίμησης και της υπόληψης όλων των φίλων και γνωστών. Γενικά, ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του. Είχε την τύχη να γεννηθεί σε μια δυτική χώρα, στην  οποίαν επικρατούσε η χριστιανική θρησκεία, κάτι πολύ θετικό για τους κατοίκους της. Τα πράγματα ήταν απλά. Οι πολίτες της μπορούσαν να ευημερούν, να κάνουν κοσμική ζωή και να ξεφεύγουν και λίγο από τις εντολές των ιερών βιβλίων, αρκεί να πίστευαν στον μεγαλοδύναμο και να προσεύχονταν στη χάρη του και να του ζητούσαν συγχώρεση, έστω και με το αζημίωτο. Με αυτόν τον τρόπο, η είσοδός τους στον παράδεισο ήταν εξασφαλισμένη.
    Καλημέρισε τον φίλο του τον Κώστα και κάθισε στο τραπέζι του. «Δεν σε είδα σήμερα στην εκκλησία», του είπε.
    «Ξέρεις, άργησα να ξυπνήσω», απολογήθηκε εκείνος, «γιατί ψες είχαμε πάει σε μια γιορτή και επιστρέψαμε στο σπίτι πολύ αργά».
    «Καλά, καλά, δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος», τον καθησύχασε ο Ιορδάνης, «Θα πας την άλλη Κυριακή. Τι έγινε τώρα; Θα παίξουμε καμιά παρτίδα;»
     Έξω ήταν χαρά θεού. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε την ατμόσφαιρα και ζέσταινε σώματα και καρδιές. Όλοι είχαν ξεχυθεί στην ύπαιθρο. Το παρκάκι απέναντι από το καφενείο έσφυζε από ζωή. Παιδιά με τους γονείς τους έπαιζαν ανέμελα και γελούσαν δυνατά, ενώ τα πουλιά, καθισμένα επάνω στα κλαδιά των δέντρων, κελαϊδούσαν μελωδικά.    
    ‘’Ευλογημένος τόπος’’, συλλογίστηκε ο Ιορδάνης. ‘’Πραγματικά ο θεός αγαπά αυτήν την χώρα και τον λαό της. Πού αλλού μπορείς να βρεις τέτοιο κλίμα; Χθες χαλούσε ο θεός τον κόσμο και σήμερα είναι καλοκαιρινή μέρα. Νιώθω διπλά τυχερός. Από τη μια, επειδή γεννήθηκα εδώ, για να ζήσω καλά την πρόσκαιρη, γήινη ζωή μου και, από την άλλη, επειδή η θρησκεία της, με τον ένα και μοναδικό θεό, μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω καλά και στην άλλη ζωή, την αιώνια. Ας είναι ευλογημένο το όνομά του’’ συμπλήρωσε τη σκέψη του και σταυροκοπήθηκε ευλαβικά.
    Αργότερα, φεύγοντας από το καφενείο, πέρασε από το εστιατόριο της γειτονιάς για να γευματίσει. Όντας εργένης εκ πεποιθήσεως, σπάνια μαγείρευε στο σπίτι, κι έτσι σιτιζόταν αρκετά συχνά στο φαγάδικο του κυρ-Μένιου. Υπήρχε και ένας άλλος λόγος που σύχναζε εκεί, κι αυτός ήταν η δεκαεξάχρονη κόρη του εστιάτορα. Τι θεϊκό πλάσμα ήταν αυτό; Την έβλεπε και πάθαινε ψυχικό τραλαλά, και του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Ήταν βέβαιος ότι η κοπέλα εκείνη ήταν παρθένα, και η ιδέα εκείνη τον εξιτάριζε περισσότερο. Αναζητούσε διαρκώς την ευκαιρία να την ξεμοναχιάσει, ο κέρβερος όμως πατέρας της δεν την άφηνε λεπτό από τα μάτια του.
    Κάθισε στη θέση του και παράγγειλε μουσακά και σαλάτα. Η μικρή στεκόταν πίσω από τον πάγκο και μαζί με μια υπάλληλο ετοίμαζαν τις παραγγελίες των πελατών, δεν έπαυε όμως στιγμή να ρίχνει κλεφτές ματιές στον Ιορδάνη και να του χαμογελάει πονηρά. Εκείνος αναθάρρησε. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη μέρα που θα την έκανε δική του είχε φτάσει. Τελείωσε το γεύμα του, σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, έκανε νόημα στην όμορφη κοπέλα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ο κυρ-Μένιος βρισκόταν χωμένος μέσα στο μαγειρείο και η ευκαιρία ήταν μοναδική.
    Έπλυνε τα χέρια, ελπίζοντας ότι το κορίτσι δεν θα αργούσε να εμφανιστεί, και πραγματικά δεν έπεσε έξω. Η νεαρή εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα, χώθηκε μέσα στη μια από τις δυο ιδιαίτερες τουαλέτες και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο Ιορδάνης δεν έχασε την ευκαιρία. Μπήκε κι εκείνος μέσα και την αγκάλιασε με πάθος. Ξεγυμνώθηκαν στο λεπτό και δεν άργησε να μπει μέσα της. Την ώρα που εκσπερμάτωνε, άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Πάγωσε. Στο άνοιγμά της αντίκρισε το βλοσυρό πρόσωπο του κυρ-Μένιου και έμεινε στήλη άλατος. Τραβήχτηκε από την κοπέλα, που είχε τρομοκρατηθεί κι εκείνη, και ανασήκωσε βιαστικά το παντελόνι του.
    «Τι κάνεις εκεί, βρε παλιοτόμαρο;» άκουσε τη βροντερή φωνή του να τον ρωτάει. «Τώρα θα σου δείξω εγώ».
    Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο εστιάτορας τράβηξε το μαχαίρι που βρισκόταν κρεμασμένο στη μέση του και τον κάρφωσε δυο φορές στην κοιλιά. Το τελευταίο πράγμα που έγινε αισθητό από τις αισθήσεις του ήταν το ουρλιαχτό της κοπέλας.
    Η θέαση από ψηλά του αιματοβαμμένου και πεσμένου στο πάτωμα κορμιού του, δεν τον συγκίνησε ιδιαίτερα. Ένιωθε τον εαυτό του να ανυψώνεται συνεχώς και η παντελής απουσία αισθήσεων τον πλημμύρισε με γαλήνη και αταραξία. Άργησε να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε, όταν όμως λίγο αργότερα βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη είσοδο στη μέση του πουθενά, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα, κατάλαβε ότι είχε φτάσει στον παράδεισο.
    «Καλώς τον», άκουσε μια φωνή από τα δεξιά του και είδε έναν σεβάσμιο, γενειοφόρο γέρο να εμφανίζεται ανάμεσα από ένα σύννεφο.
    Ο Ιορδάνης κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Πέτρος και ένιωσε μιαν πρωτόγνωρη ευφορία. Επιτέλους τα πιστεύω του είχαν επιβεβαιωθεί. Βρισκόταν μόλις ένα βήμα πριν την αιώνια ανταμοιβή του για την ‘’ενάρετη’’ ζωή του στη γη. Ετοιμάστηκε να μπει μέσα, ο άγιος Πέτρος όμως τον παρεμπόδισε.
    «Για περίμενε μια στιγμή», του είπε, ανοίγοντας ταυτόχρονα τα κιτάπια του. «Μη βιάζεσαι. Πρέπει πρώτα να ελέγξω αν διαθέτεις τα προσόντα για να παραμείνεις μαζί μας. Πώς ήταν το γήινο όνομά σου;»
    Ο Ιορδάνης του είπε το όνομά του, χωρίς να ανησυχήσει και πολύ. Ήταν βέβαιος ότι, όσο ζούσε, τα είχε κάνει όλα σωστά. Το θεώρησε σαν μια απλή, τυπική διαδικασία και περίμενε υπομονετικά το πόρισμα του αγίου. Άλλωστε, τι ήταν μερικά λεπτά καθυστέρησης μπροστά στην αιωνιότητα;
    «Χμ», έκανε ο πορτιέρης του παραδείσου, καθώς μελετούσε τα αρχεία του. «Απ’ ο, τι βλέπω, είχες κάνει αρκετές αμαρτίες, κλοπές, απάτες, μοιχείες και βιαιοπραγίες, αλλά φυσικά είχες εξομολογηθεί και μετανοήσει για όλες αυτές τις πράξεις σου. Εκκλησιαζόσουν τακτικά και προσευχόσουν καθημερινά στον Κύριο, κι αυτό δείχνει άνθρωπο πιστό και μεταμελημένο. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να σου επιτρέψω να περάσεις».
    Ο Ιορδάνης ένιωσε ένα κύμα αγαλλίασης να τον πλημμυρίζει. Επιτέλους, ο σωστός, αν και λίγο προκλητικός, τρόπος διαβίωσής του και η συμμόρφωσή του με τις επιταγές της θρησκείας ανταμείβονταν. Αγωνιούσε να αντικρίσει το εσωτερικό του παραδείσου. Ο κήπος της Εδέμ βρισκόταν μόλις μερικά μέτρα μπροστά του και ανυπομονούσε να τον επισκεφτεί και να ζήσει αιώνια μέσα του. Επιχείρησε να διαβεί το κατώφλι που θα τον οδηγούσε στην καινούρια, παραδεισένια ζωή του, αλλά ο άγιος Πέτρος τον σταμάτησε για μια ακόμα φορά. «Για στάσου μισό λεπτό», του είπε με σκοτεινιασμένο ύφος. «Μόλις τώρα μου ήρθε μια πληροφορία για ένα γεγονός που συνέβη ελάχιστα λεπτά πριν αποβιώσεις. Διαβάζω ότι διέπραξες μια μεγάλη αμαρτία και δεν πρόλαβες να εξομολογηθείς, γιατί αμέσως μετά έχασες τη ζωή σου. Λυπάμαι πολύ», κατέληξε, μιλώντας με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, «αλλά εδώ αλλάζουν τα πράγματα. Δεν είσαι άξιος για τον παράδεισο. Μάζευέ τα και βάλε πλώρη για την κόλαση. Ο Εωσφόρος σε περιμένει».
    Ο Ιορδάνης πανικοβλήθηκε. Αυτήν την άσχημη εξέλιξη δεν την περίμενε. Από τη μια στιγμή στην άλλη, θα βρισκόταν από τα ουράνια στα τάρταρα και, το χειρότερο, για πάντα. Ο νους του δεν μπορούσε να το δεχτεί. Του φαινόταν αδιανόητο, τόσα χρόνια πίστης στο θεό, υποταγής στο ιερατείο και εκτέλεσης όλων των θρησκευτικών υποχρεώσεών του, να έχουν αποβεί μάταια.
    Ένα μαύρο πέπλο ήρθε και τον τύλιξε. Καθώς άρχισε να κατεβαίνει, μύριες όσες απαισιόδοξες σκέψεις πέρασαν από το ‘’μυαλό’’ του. Σε λίγο θα βρισκόταν στο μέρος που τόσο πολύ φοβόταν και θα συναντιόταν με τον ίδιο τον διάβολο. Τρόμος, θλίψη και απογοήτευση τον πλημμύρισαν μονομιάς, κι έκλεισε τα μάτια του.
    Όταν τα ξανάνοιξε, το μέρος δεν του φάνηκε και τόσο τρομερό. Αντί για μαυρίλα, φωτιές και τρομερά πλάσματα, αντίκρισε ένα κατάλευκο ταβάνι, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ξαπλωμένος επάνω σε ένα κρεβάτι. Μια γνωστή φωνή ακούστηκε από δίπλα του, που την συνόδευε  ένας άκρατος ενθουσιασμός.
    «Επιτέλους, συνήλθες. Δόξα σοι ο θεός».
    Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και είδε τον φίλο του τον Κώστα να κάθεται δίπλα του. «Πήγες στον άλλο κόσμο και γύρισες», τον άκουσε να συνεχίζει. «Η κατάστασή σου ήταν πολύ σοβαρή. Σχεδόν είχες πεθάνει. Ας είναι καλά οι γιατροί και ο θεός, που σε έσωσαν».
    Για τους γιατρούς είμαι βέβαιος, σκέφτηκε, συνειδητοποιώντας ότι ήταν ζωντανός, για το θεό όμως διατηρώ μια μικρή αμφιβολία.
    Δεν ήταν σίγουρος αν, αυτά που είχε ζήσει μόλις πριν από λίγο, ήταν αλήθεια, ή ήταν απλά ένα όνειρο, η αμφιβολία όμως είχε ριζώσει για τα καλά μέσα του. Κατάλαβε ότι ήταν μεγάλο λάθος να στηρίζεται σε μεταφυσικές εικασίες και σε προσευχές που δεν εισακούονταν, κι ότι έπρεπε να γίνει περισσότερο ρεαλιστής.
    «Μόλις βγεις από δω», άκουσε πάλι τον Κώστα να του λέει, «να πας να ανάψεις ένα κεράκι στην εκκλησία».
    Δεν του απάντησε. Ένιωθε κουρασμένος και ανήμπορος να μιλήσει. Περιορίστηκε να βυθιστεί στις σκέψεις του. Αισθανόταν περίεργα. Κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Είδε πλέον τον κόσμο και τη ζωή με άλλο μάτι. Ένιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την ανθρώπινη επιστήμη που του είχε σώσει τη ζωή και συμπέρανε ότι μόνον αυτή, σε συνδυασμό με την  ανθρωπιά, είχε τη δυνατότητα να καλυτερεύσει τη ζωή του ανθρώπου. Όλα τα υπόλοιπα πήγαζαν από σκοπιμότητες, από ιδιοτέλειες και από τη δίψα ορισμένων ανθρώπων για εξουσία.  
    Κεράκι δεν πρόκειται να ανάψω, ούτε να ξαναπάω στην εκκλησία, είπε με αποφασιστικότητα στον εαυτό του, σαν απάντηση στην προτροπή του φίλου του. Εκείνο που θα κάνω, θα είναι η ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής μου. Και δεν το λέω μόνον, αλλά και το εννοώ. Φτάνει πια με την υποκρισία. Τέρμα στις απάτες και στη διαφθορά. Δεν μου φταίνε σε τίποτα οι άλλοι να τους εξαπατώ και να τους ταλαιπωρώ.  Μάλλον βέβαια θα πρέπει κάποια στιγμή να βρω και μια καλή κοπέλα και να αποκατασταθώ. Κάποτε πρέπει επιτέλους να απαλλαγώ από τα βίτσια του ξενοπηδήματος  και της διακόρευσης κορασίδων!
      
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: