Σάββατο, 30 Μαρτίου 2013

ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ολόκληρο το ομώνυμο διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


                    ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ  ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


    Το ταξίδι που προγραμμάτισαν, θα διαρκούσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτό το γνώριζαν όλοι οι συμμετέχοντες, τι σημασία όμως μπορούσαν να έχουν μερικά χρόνια από τη ζωή τους μπροστά στην αιωνιότητα; Εξάλλου, αυτήν θα πήγαιναν να συναντήσουν και δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα το κατάφερναν. Η ιδέα ήταν του εφημέριου Αγάπιου και, μόλις εκείνος την ανακοίνωσε στους πιστούς της ενορίας του, όλοι ανεξαιρέτως την δέχτηκαν με αγαλλίαση και ενθουσιασμό. Το είδε, έτσι τους είπε, στον ύπνο του και το θεώρησε θεϊκό σημάδι, το οποίο δεν θα έπρεπε επουδενί να αγνοήσουν. Έτσι, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους και έδωσαν όρκο μπροστά στο θαυματουργό εικόνισμα της Παναγίας, παρήγγειλαν ένα διαστημόπλοιο στην εταιρία ευέλικτων διαστημικών σκαφών και, μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του, ετοιμάζονταν ψυχολογικά με ολονυκτίες και προσευχές.
    Υπήρχαν βέβαια δυο προβληματάκια, τα οποία θα έπρεπε να ξεπεραστούν ώστε να γίνει εφικτό το όραμά τους, ουσιαστικά όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να αναστείλει το ταξίδι τους. Ο Θεός τους είχε στείλει το μήνυμά του και βρισκόταν διαρκώς δίπλα τους. Το πρώτο και πιο σημαντικό ήταν το οικονομικό, καθώς η κατασκευή ενός τέτοιου είδους σκάφους απαιτούσε μεγάλο κόστος, με τη βοήθεια όμως των πιστών, ακόμα και αυτών που για διάφορους προσωπικούς λόγους δεν θα λάβαιναν μέρος στο εγχείρημα, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα. Το δεύτερο ήταν η εύρεση έμπειρου κυβερνήτη και πληρώματος για την επάνδρωση του διαστημόπλοιου,  αλλά κι αυτό το πρόβλημα λύθηκε αρκετά σύντομα. Λίγες μέρες μετά την δημοσίευση στο διαδίκτυο της σχετικής αγγελίας, βρέθηκαν αρκετοί πρόθυμοι θρησκευόμενοι εθελοντές με προϋπηρεσία στα ταξίδια στο διάστημα, καθώς και ένας πανάξιος κυβερνήτης.
    Την τελευταία μέρα, λίγο πριν την αναχώρησή τους από τη Γη, συγκεντρώθηκαν όλοι στην εκκλησία, πενήντα έξι άτομα συνολικά, για να προσευχηθούν όλοι μαζί, να δοξολογήσουν τον Θεό και να ακούσουν τα λόγια του εμπνευσμένου ιερέα τους. Μόλις η δοξολογία τελείωσε, ο Αγάπιος εμφανίστηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη, λουσμένος από το φως των πολυελαίων και των εκατοντάδων κεριών, και φάνταζε σαν Άγιος. Κανένας από το εκκλησίασμα δεν αμφέβαλλε ότι κάποτε στο μέλλον, ο ιερέας τους, ο πρωτοπόρος εκείνος κληρικός, θα ανακηρυσσόταν άγιος από την χριστιανική εκκλησία.
    «Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε να λέει με την επιβλητική φωνή του, «σε λίγη ώρα εγκαταλείπουμε τα εγκόσμια και βάζουμε πλώρη για τον ουρανό. Η πράξη μας αυτή είναι πρωτοποριακή και  πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια ομάδα ανθρώπων θα αναζητήσει τις πύλες του παραδείσου και την συνάντησή της με το Θεό, ενώ βρίσκεται εν ζωή. Μέχρι τώρα μόνον οι ψυχές των νεκρών είχαν καταφέρει να συναντήσουν τον Κύριο. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι εμείς είμαστε οι εκλεκτοί, κι αυτό προσδίδει μεγάλη βαρύτητα στο εγχείρημά μας. Το επόμενο διάστημα όλη η Γη θα έχει τα μάτια της στραμμένα επάνω μας, περιμένοντας να δει τα αποτελέσματα αυτού του θαύματος. Και μόλις, με τη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου, όλα πάνε κατ’ ευχήν, ακόμα και ο πιο άπιστος άνθρωπος θα πειστεί επιτέλους για την ύπαρξη του Δημιουργού. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο μεγάλη ευθύνη έχουμε επωμισθεί, κι ελπίζω να βάλουμε όλοι τα δυνατά μας για την ευόδωση αυτής της προσπάθειας. Έφτασε επιτέλους ο καιρός να δοξαστεί ο Κύριος και να κατακρημνισθεί ο σατανάς. Πηγαίνετε τώρα στα σπίτια σας να πάρετε τα πράγματά σας και να αποχαιρετίσετε τους δικούς σας και σε μια ώρα να βρίσκεστε εδώ για αναχωρήσουμε για το διαστημοδρόμιο. Ο Θεός μαζί σας».
    Η εκτόξευση του σκάφους που θα μετέφερε πενήντα έξι ανθρώπους στον ουρανό, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και καλύφθηκε ζωντανά από όλα τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θάρρος και την πίστη των γενναίων εκείνων ανθρώπων και κυρίως για τον πρωτεργάτη αυτής της ιστορίας, τον πατέρα Αγάπιο. Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος είχε αποχαιρετήσει την φιλόδοξη ομάδα, την είχε ευλογήσει και είχε δηλώσει ότι, αν οι υποχρεώσεις της θέσης του και του αξιώματος του δεν τον κρατούσαν δέσμιο στη Γη, θα πήγαινε κι εκείνος μαζί τους, πολλοί όμως ήταν εκείνοι που δεν πολυπίστεψαν στα λεγόμενά του.
    Κάποιος από τους εκατοντάδες πιστούς που παρακολούθησαν από κοντά το γεγονός, ισχυρίστηκε ότι είδε δυο αγγέλους να πετούν δίπλα στο διαστημόπλοιο τη στιγμή της αναχώρησής του και το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στα πέρατα της οικουμένης. Πολλοί θεώρησαν το γεγονός σαν φαντασιοπληξία κάποιου ‘’πειραγμένου’’, τα εκατομμύρια των χριστιανών όμως το εξέλαβαν σαν θαύμα. Το θεώρησαν σαν την απόδειξη ότι το ταξίδι αυτό ήταν σχεδιασμένο από τον ίδιο το Θεό.
    Η επιβεβαίωση αυτής της άποψης ήρθε λίγες ώρες αργότερα από τον ίδιο τον εκπρόσωπο της αρχιεπισκοπής: ‘’Η εμφάνιση δυο αγγέλων την ώρα της απογείωσης, σύμφωνα με μαρτυρίες παρευρισκομένων, αποδείχνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την θέληση και την προσωπική παρέμβαση του Θεού. Το ταξίδι αυτό, που θα γραφεί στην ιστορία με χρυσά γράμματα και το οποίο θα αποτελέσει το ορόσημο της θρησκευτικής μας πίστης, είναι χωρίς αμφιβολία σκέψη και δημιούργημα του ίδιου του Παντοκράτορα. Θα παρακολουθούμε ανελλιπώς την εξέλιξή του και θα ενημερώνουμε το ποίμνιο. Με τη χάρη του Κυρίου και Θεού μας, όλα θα πάνε καλά’’.
    Συνήθως τα διαστημικά ταξίδια, αν και κάπως ανιαρά, στην ουσία είναι συναρπαστικά. Η διαρκής εναλλαγή του στερεώματος, τα ουράνια φαινόμενα και οι κίνδυνοι από απρόβλεπτες καταστάσεις, αποτελούν ένα σύνολο που δεν θα μπορούσε κάποιος να το πει βαρετό. Εκείνο που κουράζει λιγάκι είναι η υπερβολικά μεγάλη διάρκειά τους, αυτό όμως ούτε κατά διάνοια ενόχλησε τους τολμηρούς ταξιδιώτες. Αυτοί, απασχολημένοι με την ανάγνωση των γραφών και με τις συνεχείς παρακλήσεις και προσευχές, δεν έδωσαν ούτε μια φορά σημεία ανίας και βαρεμάρας. Τα μόνα που ένιωθαν ήταν μια μικρή ανυπομονησία και μια δικαιολογημένη αγωνία, για τον ερχομό της πολυπόθητης στιγμής που θα συναντούσαν τον Δημιουργό.
    Τα τρία πρώτα χρόνια πέρασαν χωρίς εκπλήξεις, με εξαίρεση τις εμφανίσεις κάποιων αστεροειδών, τις οποίες όμως οι πιστοί δεν τις είδαν, καθώς ήταν χωμένοι μέσα στο παρεκκλήσι του σκάφους και υμνούσαν τον Κύριο. Μόνον ο κυβερνήτης και οι δυο βοηθοί του αντίκρισαν αυτά τα φαινόμενα, από το πανοραμικό κρύσταλλο του πιλοτηρίου. Ο καιρός περνούσε και οι παράξενοι ταξιδιώτες ανυπομονούσαν όλο και περισσότερο να φτάσουν στον προορισμό τους. Η πεποίθησή τους ότι θα συναντούσαν τον Μεγαλοδύναμο στην ίδια του την Έδρα ήταν ακλόνητη, και το μόνο που αγνοούσαν ήταν η χρονική στιγμή που αυτή η πολυπόθητη συνάντηση θα έπαιρνε σάρκα και οστά, που αυτό το όνειρο θα έβγαινε αληθινό.
    Ο κυβερνήτης, ένας μαυριδερός πενηντάρης, ήταν κι εκείνος θρησκευόμενος, κι αυτή ήταν η βασική αιτία που τον ώθησε να συμμετάσχει σε μια τόσο παράξενη όσο και επικίνδυνη αποστολή. Γνωρίζοντας την απεραντοσύνη του Σύμπαντος, δεν πίστευε και πολύ στην αίσια κατάληξη του ταξιδιού τους. Κατά την άποψή του οι πιθανότητες να συναντούσαν τον Παράδεισο ήταν ελάχιστες, δεν το απέκλειε όμως εντελώς. Σκεφτόταν ότι, αν όντως ο παπάς το είχε δει στον ύπνο του, ίσως και να ήταν θέλημα Θεού. Έτσι, κάποια στιγμή μετά από τρία χρόνια ταξιδιού, το αντίκρισμα ενός παράξενου διαστημικού φαινόμενου, τον πλημμύρισε με ανάμικτα συναισθήματα. Αρχικά ένιωσε δέος και μια μικρή ελπίδα ότι ίσως είχαν επιτέλους φτάσει στον προορισμό τους, παρατηρώντας όμως καλύτερα το εντυπωσιακό θέαμα του πολύχρωμου νέφους που απλωνόταν μπροστά τους, άρχισε να ανησυχεί. Έλεγξε τους υπολογιστές του σκάφους, αναζήτησε στα αρχεία του παρόμοια φαινόμενα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μάλλον επρόκειτο για την έκρηξη κάποιου σούπερ νόβα.
    Πανικοβλήθηκε. Αν το συμπέρασμά του ήταν σωστό, θα έπρεπε το συντομότερο δυνατό να αλλάξουν πορεία, αν και υπέθεσε ότι μάλλον ήταν αργά πια. Πάντως όφειλε να προσπαθήσει. Έκανε τους κατάλληλους χειρισμούς και το σκάφος πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, παραξενεύοντας τους συγκυβερνήτες του.
    «Τι συμβαίνει, καπετάνιε;» τον ρώτησαν με μια φωνή. «Γιατί γυρίζουμε πίσω;»
    «Δεν βλέπετε τι συμβαίνει μπροστά μας; Θέλετε να συναντηθούμε με ένα σούπερ νόβα;»
    «Μα τι λες τώρα;» του επιτέθηκε ο ένας από τους δυο. «Τώρα που φτάσαμε στον προορισμό μας, θέλεις να τα καταστρέψεις όλα; Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που αντικρίζουμε είναι ο ίδιος ο Παράδεισος;»
    Ο κυβερνήτης τον κοίταξε λοξά και δεν πίστευε στα αυτιά του. Το γνώριζε ότι, ο συγκυβερνήτης που του είχαν κολλήσει δίπλα του, ήταν θρησκόληπτος σαν όλους εκεί μέσα, δεν περίμενε όμως ότι θα ήταν τόσο τυφλός και τόσο άσχετος, ώστε να μην μπορεί να διακρίνει ένα επικίνδυνο ουράνιο φαινόμενο. Κατάλαβε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να τον πείσει για το λάθος του, δεν υπήρχε όμως χρόνος για καθυστερήσεις. Διαβλέποντας άσχημες εξελίξεις, κινήθηκε προς το συρτάρι του πιλοτηρίου για να πιάσει το όπλο του, η ξαφνική είσοδος όμως του Αγάπιου περιέπλεξε περισσότερο τα πράγματα. Αν δεν ενεργούσε γρήγορα, η εμφάνιση του ιερωμένου θα έκανε ακόμα δυσκολότερη την κατάσταση.
    «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο παπάς θυμωμένα. «Για ποιο λόγο αλλάξαμε πορεία;»
    Φάνηκε να μην ενδιαφέρεται να πάρει απάντηση στην ερώτησή του. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και το ίδιο συνέβη και με το στόμα του, καθώς αντίκρισε στο πλάι του πανοραμικού κρυστάλλου το  φαντασμαγορικό θέαμα του πολύχρωμου νεφελώματος. Έμεινε άλαλος για μερικά δευτερόλεπτα και μετά είπε: «Ω, Θεέ μου! Ώστε μας έστειλες επιτέλους το θεϊκό σου σημάδι! Ερχόμαστε!»
    Καθώς ο κυβερνήτης ετοιμάστηκε να ανοίξει το συρτάρι, ο Αγάπιος έκανε νόημα στον συγκυβερνήτη, κι εκείνος χτύπησε δυνατά με τη γροθιά του τον ανώτερό του στο πίσω μέρος του κεφαλιού
    «Μπορείς να οδηγήσεις εσύ το σκάφος;» τον ρώτησε, καθώς ο κυβερνήτης έπεφτε αναίσθητος στο πάτωμα.
    «Νομίζω πως ναι».
    «Τότε οδήγησέ μας  στον Κύριο. Δεν βλέπεις ότι μας περιμένει; Αλήθεια, αυτός ο καταραμένος», είπε δείχνοντας τον πεσμένο κυβερνήτη, «γιατί προσπάθησε να αλλάξει την πορεία του σκάφους; Τι έπαθε; Δεν κατάλαβε ότι φτάσαμε μόλις ένα βήμα από τον πολυπόθητο σκοπό μας;»
    «Μας δήλωσε ότι δεν πρόκειται για τον Παράδεισο, αλλά για κάποιο διαστημικό φαινόμενο. Εμείς όμως δεν τον πιστέψαμε».
    «Καλά το είχα καταλάβει εγώ πως επρόκειτο για απεσταλμένο του διαβόλου. Ευτυχώς που είχα βάλει και σας τους θεοσεβείς μαζί του, διαφορετικά δεν θα καταφέρναμε να δούμε τον Κύριο. Και να που τώρα, έρχεται ένας απεσταλμένος του να μας παραλάβει», είπε κι έδειξε το διάπυρο μετέωρο που κατευθυνόταν με αστραπιαία ταχύτητα προς το μέρος τους.
    Οι δυο συγκυβερνήτες, συνειδητοποίησαν τι ακριβώς σήμαινε αυτό, δεν πρόλαβαν όμως να το εξηγήσουν στον τυφλωμένο από το φανατισμό ιερέα. Βλαστήμησαν τον εαυτό τους που αγνόησαν την γνώμη του πολύπειρου κυβερνήτη τους και επιχείρησαν πανικόβλητοι να αποφύγουν το μοιραίο, αλλά εις μάτην. Ευχήθηκαν μόνο να πήγαιναν, έστω και μετά θάνατον, στον Παράδεισο, αν και γι’ αυτό ένιωσαν μιαν αμφιβολία. Μόνον ο Αγάπιος παρέμεινε απαθής να παρακολουθεί με έκσταση τον ερχομό του φωτεινού ‘’αγγέλου’’. Ακόμα, και τη στιγμή που ο τεράστιος φλογισμένος βράχος διέλυε σε χίλια κομμάτια με εκκωφαντικό θόρυβο το διαστημόπλοιο, το αποχαυνωμένο ύφος και το ηλίθιο χαμόγελο της νοσηρής ψευδαίσθησης, βρισκόταν αποτυπωμένο στο παραμορφωμένο, από την έλλειψη της οποιασδήποτε επαφής του με την πραγματικότητα, πρόσωπό του! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: