Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ


                          ΣΤΗ   ΛΑΙΚΗ  ΑΓΟΡΑ


    Άνοιξε πρώτα το ένα του μάτι. Η ηλιαχτίδα, που περνούσε μέσα από τη χαραμάδα του παραθύρου, του επιβεβαίωσε ότι είχε ξημερώσει. Άνοιξε και το άλλο του μάτι και αποφάσισε να σηκωθεί. Τώρα πια, με τον ερχομό της άνοιξης, δεν ήταν οδυνηρή η διαδικασία έγερσης, όπως ήταν το χειμώνα. Η σκέψη ότι δεν θα κρύωνε μέχρι να ντυθεί και, κυρίως, ότι δεν θα ήταν πια αναγκασμένος να γυρίζει στους δρόμους για να βρει ξύλα να κάψει στη μικρή του σόμπα, τον έκαναν να αισθανθεί ανακούφιση. Αφού πρώτα ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και οδήγησε τα βήματά του στην κουζίνα. Εκεί μέσα, παιζόταν καθημερινά η δεύτερη πράξη του δράματος που λεγόταν διαβίωση ηλικιωμένου συνταξιούχου. Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, όλο και κάτι φαγώσιμο βρισκόταν στο μικρό του διαμέρισμα, από τις δεκαπέντε όμως και μετά, η δυνατότητα σίτισης μειωνόταν σημαντικά. Το καλό ήταν ότι πάντοτε στη ζωή του υπήρξε λιτοδίαιτος, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη ποσότητας τροφής στο διαιτολόγιό του.
    Άνοιξε το ερμάρι και πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι φρυγανιάς που είχε απομείνει και μετά άνοιξε το ψυγείο. Το ένα και μοναδικό φύλλο μαρουλιού που αναπαυόταν θαρρείς στο κάτω ράφι του, του φάνηκε σαν ένας γευστικός θησαυρός. Έφαγε το λιτό πρωινό του και αναπόλησε τα πρωινά που απολάμβανε με τη μακαρίτισσα σύζυγό του. Μελαγχόλησε, όχι γιατί επιθύμησε τα πλούσια πρωινά τους, αλλά γιατί εκείνη του έλειπε. Την είχε χάσει από εγκεφαλικό δυο χρόνια πριν, κι από τότε ζούσε μέσα στη μοναξιά, παρέα με τη φτώχεια του και τις αναμνήσεις.
    Τελειώνοντας, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να φάει το μεσημέρι. Η αναζήτηση στις τσέπες του σακακιού του, μόνον ένα εικοσάλεπτο νόμισμα απέφερε. Στη σκέψη ότι πάλι θα καθόταν νηστικός, ένιωσε μια απερίγραπτη στενοχώρια. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στα συσσίτια του Δήμου, κάτι που το έκανε μερικές φορές, αυτή τη φορά όμως του ήταν αδύνατον. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνα βρίσκονταν μακριά και μόνον με τη συγκοινωνία θα κατάφερνε να φτάσει, πού όμως τώρα λεφτά για εισιτήρια; Πολλοί συνταξιούχοι πηγαινοέρχονταν χωρίς να ακυρώνουν εισιτήριο, εκείνος όμως δεν μπορούσε να το κάνει, δεν ήταν του χαρακτήρα του.
    Ζύγισε το μικρό νόμισμα στα χέρια του και θυμήθηκε ότι ήταν ημέρα λαϊκής. Εκεί, όλο και κάτι θα έβρισκε να αγοράσει με είκοσι λεπτά. Θα πεταγόταν λοιπόν μέχρις εκεί, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα να χάσει. Την ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές, έκανε μια προσεκτική έρευνα αγοράς, ένιωσε όμως να απογοητεύεται. Δεν βρήκε κάτι που να στοίχιζε κάτω από σαράντα με πενήντα λεπτά. Έβλεπε ορισμένους να περνούν δίπλα του με γεμάτες τσάντες και αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τραβήχτηκε σε μια άκρη και, εντελώς ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του με την παλάμη προς τα επάνω. Οι περισσότεροι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία, όταν όμως κάποιος συνομήλικός του, του έχωσε μέσα στην παλάμη ένα ευρώ, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε γοερά, όχι γιατί του έλειπε η αγαπημένη του γυναίκα, όχι γιατί είχε περιέλθει σε τόσο δυσχερή οικονομική θέση, αλλά επειδή έχασε κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο, κάτι το οποίο προσπαθούσε να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, την αξιοπρέπειά του!

3 σχόλια:

Άθεος είπε...

Μερικές φορές, τα διηγήματα είναι πιο αληθινά και από την πραγματικότητα.
Κάτι τέτοιο κατάφερες Στέλιο.
Εύγε!

Ο ΑΘΕΟΦΟΒΟΣ Ή ΣΕΛΕΥΚΟΣ είπε...

Αποστόλη, σ' ευχαριστώ και να είσαι καλά. Συγχαρητήρια και σε σένα για τη διάλεξή σου. Δεν ήμουν παρών γιατί έλειπα, αλλά τη διάβασα μετά!

Titi Frank είπε...

Διαβάζοντας το, ενοιωσα την σημερινή πραγματικότητα που ζουν πολλοί συνάνθρωποι μας , που έχουν περιέλθει σε οικονομικό αδιέξοδο...........
Νασαι καλά Στέλιο μου!