Σελίδες

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2018

ΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΕΥΖΩΙΑΣ, ΜΑΚΡΟΖΩΙΑΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ

1) Δεν τρώμε κρέας, εκτός αν είναι κεμπάπ.
2} Δεν τρώμε γλυκό ή παγωτό, εκτός αν είναι σοκολάτα.
3} Δεν πίνουμε μπύρα, εκτός αν είναι ελληνική.
4} Δεν πίνουμε κρασί, εκτός αν είναι αγιωργίτικο.
5} Δεν κολυμπάμε στα βαθιά, εκτός αν έχουν φύγει οι καρχαρίες.
6} Δεν περνάμε με κόκκινο, εκτός αν είμαστε ολυμπιακοί ή κομμουνιστές.
7} Δεν συνουσιαζόμαστε δυο φορές με μια γυναίκα, εκτός αν έχει φέρει και τη φίλη της
8} Δεν πάμε στην εκκλησία, εκτός αν είμαστε απόγονοι των γιδοβοσκών της ερήμου.
9} Δεν ακούμε μουσική δυνατά. εκτός αν είναι ροκ.
10} Δεν βρίζουμε τον συνάνθρωπό μας, εκτός αν είναι πολιτικός.

Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2018

ΘΡΗΣΚΕΙΑ ή ΕΠΙΣΤΗΜΗ;

"Η θρησκεία εικάζει, η επιστήμη αποδεικνύει. Ο παραλογισμός μάχεται τη λογική, αλλά δεν θα αντέξει για πολύ ακόμα. Δεν θα αργήσει η μέρα που οι άνθρωποι θα αποτινάξουν από πάνω τους το ζυγό των ρασοφόρων και θα απαλλαγούν από την ρυπαρή παρουσία τους. Το ερώτημα βέβαια είναι, για ποιο λόγο συνεχίζουν οι πολλοί να σέρνονται πίσω από το άρμα της θρησκείας, και την απάντηση μου την έδωσε μια νεαρή φίλη: "Φοβούνται το θάνατο και τις αναποδιές της ζωής, νιώθουν ανασφάλεια και προσπαθούν να κρατηθούν από κάπου"
Εντάξει, φίλη μου, αυτό είναι εν μέρει ανθρώπινο και κατανοητό, πόση ασφάλεια όμως μπορεί να νιώσει κάποιος, στηριζόμενος σε αόριστες υποσχέσεις, σε αντιφατικές ερμηνείες και ζώντας με ψευδαισθήσεις; Η θρησκεία παραληρεί, τη στιγμή που η επιστήμη καταρρίπτει μία-μία τις θεωρίες της, αποδείχνοντας ότι η αλήθεια βρίσκεται στην έρευνα και όχι στην αποχαύνωση. Κι εγώ θα ήθελα να γνωρίζω περισσότερα για τον προορισμό του ανθρώπου, και γενικότερα της ζωής, προσπαθώ όμως να τα μάθω μελετώντας και άλλες απόψεις, πέραν αυτών που εκφράζουν τα ''ιερά'' βιβλία. Τα επιτεύγματα της επιστήμης, ιδιαίτερα στον τομέα της βιολογίας, μας παρουσιάζουν έναν άλλον κόσμο, τον οποίον δεν θα μπορούσαμε να τον φανταστούμε, αν παραμέναμε προσκολλημένοι στα γραπτά και τις αοριστολογίες των εκπροσώπων του θεού.

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ

'Ενα μικρό απόσπασμα από ένα ανέκδοτο αστυνομικό μυθιστόρημά μου:

 Η πρώτη εντύπωση που έδινε στον επισκέπτη το σπίτι εκείνο ήταν πως επρόκειτο για… εκκλησία. Οι τοίχοι του σαλονιού ήταν γεμάτοι εικόνες και επίχρυσα καντήλια κρέμονταν διάσπαρτα και στους τέσσερις τοίχους. Την ίδια εικόνα αντίκρισε μπαίνοντας και στο υπνοδωμάτιο.
    Βλέποντας αυτό το άκρως θρησκόληπτο σκηνικό, αναλογίστηκε, πώς γινόταν μια τόσο θρησκευόμενη γυναίκα, να είναι ταυτόχρονα και τόσο εγκληματική φυσιογνωμία; Πώς συμβάδιζε η αγάπη για τον πλησίον με την εξόντωση του πλησίον; Αναπολώντας όμως την ιστορία του χριστιανισμού, όχι αυτήν που διδασκόταν στα σχολεία, αλλά εκείνην που περιγραφόταν στα εξωσχολικά βιβλία, δεν δυσκολεύτηκε να δώσει αμέσως την απάντηση στο ερώτημά του.
     

Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2018

Ο ''ΘΕΟΣ'' ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ένα διήγημα Ε.Φ., γραμμένο πριν από τέσσερις δεκαετίες!


    ''Mα, αφού σου λέω, έρχονται με φιλικές διαθέσεις'', επέμεινε ο Ντον.
       Ο Φλαντ τον κοίταξε με ειρωνικό βλέμμα και στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε ένας μορφασμός. ''Σε πληρορώ Ντον, ότι είσαι πολύ αφελής. Πιστεύεις αυτές τις ηλιθιότητες που λένε οι άλλοι;  Εγώ σου λέω ότι αποκλείεται να έρχονται σαν φίλοι. Κάτι άλλο, που εμείς δεν μπορούμε να γνωρίζουμε, ζητούν από εμάς και φοβάμαι οτι δεν ειναι καλό''.
      ''Νομίζεις λοιπόν ότι, από τη δική μας πλευρά, δεν μπορεί να γίνει άλλη ενέργεια; Δεν το βρίσκεις λίγο αυθαίρετο αυτό;''
     ''Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ετσι πρέπει να ενεργήσουμε'', του απάντησε ο Φλαντ, με τρόπο που δεν επιδεχόταν αντίρρηση. ''Δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε, δεν το καταλαβαίνεις; Αν έχουν κακές προθέσεις, τότε θα είναι πια πολύ αργά, για να αποφύγουμε την καταστροφή''.
        ''Ο Ντον σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε κοντά στη τζαμαρία.   Έβαλε τα χέρια του στη μέση του και, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον Φλαντ, του είπε. ''Ας υποθέσουμε ότι, αυτό που εσύ επιμένεις να κάνουμε, είναι το σωστό, πιστεύεις  όμως ότι τα έχεις υπολογίσει όλα; Νομίζεις ότι εμείς έχουμε τον τρόπο και τη δύναμη να τα βάλουμε μαζί τους; Πού ξέρεις τι μέσα διαθέτουν αυτά τα ανθρωποειδή;''
        ''Μπράβο Ντον, αυτό περίμενα τόση ώρα να ακούσω απο το στόμα σου. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου ότι δε ξέρουμε τίποτα για τα μέσα και τις δυνατότητές τους, γι' αυτό ακριβώς επιμένω ότι πρέπει να κινηθούμε πρώτοι και να τους εξοντώσουμε, χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό''.
        Ο Ντον γύρισε και τον κοίταξε με βλοσυρό βλέμμα: ''Ειλικρινά, ώρες-ώρες σε λυπάμαι. Πιστεύω ότι, όταν δεν γίνεται το δικό σου, υποφέρεις και βασανίζεσαι. Πληγώνεται ο εσωτερικός σου κόσμος. Θίγεται ο εγωισμός σου. Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι, αυτό που συνήθως ζητάς, είναι κάτι κακό.Βλέπεις πάντοτε όλους τους άλλους σαν εχθρούς. Νομίζεις ότι όλος ο κόσμος θέλει να σε βλάψει, ότι θέλει το κακό σου. Γιατί, Φλαντ; Γιατί κρίνεις πάντα τις προθεσεις των άλλων, σύμφωνα με τη δική σου κακοπιστία; Γιατί νομίζεις ότι όλοι οι άνθρωποι, και τώρα αυτά τα καλοκάγαθα εξωγήινα όντα, είναι εχθροί σου;''
          Ο Φλαντ χαμογέλασε και δεν έδειξε να πειράζεται από τα πικρά λόγια του φίλου του: ''Δεν πειράζει., πες ό, τι θέλεις για μένα, αλλά μη νομίζεις ότι θα μπορέσεις να πείσεις τους συνοικιστές μας να κάνουν αυτο που εσύ θέλεις. Τα επιχειρήματά μου είναι λογικά και ατράνταχτα, κι έτσι, σε πληροφορώ ότι θα γινει το δικό μου. Αύριο το πρωί λοιπόν που θα ξανάρθουν οι εξωγήινοι... φίλοι μας, χα,χα,χα, θα αφήσουν για πάντα τα κοκκαλάκια τους στη Γη''.
          ''Και λες ότι, με αυτόν το τρόπο, θα απαλλαγούμε οριστικά από αυτούς;  Δεν σκέφτεσαι ότι, αν τους εξοντώσουμε, υπάρχει περίπτωση να υποστούμε τις συνέπειες;  Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος ότι οι δικοί τους, όπου κι αν βρίσκονται, όταν το μάθουν, δεν θα θελήσουν να πάρουν εκδίκηση;''
          ''Μη φοβάσαι. Δεν θα το τολμήσουν! Αλλά, ακόμα κι αν το κάνουν, εμείς δεν θα μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα. Θα υπερασπισθούμε την πατρίδα μας με όλα τα μέσα και τις δυνάμεις που διαθέτουμε. Μπορεί βεβαια να ηττηθούμε, θα έχουμε όμως την ικανοποίηση ότι αγωνιστήκαμε ηρωικά και πέσαμε για το καθήκον''.

                                                 ----------------

          Ο μικρός οικισμός, με τα θολωτά γυάλινα σπίτια του, φωτισμένος από το αχνό φως της αυγής, έμοιαζε σαν ένα κοπάδι κουρεμένα πρόβατα, που βόσκουν αμέριμνα στην πεδιάδα. Άκρα ησυχία βασίλευε παντού και το μόνο που ακουγόταν, που και που, ήταν το λάλημα κάποιου πετεινού.
          Ο Ντον βγήκε έξω στη βεράντα και έρριξε το βλέμμα του στον ουρανό. Αγωνιουσε για τον ερχομό των άγνωστων εξωγήινων όντων, που σε λίγη ώρα θα προσγειώνονταν αμέριμνοι, αγνοώντας αυτό που τους περίμενε. Δυστυχώς ο Φλαντ είχε κερδίσει. Είχε καταφέρει να πείσει τους άλλους ότι, μόνον αν αιφνιδίαζαν και εξόντωναν τους μακρινούς επισκέπτες τους, θα μπορούσαν να κοιμούνται ήσυχοι στο μέλλον.
          Χαμογέλασε πικραμένα: ''Τι κρίμα'', συλλογίστηκε. ''Η ανοησία και η κακία, τις περισσότερες φορές καταφέρνουν να υπερισχύσουν της φρόνησης και της λογικής''.
          Κατέβηκε από τη βεράντα, βγήκε στο δρόμο και προχώρησε με αργό βηματισμό προς το πάρκο του οικισμού. Όταν εφτασε εκεί, είδε οτι οι άλλοι, δέκα άτομα όλα κι όλα, ήταν μαζεμένοι σε ένα κύκλο και στη μέση του κύκλου στεκόταν ο Φλαντ και τους έδινε οδηγίες.
          ''Δεν θα δυσκολευτούν να τους εξουδετερώσουν'', σκέφτηκε με θλίψη. ''Δέκα ακτινοβόλα όπλα, μορούν να ξεπαστρέψουν μια ντουζίνα ατόμων, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, πόσο μάλλον τους φουκαράδες τους εξωγήινους, που δεν θα είναι περισσότεροι από τρεις''.
          ''Να το'', φώναξε ένας από τους άντρες, δείχνοντας με το δάχτυλό του σε ένα σημείο ψηλά στον ουρανό.
          Είχε ξημερώσει πλέον για τα καλά και το μοιραίο σκάφος διακρινόταν πεντακάθαρα. Ο Φλαντ έτριψε τα χέρια του με ικανοποίηση. Σε λίγη ώρα το σχέδιό του, θα έπαιρνε σάρκα και οστά. ''Σε νίκησα κακόμοιρο ανθρωπάκι!'' μουρμούρισε, ρίχνοντας μια λοξή, υποτιμητική ματιά στον Ντον.
          Το διαστημόπλοιο χαμήλωσε αθόρυβα και προσεδαφίστηκε λίγο πιο πέρα στο γρασίδι. Από το πλάι άνοιξε μια μικρή πόρτα και πίσω της ξεπρόβαλαν τρία μικρά στο μέγεθος ανθρωποειδή.
          ''Τώρα!'' αναφώνησε ο Φλαντ, κάνοντας σήμα με το ελεύθερο χέρι του.
          Γύρισε το κεφάλι του προς τα δεξιά, για να δει τι κάνουν οι δικοί του και το πρόσωπό του σκοτείνιασε και το χαμόγελό του θριάμβου εξαφανίστηκε ως δια μαγείας από το στόμα του. Τα μάτια του γούρλωσαν από την έκπληξη και τον τρόμο, όταν αντίκρισε την απρόσμενη κίνηση των άλλων.
          ''Έι, τρελαθήκατε; Τι πάτε να κάνετε;'' ούρλιαξε, καθώς είδε τις σκοτεινές κάννες δέκα ακτινοβόλων όπλων να σημαδεύουν εκείνον, και όχι τους εξωγήινους! 

Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου 2018

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΥΜΠΕΡΤ


 Το πρώτο διήγημα Ε.Φ. που είχα γράψει, σαράντα χρόνια πριν, τότε που είχα αρχίσει την ενασχόλησή μου με τη συγγραφή! 


      Ο Νταφ είχε φορέσει το καλό του γκρι-μπλε κοστούμι, το κόκκινο καρώ του πουκάμισο και χτενιζόταν μπροστά στον καθρέφτη της ντουλάπας, όταν άκουσε το γνωστό, προειδοποιητικό κορνάρισμα του κιούμπερτ. Χαμογέλασε, έρριξε μια τελευταία φιλάρεσκη ματιά στο είδωλό του και βγήκε έξω απο το σπίτι. Το πιστό του γαλάζιο κιούμπερτ τον περίμενε εκεί, δίπλα στο ατσάλινο πεζοδρόμιο, με τη μηχανή αναμμένη. Οταν τον είδε, άνοιξε την πίσω δεξιά πόρτα του και, μόλις εκείνος μπήκε μέσα και κάθισε στο ανατομικό κάθισμά του, την ξανάκλεισε.
    ''Απόψε πάμε για γυναικοδουλειά'', του είπε ο Νταφ, κλεινόντάς του πονηρά το μάτι. ''Θέλω να είσαι διακριτικός και ιδιαίτερα προσεκτικός, έτσι κιούμπερτ; Ξεκίνα λοιπόν γρήγορα και βάλε πλώρη για το ζ15χ οικοδομικό τετράγωνο''.
    Αντί για απάντηση, το υπεραυτόματο αυτοκίνητό του, κορνάρησε τρεις φορές, αναβοσβήνοντας ταυτόχρονα το φως της μπλαφονιέρας. Αμέσως μετά ξεκίνησε, σπινάροντας και τα τέσσερα τετράπαχα λάστιχά του! Διακόσια εξήντα καθαρόαιμα άλογα ξεχύθηκαν στην άσφαλτο, κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο!
    Ο Νταφ άναψε ένα πούρο και χάζευε έξω την κίνηση, η οποία, όσο πλησίαζε προς το κέντρο, πύκνωνε περισσότερο. Οι περισσότεροι διαβάτες, αλλά και οδηγοί άλλων αυτοκινήτων, γύριζαν για να δουν τον τυχερό θνητό που καθόταν μεσα σ' εκείνο το θαύμα της τεχνολογίας, σε ένα υπεραυτόματο, ασφαλές, αυτοεπισκευαζόμενο και αυτοκινούμενο όχημα, αξίας εκατοντάδων χιλιάδων ευρονομισμάτων!
    Το όχημα έστριψε αριστερά και πήρε τη μεγάλη κεντρική λεωφόρο Φλουμς. Προσπέρασε ένα αργοκίνητο λεωφορείο, κι έπιασε τη μεσαία από τις τρεις λωρίδες του δρόμου. Άναψε τα φώτα του, κορνάρησε σε καποιον αφηρημένο, που διέσχιζε κάθετα τη λεωφόρο, έξω από τη διάβαση πεζών και, με τετάρτη στο κιβώτιο ταχυτήτων του, έφτασε γρήγορα στην πλατεία Αινστάιν. Τριάντα μέτρα πριν από τους σηματοδότες, είδε το πράσινο φως να γίνεται πορτοκαλί. Το είδαν και όλοι όσοι βρίσκονταν γύρω απο την πλατεία. Δέκα μέτρα πριν τα φανάρια το πορτοκαλί έγινε κόκκινο. Οι πεζοί που περίμεναν να περάσουν απέναντι, κατέβηκαν από το πεζοδρόμιο και άρχισαν να διασχίζουν κάθετα το οδόστρωμα. Ο ευτυχισμενος επιβάτης του τετράτροχου θαύματος της τεχνολογίας, χαζεύοντας δεξιά και αριστερά, ούτε που κατάλαβε τι επρόκειτο να διαδραματιστεί.

    Όταν, μετά από μερικές ημέρες, ο Νταφ βγήκε από το νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν, επιβιβάστηκε σε ταξί, για να μεταβεί στο σπίτι του, που βρισκόταν στην άλλη πλευρά της πόλης. Λόγω του τραύματος στο κεφάλι του, οι πρόσφατες αναμνήσεις του ήταν λίγο μπερδεμένες. Σε όλη διάρκεια της διαδρομής παρακολουθούσε την κίνηση στους δρόμους και δεν άργησε να συνειδητοποιήσει ότι κάτι είχε αλλάξει στην πόλη.  Λίγο πριν φτάσουν στο προορισμό τους, εντόπισε ποια ήταν αυτή η αλλαγή και τόλμησε να ρωτήσει τον οδηγό: “Για πες μου, σε παρακαλώ πολύ, γιατί δεν κυκλοφορούν κιούμπερτ στους δρόμους;”
    Εκείνος, έριξε μια απορημένη ματιά, μέσα από τον καθρέφτη, στον παράξενο επιβάτη του, και του εξήγησε με κάπως θυμωμένη φωνή: “Μα καλά, πού ζείτε κύριε; Δεν το μάθατε;  Από την ημέρα που, ένα από αυτά τα καταραμένα παραβίασε τον κόκκινο σηματοδότη στην πλατεία Αινστάιν, σκοτώνοντας πέντε πεζούς, συντρίβοντας ένα ρομπότ και τραυματίζοντας σοβαρά τον επιβάτη του, απαγορεύτηκε για πάντα η κυκλοφορία τους!”







ΕΠΟΥΡΑΝΙΟ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ

    Οι τελευταίοι άνθρωποι που αντίκρισε, πριν κλείσει οριστικά τα μάτια του, ήταν οι δύο θεράποντες γιατροί του. Άφησε την τελευταία του πνοή στο κρεβάτι του νοσοκομείου, αφού δεν κατάφερε να αναρρώσει από την επάρατο ασθένεια, που τον είχε καταλάβει τον τελευταίο χρόνο. Σχεδόν αμέσως μετά, βρέθηκε σε ένα μεγάλο, καταπράσινο υπαίθριο μέρος, που ήταν γεμάτο με ανθρώπους ομοιόμορφα ντυμένους με γαλάζιες φορεσιές, που σεργιανούσαν αργά ανάμεσα στα φυτά. Υπέθεσε ότι είχε πάει στον Παράδεισο, αφού αυτή ήταν η επιθυμία του σε όλη τη διάρκεια της γήινης ζωής του, παραξενεύτηκε όμως που δεν είδε πουθενά αγγέλους. Αντί γι αυτούς, είδε μόνο μερικούς ανθρώπους να κυκλοφορούν ανάμεσα στους άλλους, φορώντας άσπρες μπλούζες!
    Μπερδεύτηκε! Αλλιώς περίμενε να τα βρει εκεί. Διαφορετικά τα φανταζόταν, αλλιώς του τα είχαν περιγράψει. Σταμάτησε έναν από αυτούς με τις άσπρες μπλούζες και τόλμησε να τον ρωτήσει: “Μπορείτε να μου πείτε που βρίσκομαι; Μόλις πέθανα και υπέθεσα ότι ήρθα στον Παράδεισο, εδώ όμως μοιάζει περισσότερο με υπαίθριο νοσοκομείο''.
    ''Σωστά κατάλαβες. Για την ακρίβεια, εδώ είναι το επουράνιο ψυχιατρείο, κι εμείς με τις κάτασπρες φορεσιές είμαστε ψυχίατροι! Όλοι οι πιστοί, μετά τον θάνατό τους, καταλήγουν εδώ, κι εμείς καταβάλουμε προσπάθειες να τους θεραπεύσουμε! Στη Γη, οι ποιμενάρχες σας τον τόπο αυτόν τον αποκαλούν Παράδεισο, γιατί αλλιώς κανένας σας δεν θα ήθελε να έρθει!

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Ο ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΟΣ


.                                    Ο  ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΟΣ

    Ο Υπερίων, ήταν ο πρώτος άνθρωπος της εποχής του, που δέχτηκε να πάρει το ελιξίριο της μακροζωίας. Είχε διαβάσει την ανακοίνωση του Ινστιτούτου Ευγονικής, που απευθυνόταν σε άτομα της ηλικίας του, και είχε προστρέξει, περισσότερο από περιέργεια, και λιγότερο από εγωιστική επιθυμία παράτασης της ζωής του. Τότε που συνέβησαν όλα αυτά, ήταν ήδη ογδόντα χρόνων.  Η γυναίκα του είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να τον αποτρέψει από μια τέτοια παράλογη, κατά τη γνώμη της, ενέργεια, εκείνος όμως δεν άκουγε τίποτα. Το είχε δει σαν ένα παιχνίδι, σαν μια ευκαιρία να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή του. Άλλωστε, δεν είχε και τίποτα να χάσει. Πόσα χρόνια του έμεναν ακόμα να ζήσει; Αν κατάφερνε και έδινε μια μικρή παράταση στον βίο του και καθυστερούσε όσο περισσότερο γινόταν τον ερχομό του θανάτου, θα του δινόταν η ευκαιρία να ζήσει μια πρωτόγνωρη εμπειρία και, ίσως, να μείνει και στην ιστορία.
    «Πω, πω, τι ματαιοδοξία είναι αυτή που σε διακατέχει;», του είχε πει η αγαπημένη του σύζυγος, εκείνος όμως προσποιήθηκε ότι δεν το είχε ακούσει.
     Ήθελε να της πει να πάνε μαζί για τον εμβολιασμό. Θα ήταν ό, τι καλύτερο, θα ήταν ευχής έργο να βάδιζαν μαζί σε αυτό το καινούριο άγνωστο μονοπάτι, ήξερε όμως ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Εκείνη ήταν φιλάσθενη, κι αυτό την απέκλειε αυτόματα από τέτοιου είδους πειράματα. Η βασική προϋπόθεση, όπως τον είχαν ενημερώσει  όταν ρώτησε για τους όρους συμμετοχής, ήταν η ακλόνητη υγεία του υποψηφίου. Ο ίδιος υποβλήθηκε στις σχετικές ιατρικές εξετάσεις και βρέθηκε απόλυτα υγιής. Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνταν στο έπακρο. Ήταν υγιής και είχε την απαιτούμενη ηλικία. Υπήρχε και τρίτος όρος για οριστική συμφωνία με το Ινστιτούτο, δυο-τρεις όμως υποψήφιοι που τον άκουσαν, την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, για να υπογράψουν τη συμφωνία και να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, έπρεπε  να δεχτούν τη μείωση της σύνταξής τους, στο ένα τρίτο των υφισταμένων αποδοχών τους, και για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που θα βρίσκονταν στη ζωή.
    Ο Υπερίων θορυβήθηκε όταν το έμαθε και αμφιταλαντεύτηκε. Δυσκολεύτηκε πολύ στη λήψη της τελικής του απόφασης. Η περικοπή αυτή αποτελούσε μια πολύ μεγάλη θυσία για εκείνον, δεν μπορούσε όμως να ισχυριστεί ότι ήταν εντελώς παράλογη ή άδικη. Λαμβάνοντας το ελιξίριο, υπήρχε πιθανότητα να ζήσει πολλά χρόνια παραπάνω από τον μέσο όρο ζωής των ανθρώπων, οπότε ήταν λογικό να πληρώνεται με λιγότερα χρήματα. Αν, όπως του είχαν εξηγήσει, ο αριθμός όσων εμβολιάζονταν αυξανόταν με τον καιρό (κάτι που ήταν βέβαιο) το ασφαλιστικό τους ταμείο θα είχε πρόβλημα με την καταβολή των συντάξεων. Προς αποφυγή λοιπόν δυσάρεστων επιπτώσεων στα οικονομικά του ταμείου, έπαιρναν αυτό το προληπτικό μέτρο.
    Το δέχτηκε, αφού άλλωστε δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Του κακοφάνηκε που από χίλια οχτακόσια ευρώ θα έπεφτε στα εξακόσια, παρηγορήθηκε όμως στη σκέψη ότι η γυναίκα του έπαιρνε κι εκείνη άλλα χίλια το μήνα, οπότε θα μπορούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Το ζόρισμα θα άρχιζε όταν εκείνη εγκατέλειπε τα εγκόσμια, κι εκείνος θα υποχρεωνόταν να ζήσει με την πενιχρή πλέον σύνταξή του. 
    Αμέσως μετά την πρώτη δόση του εμβολιασμού, ένιωσε λίγο δυσάρεστα. Δεν παραπονέθηκε. Του το είχαν πει ότι το ελιξίριο δημιουργούσε παρενέργειες. Το γνώριζε εκ των προτέρων, αυτό όμως δεν είχε επιδράσει ανασταλτικά στην απόφασή του να το δοκιμάσει. Το τίμημα της μακροζωίας ήταν ακριβό, αλλά θα το πλήρωνε. Προκειμένου να γνωρίσει εκείνη τη συγκλονιστική εμπειρία,  ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πάντα, ακόμα και… να πεθάνει.
    Το έλεγε γελώντας στη συμβία του: «Έτσι κι αλλιώς τη ζωή μου την έζησα. Ας γίνω λοιπόν πειραματόζωο και, πού ξέρεις, μπορεί αντί να ζήσω περισσότερο, να πεθάνω και πιο γρήγορα. Ε, λοιπόν, και τι έγινε;»
    Την επόμενη δόση την πήρε μια βδομάδα αργότερα και την τελευταία θα την έπαιρνε δέκα μέρες μετά. Από εκεί και ύστερα, απλώς θα περίμενε τα αποτελέσματα. Εκείνη τη φορά οι παρενέργειες ήταν εντονότερες. Επί μια ολόκληρη μέρα έμεινε ξαπλωμένος, νιώθοντας έντονες ζαλάδες, κρυάδες, πόνους στο στομάχι και ανακατωσούρα. Την επόμενη μέρα τα συμπτώματα ήταν λιγότερο ενοχλητικά. Τη μεθεπόμενη, ο Υπερίων αισθανόταν θαυμάσια.
    Η δοκιμασία αυτή επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά και κατόπιν όλα επανήλθαν σε ένα γνώριμο και ήσυχο καθημερινό ρυθμό. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνέβη τίποτα συνταρακτικό. Η ζωή συνεχίστηκε στο ίδιο μονότονο μοτίβο. Ένα γεγονός που έσπασε λίγο την ανία και σκόρπισε χαρά σε όλη την οικογένεια, ήταν η εισαγωγή του μεγαλύτερου εγγονού στο πανεπιστήμιο. Ο γιος του είχε τρία παιδιά, ένα αγόρι και δυο κορίτσια και η κόρη του ένα αγοράκι, μικρότερο από τα άλλα εγγονάκια του. Τα παιδιά αυτά ήταν ολόκληρη η ζωή τους. Τα έβλεπαν να μεγαλώνουν και καμάρωναν που ήταν υγιή και προόδευαν στα γράμματα.
    Πολύ καιρό ύστερα από τον τελευταίο εμβολιασμό, ο Υπερίων άρχισε να νιώθει μια ανεξήγητη ευεξία. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβαλλόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα, απέδειχναν ότι η υγεία του είχε θωρακιστεί. Είχε πάθει ανοσία και η κατάσταση αυτή, όπως του εξήγησαν οι επιστήμονες, ήταν αναμενόμενη. Μέρα με τη μέρα, αισθανόταν δυνατότερος. Διαπίστωνε ότι ξανάνιωνε.
    Την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη την αμαύρωσε ο ξαφνικός χαμός της γυναίκας του. Ήταν τη μέρα που πήγαινε στην αγορά για τα ψώνια της εβδομάδας. Γύρισε σπίτι με τα χέρια γεμάτα και με τη διάθεσή του ανεβασμένη και βρήκε τη δύστυχη γυναίκα  πεσμένη ανάσκελα έξω από την πόρτα της κουζίνας. Αρχικά νόμισε ότι απλώς είχε λιποθυμήσει, όταν όμως έπιασε το σφυγμό της, κατάλαβε ότι η αγαπημένη του  γυναίκα είχε αφήσει την τελευταία της πνοή, μόνη και αβοήθητη. Εκείνη βέβαια είχε φύγει και είχε ησυχάσει, εκείνος όμως θα συνέχιζε να ζει μόνος, φτωχότερος και προβληματισμένος. Από πολύ πριν και αρκετά συχνά, αναρωτιόταν αν είχε πράξει σωστά που είχε αποφασίσει να ζήσει περισσότερο από τους άλλους. Τώρα που είχε μείνει ολομόναχος, είχε αρχίσει να το μετανιώνει.
    Εκείνο που τον στενοχώρησε περισσότερο ήταν το πρόβλημα της μοναξιάς. Από τη μια ξανάνιωνε σωματικά, κι από την άλλη φθειρόταν ψυχολογικά.  Την αρνητική αυτή κατάσταση προσπαθούσε να την καταπολεμήσει με τη γνωστή συνταγή της συνεχούς εξόδου από το σπίτι, κακά όμως τα ψέματα, όταν αργά το βράδυ επέστρεφε στο σπίτι, τα συναισθήματά του μετατρέπονταν σε καταθλιπτικά. Με την πάροδο του χρόνου και με την ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών του και των γιατρών που τον παρακολουθούσαν, κατόρθωσε να ορθοποδήσει και να ξεπεράσει κάπως το πρόβλημα αυτό.
    Περνώντας τα χρόνια, επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά η επιτυχία του πειράματος. Εκτός από τον Υπερίωνα, άλλοι δεκαπέντε εθελοντές είχαν εμβολιαστεί με το ελιξίριο της νεότητας, και όλοι έχαιραν άκρας υγείας και μακροζωίας. Ορισμένοι από αυτούς είχαν ήδη περάσει την ηλικία των εκατό ετών και πολύ σύντομα ερχόταν και η σειρά του  Υπερίωνα να γιορτάσει έναν ολόκληρο αιώνα ζωής.
    Την ημέρα των γενεθλίων του, τα παιδιά του, του έκαναν πάρτι. Το γιόρτασαν με όλη τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε η περίσταση. Σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Υπερίων έδειχνε πως χαιρόταν και απολάμβανε το γεγονός, κατά βάθος όμως δεν ένιωθε και πολύ ευτυχής. Η απουσία της γυναίκας του ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Βλέποντας και τον εβδομηντάχρονο γιο του, ο οποίος έμοιαζε μεγαλύτερος από εκείνον, ένιωσε την ψυχή του να μαυρίζει. Οι άλλοι γερνούσαν, κι ένας-ένας με τη σειρά θα άρχιζαν να φεύγουν, ενώ εκείνος θα έμενε πίσω να παρακολουθεί την πένθιμη ακολουθία και να θλίβεται.
    Όταν κάποια στιγμή πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος του με τον οποίον έπαιζαν μαζί σκάκι, του είχε πει ότι έπρεπε να ευχαριστεί το θεό για την τύχη του, εκείνος τον είχε κοιτάξει λοξά και του είχε απαντήσει: «Μα, τι λες τώρα, μωρέ Ντίνο; Για ποια τύχη μου μιλάς; Εσύ δηλαδή,  το θεωρείς τύχη, να μένεις ολομόναχος στη ζωή; Εξάλλου, ο θεός δεν μου έδωσε τίποτα. Εγώ το διάλεξα. Η επιλογή ήταν καθαρά δική μου και η επιτυχία της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην επιστήμη. Άφησε λοιπόν κατά μέρος το θεό και δες τα πράγματα ρεαλιστικά».
    Ένα χρόνο αργότερα, όταν πληροφορήθηκε ότι η καρδιά του γιου του τον είχε προδώσει ξαφνικά και απροειδοποίητα, τότε ένιωσε να λυγίζει. Προσπάθησε να φανεί δυνατός και να το προσπεράσει όσο πιο ανώδυνα μπορούσε, όχι τόσο για τον ίδιον, αλλά για την οικογένεια του εκλιπόντος, η οποία θα χρειαζόταν ηθική συμπαράσταση. Από εκεί και ύστερα, η ζωή του συνεχίστηκε στο ίδιο μελαγχολικό μοτίβο, χωρίς πάντως ο οργανισμός του να παρουσιάζει σημάδια κόπωσης ή γήρανσης. Η ακλόνητη υγεία του τον βοήθησε να παραμείνει ενεργός και δραστήριος, κι αυτό φάνηκε ιδιαίτερα χρήσιμο στους άλλους. Άλλωστε, η οικογένεια είχε μεγαλώσει σημαντικά και χρειαζόταν βοήθεια. Εκείνος λοιπόν ήταν αυτός που έτρεχε για όλους. Τους βοηθούσε στα ψώνια και κρατούσε τα δισέγγονα, όταν οι γονείς τους ήταν αναγκασμένοι να ασχοληθούν με κάτι άλλο. Αρκετά συχνά, συμμετείχε μέχρι και σε χειρωνακτικές εργασίες. Η προσφορά του ήταν πολύτιμη και όλοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν. Υπήρχαν χίλιοι-δυο λόγοι που τον καθιστούσαν απαραίτητο συμπλήρωμα στην παρέα μικρών και μεγάλων.
    Στα εκατόν είκοσι χρόνια του, όλοι οι φίλοι του και οι γνωστοί του είχαν πλέον ΄΄ταξιδέψει’’. Την ίδια περίοδο, πέθανε η κόρη του και ένα από τα εγγόνια του. Αυτή τη φορά, το ψυχολογικό πλήγμα που δέχτηκε ήταν πολύ βαρύ. Το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί, το επέτεινε και η ειδοποίηση που είχε λάβει από το ασφαλιστικό του ταμείο ότι, στο εξής, η σύνταξή του μειωνόταν στα διακόσια ευρώ. Από εκεί και μετά, η μελαγχολία άρχισε να τον επισκέπτεται συχνότερα. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος που είχε πάρει μέρος σε εκείνο το πείραμα, φαντάστηκε όμως ότι υπήρχε τρόπος να διορθώσει αυτό το λάθος. Πάντως, δεν ήθελε να πληγώσει τους υπόλοιπους συγγενείς του και να φανεί ότι ήταν αυτόχειρας, γι’ αυτό αποφάσισε να εκμυστηρευτεί τις σκέψεις του στους επιστήμονες που τον παρακολουθούσαν.
    Μια ωραία πρωία λοιπόν, επισκέφτηκε το ερευνητικό κέντρο όπου γίνονταν τα σχετικά πειράματα, παραξενεύτηκε όμως όταν το είδε ερμητικά κλειστό. Η τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί για τις προγραμματισμένες εξετάσεις του, ήταν πριν από έξι μήνες και το μέρος εκείνο τότε έσφυζε από ζωή. Είχαν αλλάξει βέβαια κάποια πρόσωπα, λόγω θανάτου των παλαιότερων επιστημόνων, μαθαίνοντάς το όμως του είχε φανεί φυσιολογικό και του είχε δώσει σημασία. Τώρα, ξαναφέρνοντας στο νου του εκείνη την είδηση, ένιωσε να τρομοκρατείται. Τι σύμβαινε τελικά; Γιατί οι άνθρωποι που είχαν ανακαλύψει το ελιξίριο της μακροζωίας, οι ίδιοι απέφευγαν να το δοκιμάσουν; Τι ήταν αυτό που τους κρατούσε μακριά από το δώρο της υγιούς και μακροχρόνιας διαβίωσης, από αυτό που όλοι οι άνθρωποι επιθυμούσαν;
    Και τότε κατάλαβε. Για ποιο δώρο μιλούσε; Η μακροζωία δεν ήταν ευχή, αλλά κατάρα. Τι νόημα είχε να ζεις εσύ και να πεθαίνουν οι άλλοι; Ευτυχία ήταν να βλέπεις τους δικούς σου ανθρώπους να φεύγουν ένας-ένας; Η φυσιολογική εξέλιξη της ζωής ήταν ο θάνατος, όσο και αυτό ακουγόταν μακάβριο.
    Πλησίασε κοντά στην κεντρική είσοδο και διάβασε την ανακοίνωση που βρισκόταν τοιχοκολλημένη: ‘’Λόγω προβλημάτων χρηματοδότησης του ερευνητικού κέντρου, αλλά και λόγω της πίεσης των ασφαλιστικών ταμείων για σταμάτημα της χορήγησης εμβολίων, η διεύθυνση του ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΥΓΟΝΙΚΗΣ γνωστοποιεί στους εθελοντές του προγράμματος <<ΜΑΚΡΟΖΩΙΑ>> ότι αναστέλλονται οριστικά οι έρευνες και οι εξετάσεις.
    Έκανε μεταβολή και έσυρε με κόπο τα βήματά του προς την έξοδο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε εντελώς να καταρρέει ψυχολογικά. Ταυτόχρονα αισθάνθηκε και τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Η ζωντάνια και η ευεξία, που αισθανόταν όλα αυτά τα επιπλέον χρόνια, εξαφανίστηκαν μέσα σε ένα λεπτό. Έφτασε με κόπο μέχρι το δημόσιο δρόμο, παραδόξως όμως ένιωσε να απαλλάσσεται από κάθε στενοχώρια. Συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει η ώρα της λύτρωσης, κι αυτό είχε λειτουργήσει κατασταλτικά σε κάθε είδους αρνητικές σκέψεις και διαθέσεις. Η ιδέα ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος για τη συνέχιση μιας κατάστασης, η οποία μόνον προβλήματα του δημιουργούσε, τον απάλλαξε από τις ενοχές του και τον βοήθησε να πάρει την οριστική του απόφαση. Θα εγκατέλειπε τον κόσμο, αλλά σκέφτηκε ότι, ακόμα και τότε, θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος στην κοινωνία. Υπήρχε τρόπος και θα τον έβαζε σύντομα σε εφαρμογή.
    Οι εναπομείναντες συγγενείς του, όταν παρέλαβαν ό, τι είχε απομείνει από τη σωρό του για να το αποτεφρώσουν, έλαβαν μαζί και μια ευχαριστήρια επιστολή.

    ‘’Ευχαριστούμε θερμά για τη δωρεά του σώματος του εκλιπόντος στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου μας για ερευνητικούς σκοπούς και σας ευχόμαστε να ζήσετε και να τον θυμάστε’’.
                 ΕΚ ΤΗΣ ΠΡΥΤΑΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ




                               @@@@@@@@@@@@@@@@@@