Σελίδες

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2015

ΠΕΡΑ ΒΡΕΧΗ

Τα παλιά χρόνια, η Βρέχη ήταν ένα απομονωμένο χωριό στις παρυφές του όρους των Τελετών, τα τελευταία χρόνια όμως απλώθηκε, μεγάλωσε και χωρίστηκε στα δύο, αποτελώντας πλέον δυο ξεχωριστά χωριά, την Βρέχη και την Πέρα Βρέχη. Οι κάτοικοι και των δυο χωριών ήταν στην πλειοψηφία στους απόγονοι των Βρεχιωτών, σιγά-σιγά όμως, και ιδιαίτερα στην Πέρα Βρέχη, είχαν αρχίσει να συρρέουν και να εγκαθίστανται και άνθρωποι από άλλες περιοχές της χώρας. Στην Βρέχη υπήρχαν δυο μεγάλες εκκλησίες και πολλά παρεκκλήσια, ενώ στην Πέρα Βρέχη δεν υπήρχαν εκκλησίες, αλλά δυο σχολεία, ένα ξενοδοχείο, ένα γήπεδο μπάσκετ, μια μεγάλη βιβλιοθήκη, πολιτιστικό κέντρο και δυο θέατρα. Το ένα από αυτά ήταν υπαίθριο, σε στυλ αρχαιοελληνικού θεάτρου. Το καλοκαίρι στη Βρέχη γίνονταν παραδοσιακά πανηγύρια στη μνήμη κάποιων αγίων, ενώ στην Πέρα Βρέχη γίνονταν διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, με συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, και πολλά άλλα δρώμενα. Η αιτία της πολιτιστικής διαφορετικότητας των δυο οικισμών ήταν προφανής. Στη Βρέχη ζούσαν κατά κανόνα θρησκευόμενοι, ενώ στην Πέρα Βρέχη ζούσαν κυρίως άνθρωποι με υλιστικές απόψεις. 
Το καλό ήταν ότι οι κάτοικοι και των δυο χωριών ζούσαν ειρηνικά και σέβονταν οι μεν τον τρόπο ζωής των δε. Ουδέποτε είχε υπάρξει αντιπαράθεση ή φιλονικία μεταξύ τους. Το μοναδικό πρόβλημα ήταν τα σχολεία. Τα παιδιά της Βρέχης, λόγω έλλειψης σχολείου στο δικό τους χωριό, ήταν αναγκασμένα να φοιτούν στα σχολεία του διπλανού χωριού, κάτι που δεν άρεσε στους γονείς τους, και κυρίως στους ιερείς, αφού στα σχολεία αυτά δεν διδάσκονταν θρησκευτικά. Για το ζήτημα αυτό είχαν αντιδράσει έντονα οι δυο παπάδες των εκκλησιών, καθώς διαπίστωναν τη σταδιακή, χρόνο με το χρόνο, μείωση του ποιμνίου. Είχαν κάνει διαβήματα στο υπουργείο, αλλά δεν είχαν καταφέρει να πετύχουν την πολυπόθητη γι' αυτούς επαναφορά του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία της Πέρα Βρέχης. Έτσι, κάθε Κυριακή, μετά τη λειτουργία, δεν παρέλειπαν να καυτηριάσουν τον τρόπο ζωής των κατοίκων του αδελφού χωριού, αποκαλώντας αυτούς άθεους και οπαδούς του σατανά. Το ευτύχημα ήταν ότι οι πιστοί δεν ασπάζονταν εντελώς τις απόψεις των ιερέων τους, θεωρώντας τις κάπως υπερβολικές, διαφορετικά τα πράγματα θα εκτροχιάζονταν και θα έπαυε η αρμονική συνύπαρξή τους. Σε αυτό βέβαια είχε συντελέσει και ο πολιτισμένος τρόπος εκδήλωσης και έκφρασης των τέκνων τους, τα οποία, όχι μόνο δεν εμφάνιζαν σημάδια βιαιοπραγίας ή ανήθικης  συμπεριφοράς, αλλά μελετούσαν περισσότερο και έδειχναν μεγάλο ζήλο για μόρφωση. Ταυτόχρονα, εκτός από τον χρόνο που διέθεταν για παιχνίδι, γέμιζαν τις ελεύθερες ώρες τους και με άλλα ενδιαφέροντα (διάβασμα στη βιβλιοθήκη, μουσική, υποκριτική, αθλοπαιδείες, κ.λ.π.). Έτσι, οι κάτοικοι της Πέρα Βρέχης, είχαν αποδείξει έμπρακτα στους συγχωριανούς τους της Βρέχης, ότι η ηθική, η ειρηνική συνύπαρξη, η σωστή διαπαιδαγώγηση και ο σεβασμός στη ζωή και στον συνάνθρωπο, μπορούσαν θαυμάσια να υπάρξουν και χωρίς τη φοβέρα της τιμωρίας από κάποιο αόρατο ον.
Παρόλα αυτά, το κήρυγμα μίσους των ρασοφόρων συνεχιζόταν κανονικά. Οι μισάνθρωποι αυτοί, είχαν λυσσάξει που έχαναν συνεχώς οπαδούς, και είχαν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου συκοφαντία των ενηλίκων της Πέρα Βρέχης. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να παροτρύνουν τους πιστούς να μην ξαναστείλουν τα παιδιά τους στα διπλανά, στα σατανικά σχολεία, όπως είχαν το θράσος να τα αποκαλέσουν.
Η απαίτηση αυτή, είχε σαν αποτέλεσμα να εξαγριώσει τα παιδιά, μόλις το πληροφορήθηκαν. Έτσι, όσα από αυτά συνήθιζαν να πηγαίνουν ακόμα στην εκκλησία τις Κυριακές, δεν ξαναπάτησαν το πόδι τους εκεί, παρόλες τις προσπάθειες που έκαναν οι γονείς τους, για να τα μεταπείσουν, γκρεμίζοντας ταυτόχρονα και τις ελπίδες των ρασοφόρων για αντιστροφή του αντιθρησκευτικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί. Απογοητευμένοι λοιπόν από τις ατελέσφορες προσπάθειές τους, κλείστηκαν στο καβούκι τους και περιορίστηκαν στη διεκπεραίωση του τελετουργικού του δόγματός τους. 

Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2015

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο μου!

    Ο Τιμολέων συγκλονίστηκε. Απέναντί του, όσο κι αν του φαινόταν απίστευτο, καθόταν στο θρόνο του ο ίδιος ο πατέρας των αρχαίων θεών. Περιγραφές για το περιβόητο εκείνο άγαλμα-που θεωρείτο το σπουδαιότερο από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου-είχε διαβάσει πολλές, καμιά τους όμως δε μπορούσε ν’ αποδώσει με ακρίβεια, αυτό που αντίκριζαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια του. Με συνολικό ύψος πάνω από δώδεκα μέτρα, το αριστοτεχνικό δημιούργημα του Φειδία, άφηνε άναυδο όποιον το αντίκριζε.
    Ο Τιμολέων άργησε να συνέλθει. Όταν μετά από μερικά λεπτά το κατάφερε, πλησίασε κοντύτερα. Έχοντας πια προσαρμοστεί στις συνθήκες φωτισμού του ναού, δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει πάνω σ’ εκείνο το μοναδικό έργο της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής. Τα υλικά κατασκευής του, το μέγεθός του, την αριστουργηματική σύνθεσή του, ή το απαράμιλλο κάλλος του;
    Με σώμα φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο και μανδύα, σανδάλια, γένια και μαλλιά από ατόφιο χρυσάφι, το άγαλμα δεν είχε μόνο μεγάλη καλλιτεχνική, αλλά και ανυπολόγιστη οικονομική αξία. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο μ’ έναν αετό στην κορυφή του, στο δε δεξί υποβάσταζε το χρυσό άγαλμα της Νίκης. Τα μαλλιά του ήταν στεφανωμένα με χρυσό κλαδί ελιάς, ο δε θρόνος στον οποίο αναπαυόταν ήταν κι αυτός καμωμένος από ελεφαντόδοντο και χρυσό.
    Ο Τιμολέων δεν ήταν θρησκόληπτος και πολύ περισσότερο δεν ήταν ειδωλολάτρης. Η εικόνα όμως που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ήταν απίστευτη.  Κάτι μέσα του, του ταρακούνησε τα πιστεύω του. Αισθάνθηκε μια ανεξήγητη ανάταση της ψυχής του και κατάλαβε ότι υπήρχαν καταστάσεις και πράγματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ την περιορισμένη ανθρώπινη οπτική τους.
    Το  αντίκρισμα λοιπόν του δημιουργήματος του Φειδία, ήρθε να του επιβεβαιώσει το μεγαλείο, όχι κάποιου κατασκευασμένου Θεού, αλλά του ίδιου του Ανθρώπου. Το επιβλητικό εκείνο αριστούργημα, που όμοιό του δεν θα ξαναφτιαχνόταν ποτέ πάνω στη γη, το είχε εμπνευστεί και δημιουργήσει ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά.
    Έτσι, νιώθοντας απέραντο θαυμασμό για τον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Φειδίας και, ωθημένος από μια ανεξήγητη παρόρμηση, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία.              





                           

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

 Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο αστυνομικό μυθιστόρημά μου, που τολμά να πει και κάποιες αλήθειες για ορισμένους ευσυνείδητους αστυνομικούς!

   Ο Μπαρόζης ήταν από εκείνους τους τύπους που είχαν κόλλημα με τη δουλειά τους και  που την σκέφτονταν διαρκώς. Είχε αποφασίσει να γίνει αστυνομικός, όχι επειδή νοιαζόταν για εξουσία (καλά για χρήμα δεν λέμε τίποτα, για να μην γελάσει και το παρδαλό κατσίκι), αλλά γιατί τον συνάρπαζε η ιδέα να λύνει γρίφους και να πιάνει με την τσιμπίδα του νόμου τους εγκληματίες. Ένας πρόσθετος λόγος ήταν η συμπόνια του για τον συνάνθρωπο και η φλογερή του επιθυμία να βοηθήσει λίγο κι αυτός στην βελτίωση της κοινωνίας. Τον ενοχλούσε αφάνταστα η ευκολία με την οποίαν κάποιοι προέβαιναν σε παραβατικές πράξεις, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν αυτές είχαν να κάνουν με την αφαίρεση ζωής. Στην εικοσαετή σταδιοδρομία του είχε αντιμετωπίσει δεκάδες περιπτώσεις σοβαρών εγκλημάτων και, χωρίς υπερβολή, τις είχε εξιχνιάσει όλες. Ήταν ελάχιστες οι φορές που είχε βρεθεί σε αδιέξοδο και είχε δυσκολευτεί να βρει τους δράστες, χάρη όμως σε μια ανεξήγητη και σκανδαλώδη εύνοια της τύχης, είχε καταφέρει να τις εξιχνιάσει και αυτές.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ΚΟΛΑΣΗ Ή ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

Απόσπασμα από ένα διήγημα της συλλογής μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.

    Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος, τον έπιασε                    από τους ώμους και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Μα τι είναι αυτά που λες, αγόρι μου; Για ποια κόλαση μιλάς; Αυτά είναι παραμύθια των παπάδων για να φοβίζουν τον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος πεθάνει, όλα τελειώνουν. Δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος, κι αν θέλεις να σου το αποδείξω, θα σου πω μονάχα ότι, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές πίστευαν στην ύπαρξη αυτών των φανταστικών κόσμων, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά και δεν θα ζούσαν μέσα στη χλιδή και την ανομία, ακυρώνοντας τις υποδείξεις τους στους άλλους για εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη, λιτότητα και όλες αυτές τις νουθεσίες που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου δύσκολη. Γιατί δηλαδή, για να πάω στον παράδεισο, πρέπει να ζω τη γήινη ζωή μου σαν σε κόλαση; Γιατί πρέπει να βασανίζομαι τώρα, για να ζήσω καλά, υποτίθεται, σε κάποια άλλη, αμφισβητούμενη ζωή; Δεν είναι παράλογο; Αν μελετήσεις περισσότερο, θα διαπιστώσεις ότι όλη αυτή η ιστορία με τη θρησκεία και τις διδαχές της, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλοστημένη φάρσα, έναν άνευ λόγου και ουσίας παραλογισμό, που στοχεύει στον εκφοβισμό του ποιμνίου, προς όφελος των ρασοφόρων».






Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

Ένα ακόμα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο αστυνομικό μυθιστόρημά μου

    Μια μικρή ομάδα παιδιών πέρασε μπροστά από το τμήμα, χαχανίζοντας και πειράζοντας το ένα παιδί το άλλο, και ο Μπαρόζης αναπόλησε τα ανέμελα παιδικά του χρόνια, τότε που μόνον το παιχνίδι τον απασχολούσε. Απέναντι ακριβώς περνούσε ένας παπάς και του έκανε εντύπωση το γεγονός ότι, αν και τα παιδιά τον είχαν δει, δεν είχαν τρέξει να του φιλήσουν το χέρι, όπως συνηθιζόταν στη δική του εποχή. Το περιστατικό αυτό τον έκανε να αναθαρρήσει. Σιγά-σιγά, η εξάρτηση του κόσμου, και κυρίως των νέων ανθρώπων, από το παπαδαριό, είχε καταστεί είδος προς εξαφάνιση. Τα σαθρά είδωλα της θρησκείας και οι αφελείς δοξασίες των εκπροσώπων της, έπαυαν αργά αλλά σταθερά να έχουν αποδέκτες και έπεφταν από τα βάθρα τους το ένα μετά το άλλο.
     Κι ενώ τα σκεφτόταν όλα αυτά, συνειδητοποίησε ότι, εντελώς αναπάντεχα, είχε βρει και τη λύση στο πρόβλημα που τους ταλαιπωρούσε και είχε αναστατώσει τη ζωή τόσων ανθρώπων. 

Κυριακή 16 Νοεμβρίου 2014

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ Ε.Φ.

    Ένα από τα αρνητικά στοιχεία του Νεοέλληνα, και μάλιστα σε ένα πολύ ανησυχητικό βαθμό, είναι και αυτό της αποφυγής διαβάσματος βιβλίων. Είναι πολλοί αυτοί που έχουν πάρει ''διαζύγιο'' από την ανάγνωση ή που δεν είχαν ποτέ καλή σχέση μαζί της. Αυτό είναι ένα πρόβλημα, αλλά μη νομίζετε ότι είναι το μοναδικό επάνω στο συγκεκριμένο θέμα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο αν κάποιος διαβάζει, αλλά και τι διαβάζει, αν έχει δηλαδή την ικανότητα να επιλέγει τα σωστά αναγνώσματα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το διάβασμα οξύνει το νου και διευρύνει το πνεύμα, κι εγώ δεν θα ήθελα να μπω στη διαδικασία κριτικής των διαφόρων ειδών της λογοτεχνίας ή όλων γενικά των αναγνωσμάτων. Θα περιοριστώ σε μια μικρή θεώρηση ενός εντελώς παρεξηγημένου και συκοφαντημένου, θα έλεγα, λογοτεχνικού είδους, της επιστημονικής φαντασίας.
    Η Ε.Φ., φίλοι μου, δεν είναι ούτε λογοτεχνία της φυγής, ούτε παραμυθάκια για να περνά η ώρα. Η Ε.Φ. είναι το σοβαρότερο ίσως είδος λογοτεχνίας, καθώς δεν περιορίζεται από ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, ούτε εγκλωβίζεται μέσα σε στενά όρια. Η γκάμα των θεμάτων με τα οποία ασχολείται είναι πολύ μεγάλη. Ένα βιβλίο Ε.Φ. μπορεί να είναι ένα αστυνομικό ή ψυχολογικό θρίλερ, μια διαστημική όπερα, ένα κοινωνιολογικό ή φιλοσοφικό δοκίμιο, ένα ιστορικό γεγονός, μια διορατική ματιά της πορείας του ανθρώπου στο μέλλον, οι δυνατότητες και τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας διαχρονικά, μια εικονική πραγματικότητα, η τεχνητή νοημοσύνη, η αναζήτηση απαντήσεων σε θεολογικά και κοσμογονικά ερωτήματα, ή πολλά από τα παραπάνω μαζί!
      Εν κατακλείδι, η επιστημονική φαντασία είναι  η πεμπτουσία της λογοτεχνίας, και όποιος θεωρεί την παραπάνω θέση μου υπερβολική, δεν έχει παρά να αρχίσει τη μελέτη του συγκεκριμένου είδους, και ύστερα τα ξαναλέμε. Όποιος πάλι έχει διαβάσει αρκετή Ε.Φ., πιστεύω ότι θα συμφωνήσει μαζί μου και μάλιστα θα χαρώ αν με συμπληρώσει σε κάποια πράγματα που πιθανόν έχω παραλείψει.
   

Παρασκευή 14 Νοεμβρίου 2014

Ο ΥΠΕΡΜΑΧΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ

Ένα μικρό, αλληγορικό διήγημα, επιστημονικής φαντασίας.
  
    «Μα, αφού σου λέω ότι έρχονται με φιλικές διαθέσεις», επέμεινε ο Ντον.
    Ο Φλαντ τον κοίταξε ειρωνικά, πήρε ένα αλαζονικό ύφος και του είπε: «Σε πληροφορώ ότι είσαι πολύ αφελής. Πιστεύεις κι εσύ τις ανοησίες που κυκλοφορούν εκεί έξω; Εγώ σου δηλώνω υπεύθυνα ότι, οι τύποι αυτοί, αποκλείεται να μας επισκέπτονται σαν φίλοι. Κάτι άλλο, και πολύ φοβάμαι ίσως οδυνηρό, ζητούν από μας».
    «Και νομίζεις ότι, από τη δική μας πλευρά, δεν μπορεί να γίνει κάποια άλλη ενέργεια, πέρα από αυτήν που εσύ προτείνεις;»
    «Φυσικά, όχι», του απάντησε ο Φλαντ, με ύφος που δεν επιδεχόταν αντίρρηση. «Δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε, δεν το καταλαβαίνεις; Αν τους δεχτούμε με ανοιχτές αγκάλες, ίσως το αποτέλεσμα να είναι τραγικό για εμάς».
    Ο Ντον σηκώθηκε όρθιος και πήγε και στάθηκε μπροστά στη μεγάλη τζαμαρία.  Έβαλε τα χέρια του στη μέση και, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει τον άλλον, του είπε: «Ας υποθέσουμε ότι έχεις δίκιο να είσαι επιφυλακτικός, κι ότι αυτό που προτείνεις είναι σωστό, είσαι όμως βέβαιος ότι μπορούμε να το πραγματοποιήσουμε; Πώς μπορείς να γνωρίζεις τις δυνατότητες και τις ικανότητες αυτών των ανθρωποειδών; Αποκλείεις το γεγονός να έχουν αντιληφθεί τις προθέσεις μας και να μας εξοντώσουν, πριν καν προλάβουμε να κουνήσουμε το δαχτυλάκι μας;»
     «Μπράβο, Ντον, αυτό περίμενα τόση ώρα να ακούσω από το στόμα σου. Συμφωνώ απόλυτα ότι δεν ξέρουμε τίποτα για τα μέσα και τις ικανότητές τους, αυτός όμως είναι και ο κυριότερος λόγος, για τον οποίον επιμένω να τους εξοντώσουμε. Πιστεύω ότι δεν θα μας είναι δύσκολο να το κατορθώσουμε, αρκεί να τους πιάσουμε στον ύπνο».
    «Ο Ντον γύρισε και κοίταξε τον συνομιλητή του με συμπόνια: «Ειλικρινά, σε λυπάμαι», του είπε. «Πιστεύω ότι, όταν δεν γίνεται αυτό που θέλεις εσύ, υποφέρεις και βασανίζεσαι και πληγώνεται ο εγωισμός σου. Το χειρότερο όλων όμως είναι ότι, αυτό που συνήθως ζητάς, είναι κάτι κακό.  Βλέπεις όλους τους άλλους σαν εχθρούς και νομίζεις ότι θέλουν να σε βλάψουν. Γιατί, Φλάντ; Γιατί κρίνεις τις προθέσεις των άλλων πάντοτε κακόπιστα; Γιατί θεωρείς ότι, όλοι οι άνθρωποι, και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτά τα καλοκάγαθα, εξωγήινα όντα, είναι επικίνδυνοι και κακόβουλοι;»
    Ο Φλαντ χαμογέλασε, χωρίς να δείξει ότι τον είχαν πειράξει τα πικρά λόγια του Ντον: «Δεν πειράζει»», αρκέστηκε να σχολιάσει. «Σου επιτρέπω να λες ό, τι θέλεις για μένα, αλλά μη νομίζεις ότι, με το φτωχό και ρηχό σκεπτικό σου, θα μπορέσεις να πείσεις τους συμπολίτες μας να κάνουν αυτό που θέλεις εσύ. Τα επιχειρήματά μου είναι ατράνταχτα και άκρως πειστικά, οπότε, σε πληροφορώ πως αύριο όλοι θα είναι με το μέρος μου. Το πρωί λοιπόν, που θα εμφανιστούν αυτά τα αλλόκοτα όντα, θα αφήσουν για πάντα τα κοκαλάκια τους επάνω στο χώμα του πλανήτη Γη».
    «Δεν σκέφτεσαι τις επιπτώσεις από μια τέτοια, απερίσκεπτη ενέργεια; Δεν περνά από το μυαλό σου η εκδοχή να υπάρξουν αντίποινα; Δεν αναλογίζεσαι ότι η δολοφονία αυτών των όντων, μπορεί να πυροδοτήσει έναν διαπλανητικό πόλεμο;»
    «Υπερβολές», χαχάνισε ο Φλαντ. «Μεγάλη φαντασία έχεις. Πες ότι φοβάσαι να συμμετάσχεις σε αυτήν την πράξη, και άφησε κατά μέρος την προσπάθεια  να μεγαλοποιείς τα πράγματα».
                                   -------------------------------------
    Εκείνη τη νύχτα έκανε το χειρότερο ύπνο της ζωής του. Το βράδυ, λίγο πριν πέσει για ύπνο, είχε συναντηθεί με μερικούς από τους συνοικιστές τους στο εντευκτήριο του οικισμού και τους είχε εκφράσει τους φόβους  του για την απονενοημένη πράξη που ετοίμαζαν, δεν ήταν όμως βέβαιος ότι τους είχε πείσει. Έτσι, επέστρεψε στο σπίτι του κι έπεσε για ύπνο, αλλά ο Μορφέας είχε άλλη γνώμη.
    Το πρωί σηκώθηκε κουρασμένος και απογοητευμένος. Κοίταξε έξω από το πανοραμικό παράθυρο τον μικρό, κουκλίστικο οικισμό τους με τα θολωτά σπίτια και ένα κύμα δυσθυμίας τον πλημμύρισε. Λίγο αργότερα, τόλμησε να βγει έξω. Ο ήλιος κόντευε να ανατείλει και το σκάφος των εξωγήινων δεν θα αργούσε να φανεί. Όσο σκεφτόταν τι επρόκειτο να επακολουθήσει, οργή και απογοήτευση γέμιζαν την ψυχή του.
    Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε με αργά βήματα προς τη μεγάλη πλατεία, εκεί που θα προσγειωνόταν το μικρό διαστημόπλοιο.  Φτάνοντας κοντά, αντίκρισε τους υπόλοιπους, καμιά δεκαριά άτομα, να βρίσκονται ήδη εκεί. Ήταν συγκεντρωμένοι σε έναν κύκλο, οπλισμένοι με ακτινοπίστολα, και στο κέντρο ακριβώς στεκόταν ο Φλαντ και τους έδινε οδηγίες.
    Ο Ντον κάθισε λίγο παράμερα και περίμενε να δει τις εξελίξεις. Του φαινόταν αδιανόητο ότι, για μια ακόμα φορά, η ανθρώπινη βλακεία είχε καταφέρει να υπερνικήσει τη σύνεση και τη λογική. Ο άνθρωπος είχε καταφέρει να ταξιδέψει στο διάστημα, αλλά στο ζήτημα της ανθρωπιάς, βρισκόταν ακόμα σε νηπιακή ηλικία.
    «Να, το, έρχεται», άκουσε κάποιον από τους άντρες να φωνάζει και να δείχνει με το χέρι ψηλά.
    Είχε πια ξημερώσει για καλά και όλοι διέκριναν καθαρά το εξωγήινο σκάφος που πλησίαζε αθόρυβα. Ήταν σχετικά μικρό σε διαστάσεις, γεγονός που υποδήλωνε ότι οι επιβάτες του θα ήταν λίγοι. Όταν το διαστημόπλοιο προσεδαφίστηκε στις πλάκες της πλατείας, άνοιξε η μπουκαπόρτα του και φάνηκαν τα πόδια των τριών επιβατών του.
    «Τώρα», φώναξε δυνατά ο Φλαντ, γελώντας σαρδόνια και κάνοντας σήμα με το χέρι του στους άλλους να ανοίξουν πυρ. Για μια στιγμή, τίποτα δεν συνέβη. Γύρισε το κεφάλι του προς το μέρος των συνοικιστών του, και το γέλιο εξαφανίστηκε αμέσως από το μοχθηρό του πρόσωπο.
    Γούρλωσε με έκπληξη τα μάτια του και  έδειξε να τρομοκρατείται: «Ε, τρελαθήκατε; Τι πάτε να κάνετε;»  ούρλιαξε, καθώς είδε τις σκοτεινές κάννες δέκα ακτινοβόλων όπλων να τον σημαδεύουν.