Σελίδες

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ... ΑΛΚΗΣ

 ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ μεταφυσικής παράνοιας ''ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ''

    Ο Άλκης  ήταν ένα πανέξυπνο παιδί, γεννημένο σε μια δύσκολη εποχή, κατά την οποίαν οι περισσότεροι πολίτες της χώρας ήταν φτωχοί. Αν και ανήκε σε μια πολύτεκνη, επαρχιακή οικογένεια, οι γονείς του έκαναν τα πάντα για να μην αφήσουν αυτόν και τα υπόλοιπα αδέλφια του νηστικά. Εργάζονταν αγόγγυστα νυχθημερόν στα χωράφια, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαί για τα τέκνα τους. Κι ενώ τα υπόλοιπα παιδιά ικανοποιούνταν με την τροφή που τους παρείχαν οι γονείς τους, ο Άλκης ένιωθε μονίμως να πεινάει. Ενώ έτρωγε ακριβώς την ίδια ποσότητα φαγητού με τα αδέλφια του, λίγη ώρα μετά το σήκωμα από το τραπέζι, το αίσθημα της πείνας εμφανιζόταν μέσα στο στομάχι του και του δημιουργούσε ένα βασανιστικό συναίσθημα. Ήταν ένα πρόβλημα, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ιατρικά, αλλά πού σκέψη τότε για τρέξιμο σε ειδικούς. Εξάλλου δεν υπήρχε και η οικονομική δυνατότητα.
    Έτσι, όταν ο Άλκης τελείωσε το δημοτικό και πήγε στο γυμνάσιο, οι γονείς του τον έκλεισαν εσωτερικό σε κάποιο εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Υπέθεσαν ότι εκεί μέσα θα λυνόταν το πρόβλημα του βλασταριού τους με την πείνα, ενώ επί πλέον πίστευαν ότι θα του δινόταν και η δυνατότητα να προχωρήσει στα γράμματα, αφού φαινόταν καθαρά ότι είχε έφεση στη μάθηση.
    Εγκαταστάθηκε λοιπόν το παιδί στον καινούριο του χώρο, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα περνούσε και τόσο ευχάριστα εκεί μέσα. Από τη μια ήταν η καταπίεση που ένιωθε από ένα τόσο υπερσυντηρητικό περιβάλλον, κι από την άλλη ήταν ότι, το πρόβλημά του με την πείνα, όχι μόνο δεν λύθηκε, αλλά διογκώθηκε, καθώς η ποσότητα της τροφής που τους χορηγούσαν εκεί, ήταν μικρότερη από εκείνην που λάβαινε στο σπίτι της οικογένειάς του. Έτσι, προσπαθούσε να βρει τη διέξοδο από όλα αυτά, διαβάζοντας. Τα απογεύματα μάλιστα, έπαιρνε τα βιβλία του παραμάσχαλα και χωνόταν μέσα στην εκκλησία του οικοτροφείου, για να διαβάσει με ησυχία, κάτω από το ασθενικό φως των καντηλιών.
    Ένα απόγευμα, καθώς μελετούσε, άκουσε την πόρτα του ναού να ανοίγει και κρυφοκοίταξε πίσω από την κολόνα, για να δει ποιος ήταν. Είδε την κυρά-Φρόσω, την υπεύθυνη των μαγειρίων και της τραπεζαρίας, να μπαίνει μέσα, να σταυροκοπιέται συνεχώς και να κατευθύνεται κοντά στην Ωραία Πύλη. Ο Άλκης λούφαξε για να μην γίνει αντιληπτός και την είδε να στέκεται μπροστά στην εικόνα ενός αγίου και να λέει: «Άγιε μου, Αθανάσιε, αμάρτησα. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, κι εγώ θα κάνω ό, τι μου ζητήσεις, για να εξιλεωθώ».
    Ο Άλκης, ακούγοντας αυτά από το στόμα μιας ώριμης γυναίκας,  κόντεψε να σκάσει στα γέλια, η παράκλησή της όμως στον άγιο, του έδωσε μια ιδέα, την οποία αποφάσισε να βάλει αμέσως σε εφαρμογή. Χοντραίνοντας τη φωνή του, όσο περισσότερο μπορούσε, φώναξε δυνατά: «Για να συγχωρεθείς, καλή μου γυναίκα, θα πρέπει στο εξής να δίνεις διπλή μερίδα φαγητό στον μαθητή Άλκη».
    Η κυρά-Φρόσω έπεσε συγκλονισμένη στα γόνατα, σταυροκοπήθηκε επιδεικτικά και έδωσε μια μεγάλη υπόσχεση στον άγιο: «Θα κάνω ό, τι μου λες, Άγιε. Σου το υπόσχομαι».
    Από την επόμενη μέρα, η ζωή του Αλκη άλλαξε προς το καλύτερο. Μόλις η κυρά-Φρόσω έβλεπε ότι άδειαζε το πιάτο του, στεκόταν από πάνω του και τον ρωτούσε: «Άλκη, θέλεις λίγο φαγητό ακόμα;»
    Αυτό συνεχίστηκε για μια ολόκληρη εβδομάδα, προξενώντας όμως την εύλογη απορία των υπόλοιπων παιδιών, τα οποία προσπαθούσαν να εξηγήσουν τους λόγους αυτής της ευνοϊκής μεταχείρισης της τραπεζοκόμας στον Άλκη. Τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν, εκείνος όμως το έπαιζε ανήξερος. Ώσπου μια μέρα, υπέκυψε στις επίμονες ερωτήσεις του φίλου του Κώστα, και του αποκάλυψε τη σκηνή-φάρσα που είχε διαδραματιστεί στην εκκλησία.
    Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε όλον τον παιδικό πληθυσμό του οικοτροφείου, και φυσικά έφτασε γρήγορα και στα αυτιά των υπευθύνων. Το αποτέλεσμα της απερισκεψίας του Άλκη να αποκαλύψει το μυστικό του στους άλλους, αποδείχτηκε ολέθριο για τον ίδιο. Τον μετέφεραν αμέσως σε άλλο χώρο, μακριά από το οικοτροφείο, με αποτέλεσμα, όχι μόνο να χάσει το επιπλέον φαγητό, αλλά να αναγκάζεται να περπατά αρκετά καθημερινά, για να πάει στο σχολείο.
    Όσο για την κυρά-Φρόσω, αυτή ήταν αναγκασμένη, κάθε φορά που έμπαινε στην τραπεζαρία, να έρχεται αντιμέτωπη με τα ειρωνικά χαμόγελα των παιδιών και να υπομένει στωϊκά τις, γεμάτες νόημα, επικριτικές ματιές τους.



Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΟΣ

 ΒΙΩΜΑΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ από τη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.

ΤΟΥ  ΒΑΣΙΛΗ  ΣΑΚΚΑ

    Δουλειά δεν είχε ο διάολος κι έβαλε τον Βασίλη στο μάτι. Σε κάποιο καράβι του Καραγεωργη το MV MESS ARETI τον έψησε για συνεργασία. Κάποιο βράδυ σε κάποιον ωκεανό στη μέση του πουθενά, που λένε, του τα έριξε.  «Δεν κάνεις Βασίλη ότι μιλάω μαζί σου δυο-τρεις φορές την εβδομάδα; Έτσι να δούμε πόσους φιλάθλους έχει ο Ουβραίος Θεός στο καράβι, βρε αδερφέ».
    Άλλο που δεν ήθελε ο Βασίλης που ήταν φτυστός του Lusifer στις σκανδαλιές και, μιας και βαριόταν τα μεγάλα ταξίδια, του έφεξε.  «Ναι αμέ, ξεκινάμε και από σήμερα το βράδυ άμα γουστάρεις»,  του είπε. Νύχτωσε κάποτε και σκεπτόταν πως να αρχίσει τα Βελζεβουλικά σχέδιά του. Ήπιε και δυο-τρία ουισκάκια, έστριψε και τσιγαριλίκι για σιγουριά, για  να δουλέψει η γκλάβα του και κατά τη μια τη νύχτα το βρήκε. Η καμπίνα του ηταν ακριβώς δίπλα στου Κυριάκου του ανθυποπλοίαρχου, που ήταν ταγμένος, φανατικός Θεούσος, με τα λιβάνια, τα σταυρουδάκια, τα γούρια, τις άγιες φυλλάδες, τα κομποσχοίνια και τα εικονίσματα. Ιερός ναός η καμπίνα του Κυριάκου. Θα γινόταν της αγίας Κυριακής. Πετάχτηκε λοιπόν ο Βασιλοβελζεβούλης έξω από την καμπίνα του με το σώβρακο αλαφιασμένος και άρχισε να χτυπά  δυνατά την πόρτα του γείτονα. Ξύπνησε ο Κυριάκος, αντίκρισε τον Βασίλη με κόκκινα μάτια και αφρούς στο στόμα και τρόμαξε,
    «ΤΙ ΕΠΑΘΙΣ ΡΕ; ΤΙ ΧΑΛΙΑ ΕΧΣ; ΑΡΩΣΤΣΙΣ;» ρώτησε με την ιδιαίτερη προφορά της πατρίδας του.  «Όχι, όχι Κυριάκο», του είπε. «Κάποιος χθες το Βράδυ κι απόψε, μου μιλάει μέσα από τη ντουλάπα μου. Επάνω εκεί που είναι το σωσίβιο. Δεν αντέχω άλλο.  Θα τρελαθώ, φοβάμαι απόψε».
    «ΚΙ ΤΙ ΣΙ ΛΕΕΙ; ΠΑΜΙ ΣΝ ΚΑΜΠΙΝΑΣ ΝΑ ΜΙ ΔΕΙΞ ΑΠ ΠΟΥ ΣΙ ΜΙΛΑΕΙ».
    «Να Κυριάκο, από εκεί ψηλά ανοίγει και κλείνει η ντουλάπα, όταν μου μιλάει μια γλυκιά φωνή. ‘’ΜΟΥ ΛΕΕΙ, ΒΑΣΙΛΗ ΤΙ ΘΕΛΕΙΣ ΕΣΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥΣ; Ο ΘΕΟΣ ΔΕΝ ΣΕ ΑΓΑΠΑΕΙ. ΜΟΝΟΝ ΕΓΩ ΣΕ ΑΓΑΠΩ. ΠΑΡΑΤΑ ΤΟΝ’’
    Είδε ο Κυριάκος τα συμπτώματα του Βασίλη και σιγουρεύτηκε ότι ο φίλος του δαιμονίστηκε. Και μιας που είχε πείρα στο παρελθόν από εξορκισμούς και μάγια,  του είπε να ξαπλώσει στο κρεβάτι, για να τον διαβάσει. Ετοίμασε και λιβάνια, σταυρούς, μαντζούνια και φυλαχτά, να του τα δώσει. Πήρε και μια άγια φυλλάδα και άρχισε να τον καταβρέχει με μαντζούνια, διαβάζοντάς τον. Μισή ώρα πέρασε και ο Βασίλης δάγκωνε την γλώσσα του για να μην τον πιάσουν τα γέλια. Δεν κρατήθηκε όμως και ξέσπασε σε άγρια γέλια. Σταματημό δεν είχε. Ξύπνησαν και μερικοί άλλοι από τη φασαρία και ήρθαν να δουν τι γινόταν στις δυο η ώρα το πρωί. Κοιτούσαν τον έναν στο κρεβάτι να έχει σκάσει στα γέλια, και τον άλλον με εικόνες και σταυρούς, και απορούσαν.    
    «ΔΙΜΟΥΝΙΣΜΕΝΟΥΣ, ΔΙΜΟΥΝΙΣΜΕΝΟΥΣ», φώναζε ο Κυριάκος. «ΦΙΓΑΤΙ, ΦΙΓΑΤΙ ΑΠ ΙΔΩ. ΑΥΤΟΣ ΠΡΕΠ Α ΞΙΜΠΑΡΚΑΡ ΝΑ ΠΑΕΝ Σ ΙΞΟΥΡΚΙΣΤΗ ΖΝ ΙΛΛΑΔΑ. ΙΓΩ ΔΙΝ ΜΠΟΥΡΩ. ΑΥΤΟΣ ΕΧ ΟΛ ΤΣ ΔΙΑΟΛΙ ΑΠΑΝΟΥ Τα».
    Έφυγε ο Βασίλης για την καμπίνα του, ευχαριστημένος για την συνεργασία του με τον Λούσιφερ. Είχε καταφέρει και είχε κάνει όλο το θεϊκό πλήρωμα άνω-κάτω. Το παράδοξο ήταν ότι, στο λιμάνι που έπιασαν σε λίγες μέρες, δεν ξεμπαρκάρισε ο Βασίλης, αλλά ο Κυριάκος. Υποστήριζε ότι του πονούσαν τα πόδια από τα μάγια, γι’ αυτό θα πήγαινε να του τα λύσει κάποια διάσημη καφεμαντοχαρτορίχτρα, μαζί με έναν άλλο, διάσημο τράγο. 
    Ίσως και να είχε κολλήσει δαιμονάκια από τον Βασίλη!

Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014

ΑΓΝΩΣΤΑΙ ΑΙ ΒΟΥΛΑΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ένα μικρό χρονογράφημα από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ ''ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ''.

                             
                 ΑΓΝΩΣΤΑΙ ΑΙ ΒΟΥΛΑΙ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


    Η μικρή γεννήθηκε με κινητικά και φωνητικά προβλήματα, όπως αποδείχτηκε μεγαλώνοντας, κι έζησε για επτά ολόκληρα χρόνια καθηλωμένη, άφωνη και άπραγη! Την έτρεχαν στα νοσοκομεία και τους γιατρούς και, όταν τελικά αποδείχτηκε ότι δεν θα γινόταν ποτέ καλά, άρχισαν να την περιφέρουν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, το αποτέλεσμα όμως παρέμενε το ίδιο! Όταν στα επτά της πέθανε, η γιαγιά της το μόνο που βρήκε να πει ήταν ''την πήρε ο θεός κοντά του, για να την ξεκουράσει!''
    Α, ώστε έτσι; Αφού λοιπόν, γιαγιάκα, σύμφωνα με την πίστη σου, οι βουλές του θεού είναι άγνωστες, εσύ πώς το κατάλαβες ότι την πήρε κοντά του; Σου το είπε ο ίδιος; Κι αν το έκανε για να την ξεκουράσει, όπως είπες, γιατί άργησε τόσο πολύ και άφησε αυτό το δυστυχισμένο πλάσμα να βασανιστεί επτά ολόκληρα χρόνια; Ή, έστω, γιατί επέτρεψε να γεννηθεί ανάπηρο; 
Ξέρω, σε όλα αυτά τα ερωτήματα θα βρεις να δώσεις μια απάντηση όπως «ο θεός είναι μεγάλος», «τα πάντα εν σοφία εποίησεν», κ.λ.π., κάνε όμως τον κόπο να αναρωτηθείς: ''Μήπως όλα αυτά που συνέβησαν σε αυτό το αθώο πλάσμα, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από αυτά που μπορεί να συμβούν στον καθένα μας, λόγω διαφόρων αιτίων, τα οποία γεγονότα ουδεμία σχέση έχουν με επουράνιες παρεμβάσεις;''

Τα παραπάνω γεγονότα είναι πραγματικά και συνέβησαν σε γνωστή μας οικογένεια, η οποία ξόδεψε περισσότερα χρήματα σε τάματα, από εκείνα που ξόδεψε σε φορείς υγείας! Παρόλα αυτά, ακόμα και σήμερα, συνεχίζει να πιστεύει σε υπερφυσικά όντα και σε μεταφυσικές ερμηνείες!

Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Η ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΙ Ο ΕΡΑΣΤΗΣ

    Κάπου σαράντα χρόνια πριν, είμαστε μια παρέα πέντε-έξι φίλων (ανύπαντροι φυσικά όλοι), εκ των οποίων ο ένας είχε μια γκόμενα γύρω στα εξήντα! Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο συγκεκριμένος φίλος σχετιζόταν με μεγαλύτερή του, γιατί αυτό ήταν το κουσούρι του, εκείνη τη φορά όμως το είχε παρακάνει. Εμείς αναρωτιόμαστε, τι έβρισκε σε μια τόσο μεγάλη γι' αυτόν γυναίκα, η οποία μάλιστα, οφείλω να ομολογήσω, κάθε άλλο παρά ελκυστική ήταν, εκείνος όμως δεν χαμπάριαζε. Η περίπτωσή του μας θύμιζε μια ιταλική ταινία με τον Ούγκο Τονιάτσι (αν την είχατε δει), όπου αυτός είχε παντρευτεί μια πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, κι εκείνη κάποια φορά τον έπιασε στο κρεβάτι με τη... μάνα της, μια γριά γύρω στα ογδόντα! Του ζητούσαμε λοιπόν συχνά να μας αποκαλύψει την πραγματική ηλικία της Φωφώς, αλλά κάθε φορά εκείνος άλλαζε συζήτηση. Ώσπου κάποια φορά ο Κώστας, το πειραχτήρι της παρέας, αποφάσισε να τη μάθει με πλάγιο τρόπο. 
    Είχαμε πάει σε μια ταβέρνα στην Παιανία και, συζητώντας πολλά και διάφορα κατά τη διάρκεια του δείπνου, ο Κώστας πέταξε με αφέλεια: ''Το ξέρετε ότι, αν αθροίσουμε όλοι εδώ πέρα τα χρόνια μας, ξεπερνάμε τους δυο αιώνες;"  Εμείς μπήκαμε αμέσως στο πνεύμα του φίλου μας και αρχίσαμε να αμφισβητούμε, δήθεν, τον ισχυρισμό του. ''Θέλετε να σας το αποδείξω;'' μας είπε ξαφνικά και σηκώθηκε όρθιος, αρχίζοντας να κάνει την πρόσθεση, δείχνοντάς μας έναν-έναν. Είμαστε έξι άτομα συνολικά, πέντε νεαροί και η γηραιά ερωμένη του Περικλή. Οι δυο είμαστε τότε 27 ετών, ένας άλλος 29 και οι υπόλοιποι δύο τριάντα. Το σύνολο των χρόνων μας, χωρίς τη γυναίκα της συντροφιάς, έφτανε στον αριθμό 143. Όσο πλησίαζε η στιγμή που ο Κώστας θα έφτανε στη Φωφώ, εκείνη είχε αρχίσει να αναψοκοκκινίζει. Όταν τελικά αυτός είπε ''εκατόν σαράντα τρία, συν...", κι έδειξε με τον δείκτη του χεριού του την άτυχη γυναίκα, εκείνη χλώμιασε, κόμπιασε και τελικά ξεστόμισε με μισή φωνή: ''Σαράντα''.
    Ο Κώστας, στο άκουσμα αυτού του αριθμού,  στραβομουτσούνιασε που δεν είχε καταφέρει να μάθει την ηλικία της, ο Περικλής κοιτούσε το ταβάνι με αμηχανία, κι εμείς οι υπόλοιποι, προσπαθούσαμε να κρύψουμε το μειδίαμα που σχηματίστηκε στα χείλη μας! Ήταν σίγουρο ότι, αν η Φωφώ αποκάλυπτε την πραγματική της ηλικία, ο Κώστας θα δικαιωνόταν και τυπικά αφού, έτσι κι αλλιώς, ουσιαστικά όλοι γνωρίζαμε ότι είχε δίκιο. Τελικά, το μόνο που κατάφερε, παίζοντας εκείνο το αδιάκριτο παιχνίδι, ήταν να φέρει σε εξαιρετικά δύσκολη θέση την ερωμένη του Περικλή και να της προκαλέσει μια ψυχρότητα απέναντί μας. Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να την ξαναδούμε! 

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΕΠΙΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ

    Υπάρχουν κάποια γεγονότα, σημαντικά ή ασήμαντα δεν έχει και τόση σημασία, στη ζωή μας, που έρχονται απρόσμενα ή τυχαία και τα οποία την ανατρέπουν. Το λέω αυτό με την έννοια ότι μπορεί, εντελώς ξαφνικά, κάποια από αυτά να μας αλλάζουν ιδέες, μυαλά ή κι εγώ δεν ξέρω τι άλλο, και να μας υποχρεώνουν να αναθεωρούμε ιδεολογίες και πιστεύω, που μας είχαν εμφυτεύσει με το έτσι θέλω στον εγκέφαλό μας, και να μας αναγκάζουν να αρχίζουμε να βλέπουμε τη ζωή και τα πράγματα με μια διαφορετική οπτική. Δεν αναφέρομαι σε θανάτους, ατυχήματα, ασθένειες, κ.λ.π., γεγονότα δηλαδή που μας σημαδεύουν ψυχικά, αλλά σε κάποια άλλα, ανώδυνα ή και όχι, μα άκρως επιδραστικά. Έχουν υπάρξει και στη δική μου ζωή τέτοιου είδους γεγονότα, είτε ηθελημένα, είτε αθέλητα, και δεν μπορώ να μην τα μνημονεύσω. Το πρώτο συνέβη όταν βρισκόμουν στην ηλικία των δεκαεπτά ετών και το έχω περιγράψει σε παλαιότερο άρθρο μου, το οποίο έχει δημοσιευτεί και στο βιβλίο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ, και αφορά στον κλονισμό που υπέστην από την ξεδιάντροπη εμφάνιση του δεσπότη με τη ΜΕΡΣΕΝΤΕΣ, και το οποίο αποτέλεσε την αφορμή να αμφισβητήσω για πρώτη φορά στη ζωή μου τη θρησκεία. Το δεύτερο γεγονός που με σημάδεψε ήταν το περιστατικό με τον πυροβολισμό εναντίον μου από τα όργανα της χούντας, την ημέρα του Πολυτεχνείου, στα είκοσι έξι μου, και το οποίο με ταρακούνησε ιδεολογικά και με ανάγκασε να συνειδητοποιήσω τι σημαίνει ολοκληρωτισμός. Το τρίτο γεγονός ήταν η ανάγνωση της βιογραφίας ενός από τους Γάλλους Διαφωτιστές, του Ντιντερό, στα τριάντα μου, και η οποία με έκανε να κατασταλάξω οριστικά στις αθεϊστικές μου απόψεις. Το τέταρτο και τελευταίο γεγονός το οποίο, εκτός από τη δική μου ζωή, σημάδεψε τη ζωή όλων μας, είναι η οικονομική κρίση διαρκείας, που συνεχίζει να μας βασανίζει! Αυτό μου έμαθε ακόμα περισσότερα. Με δίδαξε πως στη ζωή τίποτα δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο, κι επίσης με ανάγκασε να μάθω καλύτερα τους κατοίκους (εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους) αυτής της  παράξενης χώρας που, παραδόξως, λέγεται Ελλάδα!
    Έκτοτε, μελετώντας ανελλιπώς όλους τους μεγάλους της διανόησης (Νίτσε, Επίκουρο, Ράσελ, Λιαντίνη, Ασίμοφ, Όργουελ, κ.λ.π.), κατέληξα στο συμπέρασμα ότι, ο μόνος δρόμος για να φτάσει ο άνθρωπος στην ολοκλήρωση, είναι ο ορθολογισμός και η αποτίναξη από μέσα του κάθε είδους δόγματος. Η ζωή, είτε αυτό μας αρέσει είτε όχι, είναι μία και δεν υπάρχει λόγος να ζούμε με ψευδαισθήσεις, ούτε να επιτρέπουμε στον κάθε τσαρλατάνο να μας πουλάει παραμύθια και να εκμεταλλεύεται το φόβο μας για το θάνατο! Αν συνειδητοποιήσουμε ότι, το μόνο που πρέπει να κάνουμε, είναι να ζούμε την κάθε μέρα με λαχτάρα, με ιδανικά και με φρόνηση, αλλά και με περιφρόνηση για το τι πρόκειται να μας συμβεί στο μέλλον, τότε θα έχουμε ίσως αγγίξει αυτό για το οποίο έτυχε να γεννηθούμε! Επιπροσθέτως, δεν θα ήταν άστοχο να αναθεωρήσουμε τις απόψεις μας για το σαθρό πολιτικό μας σύστημα και να πάψουμε να του δίνουμε δύναμη!

Τετάρτη 8 Ιανουαρίου 2014

ΕΠΑΙΤΕΙΑ

Το φαινόμενο της επαιτείας είναι τόσο παλιό, όσο παλιός είναι και ο άνθρωπος. Ανέκαθεν κάποιοι συνάνθρωποί μας στέκονταν σε μια άκρη με το χέρι απλωμένο, εκλιπαρώντας για τον οβολόν μας. Δυστυχώς, τα τελευταία χρόνια, λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τους πολίτες του κόσμου, ο αριθμός των ανθρώπων που επιδίδονται σε αυτήν την συνήθεια έχει πολλαπλασιαστεί. Όπου σταθείς κι όπου βρεθείς, σε δρόμους, πλατείες, εκκλησίες, σταθμούς ΜΜΜ, χώρους αναψυχής, κ.λ.π., θα συναντήσεις και κάποιον επαίτη. Πολλοί από αυτούς είναι επαγγελματίες εκ πεποιθήσεως, αρκετοί όμως αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην επαιτεία, λόγω εξαθλίωσης, λόγω μεγάλης ανάγκης. Προσωπικά, και λόγω ιδιοσυγκρασίας, δεν εγκρίνω την επαιτεία. Την θεωρώ εξευτελιστική για τον άνθρωπο. Νομίζω ότι, όσο μεγάλη ανάγκη και να έχει κάποιος, πρέπει να μην διαθέτει ίχνος αξιοπρέπειας, για να ξεπέφτει τόσο χαμηλά. Υπάρχουν και άλλοι τρόποι για να λύσει κάποιος το πρόβλημα επιβίωσής του. Πάνω απ' όλα χρειάζεται δύναμη, θάρρος, ιδέες, αισιοδοξία, μαχητικότητα, απαγκίστρωση από πρόσωπα και πράγματα που τον ενοχλούν και αλλαγή περιβάλλοντος. Η παθητική στάση του επαίτη, ούτε το πρόβλημά του λύνει, ούτε τον τιμά. Τα γράφω αυτά, αν και κατά βάθος, όταν συναντήσω άνθρωπο να ζητιανεύει, αισθάνομαι να σφίγγεται η καρδιά μου. Παρ' όλα αυτά, αποφεύγω να του δώσω κάποιο νόμισμα, γιατί ξέρω ότι μόνον καλό δεν θα του κάνω. Απλώς θα διαιωνίσω μια αρρωστημένη κατάσταση, η οποία κάποιους άλλους, τους γνωστούς εμπόρους φρούδων ελπίδων,  εξυπηρετεί.   

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

 Απόσπασμα από το ομώνυμο αστυνομικό βιβλίο μου

   «Νομίζω ότι είσαστε πολύ αυστηρός στην κρίση σας», επενέβη στη συζήτηση ο αστυφύλακας, ο οποίος μέχρι εκείνη τη στιγμή κρατούσε το στόμα του κλειστό. «Μην ξεχνάτε ότι, ο άνθρωπος από τη φύση του, νιώθει δέος μπροστά στο Σύμπαν και φοβάται το θάνατο, οπότε ίσως στη θρησκεία βρίσκει τη δύναμη που χρειάζεται για να συνεχίσει να ζει».
    «Εννοείς, να ζει μέσα στο ψέμα;» τον αποπήρε ο Μπαρόζης. «Αυτό είναι που του χρειάζεται; Πιστεύεις ότι είναι σωστό, ότι είναι λογικό, να καταπολεμούμε τους φόβους μας με ψευδαισθήσεις; Αν είναι έτσι, τότε γιατί, μεγαλώνοντας, παύουμε να πιστεύουμε στον Άγιο Βασίλη και στις νεράιδες των παραμυθιών; Την απάντηση τη γνωρίζεις πολύ καλά. Γιατί αν συνεχίζαμε να πιστεύουμε στα πρόσωπα που προανέφερα, θα γινόμαστε ο περίγελος της Οικουμένης. Η ζωή είναι σύντομη μεν, αλλά πολύ απλή. Όλες αυτές οι ιστοριούλες περί μεταθανάτιας ζωής, είναι αναπόδεικτες θεωρίες και, αν καθίσεις και το σκεφτείς με ψυχραιμία, είναι πιο αφελείς και από τα παιδικά παραμύθια. Αν είναι να ζούμε θλιβερά και μίζερα μια ολόκληρη ζωή, για να επιβραβευτούμε σε κάποια άλλη, άγνωστη και αμφισβητούμενη, τότε πιο ακριβώς είναι το νόημα της ύπαρξής μας; Γιατί να μην πηγαίναμε κατευθείαν εκεί, στον παράδεισο εννοώ, ώστε να αποφεύγαμε όλη αυτή την χωρίς νόημα διαδικασία;»