Δευτέρα, 10 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΑΓΙΟΣ... ΑΛΚΗΣ

 ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ μεταφυσικής παράνοιας ''ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ''

    Ο Άλκης  ήταν ένα πανέξυπνο παιδί, γεννημένο σε μια δύσκολη εποχή, κατά την οποίαν οι περισσότεροι πολίτες της χώρας ήταν φτωχοί. Αν και ανήκε σε μια πολύτεκνη, επαρχιακή οικογένεια, οι γονείς του έκαναν τα πάντα για να μην αφήσουν αυτόν και τα υπόλοιπα αδέλφια του νηστικά. Εργάζονταν αγόγγυστα νυχθημερόν στα χωράφια, προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πιάτο φαί για τα τέκνα τους. Κι ενώ τα υπόλοιπα παιδιά ικανοποιούνταν με την τροφή που τους παρείχαν οι γονείς τους, ο Άλκης ένιωθε μονίμως να πεινάει. Ενώ έτρωγε ακριβώς την ίδια ποσότητα φαγητού με τα αδέλφια του, λίγη ώρα μετά το σήκωμα από το τραπέζι, το αίσθημα της πείνας εμφανιζόταν μέσα στο στομάχι του και του δημιουργούσε ένα βασανιστικό συναίσθημα. Ήταν ένα πρόβλημα, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ιατρικά, αλλά πού σκέψη τότε για τρέξιμο σε ειδικούς. Εξάλλου δεν υπήρχε και η οικονομική δυνατότητα.
    Έτσι, όταν ο Άλκης τελείωσε το δημοτικό και πήγε στο γυμνάσιο, οι γονείς του τον έκλεισαν εσωτερικό σε κάποιο εκκλησιαστικό οικοτροφείο. Υπέθεσαν ότι εκεί μέσα θα λυνόταν το πρόβλημα του βλασταριού τους με την πείνα, ενώ επί πλέον πίστευαν ότι θα του δινόταν και η δυνατότητα να προχωρήσει στα γράμματα, αφού φαινόταν καθαρά ότι είχε έφεση στη μάθηση.
    Εγκαταστάθηκε λοιπόν το παιδί στον καινούριο του χώρο, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα περνούσε και τόσο ευχάριστα εκεί μέσα. Από τη μια ήταν η καταπίεση που ένιωθε από ένα τόσο υπερσυντηρητικό περιβάλλον, κι από την άλλη ήταν ότι, το πρόβλημά του με την πείνα, όχι μόνο δεν λύθηκε, αλλά διογκώθηκε, καθώς η ποσότητα της τροφής που τους χορηγούσαν εκεί, ήταν μικρότερη από εκείνην που λάβαινε στο σπίτι της οικογένειάς του. Έτσι, προσπαθούσε να βρει τη διέξοδο από όλα αυτά, διαβάζοντας. Τα απογεύματα μάλιστα, έπαιρνε τα βιβλία του παραμάσχαλα και χωνόταν μέσα στην εκκλησία του οικοτροφείου, για να διαβάσει με ησυχία, κάτω από το ασθενικό φως των καντηλιών.
    Ένα απόγευμα, καθώς μελετούσε, άκουσε την πόρτα του ναού να ανοίγει και κρυφοκοίταξε πίσω από την κολόνα, για να δει ποιος ήταν. Είδε την κυρά-Φρόσω, την υπεύθυνη των μαγειρίων και της τραπεζαρίας, να μπαίνει μέσα, να σταυροκοπιέται συνεχώς και να κατευθύνεται κοντά στην Ωραία Πύλη. Ο Άλκης λούφαξε για να μην γίνει αντιληπτός και την είδε να στέκεται μπροστά στην εικόνα ενός αγίου και να λέει: «Άγιε μου, Αθανάσιε, αμάρτησα. Συγχώρεσέ με, σε παρακαλώ, κι εγώ θα κάνω ό, τι μου ζητήσεις, για να εξιλεωθώ».
    Ο Άλκης, ακούγοντας αυτά από το στόμα μιας ώριμης γυναίκας,  κόντεψε να σκάσει στα γέλια, η παράκλησή της όμως στον άγιο, του έδωσε μια ιδέα, την οποία αποφάσισε να βάλει αμέσως σε εφαρμογή. Χοντραίνοντας τη φωνή του, όσο περισσότερο μπορούσε, φώναξε δυνατά: «Για να συγχωρεθείς, καλή μου γυναίκα, θα πρέπει στο εξής να δίνεις διπλή μερίδα φαγητό στον μαθητή Άλκη».
    Η κυρά-Φρόσω έπεσε συγκλονισμένη στα γόνατα, σταυροκοπήθηκε επιδεικτικά και έδωσε μια μεγάλη υπόσχεση στον άγιο: «Θα κάνω ό, τι μου λες, Άγιε. Σου το υπόσχομαι».
    Από την επόμενη μέρα, η ζωή του Αλκη άλλαξε προς το καλύτερο. Μόλις η κυρά-Φρόσω έβλεπε ότι άδειαζε το πιάτο του, στεκόταν από πάνω του και τον ρωτούσε: «Άλκη, θέλεις λίγο φαγητό ακόμα;»
    Αυτό συνεχίστηκε για μια ολόκληρη εβδομάδα, προξενώντας όμως την εύλογη απορία των υπόλοιπων παιδιών, τα οποία προσπαθούσαν να εξηγήσουν τους λόγους αυτής της ευνοϊκής μεταχείρισης της τραπεζοκόμας στον Άλκη. Τον ρωτούσαν και τον ξαναρωτούσαν, εκείνος όμως το έπαιζε ανήξερος. Ώσπου μια μέρα, υπέκυψε στις επίμονες ερωτήσεις του φίλου του Κώστα, και του αποκάλυψε τη σκηνή-φάρσα που είχε διαδραματιστεί στην εκκλησία.
    Η είδηση διαδόθηκε αστραπιαία σε όλον τον παιδικό πληθυσμό του οικοτροφείου, και φυσικά έφτασε γρήγορα και στα αυτιά των υπευθύνων. Το αποτέλεσμα της απερισκεψίας του Άλκη να αποκαλύψει το μυστικό του στους άλλους, αποδείχτηκε ολέθριο για τον ίδιο. Τον μετέφεραν αμέσως σε άλλο χώρο, μακριά από το οικοτροφείο, με αποτέλεσμα, όχι μόνο να χάσει το επιπλέον φαγητό, αλλά να αναγκάζεται να περπατά αρκετά καθημερινά, για να πάει στο σχολείο.
    Όσο για την κυρά-Φρόσω, αυτή ήταν αναγκασμένη, κάθε φορά που έμπαινε στην τραπεζαρία, να έρχεται αντιμέτωπη με τα ειρωνικά χαμόγελα των παιδιών και να υπομένει στωϊκά τις, γεμάτες νόημα, επικριτικές ματιές τους.



Δεν υπάρχουν σχόλια: