Σελίδες

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

  Η μέθοδος της δημιουργίας και καθιέρωσης μιας θρησκείας είναι απλή και δοκιμασμένη. Κατασκευάζεις έναν μύθο που έχει άμεση σχέση με τον αρχέγονο φόβο του ανθρώπου για τον θάνατο, τον διανθίζεις με μερικές πικάντικες ιστοριούλες και η συνταγή είναι έτοιμη. Ένας παντοδύναμος μηχανισμός εξουσίας έχει ήδη εδραιωθεί. Αυτό βέβαια δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί, αν η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ήταν ανασφαλής και ευκολόπιστη. Με δεδομένη λοιπόν την απουσία κριτικής σκέψης των περισσοτέρων, και χάρη στην έλλειψη αμφισβήτησης που διακρίνει μια δραματικά μεγάλη πλειοψηφία, οι θρησκείες ζουν και βασιλεύουν. Η ελπίδα της συνέχισης της ανθρώπινης ζωής και μετά τον βιολογικό θάνατο, συντηρεί τις εικασίες των εκπροσώπων κάποιου ανώτερου δήθεν όντος περί ύπαρξης κόλασης και παραδείσου. Παρόλο που δεν έχει αποδειχτεί κανένας από τους ισχυρισμούς τους (πώς θα μπορούσε άλλωστε να αποδειχτεί η ύπαρξη του ανύπαρκτου;) εντούτοις ο δογματισμός τους, κρατάει δέσμιους εκατομμύρια ανθρώπων. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς πολλών ρασοφόρων, γίνεται φανερό ότι δεν είναι και λίγοι αυτοί που δεν πιστεύουν σε όσα κηρύττουν. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, ένας ιερωμένος να κάνει τα αίσχη και να πιστεύει στην κόλαση, τη στιγμή που γνωρίζει ότι με τις πράξεις του οδηγείται κατευθείαν στην αγκαλιά του διαβόλου. Υπάρχει καλύτερη απόδειξη λοιπόν ότι όλα αυτά που ευαγγελίζονται είναι παραμύθια;
    Ο φόβος φυλάει τα έρμα, λέει μια παροιμία και οι μαυροφορεμένοι σκοταδιστές την έχουν κάνει πράξη. Ποντάρουν στο σίγουρο άλογο που λέγεται ''υπαρξιακή αγωνία του θνητού'' και πουλάνε φρούδες ελπίδες στις απελπισμένες νοήμονες, υποτίθεται,  υπάρξεις του πλανήτη. Από την πνιγηρή αναπνοή τους, από τον νοσηρό εναγκαλισμό τους, ξεφεύγουν μόνον όσοι κάνουν την υπέρβαση και αρχίζουν την αναζήτηση. Μόνον με τη λογική και την εμπεριστατωμένη έρευνα μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια. Μόνον η επιστήμη μας παρέχει τη δυνατότητα να πάρουμε κάποιες απαντήσεις στα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ερωτήματα που μας ταλανίζουν. Οι θρησκείες υπάρχουν για να εξυπηρετούν τους πονηρούς σκοπούς των ταγών τους και για να εκμεταλλεύονται τους αφελείς που τους πιστεύουν. Αν αυτό γίνει κατανοητό από όσους περισσότερους γίνεται, τότε μόνον θα απαλλαγούμε οριστικά από αυτό το απόστημα!
  

Σάββατο 30 Μαρτίου 2013

ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Ολόκληρο το ομώνυμο διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


                    ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ  ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ


    Το ταξίδι που προγραμμάτισαν, θα διαρκούσε για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτό το γνώριζαν όλοι οι συμμετέχοντες, τι σημασία όμως μπορούσαν να έχουν μερικά χρόνια από τη ζωή τους μπροστά στην αιωνιότητα; Εξάλλου, αυτήν θα πήγαιναν να συναντήσουν και δεν αμφέβαλλαν καθόλου ότι, με τη βοήθεια του Θεού, θα το κατάφερναν. Η ιδέα ήταν του εφημέριου Αγάπιου και, μόλις εκείνος την ανακοίνωσε στους πιστούς της ενορίας του, όλοι ανεξαιρέτως την δέχτηκαν με αγαλλίαση και ενθουσιασμό. Το είδε, έτσι τους είπε, στον ύπνο του και το θεώρησε θεϊκό σημάδι, το οποίο δεν θα έπρεπε επουδενί να αγνοήσουν. Έτσι, αφού συμφώνησαν μεταξύ τους και έδωσαν όρκο μπροστά στο θαυματουργό εικόνισμα της Παναγίας, παρήγγειλαν ένα διαστημόπλοιο στην εταιρία ευέλικτων διαστημικών σκαφών και, μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του, ετοιμάζονταν ψυχολογικά με ολονυκτίες και προσευχές.
    Υπήρχαν βέβαια δυο προβληματάκια, τα οποία θα έπρεπε να ξεπεραστούν ώστε να γίνει εφικτό το όραμά τους, ουσιαστικά όμως τίποτα δεν θα μπορούσε να αναστείλει το ταξίδι τους. Ο Θεός τους είχε στείλει το μήνυμά του και βρισκόταν διαρκώς δίπλα τους. Το πρώτο και πιο σημαντικό ήταν το οικονομικό, καθώς η κατασκευή ενός τέτοιου είδους σκάφους απαιτούσε μεγάλο κόστος, με τη βοήθεια όμως των πιστών, ακόμα και αυτών που για διάφορους προσωπικούς λόγους δεν θα λάβαιναν μέρος στο εγχείρημα, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα. Το δεύτερο ήταν η εύρεση έμπειρου κυβερνήτη και πληρώματος για την επάνδρωση του διαστημόπλοιου,  αλλά κι αυτό το πρόβλημα λύθηκε αρκετά σύντομα. Λίγες μέρες μετά την δημοσίευση στο διαδίκτυο της σχετικής αγγελίας, βρέθηκαν αρκετοί πρόθυμοι θρησκευόμενοι εθελοντές με προϋπηρεσία στα ταξίδια στο διάστημα, καθώς και ένας πανάξιος κυβερνήτης.
    Την τελευταία μέρα, λίγο πριν την αναχώρησή τους από τη Γη, συγκεντρώθηκαν όλοι στην εκκλησία, πενήντα έξι άτομα συνολικά, για να προσευχηθούν όλοι μαζί, να δοξολογήσουν τον Θεό και να ακούσουν τα λόγια του εμπνευσμένου ιερέα τους. Μόλις η δοξολογία τελείωσε, ο Αγάπιος εμφανίστηκε μπροστά στην Ωραία Πύλη, λουσμένος από το φως των πολυελαίων και των εκατοντάδων κεριών, και φάνταζε σαν Άγιος. Κανένας από το εκκλησίασμα δεν αμφέβαλλε ότι κάποτε στο μέλλον, ο ιερέας τους, ο πρωτοπόρος εκείνος κληρικός, θα ανακηρυσσόταν άγιος από την χριστιανική εκκλησία.
    «Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε να λέει με την επιβλητική φωνή του, «σε λίγη ώρα εγκαταλείπουμε τα εγκόσμια και βάζουμε πλώρη για τον ουρανό. Η πράξη μας αυτή είναι πρωτοποριακή και  πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, μια ομάδα ανθρώπων θα αναζητήσει τις πύλες του παραδείσου και την συνάντησή της με το Θεό, ενώ βρίσκεται εν ζωή. Μέχρι τώρα μόνον οι ψυχές των νεκρών είχαν καταφέρει να συναντήσουν τον Κύριο. Αντιλαμβάνεστε λοιπόν ότι εμείς είμαστε οι εκλεκτοί, κι αυτό προσδίδει μεγάλη βαρύτητα στο εγχείρημά μας. Το επόμενο διάστημα όλη η Γη θα έχει τα μάτια της στραμμένα επάνω μας, περιμένοντας να δει τα αποτελέσματα αυτού του θαύματος. Και μόλις, με τη βοήθεια του Μεγαλοδύναμου, όλα πάνε κατ’ ευχήν, ακόμα και ο πιο άπιστος άνθρωπος θα πειστεί επιτέλους για την ύπαρξη του Δημιουργού. Καταλαβαίνετε λοιπόν πόσο μεγάλη ευθύνη έχουμε επωμισθεί, κι ελπίζω να βάλουμε όλοι τα δυνατά μας για την ευόδωση αυτής της προσπάθειας. Έφτασε επιτέλους ο καιρός να δοξαστεί ο Κύριος και να κατακρημνισθεί ο σατανάς. Πηγαίνετε τώρα στα σπίτια σας να πάρετε τα πράγματά σας και να αποχαιρετίσετε τους δικούς σας και σε μια ώρα να βρίσκεστε εδώ για αναχωρήσουμε για το διαστημοδρόμιο. Ο Θεός μαζί σας».
    Η εκτόξευση του σκάφους που θα μετέφερε πενήντα έξι ανθρώπους στον ουρανό, πραγματοποιήθηκε με επιτυχία και καλύφθηκε ζωντανά από όλα τα μεγάλα τηλεοπτικά δίκτυα. Όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θάρρος και την πίστη των γενναίων εκείνων ανθρώπων και κυρίως για τον πρωτεργάτη αυτής της ιστορίας, τον πατέρα Αγάπιο. Ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος είχε αποχαιρετήσει την φιλόδοξη ομάδα, την είχε ευλογήσει και είχε δηλώσει ότι, αν οι υποχρεώσεις της θέσης του και του αξιώματος του δεν τον κρατούσαν δέσμιο στη Γη, θα πήγαινε κι εκείνος μαζί τους, πολλοί όμως ήταν εκείνοι που δεν πολυπίστεψαν στα λεγόμενά του.
    Κάποιος από τους εκατοντάδες πιστούς που παρακολούθησαν από κοντά το γεγονός, ισχυρίστηκε ότι είδε δυο αγγέλους να πετούν δίπλα στο διαστημόπλοιο τη στιγμή της αναχώρησής του και το νέο διαδόθηκε σαν αστραπή στα πέρατα της οικουμένης. Πολλοί θεώρησαν το γεγονός σαν φαντασιοπληξία κάποιου ‘’πειραγμένου’’, τα εκατομμύρια των χριστιανών όμως το εξέλαβαν σαν θαύμα. Το θεώρησαν σαν την απόδειξη ότι το ταξίδι αυτό ήταν σχεδιασμένο από τον ίδιο το Θεό.
    Η επιβεβαίωση αυτής της άποψης ήρθε λίγες ώρες αργότερα από τον ίδιο τον εκπρόσωπο της αρχιεπισκοπής: ‘’Η εμφάνιση δυο αγγέλων την ώρα της απογείωσης, σύμφωνα με μαρτυρίες παρευρισκομένων, αποδείχνει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο την θέληση και την προσωπική παρέμβαση του Θεού. Το ταξίδι αυτό, που θα γραφεί στην ιστορία με χρυσά γράμματα και το οποίο θα αποτελέσει το ορόσημο της θρησκευτικής μας πίστης, είναι χωρίς αμφιβολία σκέψη και δημιούργημα του ίδιου του Παντοκράτορα. Θα παρακολουθούμε ανελλιπώς την εξέλιξή του και θα ενημερώνουμε το ποίμνιο. Με τη χάρη του Κυρίου και Θεού μας, όλα θα πάνε καλά’’.
    Συνήθως τα διαστημικά ταξίδια, αν και κάπως ανιαρά, στην ουσία είναι συναρπαστικά. Η διαρκής εναλλαγή του στερεώματος, τα ουράνια φαινόμενα και οι κίνδυνοι από απρόβλεπτες καταστάσεις, αποτελούν ένα σύνολο που δεν θα μπορούσε κάποιος να το πει βαρετό. Εκείνο που κουράζει λιγάκι είναι η υπερβολικά μεγάλη διάρκειά τους, αυτό όμως ούτε κατά διάνοια ενόχλησε τους τολμηρούς ταξιδιώτες. Αυτοί, απασχολημένοι με την ανάγνωση των γραφών και με τις συνεχείς παρακλήσεις και προσευχές, δεν έδωσαν ούτε μια φορά σημεία ανίας και βαρεμάρας. Τα μόνα που ένιωθαν ήταν μια μικρή ανυπομονησία και μια δικαιολογημένη αγωνία, για τον ερχομό της πολυπόθητης στιγμής που θα συναντούσαν τον Δημιουργό.
    Τα τρία πρώτα χρόνια πέρασαν χωρίς εκπλήξεις, με εξαίρεση τις εμφανίσεις κάποιων αστεροειδών, τις οποίες όμως οι πιστοί δεν τις είδαν, καθώς ήταν χωμένοι μέσα στο παρεκκλήσι του σκάφους και υμνούσαν τον Κύριο. Μόνον ο κυβερνήτης και οι δυο βοηθοί του αντίκρισαν αυτά τα φαινόμενα, από το πανοραμικό κρύσταλλο του πιλοτηρίου. Ο καιρός περνούσε και οι παράξενοι ταξιδιώτες ανυπομονούσαν όλο και περισσότερο να φτάσουν στον προορισμό τους. Η πεποίθησή τους ότι θα συναντούσαν τον Μεγαλοδύναμο στην ίδια του την Έδρα ήταν ακλόνητη, και το μόνο που αγνοούσαν ήταν η χρονική στιγμή που αυτή η πολυπόθητη συνάντηση θα έπαιρνε σάρκα και οστά, που αυτό το όνειρο θα έβγαινε αληθινό.
    Ο κυβερνήτης, ένας μαυριδερός πενηντάρης, ήταν κι εκείνος θρησκευόμενος, κι αυτή ήταν η βασική αιτία που τον ώθησε να συμμετάσχει σε μια τόσο παράξενη όσο και επικίνδυνη αποστολή. Γνωρίζοντας την απεραντοσύνη του Σύμπαντος, δεν πίστευε και πολύ στην αίσια κατάληξη του ταξιδιού τους. Κατά την άποψή του οι πιθανότητες να συναντούσαν τον Παράδεισο ήταν ελάχιστες, δεν το απέκλειε όμως εντελώς. Σκεφτόταν ότι, αν όντως ο παπάς το είχε δει στον ύπνο του, ίσως και να ήταν θέλημα Θεού. Έτσι, κάποια στιγμή μετά από τρία χρόνια ταξιδιού, το αντίκρισμα ενός παράξενου διαστημικού φαινόμενου, τον πλημμύρισε με ανάμικτα συναισθήματα. Αρχικά ένιωσε δέος και μια μικρή ελπίδα ότι ίσως είχαν επιτέλους φτάσει στον προορισμό τους, παρατηρώντας όμως καλύτερα το εντυπωσιακό θέαμα του πολύχρωμου νέφους που απλωνόταν μπροστά τους, άρχισε να ανησυχεί. Έλεγξε τους υπολογιστές του σκάφους, αναζήτησε στα αρχεία του παρόμοια φαινόμενα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μάλλον επρόκειτο για την έκρηξη κάποιου σούπερ νόβα.
    Πανικοβλήθηκε. Αν το συμπέρασμά του ήταν σωστό, θα έπρεπε το συντομότερο δυνατό να αλλάξουν πορεία, αν και υπέθεσε ότι μάλλον ήταν αργά πια. Πάντως όφειλε να προσπαθήσει. Έκανε τους κατάλληλους χειρισμούς και το σκάφος πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών, παραξενεύοντας τους συγκυβερνήτες του.
    «Τι συμβαίνει, καπετάνιε;» τον ρώτησαν με μια φωνή. «Γιατί γυρίζουμε πίσω;»
    «Δεν βλέπετε τι συμβαίνει μπροστά μας; Θέλετε να συναντηθούμε με ένα σούπερ νόβα;»
    «Μα τι λες τώρα;» του επιτέθηκε ο ένας από τους δυο. «Τώρα που φτάσαμε στον προορισμό μας, θέλεις να τα καταστρέψεις όλα; Δεν αντιλαμβάνεσαι ότι αυτό που αντικρίζουμε είναι ο ίδιος ο Παράδεισος;»
    Ο κυβερνήτης τον κοίταξε λοξά και δεν πίστευε στα αυτιά του. Το γνώριζε ότι, ο συγκυβερνήτης που του είχαν κολλήσει δίπλα του, ήταν θρησκόληπτος σαν όλους εκεί μέσα, δεν περίμενε όμως ότι θα ήταν τόσο τυφλός και τόσο άσχετος, ώστε να μην μπορεί να διακρίνει ένα επικίνδυνο ουράνιο φαινόμενο. Κατάλαβε ότι δύσκολα θα κατάφερνε να τον πείσει για το λάθος του, δεν υπήρχε όμως χρόνος για καθυστερήσεις. Διαβλέποντας άσχημες εξελίξεις, κινήθηκε προς το συρτάρι του πιλοτηρίου για να πιάσει το όπλο του, η ξαφνική είσοδος όμως του Αγάπιου περιέπλεξε περισσότερο τα πράγματα. Αν δεν ενεργούσε γρήγορα, η εμφάνιση του ιερωμένου θα έκανε ακόμα δυσκολότερη την κατάσταση.
    «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο παπάς θυμωμένα. «Για ποιο λόγο αλλάξαμε πορεία;»
    Φάνηκε να μην ενδιαφέρεται να πάρει απάντηση στην ερώτησή του. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα και το ίδιο συνέβη και με το στόμα του, καθώς αντίκρισε στο πλάι του πανοραμικού κρυστάλλου το  φαντασμαγορικό θέαμα του πολύχρωμου νεφελώματος. Έμεινε άλαλος για μερικά δευτερόλεπτα και μετά είπε: «Ω, Θεέ μου! Ώστε μας έστειλες επιτέλους το θεϊκό σου σημάδι! Ερχόμαστε!»
    Καθώς ο κυβερνήτης ετοιμάστηκε να ανοίξει το συρτάρι, ο Αγάπιος έκανε νόημα στον συγκυβερνήτη, κι εκείνος χτύπησε δυνατά με τη γροθιά του τον ανώτερό του στο πίσω μέρος του κεφαλιού
    «Μπορείς να οδηγήσεις εσύ το σκάφος;» τον ρώτησε, καθώς ο κυβερνήτης έπεφτε αναίσθητος στο πάτωμα.
    «Νομίζω πως ναι».
    «Τότε οδήγησέ μας  στον Κύριο. Δεν βλέπεις ότι μας περιμένει; Αλήθεια, αυτός ο καταραμένος», είπε δείχνοντας τον πεσμένο κυβερνήτη, «γιατί προσπάθησε να αλλάξει την πορεία του σκάφους; Τι έπαθε; Δεν κατάλαβε ότι φτάσαμε μόλις ένα βήμα από τον πολυπόθητο σκοπό μας;»
    «Μας δήλωσε ότι δεν πρόκειται για τον Παράδεισο, αλλά για κάποιο διαστημικό φαινόμενο. Εμείς όμως δεν τον πιστέψαμε».
    «Καλά το είχα καταλάβει εγώ πως επρόκειτο για απεσταλμένο του διαβόλου. Ευτυχώς που είχα βάλει και σας τους θεοσεβείς μαζί του, διαφορετικά δεν θα καταφέρναμε να δούμε τον Κύριο. Και να που τώρα, έρχεται ένας απεσταλμένος του να μας παραλάβει», είπε κι έδειξε το διάπυρο μετέωρο που κατευθυνόταν με αστραπιαία ταχύτητα προς το μέρος τους.
    Οι δυο συγκυβερνήτες, συνειδητοποίησαν τι ακριβώς σήμαινε αυτό, δεν πρόλαβαν όμως να το εξηγήσουν στον τυφλωμένο από το φανατισμό ιερέα. Βλαστήμησαν τον εαυτό τους που αγνόησαν την γνώμη του πολύπειρου κυβερνήτη τους και επιχείρησαν πανικόβλητοι να αποφύγουν το μοιραίο, αλλά εις μάτην. Ευχήθηκαν μόνο να πήγαιναν, έστω και μετά θάνατον, στον Παράδεισο, αν και γι’ αυτό ένιωσαν μιαν αμφιβολία. Μόνον ο Αγάπιος παρέμεινε απαθής να παρακολουθεί με έκσταση τον ερχομό του φωτεινού ‘’αγγέλου’’. Ακόμα, και τη στιγμή που ο τεράστιος φλογισμένος βράχος διέλυε σε χίλια κομμάτια με εκκωφαντικό θόρυβο το διαστημόπλοιο, το αποχαυνωμένο ύφος και το ηλίθιο χαμόγελο της νοσηρής ψευδαίσθησης, βρισκόταν αποτυπωμένο στο παραμορφωμένο, από την έλλειψη της οποιασδήποτε επαφής του με την πραγματικότητα, πρόσωπό του! 

Τρίτη 26 Μαρτίου 2013

ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

    Το ταξίδι αυτό θα διαρκούσε για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά τι σημασία θα είχαν  μερικά χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα; Άλλωστε, αυτήν θα πήγαιναν να συναντήσουν και πίστευαν ότι, με τη βοήθεια του θεού, θα το κατάφερναν. Η ιδέα ήταν του εφημέριου Αγάπιου και, μόλις την ανακοίνωσε στους πιστούς της ενορίας του, εκείνοι την δέχτηκαν με ενθουσιασμό. Το είδε, τους είπε, στον ύπνο του και το θεώρησε θεϊκό σημάδι, το οποίο επουδενί θα έπρεπε να το αγνοήσουν. Έτσι, παρήγγειλαν ένα διαστημόπλοιο στην εταιρία ευέλικτων διαστημικών σκαφών και, μέχρι την ολοκλήρωση της κατασκευής του, ετοιμάζονταν ψυχολογικά με ολονυκτίες και προσευχές. Υπήρχαν βέβαια κάποια προβληματάκια τα οποία θα έπρεπε να ξεπεραστούν, τίποτα όμως δεν θα μπορούσε να αναστείλει το ταξίδι τους. Το πρώτο και σημαντικότερο ήταν το οικονομικό, καθώς η κατασκευή ενός τέτοιου είδους σκάφους απαιτούσε μεγάλο κόστος, με τη βοήθεια όμως των πιστών, ακόμα και αυτών που δεν θα λάβαιναν μέρος στο εγχείρημα, ξεπεράστηκε σχετικά εύκολα. Το δεύτερο ήταν η εύρεση έμπειρου κυβερνήτη και πληρώματος για την επάνδρωση του διαστημόπλοιου, αλλά κι αυτό το πρόβλημα λύθηκε σύντομα, καθώς με την αναγγελία κάποιας δημοσίευσης στο διαδίκτυο, βρέθηκαν αρκετοί πρόθυμοι εθελοντές με προϋπηρεσία στα υπερδιαστημικά ταξίδια.

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ


  Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

                               Ο  ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

    Ο Ιορδάνης έριξε ακόμα ένα χαρτονόμισμα στο παγκάρι, χαιρετήθηκε με τους επιτρόπους  και, με ανανεωμένο το ηθικό του, βγήκε από την εκκλησία και κίνησε για το καφενείο. Η προχθεσινή απάτη του με το πετρέλαιο, στην πολυκατοικία όπου ήταν διαχειριστής, ήταν πια παρελθόν. Από τη στιγμή που δεν είχε γίνει αντιληπτή από τους ενοίκους, κι αφού επιπρόσθετα ο ίδιος είχε εξομολογηθεί για την πράξη του αυτή στον πνευματικό του, ένιωθε καθαρή και ήσυχη τη συνείδησή του. Τι σημασία είχε αν έκλεβε το αφεντικό του και πηδούσε την γυναίκα του, αν επέπληττε όποιον του έμπαινε στο μάτι, ή αν έκανε διάφορες μικροαπάτες; Αφού εκείνος ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις που απαιτούσε από αυτόν η θρησκεία του, σαν καλός και ευσεβής χριστιανός που ήταν, πίστευε ακράδαντα ότι ο θεός θα τον συγχωρούσε και θα τον αντάμειβε στην άλλη ζωή, κάτι για το οποίο και ο ίδιος ο εφημέριος τον είχε διαβεβαιώσει.
    Νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, εξομολογούνταν τακτικά, προσευχόταν καθημερινά πριν από τον ύπνο, εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και έριχνε πάντα και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν στο παγκάρι της ενορίας του. Εξάλλου, το αφεντικό του τα ήθελε και τα πάθαινε. Τόσα χρόνια στη δούλεψή του, κι εκείνος ο άθλιος εργοδότης του συνέχιζε να τον εκμεταλλεύεται, δίνοντάς του έναν πενιχρό μισθό, παρόλο που ο ίδιος κέρδιζε εκατομμύρια. Όσο για τη σεξουαλική σχέση που είχε συνάψει με τη γυναίκα του, εκείνη ήταν που του τα είχε ρίξει, προφανώς απογοητευμένη από τις επιδόσεις του συζύγου της.
    Μπήκε μέσα στο καφενείο ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Τα επιτιμητικά και γεμάτα συμπάθεια βλέμματα  των θαμώνων, του το επιβεβαίωσαν. Έχοντας τακτοποιήσει καλά τη ζωή του, χάρη στις πέραν της εργασίας του δραστηριότητές του, και ανταποκρινόμενος στο έπακρο στις κοινωνικές του υποχρεώσεις, έχαιρε της εκτίμησης και της υπόληψης όλων των φίλων και γνωστών. Γενικά, ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του. Είχε την τύχη να γεννηθεί σε μια δυτική χώρα, στην  οποίαν επικρατούσε η χριστιανική θρησκεία, κάτι πολύ θετικό για τους κατοίκους της. Τα πράγματα ήταν απλά. Οι πολίτες της μπορούσαν να ευημερούν, να κάνουν κοσμική ζωή και να ξεφεύγουν και λίγο από τις εντολές των ιερών βιβλίων, αρκεί να πίστευαν στον μεγαλοδύναμο και να προσεύχονταν στη χάρη του και να του ζητούσαν συγχώρεση, έστω και με το αζημίωτο. Με αυτόν τον τρόπο, η είσοδός τους στον παράδεισο ήταν εξασφαλισμένη.
    Καλημέρισε τον φίλο του τον Κώστα και κάθισε στο τραπέζι του. «Δεν σε είδα σήμερα στην εκκλησία», του είπε.
    «Ξέρεις, άργησα να ξυπνήσω», απολογήθηκε εκείνος, «γιατί ψες είχαμε πάει σε μια γιορτή και επιστρέψαμε στο σπίτι πολύ αργά».
    «Καλά, καλά, δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος», τον καθησύχασε ο Ιορδάνης, «Θα πας την άλλη Κυριακή. Τι έγινε τώρα; Θα παίξουμε καμιά παρτίδα;»
     Έξω ήταν χαρά θεού. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε την ατμόσφαιρα και ζέσταινε σώματα και καρδιές. Όλοι είχαν ξεχυθεί στην ύπαιθρο. Το παρκάκι απέναντι από το καφενείο έσφυζε από ζωή. Παιδιά με τους γονείς τους έπαιζαν ανέμελα και γελούσαν δυνατά, ενώ τα πουλιά, καθισμένα επάνω στα κλαδιά των δέντρων, κελαϊδούσαν μελωδικά.    
    ‘’Ευλογημένος τόπος’’, συλλογίστηκε ο Ιορδάνης. ‘’Πραγματικά ο θεός αγαπά αυτήν την χώρα και τον λαό της. Πού αλλού μπορείς να βρεις τέτοιο κλίμα; Χθες χαλούσε ο θεός τον κόσμο και σήμερα είναι καλοκαιρινή μέρα. Νιώθω διπλά τυχερός. Από τη μια, επειδή γεννήθηκα εδώ, για να ζήσω καλά την πρόσκαιρη, γήινη ζωή μου και, από την άλλη, επειδή η θρησκεία της, με τον ένα και μοναδικό θεό, μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω καλά και στην άλλη ζωή, την αιώνια. Ας είναι ευλογημένο το όνομά του’’ συμπλήρωσε τη σκέψη του και σταυροκοπήθηκε ευλαβικά.
    Αργότερα, φεύγοντας από το καφενείο, πέρασε από το εστιατόριο της γειτονιάς για να γευματίσει. Όντας εργένης εκ πεποιθήσεως, σπάνια μαγείρευε στο σπίτι, κι έτσι σιτιζόταν αρκετά συχνά στο φαγάδικο του κυρ-Μένιου. Υπήρχε και ένας άλλος λόγος που σύχναζε εκεί, κι αυτός ήταν η δεκαεξάχρονη κόρη του εστιάτορα. Τι θεϊκό πλάσμα ήταν αυτό; Την έβλεπε και πάθαινε ψυχικό τραλαλά, και του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Ήταν βέβαιος ότι η κοπέλα εκείνη ήταν παρθένα, και η ιδέα εκείνη τον εξιτάριζε περισσότερο. Αναζητούσε διαρκώς την ευκαιρία να την ξεμοναχιάσει, ο κέρβερος όμως πατέρας της δεν την άφηνε λεπτό από τα μάτια του.
    Κάθισε στη θέση του και παράγγειλε μουσακά και σαλάτα. Η μικρή στεκόταν πίσω από τον πάγκο και μαζί με μια υπάλληλο ετοίμαζαν τις παραγγελίες των πελατών, δεν έπαυε όμως στιγμή να ρίχνει κλεφτές ματιές στον Ιορδάνη και να του χαμογελάει πονηρά. Εκείνος αναθάρρησε. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη μέρα που θα την έκανε δική του είχε φτάσει. Τελείωσε το γεύμα του, σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, έκανε νόημα στην όμορφη κοπέλα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ο κυρ-Μένιος βρισκόταν χωμένος μέσα στο μαγειρείο και η ευκαιρία ήταν μοναδική.
    Έπλυνε τα χέρια, ελπίζοντας ότι το κορίτσι δεν θα αργούσε να εμφανιστεί, και πραγματικά δεν έπεσε έξω. Η νεαρή εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα, χώθηκε μέσα στη μια από τις δυο ιδιαίτερες τουαλέτες και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο Ιορδάνης δεν έχασε την ευκαιρία. Μπήκε κι εκείνος μέσα και την αγκάλιασε με πάθος. Ξεγυμνώθηκαν στο λεπτό και δεν άργησε να μπει μέσα της. Την ώρα που εκσπερμάτωνε, άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Πάγωσε. Στο άνοιγμά της αντίκρισε το βλοσυρό πρόσωπο του κυρ-Μένιου και έμεινε στήλη άλατος. Τραβήχτηκε από την κοπέλα, που είχε τρομοκρατηθεί κι εκείνη, και ανασήκωσε βιαστικά το παντελόνι του.
    «Τι κάνεις εκεί, βρε παλιοτόμαρο;» άκουσε τη βροντερή φωνή του να τον ρωτάει. «Τώρα θα σου δείξω εγώ».
    Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο εστιάτορας τράβηξε το μαχαίρι που βρισκόταν κρεμασμένο στη μέση του και τον κάρφωσε δυο φορές στην κοιλιά. Το τελευταίο πράγμα που έγινε αισθητό από τις αισθήσεις του ήταν το ουρλιαχτό της κοπέλας.
    Η θέαση από ψηλά του αιματοβαμμένου και πεσμένου στο πάτωμα κορμιού του, δεν τον συγκίνησε ιδιαίτερα. Ένιωθε τον εαυτό του να ανυψώνεται συνεχώς και η παντελής απουσία αισθήσεων τον πλημμύρισε με γαλήνη και αταραξία. Άργησε να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε, όταν όμως λίγο αργότερα βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη είσοδο στη μέση του πουθενά, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα, κατάλαβε ότι είχε φτάσει στον παράδεισο.
    «Καλώς τον», άκουσε μια φωνή από τα δεξιά του και είδε έναν σεβάσμιο, γενειοφόρο γέρο να εμφανίζεται ανάμεσα από ένα σύννεφο.
    Ο Ιορδάνης κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Πέτρος και ένιωσε μιαν πρωτόγνωρη ευφορία. Επιτέλους τα πιστεύω του είχαν επιβεβαιωθεί. Βρισκόταν μόλις ένα βήμα πριν την αιώνια ανταμοιβή του για την ‘’ενάρετη’’ ζωή του στη γη. Ετοιμάστηκε να μπει μέσα, ο άγιος Πέτρος όμως τον παρεμπόδισε.
    «Για περίμενε μια στιγμή», του είπε, ανοίγοντας ταυτόχρονα τα κιτάπια του. «Μη βιάζεσαι. Πρέπει πρώτα να ελέγξω αν διαθέτεις τα προσόντα για να παραμείνεις μαζί μας. Πώς ήταν το γήινο όνομά σου;»
    Ο Ιορδάνης του είπε το όνομά του, χωρίς να ανησυχήσει και πολύ. Ήταν βέβαιος ότι, όσο ζούσε, τα είχε κάνει όλα σωστά. Το θεώρησε σαν μια απλή, τυπική διαδικασία και περίμενε υπομονετικά το πόρισμα του αγίου. Άλλωστε, τι ήταν μερικά λεπτά καθυστέρησης μπροστά στην αιωνιότητα;
    «Χμ», έκανε ο πορτιέρης του παραδείσου, καθώς μελετούσε τα αρχεία του. «Απ’ ο, τι βλέπω, είχες κάνει αρκετές αμαρτίες, κλοπές, απάτες, μοιχείες και βιαιοπραγίες, αλλά φυσικά είχες εξομολογηθεί και μετανοήσει για όλες αυτές τις πράξεις σου. Εκκλησιαζόσουν τακτικά και προσευχόσουν καθημερινά στον Κύριο, κι αυτό δείχνει άνθρωπο πιστό και μεταμελημένο. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να σου επιτρέψω να περάσεις».
    Ο Ιορδάνης ένιωσε ένα κύμα αγαλλίασης να τον πλημμυρίζει. Επιτέλους, ο σωστός, αν και λίγο προκλητικός, τρόπος διαβίωσής του και η συμμόρφωσή του με τις επιταγές της θρησκείας ανταμείβονταν. Αγωνιούσε να αντικρίσει το εσωτερικό του παραδείσου. Ο κήπος της Εδέμ βρισκόταν μόλις μερικά μέτρα μπροστά του και ανυπομονούσε να τον επισκεφτεί και να ζήσει αιώνια μέσα του. Επιχείρησε να διαβεί το κατώφλι που θα τον οδηγούσε στην καινούρια, παραδεισένια ζωή του, αλλά ο άγιος Πέτρος τον σταμάτησε για μια ακόμα φορά. «Για στάσου μισό λεπτό», του είπε με σκοτεινιασμένο ύφος. «Μόλις τώρα μου ήρθε μια πληροφορία για ένα γεγονός που συνέβη ελάχιστα λεπτά πριν αποβιώσεις. Διαβάζω ότι διέπραξες μια μεγάλη αμαρτία και δεν πρόλαβες να εξομολογηθείς, γιατί αμέσως μετά έχασες τη ζωή σου. Λυπάμαι πολύ», κατέληξε, μιλώντας με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, «αλλά εδώ αλλάζουν τα πράγματα. Δεν είσαι άξιος για τον παράδεισο. Μάζευέ τα και βάλε πλώρη για την κόλαση. Ο Εωσφόρος σε περιμένει».
    Ο Ιορδάνης πανικοβλήθηκε. Αυτήν την άσχημη εξέλιξη δεν την περίμενε. Από τη μια στιγμή στην άλλη, θα βρισκόταν από τα ουράνια στα τάρταρα και, το χειρότερο, για πάντα. Ο νους του δεν μπορούσε να το δεχτεί. Του φαινόταν αδιανόητο, τόσα χρόνια πίστης στο θεό, υποταγής στο ιερατείο και εκτέλεσης όλων των θρησκευτικών υποχρεώσεών του, να έχουν αποβεί μάταια.
    Ένα μαύρο πέπλο ήρθε και τον τύλιξε. Καθώς άρχισε να κατεβαίνει, μύριες όσες απαισιόδοξες σκέψεις πέρασαν από το ‘’μυαλό’’ του. Σε λίγο θα βρισκόταν στο μέρος που τόσο πολύ φοβόταν και θα συναντιόταν με τον ίδιο τον διάβολο. Τρόμος, θλίψη και απογοήτευση τον πλημμύρισαν μονομιάς, κι έκλεισε τα μάτια του.
    Όταν τα ξανάνοιξε, το μέρος δεν του φάνηκε και τόσο τρομερό. Αντί για μαυρίλα, φωτιές και τρομερά πλάσματα, αντίκρισε ένα κατάλευκο ταβάνι, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ξαπλωμένος επάνω σε ένα κρεβάτι. Μια γνωστή φωνή ακούστηκε από δίπλα του, που την συνόδευε  ένας άκρατος ενθουσιασμός.
    «Επιτέλους, συνήλθες. Δόξα σοι ο θεός».
    Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και είδε τον φίλο του τον Κώστα να κάθεται δίπλα του. «Πήγες στον άλλο κόσμο και γύρισες», τον άκουσε να συνεχίζει. «Η κατάστασή σου ήταν πολύ σοβαρή. Σχεδόν είχες πεθάνει. Ας είναι καλά οι γιατροί και ο θεός, που σε έσωσαν».
    Για τους γιατρούς είμαι βέβαιος, σκέφτηκε, συνειδητοποιώντας ότι ήταν ζωντανός, για το θεό όμως διατηρώ μια μικρή αμφιβολία.
    Δεν ήταν σίγουρος αν, αυτά που είχε ζήσει μόλις πριν από λίγο, ήταν αλήθεια, ή ήταν απλά ένα όνειρο, η αμφιβολία όμως είχε ριζώσει για τα καλά μέσα του. Κατάλαβε ότι ήταν μεγάλο λάθος να στηρίζεται σε μεταφυσικές εικασίες και σε προσευχές που δεν εισακούονταν, κι ότι έπρεπε να γίνει περισσότερο ρεαλιστής.
    «Μόλις βγεις από δω», άκουσε πάλι τον Κώστα να του λέει, «να πας να ανάψεις ένα κεράκι στην εκκλησία».
    Δεν του απάντησε. Ένιωθε κουρασμένος και ανήμπορος να μιλήσει. Περιορίστηκε να βυθιστεί στις σκέψεις του. Αισθανόταν περίεργα. Κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Είδε πλέον τον κόσμο και τη ζωή με άλλο μάτι. Ένιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την ανθρώπινη επιστήμη που του είχε σώσει τη ζωή και συμπέρανε ότι μόνον αυτή, σε συνδυασμό με την  ανθρωπιά, είχε τη δυνατότητα να καλυτερεύσει τη ζωή του ανθρώπου. Όλα τα υπόλοιπα πήγαζαν από σκοπιμότητες, από ιδιοτέλειες και από τη δίψα ορισμένων ανθρώπων για εξουσία.  
    Κεράκι δεν πρόκειται να ανάψω, ούτε να ξαναπάω στην εκκλησία, είπε με αποφασιστικότητα στον εαυτό του, σαν απάντηση στην προτροπή του φίλου του. Εκείνο που θα κάνω, θα είναι η ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής μου. Και δεν το λέω μόνον, αλλά και το εννοώ. Φτάνει πια με την υποκρισία. Τέρμα στις απάτες και στη διαφθορά. Δεν μου φταίνε σε τίποτα οι άλλοι να τους εξαπατώ και να τους ταλαιπωρώ.  Μάλλον βέβαια θα πρέπει κάποια στιγμή να βρω και μια καλή κοπέλα και να αποκατασταθώ. Κάποτε πρέπει επιτέλους να απαλλαγώ από τα βίτσια του ξενοπηδήματος  και της διακόρευσης κορασίδων!
      
  

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ


      ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΜΟΥ Ε.Φ.


  Παρόλο που είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή της, αποφάσισε να σηκωθεί. Με τη σκέψη και μόνο ότι σε λίγες ώρες θα συναντούσε τον αγαπημένο της, ένιωσε τη διάθεσή της να φτιάχνει. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κι ετοιμάστηκε να κλείσει την τηλεόραση, το χέρι της όμως έμεινε μετέωρο. Το ενημερωτικό σποτ του σταθμού, που είχε αρχίσει να προβάλλεται σαν σφήνα στο πρόγραμμα της Μπετίνας, της κίνησε το ενδιαφέρον.
    Επάνω σε μια κυκλική, πολύχρωμη πλατφόρμα, στροβιλίζονταν νωχελικά μερικά ρομπότ, και μια γυναικεία φωνή εξηγούσε τι έβλεπαν οι τηλεθεατές: ‘’Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή τηλεόραση θα διεξαχθούν καλλιστεία ρομπότ. Όποιος τηλεθεατής πιστεύει ότι το ρομπότ του έχει τα προσόντα να διεκδικήσει τα πρωτεία σε αυτόν τον πρωτότυπο διαγωνισμό, δεν έχει παρά να μπει στο  www.almba.ee και να δηλώσει συμμετοχή, ή να μάθει περισσότερα για τις προϋποθέσεις, τις λεπτομέρειες και την οργάνωση αυτού του συναρπαστικού σόου.  Προθεσμία υποβολής αιτήσεων μέχρι τις τριάντα του μηνός’’.
    Η Τζωρτζέτα έμεινε κάγκελο. Όλα τα είχε δει και όλα τα είχε ακούσει στην τηλεόραση, αυτό όμως δεν το είχε ποτέ της φανταστεί. Αν και διαφημίστρια, δεν είχε ποτέ περάσει από το μυαλό της  κάτι παρόμοιο. Στο παρελθόν, είχε μερικές φορές δημιουργήσει διαφημίσεις για ρομπότ και σε δυο τρεις περιπτώσεις είχε χρησιμοποιήσει ρομπότ για τη διαφήμιση κάποιου άλλου προϊόντος, όμως αυτό που  μόλις είχε ακούσει, ξεπερνούσε κάθε φαντασία.               
        Έκλεισε την οθόνη κι έτρεξε στον υπολογιστή της. Τον άνοιξε και μπήκε στο συγκεκριμένο site, αγωνιώντας να μάθει περισσότερα. Δεν άργησε να πληροφορηθεί τα πάντα γι’ αυτόν τον περίεργο διαγωνισμό. Τα ρομπότ που θα συμμετείχαν, έπρεπε, εκτός από την εξεζητημένη εμφάνιση, να διαθέτουν και άλλα προσόντα για να μπορέσουν να διεκδικήσουν μία από τις πρώτες θέσεις. Μεταξύ αυτών, καθοριστική, πρωτεύουσα σχέση, καταλάμβαναν η υψηλή νοημοσύνη και το χιούμορ, στοιχεία τα οποία ο Ντόντο διέθετε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
    Έμαθε και για τη σύνθεση της κριτικής επιτροπής. Εκτός από τη γνωστή σε όλους Λάνα Νταρντάνα, την επιτροπή αποτελούσαν ακόμα οι, Έκτωρ Ελέκτωρ, σχεδιαστής ρούχων, Τζίνα Φαρίνα, δημοσιογράφος, Σούλης Μπουρδούλης, τηλεοπτικός παραγωγός και Νώντας Χαρώντας, στέλεχος μεγάλου καταστήματος εμπορίας  ρομπότ. Παρουσιάστρια θα ήταν η Πόπη Μερόπη, ένα πανέμορφο, μουγκό μοντέλο. Όσο για τα βραβεία ήταν ιδιαίτερα σημαντικά. Ο πρώτος νικητής θα κέρδιζε ένα αερόπλοιο, ο δεύτερος ένα ταχύπλοο και ο τρίτος δέκα χιλιάδες ευρώ. Το κίνητρο για τη συμμετοχή ήταν άκρως δελεαστικό.
    Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό της ήταν να δηλώσει συμμετοχή για το Ντόντο. Το πιστό της ρομπότ διέθετε όλα τα προσόντα για να διεκδικήσει με αξιώσεις τη νίκη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι το αποτέλεσμα δεν θα ήταν στημένο. Πάντως σκέφτηκε ότι δεν είχαν και τίποτα να χάσουν. Ετοιμάστηκε να δηλώσει τα στοιχεία του Ντόντο, καθώς και τα δικά της, στην αίτηση που εμφανιζόταν στην οθόνη κάπου στο τέλος της ανακοίνωσης, όταν άκουσε να χτυπάει η πόρτα του δωματίου της. Κατάλαβε ότι ήταν το ρομπότ της και το παρότρυνε να μπει μέσα.
    «Έλα μέσα Ντόντο, δεν κοιμάμαι».
    Το ρομπότ πρόβαλε δειλά πίσω από την πόρτα και κοίταξε τη Τζωρτζέτα με χαμηλωμένο βλέμμα. «Καλημέρα, κυρία. Τα μάθατε;»
    Η Τζωρτζέτα έκρυψε ένα μειδίαμα που σχηματίστηκε αυθόρμητα στα χείλη της και έκανε την ανήξερη. «Να μάθω τι, Ντόντο;»
 

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΤΗ ΜΕΤΑ

    Στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, μια εποχή που ακόμα πήγαινα στο σχολείο, ο συντηρητισμός της κοινωνίας και οι ''παιδαγωγικοί'' μέθοδοι των εκπαιδευτικών, αποσκοπούσαν στην διαμόρφωση υπάκουων παιδιών και θεοσεβούμενων χαρακτήρων, αδιαφορώντας χαρακτηριστικά για την ελλειπή εγκυκλοπαιδική μόρφωση που μας χορηγούσαν και για την μετάδοση σε μας των πραγματικά χρήσιμων γνώσεων και εφοδίων για τη μετέπειτα ζωή μας. Τότε βέβαια δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε, γιατί το βασικό ενδιαφέρον μας ήταν το παιχνίδι, το γκομενιλίκι και η με κάθε τρόπο βαθμοθηρία, όταν όμως μερικά χρόνια αργότερα αρχίσαμε να διαβάζουμε και άλλα βιβλία, εντελώς άσχετα με τα σχολικά, αναθεωρήσαμε την κοσμοθεωρία μας και προβληματιστήκαμε σοβαρά με τη δομή της κοινωνίας, με την άθλια δόμηση της παιδείας και με τη νοσηρή γενικά νοοτροπία του κατεστημένου.
    Θα αναφέρω δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα καθηγητών, των οποίων το επίπεδο και τα ''κολλήματα'' μόνον κακό έκαναν στους άτυχους μαθητές της εποχής. Η προσφορά τους στην μάθηση, δεν ήταν απλώς μηδενική, αλλά εντελώς αρνητική. Δυο άνθρωποι, υποτίθεται καλλιεργημένοι και ενταγμένοι στο καθήκον της διαμόρφωσης  μορφωμένων και χρηστών πολιτών, αντί για γνώσεις μας μετέδιδαν, σκοταδισμό ο ένας και άγνοια ο άλλος.
    Ο πρώτος, λυκειάρχης και μαθηματικός στην ειδικότητα, είχε αναλάβει και την διδασκαλία των μαθηματικών στις δυο τελευταίες τάξεις του λυκείου. Αμ δε. Ο άνθρωπος εκείνος, θρησκόληπτος μέχρι αηδίας, αντί για μαθηματικά μας έκανε κήρυγμα. Είναι ζήτημα αν, από τα σαρανταπέντε λεπτά που διαρκούσε το μάθημα, μιλούσε τα δέκα για τα μαθηματικά. Ήταν τέτοιος ο ζήλος του να μας μεταδώσει το λόγο του θεού, που αδιαφορούσε αν μαθαίναμε αρκετά για τους αριθμούς. Όλοι τον γνώριζαν με το παρατσούκλι που του είχαν δώσει κάποιοι, και κανένας στις συζητήσεις μας δεν τον αποκαλούσε με το πραγματικό του όνομα. Όλοι τον γνώριζαν σαν ''Ο ΘΕΟΣ''.
    Ο δεύτερος, ένας τύπος, φυσικός στην ειδικότητα, που τον είχαμε ''βαφτίσει'' ΜΠΙΦΤΕΚΑ, επειδή είχε πολύ μεγάλα αυτιά, ήταν άσχετος με την επιστήμη που είχε κληθεί να διδάξει. Έμπαινε μέσα στην τάξη, άνοιγε τον κατάλογο για να εξετάσει μερικούς και, όταν τελείωνε την εξέταση, άρχιζε να μιλάει περί ανέμων και υδάτων, δηλαδή για θέματα που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τη φυσική. Είχε γίνει φανερό σε όλους ότι δεν γνώριζε καθόλου φυσική, με αποτέλεσμα να γίνει αντικείμενο χλευασμού από τους μαθητές. Στο τέλος της ώρας, και μόλις χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα, άνοιγε το βιβλίο και μας έλεγε να διαβάσουμε από εκεί μέχρις εκεί. 
    Υπήρχαν και άλλοι καθηγητές, των οποίων το επίπεδο γνώσεων και το μεράκι για προσφορά στη μάθηση ήταν πολύ χαμηλό, και μόνον δυο-τρεις από τους εκπαιδευτικούς της εποχής εκείνης στέκονταν επάξια στο ύψος της ευθύνης του λειτουργήματός τους. Έχω την αίσθηση ότι από τότε μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα στην παιδεία. Ο ασθενής παραμένει στην εντατική και είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει κάποια στιγμή να αναρρώσει. Για τα σχολικά βιβλία δεν  μπορώ να εκφέρω γνώμη, γιατί δεν γνωρίζω το περιεχόμενο των σημερινών, φοβάμαι όμως ότι παραμένουν το ίδιο κατευθυνόμενα και παραπλανητικά. Όταν από την σχολική ύλη απουσιάζουν ονόματα όπως του Επίκουρου, του Δαρβίνου, του Λιαντίνη, του Ερατοσθένη και πολλών άλλων, νιώθω σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από την εποχή που ήμουν κι εγώ μαθητής. Αφού το κατεστημένο δεν το συνέφερε ακόμα και μια απλή αναφορά του ονόματός τους, έπρεπε να τους ανακαλύψω μόνος μου, κι αυτό ακριβώς θα συμβούλευα και τη νέα γενιά! Αν θέλετε να αποκτήσετε πραγματική παιδεία και γνώσεις, πέραν των χορηγούμενων από το σχολείο, κάντε το μόνοι σας. Μην το περιμένετε από αυτούς που θέλουν να σας έχουν υποχείρια. Σήμερα, με την βοήθεια μάλιστα του διαδικτύου και των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα!