Σελίδες

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ


  Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

                               Ο  ΑΜΑΡΤΩΛΟΣ

    Ο Ιορδάνης έριξε ακόμα ένα χαρτονόμισμα στο παγκάρι, χαιρετήθηκε με τους επιτρόπους  και, με ανανεωμένο το ηθικό του, βγήκε από την εκκλησία και κίνησε για το καφενείο. Η προχθεσινή απάτη του με το πετρέλαιο, στην πολυκατοικία όπου ήταν διαχειριστής, ήταν πια παρελθόν. Από τη στιγμή που δεν είχε γίνει αντιληπτή από τους ενοίκους, κι αφού επιπρόσθετα ο ίδιος είχε εξομολογηθεί για την πράξη του αυτή στον πνευματικό του, ένιωθε καθαρή και ήσυχη τη συνείδησή του. Τι σημασία είχε αν έκλεβε το αφεντικό του και πηδούσε την γυναίκα του, αν επέπληττε όποιον του έμπαινε στο μάτι, ή αν έκανε διάφορες μικροαπάτες; Αφού εκείνος ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις που απαιτούσε από αυτόν η θρησκεία του, σαν καλός και ευσεβής χριστιανός που ήταν, πίστευε ακράδαντα ότι ο θεός θα τον συγχωρούσε και θα τον αντάμειβε στην άλλη ζωή, κάτι για το οποίο και ο ίδιος ο εφημέριος τον είχε διαβεβαιώσει.
    Νήστευε κάθε Τετάρτη και Παρασκευή, εξομολογούνταν τακτικά, προσευχόταν καθημερινά πριν από τον ύπνο, εκκλησιαζόταν ανελλιπώς και έριχνε πάντα και ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσόν στο παγκάρι της ενορίας του. Εξάλλου, το αφεντικό του τα ήθελε και τα πάθαινε. Τόσα χρόνια στη δούλεψή του, κι εκείνος ο άθλιος εργοδότης του συνέχιζε να τον εκμεταλλεύεται, δίνοντάς του έναν πενιχρό μισθό, παρόλο που ο ίδιος κέρδιζε εκατομμύρια. Όσο για τη σεξουαλική σχέση που είχε συνάψει με τη γυναίκα του, εκείνη ήταν που του τα είχε ρίξει, προφανώς απογοητευμένη από τις επιδόσεις του συζύγου της.
    Μπήκε μέσα στο καφενείο ικανοποιημένος από τον εαυτό του. Τα επιτιμητικά και γεμάτα συμπάθεια βλέμματα  των θαμώνων, του το επιβεβαίωσαν. Έχοντας τακτοποιήσει καλά τη ζωή του, χάρη στις πέραν της εργασίας του δραστηριότητές του, και ανταποκρινόμενος στο έπακρο στις κοινωνικές του υποχρεώσεις, έχαιρε της εκτίμησης και της υπόληψης όλων των φίλων και γνωστών. Γενικά, ήταν ευχαριστημένος με τη ζωή του. Είχε την τύχη να γεννηθεί σε μια δυτική χώρα, στην  οποίαν επικρατούσε η χριστιανική θρησκεία, κάτι πολύ θετικό για τους κατοίκους της. Τα πράγματα ήταν απλά. Οι πολίτες της μπορούσαν να ευημερούν, να κάνουν κοσμική ζωή και να ξεφεύγουν και λίγο από τις εντολές των ιερών βιβλίων, αρκεί να πίστευαν στον μεγαλοδύναμο και να προσεύχονταν στη χάρη του και να του ζητούσαν συγχώρεση, έστω και με το αζημίωτο. Με αυτόν τον τρόπο, η είσοδός τους στον παράδεισο ήταν εξασφαλισμένη.
    Καλημέρισε τον φίλο του τον Κώστα και κάθισε στο τραπέζι του. «Δεν σε είδα σήμερα στην εκκλησία», του είπε.
    «Ξέρεις, άργησα να ξυπνήσω», απολογήθηκε εκείνος, «γιατί ψες είχαμε πάει σε μια γιορτή και επιστρέψαμε στο σπίτι πολύ αργά».
    «Καλά, καλά, δεν χάθηκε δα κι ο κόσμος», τον καθησύχασε ο Ιορδάνης, «Θα πας την άλλη Κυριακή. Τι έγινε τώρα; Θα παίξουμε καμιά παρτίδα;»
     Έξω ήταν χαρά θεού. Ένας λαμπρός ήλιος φώτιζε την ατμόσφαιρα και ζέσταινε σώματα και καρδιές. Όλοι είχαν ξεχυθεί στην ύπαιθρο. Το παρκάκι απέναντι από το καφενείο έσφυζε από ζωή. Παιδιά με τους γονείς τους έπαιζαν ανέμελα και γελούσαν δυνατά, ενώ τα πουλιά, καθισμένα επάνω στα κλαδιά των δέντρων, κελαϊδούσαν μελωδικά.    
    ‘’Ευλογημένος τόπος’’, συλλογίστηκε ο Ιορδάνης. ‘’Πραγματικά ο θεός αγαπά αυτήν την χώρα και τον λαό της. Πού αλλού μπορείς να βρεις τέτοιο κλίμα; Χθες χαλούσε ο θεός τον κόσμο και σήμερα είναι καλοκαιρινή μέρα. Νιώθω διπλά τυχερός. Από τη μια, επειδή γεννήθηκα εδώ, για να ζήσω καλά την πρόσκαιρη, γήινη ζωή μου και, από την άλλη, επειδή η θρησκεία της, με τον ένα και μοναδικό θεό, μου δίνει τη δυνατότητα να ζήσω καλά και στην άλλη ζωή, την αιώνια. Ας είναι ευλογημένο το όνομά του’’ συμπλήρωσε τη σκέψη του και σταυροκοπήθηκε ευλαβικά.
    Αργότερα, φεύγοντας από το καφενείο, πέρασε από το εστιατόριο της γειτονιάς για να γευματίσει. Όντας εργένης εκ πεποιθήσεως, σπάνια μαγείρευε στο σπίτι, κι έτσι σιτιζόταν αρκετά συχνά στο φαγάδικο του κυρ-Μένιου. Υπήρχε και ένας άλλος λόγος που σύχναζε εκεί, κι αυτός ήταν η δεκαεξάχρονη κόρη του εστιάτορα. Τι θεϊκό πλάσμα ήταν αυτό; Την έβλεπε και πάθαινε ψυχικό τραλαλά, και του είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Ήταν βέβαιος ότι η κοπέλα εκείνη ήταν παρθένα, και η ιδέα εκείνη τον εξιτάριζε περισσότερο. Αναζητούσε διαρκώς την ευκαιρία να την ξεμοναχιάσει, ο κέρβερος όμως πατέρας της δεν την άφηνε λεπτό από τα μάτια του.
    Κάθισε στη θέση του και παράγγειλε μουσακά και σαλάτα. Η μικρή στεκόταν πίσω από τον πάγκο και μαζί με μια υπάλληλο ετοίμαζαν τις παραγγελίες των πελατών, δεν έπαυε όμως στιγμή να ρίχνει κλεφτές ματιές στον Ιορδάνη και να του χαμογελάει πονηρά. Εκείνος αναθάρρησε. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη μέρα που θα την έκανε δική του είχε φτάσει. Τελείωσε το γεύμα του, σηκώθηκε αργά από την καρέκλα του, έκανε νόημα στην όμορφη κοπέλα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Ο κυρ-Μένιος βρισκόταν χωμένος μέσα στο μαγειρείο και η ευκαιρία ήταν μοναδική.
    Έπλυνε τα χέρια, ελπίζοντας ότι το κορίτσι δεν θα αργούσε να εμφανιστεί, και πραγματικά δεν έπεσε έξω. Η νεαρή εμφανίστηκε πίσω από την πόρτα, χώθηκε μέσα στη μια από τις δυο ιδιαίτερες τουαλέτες και του έκανε νόημα να πλησιάσει. Ο Ιορδάνης δεν έχασε την ευκαιρία. Μπήκε κι εκείνος μέσα και την αγκάλιασε με πάθος. Ξεγυμνώθηκαν στο λεπτό και δεν άργησε να μπει μέσα της. Την ώρα που εκσπερμάτωνε, άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Πάγωσε. Στο άνοιγμά της αντίκρισε το βλοσυρό πρόσωπο του κυρ-Μένιου και έμεινε στήλη άλατος. Τραβήχτηκε από την κοπέλα, που είχε τρομοκρατηθεί κι εκείνη, και ανασήκωσε βιαστικά το παντελόνι του.
    «Τι κάνεις εκεί, βρε παλιοτόμαρο;» άκουσε τη βροντερή φωνή του να τον ρωτάει. «Τώρα θα σου δείξω εγώ».
    Όλα έγιναν σε κλάσματα δευτερολέπτου. Ο εστιάτορας τράβηξε το μαχαίρι που βρισκόταν κρεμασμένο στη μέση του και τον κάρφωσε δυο φορές στην κοιλιά. Το τελευταίο πράγμα που έγινε αισθητό από τις αισθήσεις του ήταν το ουρλιαχτό της κοπέλας.
    Η θέαση από ψηλά του αιματοβαμμένου και πεσμένου στο πάτωμα κορμιού του, δεν τον συγκίνησε ιδιαίτερα. Ένιωθε τον εαυτό του να ανυψώνεται συνεχώς και η παντελής απουσία αισθήσεων τον πλημμύρισε με γαλήνη και αταραξία. Άργησε να συνειδητοποιήσει τι του συνέβαινε, όταν όμως λίγο αργότερα βρέθηκε μπροστά σε μια μεγάλη είσοδο στη μέση του πουθενά, κάπου ανάμεσα στα σύννεφα, κατάλαβε ότι είχε φτάσει στον παράδεισο.
    «Καλώς τον», άκουσε μια φωνή από τα δεξιά του και είδε έναν σεβάσμιο, γενειοφόρο γέρο να εμφανίζεται ανάμεσα από ένα σύννεφο.
    Ο Ιορδάνης κατάλαβε ότι ήταν ο άγιος Πέτρος και ένιωσε μιαν πρωτόγνωρη ευφορία. Επιτέλους τα πιστεύω του είχαν επιβεβαιωθεί. Βρισκόταν μόλις ένα βήμα πριν την αιώνια ανταμοιβή του για την ‘’ενάρετη’’ ζωή του στη γη. Ετοιμάστηκε να μπει μέσα, ο άγιος Πέτρος όμως τον παρεμπόδισε.
    «Για περίμενε μια στιγμή», του είπε, ανοίγοντας ταυτόχρονα τα κιτάπια του. «Μη βιάζεσαι. Πρέπει πρώτα να ελέγξω αν διαθέτεις τα προσόντα για να παραμείνεις μαζί μας. Πώς ήταν το γήινο όνομά σου;»
    Ο Ιορδάνης του είπε το όνομά του, χωρίς να ανησυχήσει και πολύ. Ήταν βέβαιος ότι, όσο ζούσε, τα είχε κάνει όλα σωστά. Το θεώρησε σαν μια απλή, τυπική διαδικασία και περίμενε υπομονετικά το πόρισμα του αγίου. Άλλωστε, τι ήταν μερικά λεπτά καθυστέρησης μπροστά στην αιωνιότητα;
    «Χμ», έκανε ο πορτιέρης του παραδείσου, καθώς μελετούσε τα αρχεία του. «Απ’ ο, τι βλέπω, είχες κάνει αρκετές αμαρτίες, κλοπές, απάτες, μοιχείες και βιαιοπραγίες, αλλά φυσικά είχες εξομολογηθεί και μετανοήσει για όλες αυτές τις πράξεις σου. Εκκλησιαζόσουν τακτικά και προσευχόσουν καθημερινά στον Κύριο, κι αυτό δείχνει άνθρωπο πιστό και μεταμελημένο. Μάλλον λοιπόν θα πρέπει να σου επιτρέψω να περάσεις».
    Ο Ιορδάνης ένιωσε ένα κύμα αγαλλίασης να τον πλημμυρίζει. Επιτέλους, ο σωστός, αν και λίγο προκλητικός, τρόπος διαβίωσής του και η συμμόρφωσή του με τις επιταγές της θρησκείας ανταμείβονταν. Αγωνιούσε να αντικρίσει το εσωτερικό του παραδείσου. Ο κήπος της Εδέμ βρισκόταν μόλις μερικά μέτρα μπροστά του και ανυπομονούσε να τον επισκεφτεί και να ζήσει αιώνια μέσα του. Επιχείρησε να διαβεί το κατώφλι που θα τον οδηγούσε στην καινούρια, παραδεισένια ζωή του, αλλά ο άγιος Πέτρος τον σταμάτησε για μια ακόμα φορά. «Για στάσου μισό λεπτό», του είπε με σκοτεινιασμένο ύφος. «Μόλις τώρα μου ήρθε μια πληροφορία για ένα γεγονός που συνέβη ελάχιστα λεπτά πριν αποβιώσεις. Διαβάζω ότι διέπραξες μια μεγάλη αμαρτία και δεν πρόλαβες να εξομολογηθείς, γιατί αμέσως μετά έχασες τη ζωή σου. Λυπάμαι πολύ», κατέληξε, μιλώντας με τρόπο που δεν επιδεχόταν αμφισβήτηση, «αλλά εδώ αλλάζουν τα πράγματα. Δεν είσαι άξιος για τον παράδεισο. Μάζευέ τα και βάλε πλώρη για την κόλαση. Ο Εωσφόρος σε περιμένει».
    Ο Ιορδάνης πανικοβλήθηκε. Αυτήν την άσχημη εξέλιξη δεν την περίμενε. Από τη μια στιγμή στην άλλη, θα βρισκόταν από τα ουράνια στα τάρταρα και, το χειρότερο, για πάντα. Ο νους του δεν μπορούσε να το δεχτεί. Του φαινόταν αδιανόητο, τόσα χρόνια πίστης στο θεό, υποταγής στο ιερατείο και εκτέλεσης όλων των θρησκευτικών υποχρεώσεών του, να έχουν αποβεί μάταια.
    Ένα μαύρο πέπλο ήρθε και τον τύλιξε. Καθώς άρχισε να κατεβαίνει, μύριες όσες απαισιόδοξες σκέψεις πέρασαν από το ‘’μυαλό’’ του. Σε λίγο θα βρισκόταν στο μέρος που τόσο πολύ φοβόταν και θα συναντιόταν με τον ίδιο τον διάβολο. Τρόμος, θλίψη και απογοήτευση τον πλημμύρισαν μονομιάς, κι έκλεισε τα μάτια του.
    Όταν τα ξανάνοιξε, το μέρος δεν του φάνηκε και τόσο τρομερό. Αντί για μαυρίλα, φωτιές και τρομερά πλάσματα, αντίκρισε ένα κατάλευκο ταβάνι, ενώ ο ίδιος βρισκόταν ξαπλωμένος επάνω σε ένα κρεβάτι. Μια γνωστή φωνή ακούστηκε από δίπλα του, που την συνόδευε  ένας άκρατος ενθουσιασμός.
    «Επιτέλους, συνήλθες. Δόξα σοι ο θεός».
    Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και είδε τον φίλο του τον Κώστα να κάθεται δίπλα του. «Πήγες στον άλλο κόσμο και γύρισες», τον άκουσε να συνεχίζει. «Η κατάστασή σου ήταν πολύ σοβαρή. Σχεδόν είχες πεθάνει. Ας είναι καλά οι γιατροί και ο θεός, που σε έσωσαν».
    Για τους γιατρούς είμαι βέβαιος, σκέφτηκε, συνειδητοποιώντας ότι ήταν ζωντανός, για το θεό όμως διατηρώ μια μικρή αμφιβολία.
    Δεν ήταν σίγουρος αν, αυτά που είχε ζήσει μόλις πριν από λίγο, ήταν αλήθεια, ή ήταν απλά ένα όνειρο, η αμφιβολία όμως είχε ριζώσει για τα καλά μέσα του. Κατάλαβε ότι ήταν μεγάλο λάθος να στηρίζεται σε μεταφυσικές εικασίες και σε προσευχές που δεν εισακούονταν, κι ότι έπρεπε να γίνει περισσότερο ρεαλιστής.
    «Μόλις βγεις από δω», άκουσε πάλι τον Κώστα να του λέει, «να πας να ανάψεις ένα κεράκι στην εκκλησία».
    Δεν του απάντησε. Ένιωθε κουρασμένος και ανήμπορος να μιλήσει. Περιορίστηκε να βυθιστεί στις σκέψεις του. Αισθανόταν περίεργα. Κάτι μέσα του είχε αλλάξει. Είδε πλέον τον κόσμο και τη ζωή με άλλο μάτι. Ένιωσε μεγάλη ευγνωμοσύνη για την ανθρώπινη επιστήμη που του είχε σώσει τη ζωή και συμπέρανε ότι μόνον αυτή, σε συνδυασμό με την  ανθρωπιά, είχε τη δυνατότητα να καλυτερεύσει τη ζωή του ανθρώπου. Όλα τα υπόλοιπα πήγαζαν από σκοπιμότητες, από ιδιοτέλειες και από τη δίψα ορισμένων ανθρώπων για εξουσία.  
    Κεράκι δεν πρόκειται να ανάψω, ούτε να ξαναπάω στην εκκλησία, είπε με αποφασιστικότητα στον εαυτό του, σαν απάντηση στην προτροπή του φίλου του. Εκείνο που θα κάνω, θα είναι η ριζική αλλαγή του τρόπου της ζωής μου. Και δεν το λέω μόνον, αλλά και το εννοώ. Φτάνει πια με την υποκρισία. Τέρμα στις απάτες και στη διαφθορά. Δεν μου φταίνε σε τίποτα οι άλλοι να τους εξαπατώ και να τους ταλαιπωρώ.  Μάλλον βέβαια θα πρέπει κάποια στιγμή να βρω και μια καλή κοπέλα και να αποκατασταθώ. Κάποτε πρέπει επιτέλους να απαλλαγώ από τα βίτσια του ξενοπηδήματος  και της διακόρευσης κορασίδων!
      
  

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ


      ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΜΟΥ Ε.Φ.


  Παρόλο που είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή της, αποφάσισε να σηκωθεί. Με τη σκέψη και μόνο ότι σε λίγες ώρες θα συναντούσε τον αγαπημένο της, ένιωσε τη διάθεσή της να φτιάχνει. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι κι ετοιμάστηκε να κλείσει την τηλεόραση, το χέρι της όμως έμεινε μετέωρο. Το ενημερωτικό σποτ του σταθμού, που είχε αρχίσει να προβάλλεται σαν σφήνα στο πρόγραμμα της Μπετίνας, της κίνησε το ενδιαφέρον.
    Επάνω σε μια κυκλική, πολύχρωμη πλατφόρμα, στροβιλίζονταν νωχελικά μερικά ρομπότ, και μια γυναικεία φωνή εξηγούσε τι έβλεπαν οι τηλεθεατές: ‘’Για πρώτη φορά στην ευρωπαϊκή τηλεόραση θα διεξαχθούν καλλιστεία ρομπότ. Όποιος τηλεθεατής πιστεύει ότι το ρομπότ του έχει τα προσόντα να διεκδικήσει τα πρωτεία σε αυτόν τον πρωτότυπο διαγωνισμό, δεν έχει παρά να μπει στο  www.almba.ee και να δηλώσει συμμετοχή, ή να μάθει περισσότερα για τις προϋποθέσεις, τις λεπτομέρειες και την οργάνωση αυτού του συναρπαστικού σόου.  Προθεσμία υποβολής αιτήσεων μέχρι τις τριάντα του μηνός’’.
    Η Τζωρτζέτα έμεινε κάγκελο. Όλα τα είχε δει και όλα τα είχε ακούσει στην τηλεόραση, αυτό όμως δεν το είχε ποτέ της φανταστεί. Αν και διαφημίστρια, δεν είχε ποτέ περάσει από το μυαλό της  κάτι παρόμοιο. Στο παρελθόν, είχε μερικές φορές δημιουργήσει διαφημίσεις για ρομπότ και σε δυο τρεις περιπτώσεις είχε χρησιμοποιήσει ρομπότ για τη διαφήμιση κάποιου άλλου προϊόντος, όμως αυτό που  μόλις είχε ακούσει, ξεπερνούσε κάθε φαντασία.               
        Έκλεισε την οθόνη κι έτρεξε στον υπολογιστή της. Τον άνοιξε και μπήκε στο συγκεκριμένο site, αγωνιώντας να μάθει περισσότερα. Δεν άργησε να πληροφορηθεί τα πάντα γι’ αυτόν τον περίεργο διαγωνισμό. Τα ρομπότ που θα συμμετείχαν, έπρεπε, εκτός από την εξεζητημένη εμφάνιση, να διαθέτουν και άλλα προσόντα για να μπορέσουν να διεκδικήσουν μία από τις πρώτες θέσεις. Μεταξύ αυτών, καθοριστική, πρωτεύουσα σχέση, καταλάμβαναν η υψηλή νοημοσύνη και το χιούμορ, στοιχεία τα οποία ο Ντόντο διέθετε σε πολύ μεγάλο βαθμό.
    Έμαθε και για τη σύνθεση της κριτικής επιτροπής. Εκτός από τη γνωστή σε όλους Λάνα Νταρντάνα, την επιτροπή αποτελούσαν ακόμα οι, Έκτωρ Ελέκτωρ, σχεδιαστής ρούχων, Τζίνα Φαρίνα, δημοσιογράφος, Σούλης Μπουρδούλης, τηλεοπτικός παραγωγός και Νώντας Χαρώντας, στέλεχος μεγάλου καταστήματος εμπορίας  ρομπότ. Παρουσιάστρια θα ήταν η Πόπη Μερόπη, ένα πανέμορφο, μουγκό μοντέλο. Όσο για τα βραβεία ήταν ιδιαίτερα σημαντικά. Ο πρώτος νικητής θα κέρδιζε ένα αερόπλοιο, ο δεύτερος ένα ταχύπλοο και ο τρίτος δέκα χιλιάδες ευρώ. Το κίνητρο για τη συμμετοχή ήταν άκρως δελεαστικό.
    Η πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό της ήταν να δηλώσει συμμετοχή για το Ντόντο. Το πιστό της ρομπότ διέθετε όλα τα προσόντα για να διεκδικήσει με αξιώσεις τη νίκη, με την προϋπόθεση βέβαια ότι το αποτέλεσμα δεν θα ήταν στημένο. Πάντως σκέφτηκε ότι δεν είχαν και τίποτα να χάσουν. Ετοιμάστηκε να δηλώσει τα στοιχεία του Ντόντο, καθώς και τα δικά της, στην αίτηση που εμφανιζόταν στην οθόνη κάπου στο τέλος της ανακοίνωσης, όταν άκουσε να χτυπάει η πόρτα του δωματίου της. Κατάλαβε ότι ήταν το ρομπότ της και το παρότρυνε να μπει μέσα.
    «Έλα μέσα Ντόντο, δεν κοιμάμαι».
    Το ρομπότ πρόβαλε δειλά πίσω από την πόρτα και κοίταξε τη Τζωρτζέτα με χαμηλωμένο βλέμμα. «Καλημέρα, κυρία. Τα μάθατε;»
    Η Τζωρτζέτα έκρυψε ένα μειδίαμα που σχηματίστηκε αυθόρμητα στα χείλη της και έκανε την ανήξερη. «Να μάθω τι, Ντόντο;»
 

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΠΑΙΔΕΙΑ, ΠΕΝΗΝΤΑ ΕΤΗ ΜΕΤΑ

    Στα μέσα της δεκαετίας του εξήντα, μια εποχή που ακόμα πήγαινα στο σχολείο, ο συντηρητισμός της κοινωνίας και οι ''παιδαγωγικοί'' μέθοδοι των εκπαιδευτικών, αποσκοπούσαν στην διαμόρφωση υπάκουων παιδιών και θεοσεβούμενων χαρακτήρων, αδιαφορώντας χαρακτηριστικά για την ελλειπή εγκυκλοπαιδική μόρφωση που μας χορηγούσαν και για την μετάδοση σε μας των πραγματικά χρήσιμων γνώσεων και εφοδίων για τη μετέπειτα ζωή μας. Τότε βέβαια δεν μπορούσαμε να το καταλάβουμε, γιατί το βασικό ενδιαφέρον μας ήταν το παιχνίδι, το γκομενιλίκι και η με κάθε τρόπο βαθμοθηρία, όταν όμως μερικά χρόνια αργότερα αρχίσαμε να διαβάζουμε και άλλα βιβλία, εντελώς άσχετα με τα σχολικά, αναθεωρήσαμε την κοσμοθεωρία μας και προβληματιστήκαμε σοβαρά με τη δομή της κοινωνίας, με την άθλια δόμηση της παιδείας και με τη νοσηρή γενικά νοοτροπία του κατεστημένου.
    Θα αναφέρω δυο χαρακτηριστικά παραδείγματα καθηγητών, των οποίων το επίπεδο και τα ''κολλήματα'' μόνον κακό έκαναν στους άτυχους μαθητές της εποχής. Η προσφορά τους στην μάθηση, δεν ήταν απλώς μηδενική, αλλά εντελώς αρνητική. Δυο άνθρωποι, υποτίθεται καλλιεργημένοι και ενταγμένοι στο καθήκον της διαμόρφωσης  μορφωμένων και χρηστών πολιτών, αντί για γνώσεις μας μετέδιδαν, σκοταδισμό ο ένας και άγνοια ο άλλος.
    Ο πρώτος, λυκειάρχης και μαθηματικός στην ειδικότητα, είχε αναλάβει και την διδασκαλία των μαθηματικών στις δυο τελευταίες τάξεις του λυκείου. Αμ δε. Ο άνθρωπος εκείνος, θρησκόληπτος μέχρι αηδίας, αντί για μαθηματικά μας έκανε κήρυγμα. Είναι ζήτημα αν, από τα σαρανταπέντε λεπτά που διαρκούσε το μάθημα, μιλούσε τα δέκα για τα μαθηματικά. Ήταν τέτοιος ο ζήλος του να μας μεταδώσει το λόγο του θεού, που αδιαφορούσε αν μαθαίναμε αρκετά για τους αριθμούς. Όλοι τον γνώριζαν με το παρατσούκλι που του είχαν δώσει κάποιοι, και κανένας στις συζητήσεις μας δεν τον αποκαλούσε με το πραγματικό του όνομα. Όλοι τον γνώριζαν σαν ''Ο ΘΕΟΣ''.
    Ο δεύτερος, ένας τύπος, φυσικός στην ειδικότητα, που τον είχαμε ''βαφτίσει'' ΜΠΙΦΤΕΚΑ, επειδή είχε πολύ μεγάλα αυτιά, ήταν άσχετος με την επιστήμη που είχε κληθεί να διδάξει. Έμπαινε μέσα στην τάξη, άνοιγε τον κατάλογο για να εξετάσει μερικούς και, όταν τελείωνε την εξέταση, άρχιζε να μιλάει περί ανέμων και υδάτων, δηλαδή για θέματα που δεν είχαν την παραμικρή σχέση με τη φυσική. Είχε γίνει φανερό σε όλους ότι δεν γνώριζε καθόλου φυσική, με αποτέλεσμα να γίνει αντικείμενο χλευασμού από τους μαθητές. Στο τέλος της ώρας, και μόλις χτυπούσε το κουδούνι για διάλειμμα, άνοιγε το βιβλίο και μας έλεγε να διαβάσουμε από εκεί μέχρις εκεί. 
    Υπήρχαν και άλλοι καθηγητές, των οποίων το επίπεδο γνώσεων και το μεράκι για προσφορά στη μάθηση ήταν πολύ χαμηλό, και μόνον δυο-τρεις από τους εκπαιδευτικούς της εποχής εκείνης στέκονταν επάξια στο ύψος της ευθύνης του λειτουργήματός τους. Έχω την αίσθηση ότι από τότε μέχρι σήμερα δεν έχουν αλλάξει και πολλά πράγματα στην παιδεία. Ο ασθενής παραμένει στην εντατική και είναι αμφίβολο αν θα μπορέσει κάποια στιγμή να αναρρώσει. Για τα σχολικά βιβλία δεν  μπορώ να εκφέρω γνώμη, γιατί δεν γνωρίζω το περιεχόμενο των σημερινών, φοβάμαι όμως ότι παραμένουν το ίδιο κατευθυνόμενα και παραπλανητικά. Όταν από την σχολική ύλη απουσιάζουν ονόματα όπως του Επίκουρου, του Δαρβίνου, του Λιαντίνη, του Ερατοσθένη και πολλών άλλων, νιώθω σαν να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από την εποχή που ήμουν κι εγώ μαθητής. Αφού το κατεστημένο δεν το συνέφερε ακόμα και μια απλή αναφορά του ονόματός τους, έπρεπε να τους ανακαλύψω μόνος μου, κι αυτό ακριβώς θα συμβούλευα και τη νέα γενιά! Αν θέλετε να αποκτήσετε πραγματική παιδεία και γνώσεις, πέραν των χορηγούμενων από το σχολείο, κάντε το μόνοι σας. Μην το περιμένετε από αυτούς που θέλουν να σας έχουν υποχείρια. Σήμερα, με την βοήθεια μάλιστα του διαδικτύου και των σελίδων κοινωνικής δικτύωσης, τα πράγματα είναι πολύ πιο εύκολα! 

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

Stuck In The Middle With You - Stealers Wheel

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΗΣ


     ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


                         Ο  ΑΡΧΑΙΟΛΑΤΡΗΣ


       Η κατασκευή του οικισμού δεν ήταν μια απλή, ξαφνική ιδέα του. Δεν ξύπνησε δηλαδή ένα πρωί και είπε: «Σήμερα θα φτιάξω μια πόλη με κτήρια αρχαιοελληνικής αρχιτεκτονικής». Ήταν το όνειρο ολόκληρης της ζωής του. Ο Αγαθοκλής το σκεφτόταν αρκετά συχνά, από την παιδική του κιόλας  ηλικία. Αυτό οφειλόταν κατά κύριο λόγο στις συχνές επισκέψεις του σε αρχαιολογικούς χώρους, αφού ο πατέρας του ήταν αρχαιολόγος και πολλές φορές τον έπαιρνε μαζί του σε αυτούς τους χώρους. Επηρεασμένος βαθιά από την συχνή αυτή επαφή του με τα αρχαία, άρχισε σιγά-σιγά να οραματίζεται την επαναδημιουργία ενός οικισμού στα πρότυπα των αρχαιοελληνικών. Έτσι, η πραγματοποίηση αυτού του οράματος, του είχε γίνει σκοπός ζωής, τον εξιτάριζε. Γνώριζε ότι, το τίμημα για την ολοκλήρωση ενός τόσο μεγαλόπνοου σχεδίου, θα ήταν βαρύ, εκείνος όμως δεν λιγοψυχούσε. Θα έκανε τα αδύνατα δυνατά για την επίτευξη αυτού του υψηλού στόχου. Δεν τον ενδιέφερε ο πλουτισμός, δεν ήταν ο σκοπός της ζωής του, όταν όμως ενηλικιώθηκε, κατάλαβε ότι χωρίς χρήματα δεν θα κατάφερνε να φέρει σε πέρας το μεγαλόπνοο σχέδιό του. Καλώς ή κακώς, η κατασκευή ενός τόσο δαπανηρού έργου, μόνον με την ύπαρξη ενός  πακτωλού χρημάτων θα μπορούσε να υλοποιηθεί. Έτσι, αναγκαστικά, υποχρεώθηκε να γίνει σκλάβος της δουλειάς και του χρήματος! Σπούδασε αρχιτεκτονική και άρχισε να εργάζεται σε μια μεγάλη κατασκευαστική εταιρία, απασχολούμενος παράλληλα και σε δικές του εργασίες.
    Έπρεπε να περάσουν είκοσι ολόκληρα χρόνια, μέχρι τη στιγμή που θα έκρινε πως ήταν έτοιμος να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Μετά, και για ένα μεγάλο  χρονικό διάστημα, επιδόθηκε στη ρυμοτομική σχεδίαση του οικισμού και στην αρχιτεκτονική μορφή των κτηρίων του. Μόλις  ολοκλήρωσε  τα σχέδια, επιδόθηκε στην αναζήτηση του χώρου που θα κατασκεύαζε την λιλιπούτεια και με αρχαιοελληνική αρχιτεκτονική  πόλη του. Υπήρχαν δυο βασικές παράμετροι, οι οποίοι θα έπρεπε υποχρεωτικά να ληφθούν υπόψη. Η έκταση να είναι μεγάλη, τουλάχιστον είκοσι στρέμματα, και να βρίσκεται κάπου κοντά στην Αθήνα.
    Μετά από πολυήμερη αναζήτηση, βρήκε τον κατάλληλο χώρο κάπου λίγο πιο έξω από το Κρυονέρι Αττικής. Η έκταση ήταν ιδανική για να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή ενός τέτοιου είδους οικισμού, η δαπάνη απόκτησής της όμως ήταν ασύμφορη. Αν  προχωρούσε στην αγορά της, θα αναγκαζόταν να διαθέσει όλο το χρηματικό του απόθεμα, που με τόσο κόπο και θυσίες είχε αποταμιεύσει, κι αυτό θα του στερούσε τη δυνατότητα να προχωρήσει στην έναρξη των απαραίτητων οικοδομικών εργασιών.
    Κυριεύτηκε από απογοήτευση. Δεν τολμούσε να πιστέψει ότι το όραμα τόσων χρόνων θα κατέληγε να γίνει ένα απραγματοποίητο όνειρο, ένας εφιάλτης. Το μυαλό του, η σκέψη του, όλο του το είναι, δεν την δεχόταν αυτήν την προοπτική. Ένιωσε πελαγωμένος. Έψαχνε για εναλλακτικές λύσεις, αναζητούσε εναγωνίως το σωσίβιο που θα τον γλύτωνε από τον πνιγμό. Αρχικά σκέφτηκε να πάρει τραπεζικό δάνειο, γρήγορα όμως απόδιωξε αυτήν την ιδέα από το μυαλό του. Δεν αμφέβαλλε ότι, αν έκανε το λάθος και το αποτολμούσε, δεν θα κατάφερνε ποτέ στην υπόλοιπη ζωή του να το αποπληρώσει, και κάτι τέτοιο θα τον έκανε δυστυχισμένο. Επιθυμία του ήταν, η κατασκευή του πρωτότυπου οικισμού του, να αποτελέσει ένα αξιόλογο και ανεπανάληπτο αξιοθέατο που θα πλούτιζε τον πολιτισμό του τόπου και θα έκανε τον ίδιο ευτυχισμένο.
    Επιδόθηκε σε μια εναγώνια αναζήτηση της χρηματοδότησης που θα έκανε δυνατή την υλοποίηση της κατασκευής του οικισμού και, όταν πια είχε φτάσει στα όρια της απελπισίας, η αναζήτησή του πήρε τέλος, και μάλιστα με έναν εντελώς απρόσμενο τρόπο. Θα τον χρηματοδοτούσε ο Μπερνίκιος, ένας γνωστός Έλληνας εφοπλιστής και λάτρης της αρχαίας Ελλάδας, με το αζημίωτο βέβαια. Τον συνάντησε τυχαία σε μια δεξίωση κάποιου κοινού γνωστού τους, κι εκεί, κατά τη διάρκεια των συστάσεων, εκείνος έμαθε για το μεγαλόπνοο όραμα του Αγαθοκλή. Ενθουσιάστηκε πολύ από την ιδέα και προθυμοποιήθηκε να συνδράμει οικονομικά στην υλοποίησή της, με τον όρο ότι, με την ολοκλήρωση του έργου, θα εισέπραττε ισοβίως το εβδομήντα τοις εκατό των εισπράξεων από τα τέλη εισόδου στον χώρο, καθώς συμφωνήθηκε να προοριστεί βασικά για τουριστικό αξιοθέατο.
    Αρχικά ο Αγαθοκλής σκεφτόταν, εκτός από κατοικίες,  να τον χρησιμοποιήσει και σαν πολιτιστικό κέντρο και μουσείο, δεν βρήκε όμως άσχημη την ιδέα του Μπερνίκιου να τον αξιοποιήσουν και τουριστικά. Σκεπτόμενος με την εμπορική λογική του εφοπλιστή, κατάλαβε ότι το κατασκεύασμά τους, το οποίο θα απαριθμούσε τριάντα κτήρια, θα μπορούσε θαυμάσια να έχει πολλές χρήσεις. Εξάλλου, κάθε μία απ’ αυτές δεν θα εμπόδιζε τις άλλες χρήσεις, καθώς όλες θα ήταν παρεμφερείς και,  σύμφωνα με την άποψη και των δυο πλευρών, θα προσέλκυαν μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών.
     Έδωσαν τα χέρια και λίγες μέρες αργότερα υπέγραψαν συμβόλαιο συνεργασίας. Αμέσως μετά, ο Αγαθοκλής προχώρησε στην αγορά της έκτασης, πήρε την πολυπόθητη άδεια από την πολεοδομία και βρήκε τον εργολάβο και τα συνεργεία που θα άρχιζαν την ανοικοδόμηση.
    Το επόμενο διάστημα η περιοχή, από ήσυχη και ειδυλλιακή και με ελάχιστη ανθρώπινη παρουσία, μετατράπηκε σε ένα πολύβουο εργοτάξιο. Τα φορτηγά με τα υλικά πήγαιναν κι έρχονταν ολημερίς, σηκώνοντας στο πέρασμά τους σύννεφα σκόνης και δεκάδες εργάτες και τεχνίτες υλοποιούσαν τα σχέδια των μηχανικών και του Αγαθοκλή. Μέρα με τη μέρα, το όραμα της αρχαίας ελληνικής πόλης έπαιρνε σάρκα και οστά και, όσο περισσότερο διαμορφωνόταν, τόσο άφηνε με ανοιχτό το στόμα τους λιγοστούς προς το παρόν επισκέπτες του. Η λέξη αριστούργημα ωχριούσε μπροστά σε αυτό που αντίκριζαν τα έκθαμβα μάτια όσων είχαν την τύχη να το δουν, ακόμα και πριν ολοκληρωθεί.
    Ένα πρωί, λίγες μέρες πριν ο οικισμός εγκαινιαστεί, ένα πούλμαν γεμάτο με ηλικιωμένους επιβάτες, στάθμευσε έξω από την κεντρική πύλη και οι άγνωστοι και απρόσκλητοι επισκέπτες, με επικεφαλής έναν ρασοφόρο, εισέβαλαν μέσα στον οικισμό και άρχισαν να τριγυρνούν ανάμεσα στα μαρμάρινα κτήρια. Ο Αγαθοκλής ήταν απασχολημένος με τους μαστόρους και άργησε να τους πάρει είδηση, όταν όμως αντιλήφθηκε την παρουσία τους, έτρεξε προς το μέρος τους και τους παρακάλεσε να απομακρυνθούν και να έρθουν κάποια άλλη φορά, που το έργο θα είχε ολοκληρωθεί.
    «Σας το ζητώ για την ασφάλειά σας», τους εξήγησε. «Όπως βλέπετε, οι εργασίες δεν έχουν τελειώσει ακόμα και υπάρχει κίνδυνος ατυχήματος. Ελάτε ξανά μετά από δεκαπέντε μέρες και θα σας ξεναγήσω εγώ ο ίδιος».
    Ο παπάς ξίνισε τα μούτρα του και αποχώρησε φανερά εκνευρισμένος, ακολουθούμενος από τους άλλους. Ο Αγαθοκλής ανασήκωσε τους ώμους και, χωρίς να δώσει συνέχεια, επέστρεψε στη δουλειά του.
    Την ημέρα των εγκαινίων όλα ήταν έτοιμα. Ο Αγαθοκλής ξύπνησε από τα μαύρα χαράματα, αν και είχε κοιμηθεί ελάχιστα από την αγωνία και την προσμονή, ετοιμάστηκε στα γρήγορα και ξεκίνησε από το σπίτι του στο Μαρούσι για τον οικισμό. Η κίνηση ήταν λιγοστή και γρήγορα βγήκε στην εθνική οδό με κατεύθυνση το Κρυονέρι. Λίγο πριν την έξοδο της εθνικής, άκουσε σειρήνες και είδε τρία οχήματα της πυροσβεστικής να τον προσπερνούν και να κατευθύνονται προς Κρυονέρι.
    Κάπου έπιασε φωτιά, συλλογίστηκε, και πρέπει να είναι αρκετά μεγάλη για να πηγαίνουν τόσα πυροσβεστικά.
    Πλησιάζοντας στον δρόμο που οδηγούσε στον οικισμό, είδε πυκνούς καπνούς να βγαίνουν από ένα σημείο στα δεξιά του, ενώ ένα πούλμαν που ερχόταν από το αντίθετο ρεύμα και το οποίο του φάνηκε γνωστό, του έκλεισε τον δρόμο την στιγμή που ετοιμαζόταν να στρίψει δεξιά.
    Καθώς είδε φευγαλέα κάποια από τα πρόσωπα των επιβατών, ένιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Του φάνηκε ότι τον κοιτούσαν με μοχθηρία και τότε θυμήθηκε που είχε ξαναδεί το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ήταν το πούλμαν με τους ηλικιωμένους που είχαν επισκεφτεί τον οικισμό πριν από λίγες μέρες.
    Ένα άσχημο προαίσθημα ήρθε και φώλιασε μέσα στην ψυχή του, το οποίο επιβεβαιώθηκε μόλις διαπίστωσε ότι το κέντρο της μεγάλης πυρκαγιάς ήταν αυτός ο ίδιος ο οικισμός του. Έφτασε αλλόφρων έξω από την πύλη, οι πυροσβέστες όμως δεν τον άφησαν να μπει μέσα. Του ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι όταν είδε ότι, τα περισσότερα από τα υπέροχα κτήρια του πρωτότυπου οικισμού του, είχαν παραδοθεί στις αδηφάγες φλόγες μιας τεράστιας πυρκαγιάς. Κάποιοι εγκληματίες, παρακινούμενοι από φθόνο και φανατισμό, είχαν δημιουργήσει ένα άνευ προηγουμένου παρανάλωμα πυρός, από το οποίο δύσκολα θα γλύτωναν τα αριστουργήματα του οικισμού.
    Ο Αγαθοκλής θυμήθηκε το πρόσωπο του ρασοφόρου που είχε διώξει την προηγούμενη φορά και κατάλαβε ότι το ιερατείο της θρησκείας της αγάπης, βοηθούμενο από κάποιους ανεγκέφαλους οπαδούς του, είχε βάλει για μια ακόμα φορά το χεράκι του για την καταστροφή οποιουδήποτε κτίσματος του θύμιζε ελληνική αρχαιότητα.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

ΑΙΩΝΙΑ ΑΥΤΟΥ Η ΜΝΗΜΗ


                                 ΑΙΩΝΙΑ  ΤΟΥ Η  ΜΝΗΜΗ


    Υπάρχει άνθρωπος που, όσο βρίσκεται στη ζωή, δεν θέλει να θυμάται κάποιο προσφιλές του πρόσωπό, το οποίο έχει αποδημήσει από αυτόν τον κόσμο; Οι ευκαιρίες γι’ αυτό είναι πολλές. Μα, απλώς κοιτάζοντας μια φωτογραφία του, αγγίζοντας ένα προσωπικό του αντικείμενο, περνώντας από κάποιο σημείο στο οποίο σύχναζε, συζητώντας με άλλους για γεγονότα του παρελθόντος στα οποία συμμετείχε κι εκείνος, αλλά και με άπειρους ακόμα τρόπους, μπορεί θαυμάσια να ανακαλέσει στη μνήμη του τον μακαρίτη. Τι νόημα έχει λοιπόν η τέλεση μιας θρησκευτικής τελετής, σε κάποια συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα, για την ανάπαυση της ψυχής, υποτίθεται, του εκλιπόντος ή για την μνημόνευσή του; Πρέπει δηλαδή να ακούσουμε από το στόμα του ρασοφόρου το ΄΄αιωνία αυτού η μνήμη’’, να φάμε κόλλυβα και να πιούμε πικρό καφέ παρέα με τους γείτονες, για να θυμηθούμε τον άνθρωπο που χάσαμε;
    Τα μνημόσυνα της θρησκείας δεν έχουν ουσιαστικό νόημα, ούτε κάποια χρησιμότητα, όσο κι αν η εκκλησία θέλει να μας πείσει για το αντίθετο. Η μοναδική χρησιμότητα τους, αν μπορεί να λεχθεί κάτι τέτοιο, αφορά στις τσέπες των κληρικών και των επαγγελματιών που τα οργανώνουν και τα ετοιμάζουν. Η εικασία περί ανάπαυσης της ψυχής του αποθανόντος, αποτελεί μιας πρώτης τάξεως δικαιολογία για την αφαίμαξη του εύπιστου συγγενούς. Είναι ένας ακόμα τρόπος των εκπροσώπων της θρησκείας, για τη διατήρηση εθίμων και πρακτικών που διαιωνίζουν μιαν αρρωστημένη, μιαν  εντελώς παράλογη κατάσταση. Υπάρχει βέβαια και η κοινωνική πλευρά του θέματος. Σε περίπτωση άρνησής σου να οργανώνεις κάθε τρεις και λίγο μνημόσυνα για τον άνθρωπο που έχασες πρόσφατα, σου λένε, ‘’μα τι θα πει ο κόσμος;’’ Θα σου έλεγα, φίλτατε καλοθελητή,  ότι ελάχιστα με ενδιαφέρει τι λέει ο  κόσμος, κι επειδή σέβομαι τον εαυτό μου δεν προχωρώ παραπέρα.
    Εννιάμερα, σαραντάμερα, εξάμηνα, ετήσια, ψυχοσάββατα  και πάει λέγοντας. Ε, δεν με παρατάτε, λέω εγώ; Ο άνθρωπός μου τα τίναξε και πάει. Πλήρωνε φόρο βλακείας όσο ζούσε στο εκκλησιαστικό κατεστημένο, θέλετε να συνεχίσει να πληρώνει και μετά θάνατον; Νισάφι πια! Νομίζετε ότι, κάνοντας όλα αυτά, θα γυρίσει πίσω; Μην αρχίσετε βέβαια και μου μιλάτε για σωτηρία της ψυχής του, για παραδείσους και παραμύθια, εντάξει; Αυτά πείτε τα στους αφελείς που πιστεύουν στις εικασίες σας. Εσάς, το μόνο που σας ενδιαφέρει είναι να πηγαίνουν καλά οι δουλειές  στο μαγαζάκι σας.
    Όταν ο άνθρωπος πεθάνει, τελειώνουν όλα με την μίζερη ύπαρξή του και αν, αυτοί που πιστεύουν σε κάτι διαφορετικό, επιμένουν  ότι έχουν δίκιο, ας μας το αποδείξουν επιτέλους. Οι μεταφυσικές θεωρίες και ο ισχυρισμός ότι το γράφουν κάποια ‘’ιερά’’ βιβλία δεν μας πείθουν. Τον παραλογισμό, τους ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και τη φοβέρα της τιμωρίας, ας τα κρατήσουν για τους εαυτούς τους και για τους αφελείς που πέφτουν στα γόνατα. Εμείς δεν θα πάρουμε!