Σελίδες

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;

Το πρώτο κεφάλαιο από το ομώνυμο πολιτικό μου θρίλερ.


ΕΝΑ.




Η περίπτωση του υπουργού περιβάλλοντος Χαράλαμπου Λιαμπέλη ήταν χαρακτηριστική, αν και όχι μοναδική. Κακά τα ψέματα, ο άνθρωπος ήταν γεννημένος για πολιτικός, είχε το χάρισμα να ηγείται, κι ας διαδιδόταν ότι οι άνθρωποι του οικογενειακού του περιβάλλοντος τον θεωρούσαν ανίκανο να διαχειριστεί ακόμα και τα του οίκου του. Ό, τι και να έλεγαν, όσο και να τον συκοφαντούσαν, ο πολυτάλαντος εκείνος άνθρωπος, τις δημόσιες υποθέσεις τις έπαιζε στα δάχτυλα. Διέθετε την εντυπωσιακή ικανότητα να πείθει το συνομιλητή του και μάλιστα μέσα σε ελάχιστο χρόνο. Είτε είχε δίκιο, είτε είχε άδικο, στο τέλος δικαιωνόταν πανηγυρικά. Από την άλλη, όλες οι συναλλαγές για τα έργα αρμοδιότητας του υπουργείου του, περνούσαν από τα χέρια του και η κατάληξη ήταν να γίνεται το δικό του, πάντοτε όμως με το αζημίωτο. Βλέπετε, ο άνθρωπος μοχθούσε για το ‘’συμφέρον’’ της πατρίδας, κι έπρεπε να πάρει κι αυτός το κατιτίς του. Γύρω από αυτόν σέρνονταν διάφορα τρωκτικά, τα οποία τον εξυπηρετούσαν στις ‘’νομιμοφανείς’’ δουλειές του, αποκομίζοντας κι εκείνα το μερίδιό τους και φροντίζοντας να κρατούν το στόμα τους κλειστό για τα όσα συνέβαιναν στο υπουργείο. Το δημόσιο χρήμα έρρεε άφθονο και σπαταλιόταν χωρίς φειδώ και η νοσηρή αυτή κατάσταση κράτησε τρία ολόκληρα χρόνια, ώσπου μια μέρα ένας θαρραλέος υπάλληλος της υπηρεσίας του, τα έβγαλε όλα στη φόρα. Δημιουργήθηκε μια άνευ προηγουμένου αναταραχή, ο υπουργός και οι κόλακες που τον περιτριγύριζαν ορκίζονταν ότι όλα αυτά ήταν συκοφαντίες και η υπόθεση πήρε το δρόμο της δικαιοσύνης. Μετά από ένα αδικαιολόγητα μεγάλο χρονικό διάστημα, βγήκε επιτέλους η απόφαση του δικαστηρίου. Η δικαιοσύνη, φροντίζοντας να επαληθεύσει τη ρήση που την θέλει να είναι τυφλή, δεν βρήκε κάποιο επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον του, αθωώνοντας τελικά τον επίορκο δημόσιο λειτουργό.

Το γεγονός εκείνο, αν και δεν ήταν το μοναδικό που μαρτυρούσε ότι μια αβάσταχτη δυσωδία αναδυόταν μέσα από τα σπλάχνα της πολιτικής ζωής του τόπου, θα περνούσε ίσως χωρίς άλλη συνέχεια και θα ξεχνιόταν γρήγορα, αν δεν συνέβαιναν δυο πολύ ηχηρά περιστατικά. Το πρώτο, ήταν η τύχη του υπαλλήλου που είχε τολμήσει να καταγγείλει τον υπουργό, και που δεν ήταν άλλη από την απόλυσή του από τον δημόσιο τομέα και η καταδίκη του σε φυλάκιση, συνεπεία των μηνύσεων που του έγιναν από τους ‘’θιγμένους’’ του υπουργείου. Η αδικία εκείνη σε βάρος του άτυχου υπαλλήλου, εξαγρίωσε την κοινή γνώμη και υποχρέωσε μια παράνομη οργάνωση με την επωνυμία ΟΜΑΔΑ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, να απειλήσει ότι θα προβεί σε ακραίες ενέργειες. Αυτό ήταν το δεύτερο περιστατικό, το οποίο ήταν και το μοναδικό που ανησύχησε λίγο τον υπουργό. Η ΟΜ.Α.Δ., όπως την αποκαλούσαν τα Μ.Μ.Ε., έστειλε μια προκήρυξη στις εφημερίδες, απειλώντας ανοιχτά τον Λιαμπέλη και προειδοποιώντας τον ότι θα πλήρωνε με τη ζωή του για τα όσα αισχρά του καταμαρτυρούσαν ότι είχε κάνει.

Η ΟΜΑΔ ήταν μια χαμηλών τόνων οργάνωση, που η δράση της περιοριζόταν σε προκηρύξεις και η μοναδική δυναμική ενέργειά της ήταν η τοποθέτηση πριν από ένα χρόνο ενός εκρηκτικού μηχανισμού στα γραφεία κάποιου μεγαλοεργολάβου που είχε κατηγορηθεί για παράνομες συναλλαγές και απάτες. Η δραστηριότητά της εξαντλούνταν κυρίως στη δημοσίευση αντιεξουσιαστικών κειμένων, κι αυτός ήταν και ο λόγος που κανένας δεν πίστεψε ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή της.

Ο υπουργός, μόλις το πληροφορήθηκε, περιορίστηκε στο πάρσιμο κάποιων πρόσθετων μέτρων ασφαλείας, σχολίασε αρνητικά την προκήρυξη, διαμαρτυρήθηκε δημόσια για τον πόλεμο που γινόταν άδικα σε βάρος του και κλείστηκε πάλι στον εαυτό του, συνεχίζοντας να κάνει αυτό που ήξερε καλύτερα: να εξαπατά. Συζητώντας το μάλιστα με ανθρώπους του περιβάλλοντός του, καθώς και με την οικογένειά του, έμεινε ήσυχος ότι τίποτα δεν επρόκειτο να του συμβεί. Όλοι ανεξαιρέτως τον διαβεβαίωναν ότι δεν είχε λόγο να φοβάται για τη ζωή του. Κανένας, του έλεγαν και ξανάλεγαν, δεν έχει τα κότσια να σε αγγίξει.

«Κανένας δεν πρόκειται να σε πειράξει», τον καθησύχασε και ο υπουργός τηλεπικοινωνιών και προσωπικός του φίλος Τηλέμαχος Σκαρλώτας. «Αυτοί οι τύποι, που έτσι κι αλλιώς δεν θ’ αργήσουν να συλληφθούν, είναι θρασύδειλοι. Βγάζουν προκηρύξεις και θέλουν να μας κάνουν μαθήματα ηθικής, ενώ στην ουσία είναι κάποιοι αναρχικοί νεαροί, που προσπαθούν να χειραγωγήσουν την κοινή γνώμη και στρέφονται ανοιχτά κατά της δημοκρατίας».

Κάθονταν οι δυο τους στο σαλόνι του πολυτελούς διαμερίσματος του Λιαμπέλη και έπιναν το ποτό τους, συζητώντας για διάφορα θέματα. Η γυναίκα του με την κόρη του έλειπαν για ψώνια στο Λονδίνο και η απουσία τους, του έδινε πάντα την ευκαιρία να καλεί στο σπίτι άτομα που εκείνες δεν συμπαθούσαν ιδιαίτερα, κι ένα από αυτά ήταν και ο Σκαρλώτας.

«Δεν αμφιβάλλω ότι είναι έτσι όπως τα λες», συμφώνησε μαζί του ο Λιαμπέλης, «αλλά καλό θα είναι να έχω πάρει και τα μέτρα μου, δε νομίζεις;. Δεν έχω σκοπό, τώρα που κατάφερα να αποκτήσω στη ζωή μου όλα αυτά που είχα ονειρευτεί, να τα χαραμίσω έτσι άδικα».

«Ασφαλώς, και μάλιστα κάνεις πολύ καλά. Πες μου όμως με την ευκαιρία κάτι. Τι γίνεται τελικά με την υπόθεση του Βραχοπεδίου; Ο αντιπρόεδρος με διαβεβαίωσε ότι βρισκόμαστε σε καλό δρόμο, κι ότι σύντομα θα προχωρήσουμε στην ανταλλαγή, θα ήθελα όμως να το ακούσω και από σένα».

«Σε δυο-τρεις μέρες η υπόθεση θα έχει τελειώσει οριστικά. Ο γέροντας συμφώνησε να μας δώσει δέκα εκατομμύρια, κι εμείς σε αντάλλαγμα θα του παραχωρήσουμε όλη την έκταση του Βραχοπεδίου. Ξέρεις τι θα την κάνουν ε; Θα την αξιοποιήσουν τουριστικά και θα γίνει αγνώριστη. Οι μοναχοί βέβαια θα βγάλουν πολλά περισσότερα από αυτά που θα μας δώσουν, αλλά χαλάλι τους. Σημασία έχει ότι εμείς θα βάλουμε στην τσέπη τόσα λεφτά, όσα δεν θα βγάζαμε από τη δουλειά μας ούτε σε δέκα χρόνια».

«Έτσι μπράβο! Τέτοια θέλω να ακούω!» αναφώνησε ενθουσιασμένος ο Σκαρλώτας. «Άσε τα κακόμοιρα ανθρωπάκια να προβαίνουν σε ανόητες ηθικές νουθεσίες και λεονταρισμούς κι εσύ κοίτα να αξιοποιήσεις όσο καλύτερα μπορείς αυτά τα ‘’θεόσταλτα’’ χρήματα».

Ο Λιαμπέλης γέλασε με το χαρακτηρισμό. Σκέφτηκε ότι ήταν πετυχημένος και απόλυτα δικαιολογημένος. Αφού θα έπαιρναν χρήματα από μοναστήρι, ήταν σίγουρο ότι τους τα έστελνε ο ίδιος ο Θεός. Ήταν οι εκλεκτοί του και αμείβονταν γι’ αυτήν τους την ιδιότητα.

«Αυτό ακριβώς έχω σκοπό να κάνω», είπε με αποφασιστικότητα και σηκώθηκε από τη θέση του για να ξαναγεμίσει το ποτήρι του. «Θέλεις ακόμα ένα;» ρώτησε τον Σκαρλώτα.

«Όχι, Χαράλαμπε, σ’ ευχαριστώ», αρνήθηκε με ευγένεια την προσφορά και σηκώθηκε κι εκείνος όρθιος. «Πρέπει να φύγω. Καληνύχτα λοιπόν και τα λέμε αύριο στο υπουργικό συμβούλιο».

Μόλις ο Σκαρλώτας αποχώρησε, ο Λιαμπέλης πήρε το ποτό του, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε στη βεράντα. Από κάτω απλωνόταν η πόλη που τον είχε αναδείξει στο υψηλό αξίωμά του και η φωτισμένη θέα της τον έκανε να νιώσει πολύ ευχάριστα. Ικανοποιημένος από όλα όσα είχε πετύχει μέσα στα τρία και κάτι μόλις χρόνια της υπουργικής του θητείας, κάθισε σε μια πολυθρόνα, για να απολαύσει τη στιγμή. Αναλογίστηκε ότι σε λίγες μέρες θα έμπαιναν στην τσέπη του δυο ολόκληρα εκατομμύρια-το μερίδιό του από την πώληση του Βραχοπεδίου στους μοναχούς-και κατάλαβε ότι είχε πια φτάσει η ώρα να τακτοποιήσει τον εαυτό του, αλλά και τους δικούς του συγγενείς. Το σόι της γυναίκας του το είχε ήδη αποκαταστήσει, δεν είχε όμως ακούσει από το στόμα τους ούτε ένα ευχαριστώ. Είχε χτίσει μια ολόκληρη πολυκατοικία στην πεθερά του, είχε αγοράσει ένα πλήρως εξοπλισμένο βιομηχανικό κτήριο στον κουνιάδο του, είχε πάρει ένα ολόκληρο εμπορικό κέντρο στη γυναίκα του και είχε δωρίσει μια εξοχική βίλα στην φαντασμένη την κόρη του. Παρόλα αυτά, εκείνοι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Προφανώς ήθελαν περισσότερα.

«Α, τους αχάριστους», μονολόγησε. «Ε, όχι κι έτσι. Αυτή τη φορά έχουν σειρά οι δικοί μου. Καιρός είναι να πάρουν και αυτοί ό, τι δικαιούνται. Τα δικά μου αδέλφια, δηλαδή, δεν έχουν ψυχή; Η ανιψιά μου, που σέρνεται όλη μέρα στα συμβολαιογραφεία και τα δικαστήρια, δεν έχει κι αυτή το δικαίωμα να ξεκουραστεί λίγο και ν’ απολαύσει τους καρπούς των κόπων της, τόσα χρόνια στα θρανία; Νισάφι πια με τους αχόρταγους που έχω μπλέξει. Στο κάτω-κάτω της γραφής, τα χρήματα είναι δικά μου και αυτή τη φορά θα τα διαχειριστώ όπως θέλω εγώ. Αν τους αρέσει, αν δεν τους αρέσει, ας πάνε από εκεί που ήρθαν. Μου χρωστάνε, δεν τους χρωστάω».

Ξάπλωσε πιο αναπαυτικά στην πολυθρόνα του και ατένισε απέναντι το λόφο του Λυκαβηττού από τη μια μεριά και τη φωτισμένη Ακρόπολη από την άλλη. Σκέφτηκε ότι η αγορά εκείνου του ρετιρέ στην καρδιά της Αθήνας, ήταν η πιο έξυπνη κίνηση που είχε κάνει. Το σπίτι εκείνο ήταν το μόνο ακίνητο που είχε αγοράσει στο όνομά του, τώρα όμως που θα έπαιρνε κι εκείνα τα λεφτά, είχε σκοπό να αγοράσει και μια μονοκατοικία στα βόρεια προάστια, αφού η υπουργική του θητεία, και πιθανώς και η πολιτική του καριέρα, φαίνονταν να έχουν ημερομηνία λήξης. Έπρεπε να φροντίσει λίγο για τα γεράματά του. Είχε μάθει να ζει στη χλιδή και δεν είχε σκοπό να επιστρέψει στο μικροαστικό παρελθόν του. Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι τα ποσοστά προτίμησής του από τους ψηφοφόρους, είχαν πιάσει πάτο, οπότε το μόνο που του έμενε ήταν να βουτήξει όσα περισσότερα χρήματα μπορούσε. Η θέση του, του παρείχε το προνόμιο να διαχειρίζεται τεράστια κονδύλια και δεν φαινόταν διατεθειμένος να μην χώσει τα χέρια του μέσα σε αυτά, όσο βαθύτερα του επέτρεπαν οι περιστάσεις.

Έμεινε πολλή ώρα σ’ εκείνη τη βολική θέση. Το ποτό, η υπέροχη θέα και η ησυχία, τον είχαν χαλαρώσει και κόντεψε να τον πάρει ο ύπνος επάνω στην πολυθρόνα του. Αισθάνθηκε την ανάγκη να σηκωθεί και να πάει μέσα, για να πέσει στο αναπαυτικό του κρεβάτι, βαριόταν όμως να σηκωθεί.

Όταν τελικά, γύρω στα μεσάνυχτα, το αποφάσισε, δεν του δόθηκε η ευκαιρία να ολοκληρώσει την κίνησή του. Κάποιοι από τους γείτονες άκουσαν έναν πυροβολισμό, κανένας όμως δεν φαντάστηκε ότι, η σφαίρα από το άγνωστο όπλο που εκπυρσοκρότησε απροειδοποίητα μέσα στη νύχτα, είχε σαν στόχο της το κεφάλι του υπουργού περιβάλλοντος της χώρας.









Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου!

    Έκαναν όπως τους παρακάλεσε ο καμαρότος και έμειναν δεμένοι και αμίλητοι στις θέσεις τους. Την προκαθορισμένη ώρα της αναχώρησης, κυριεύτηκαν από άγχος. Σφίχτηκαν στα μπράτσα των καθισμάτων, έκλεισαν τα μάτια τους και κράτησαν την αναπνοή τους. Αν και είχαν ταξιδέψει δεκάδες φορές με αεροπλάνα και αερόπλοια, εντούτοις η επικείμενη εκτόξευσή τους στο διάστημα, ήταν μια άγνωστη εμπειρία που δικαιολογημένα τους τρόμαζε λιγάκι. Όταν τελείωσε η αντίστροφη μέτρηση που ακουγόταν από τα μεγάφωνα του σκάφους, ένιωσαν μια μικρή δόνηση, αυτό όμως ήταν όλο. Από εκεί και ύστερα, τους δόθηκε η εντύπωση ότι ταξιδεύουν με ένα άνετο αερόπλοιο και όχι με ένα διαστημικό μεγαθήριο. Σε λίγη ώρα είχαν εξέλθει από την ατμόσφαιρα και είχαν αναπτύξει ταχύτητα υπερδιαστήματος, όπως πληροφορήθηκαν από τον κυβερνήτη που τον άκουσαν να τους απευθύνει το λόγο από τα μεγάφωνα.


    Αυτό ήταν, σκέφτηκε ο Ντάνο. Από δω και πέρα, η ζωή μας θα συνεχιστεί αλλού. Μας περιμένει το άγνωστο. Ένας νέος πλανήτης καιροφυλακτεί για να φιλοξενήσει την ύπαρξή μας στα εδάφη του, και μάλλον για όλη την υπόλοιπη ζωή μας. Ας ελπίσουμε τουλάχιστον ότι όλη αυτή η ιστορία θα μας βγει σε καλό.

    Εικόνες, αμέτρητες εικόνες, άλλες θολές και ακαθόριστες και άλλες συγκεκριμένες, αλλά και αναμνήσεις, δεκάδες αναμνήσεις, εναλλάσσονταν μέσα στο μυαλό της. Η Ερμίνα άργησε να επανέλθει στην πραγματικότητα. Επηρεασμένη αφάνταστα από την ανεπανάληπτη εμπειρία ενός τόσο πρωτόγνωρου ταξιδιού, καθυστέρησε να προσαρμοστεί. Όταν το κατάφερε, άνοιξε τα μάτια της, κοίταξε το Ντάνο που της κρατούσε το χέρι και του χαμογέλασε γλυκά. Ευτυχώς που τον είχε δίπλα της. Η παρουσία του ήταν εγγύηση για τη θωράκιση της ψυχικής της υγείας. Αντικρίζοντάς τον να κάθεται σιμά της, ένιωσε να ξαναβρίσκει τη χαμένη της αισιοδοξία.

    Υπακούοντας στις εντολές του κυβερνήτη, έλυσαν τις ζώνες τους, τακτοποίησαν κάπως τα πράγματά τους και μετέβησαν στην τραπεζαρία για να δειπνήσουν. Δεν δυσκολεύτηκαν να τη βρουν, καθώς σε όλα τα σημεία του διαστημόπλοιου υπήρχαν αναρτημένες πινακίδες με οδηγίες και κατευθύνσεις για όλα τα τμήματά του. Κάθισαν σε ένα τραπέζι με άλλους τέσσερις συνταξιδιώτες τους, τρεις άντρες και μια γυναίκα, και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν σερβιριστεί.

    Τρώγοντας, γνωρίστηκαν με τους συνδαιτυμόνες τους. Η γυναίκα, σύζυγος του ενός, είχε σπουδάσει βιοκαλλιέργεια και θα πήγαινε να βοηθήσει στην ανάπτυξη βιολογικών μεθόδων καλλιέργειας. Ο άντρας της, μηχανικός και χειριστής γεωργικών μηχανημάτων, θα εργαζόταν μαζί της στους αγρούς. Οι άλλοι δύο ήταν τεχνικοί οικοδομών και ο Ντάνο υπέθεσε ότι θα ανήκαν στην ομάδα ανοικοδόμησης, όπως κι εκείνος. Φυσικά όλοι τους ήταν άτεκνοι και χωρίς άλλες οικογενειακές υποχρεώσεις.

    Τη στιγμή που οι πρώτοι συνεπιβάτες άρχισαν να αναχωρούν από την τραπεζαρία, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε από τα μεγάφωνα: «Αγαπητοί επιβάτες του Ίκαρου, λέγομαι Φαίη και είμαι η υπεύθυνη απασχόλησης του σκάφους. Επειδή λοιπόν η διάρκεια αυτού του ταξιδιού θα είναι απελπιστικά μεγάλη, σας πληροφορώ ότι υπάρχουν πολλά πράγματα με τα οποία μπορείτε να ασχολείσθε, ώστε να μην βαρεθείτε λεπτό. Μάθετε ότι, στο άνω κατάστρωμα, υπάρχει βιβλιοθήκη, εντευκτήριο με επιτραπέζια παιχνίδια, καφετέρια, αμφιθέατρο, κινηματογράφος, πλανητάριο, αίθουσα ηλεκτρονικών παιχνιδιών και μπιλιάρδου και μουσικό μπαρ».

    Ακολούθησε ένα μαζικό επιφώνημα ενθουσιασμού και τα, μέχρι πρότινος, κατσουφιασμένα πρόσωπα πολλών επιβατών, μετατράπηκαν σε χαρούμενα, γελαστά μουτράκια. Η ανακούφισή τους, ακούγοντας αυτήν την είδηση, ήταν εντυπωσιακά εμφανής. Μαθαίνοντας ότι υπήρχε μεγάλη ποικιλία απασχόλησης, που κάλυπτε προφανώς όλα τα γούστα, κατάλαβαν ότι το βαρετό ταξίδι που είχαν φανταστεί στην αρχή, μετατρεπόταν σε μια άκρως ενδιαφέρουσα διαστημική κρουαζιέρα!

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2011

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το τελευταίο μου αστυνομικό μυθιστόρημα.


ΤΡΙΑΝΤΑ ΔΥΟ.




Την αλήθεια για το συμβάν στη Δροσιά, ο Ανδροκλής την έμαθε από τη Μένια. Είχε πληροφορηθεί βέβαια ότι δυο κακοποιοί είχαν σκοτωθεί τη νύχτα, κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς τους να διαρρήξουν το σπίτι του Μιγκέτη, και είχε στείλει έναν δημοσιογράφο της εφημερίδας για να καλύψει το γεγονός, αλλά δεν γνώριζε ποια ήταν τα θύματα του μακελειού. Το έμαθε λίγη ώρα αργότερα από τη γυναίκα του.

«Ξέρεις ποιοι ήταν οι διαρρήκτες της Δροσιάς, που μας άφησαν χρόνους;» την άκουσε να τον πληροφορεί από το τηλέφωνο. «Οι ίδιοι που μακέλεψαν την οικογένεια του Βούγενα και τις δυο κοπέλες στη Ν. Χαλκηδόνα. Οι συνάδελφοι του εγκληματολογικού το υποπτεύθηκαν από την αρχή, αλλά ήθελαν πρώτα να βεβαιωθούν, πριν προχωρήσουν σε ανακοινώσεις. Τους το επιβεβαίωσε η βαλλιστική και ήδη ο αρχηγός της αστυνομίας ετοιμάζεται να κάνει τις σχετικές δηλώσεις».

Άλλο πάλι και τούτο, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής, μόλις έκλεισε το τηλέφωνο. Πώς βρέθηκαν αυτοί εκεί; Τι πήγαν να κάνουν; Δεν γνώριζαν ότι ένα σπίτι σαν εκείνο, θα ήταν φυλασσόμενο; Τι διάολο σημαίνει πάλι αυτό; Κι εντάξει, αν το δει κάποιος ρεαλιστικά, αυτή ήταν μια δίκαιη τιμωρία που άξιζε να υποστούν αυτά τα καθάρματα, έλα όμως που μαζί με αυτούς χάθηκαν και οι μοναδικοί μάρτυρες που θα μπορούσαν να καταθέσουν σε βάρος του Γαργανόπουλου.

Η σκέψη αυτή, του γέννησε μια άλλη. Λες να ήταν δάκτυλος του επιχειρηματία; Αναλογίστηκε. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς μια τόσο αφελή ενέργεια; Βασιζόμενοι πού, επιχείρησαν να διαρρήξουν ένα σπίτι-φρούριο; Η λογική λέει ότι μάλλον πήγαν συστημένοι στο στόμα του λύκου, με σκοπό να βγουν από τη μέση. Ο άνθρωπος είναι τετραπέρατος, πανούργος και αδίστακτος. Εξάλλου, βασιζόμενος σ’ αυτά τα στοιχεία του χαρακτήρα του, δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει την αμύθητη περιουσία που έχει στη κατοχή του; Κατάφερε τελικά να εξαφανίσει κάθε στοιχείο και κάθε μάρτυρα που θα μπορούσε να τον ενοχοποιήσει. Θα μας δυσκολέψει πολύ μέχρι να καταφέρουμε να τον βάλουμε στο χέρι.

Θυμήθηκε τη χθεσινή πληροφορία που του είχε δώσει ο Μελικίδης, ότι δηλαδή ο επιχειρηματίας είχε κάποτε δικαστική διαμάχη με την εφημερίδα, σε καμιά περίπτωση όμως το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν επιβαρυντικό στοιχείο. Άλλωστε, είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε και η αντιπαλότητα εκείνη δεν ήταν κάτι προσωπικό μεταξύ του Γαργανόπουλου και του Βούγενα, αλλά μεταξύ του επιχειρηματία και της εφημερίδας.

Συνειδητοποίησε ότι βρίσκονταν πάλι στο σκοτάδι, αρνιόταν όμως να δεχτεί την ήττα τους. Ο Γαργανόπουλος ήταν ένοχος, γι’ αυτό δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία, και ασφαλώς κάτι θα υπήρχε που θα φώτιζε τελικά αυτήν την υπόθεση. Δεν γινόταν, ο ηθικός αυτουργός όλων αυτών των φονικών, ο βασικός υπεύθυνος όλης αυτής της αιματηρής ιστορίας, να ξέφευγε από την τσιμπίδα του νόμου και να έμενε ατιμώρητος. Κάτι παρόμοιο, θα ήταν ντροπή για μια ευνομούμενη κοινωνία, θα ήταν ο χειρότερος εξευτελισμός του όντος, που ήθελε να λέγεται πολιτισμένος άνθρωπος.

Σταμάτησε να σκέφτεται την υπόθεση Γαργανόπουλου και αφοσιώθηκε στη δουλειά του. Ο όγκος των κειμένων που έπρεπε να επεξεργαστεί ήταν μεγάλος και δεν διέθετε την πολυτέλεια του χασομεριού. Εκτός αυτού, σε μια ώρα έπρεπε να παραβρεθεί στη σύσκεψη που είχε με τον αρχισυντάκτη και τον γενικό διευθυντή και, μια μικρή προετοιμασία για τη συζήτηση που θα επακολουθούσε, ήταν επιβεβλημένη.



Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ

                                    Η ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΗ ΑΛΛΑΓΗ






Έπειτα από όλα αυτά που ζήσαμε τα δύο τελευταία χρόνια στη χώρα μας, ύστερα από τα δεινά που περάσαμε, και που θα συνεχίσουμε να περνάμε, και για τα οποία υπεύθυνοι κατά κύριο λόγο είναι οι πολιτικοί μας, δεν υπάρχει άλλη λύση από την αλλαγή του σαθρού πολιτικού μας συστήματος. Οι περισσότεροι φωνάζουν για εκλογές, τι όμως θα αλλάξει με την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων προσώπων; Το πρόβλημα θα διαιωνίζεται και οι ταγοί μας θα συνεχίσουν να πίνουν στην υγεία των κορόϊδων. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος, από την αλλαγή των θεσμών και της νοοτροπίας. Εγώ δεν είμαι ούτε συνταγματολόγος, ούτε πολιτικός αναλυτής, εντούτοις όμως μπορώ να καταθέσω κάποιες προτάσεις, οι οποίες είναι εφαρμόσιμες και, κυρίως, ικανές να μας οδηγήσουν σε κάποιο άλλο πολιτικό μονοπάτι, γιατί το προηγούμενο βγάζει σε αδιέξοδο, μας οδηγεί κατευθείαν στην καταστροφή:

1. Μείωση των εδρών στη Βουλή, από τριακόσιες σε εκατό (και πολλές είναι!)

2. Κατάργηση του θεσμού του προέδρου της Δημοκρατίας (χρησιμεύει σε κάτι;)

3. Θέσπιση επταμελούς συμβουλίου, για τον έλεγχο της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων, απαρτιζόμενου από διαπρεπείς συνταγματολόγους και καθηγητές πανεπιστημίων. Η θητεία τους θα είναι διετής και άμισθη, η δε έγκριση της συνταγματικότητας των νομοσχεδίων θα δίνεται ομόφωνα. Σε περίπτωση που έστω και ένας διαφωνεί, θα επιστρέφονται για τροποποίηση ή αλλαγή ή ακόμα και απόσυρση.

4. Καθιέρωση της απλής αναλογικής στις εκλογές.



Εννοείται ότι, για την υλοποίηση αυτών των αλλαγών, χρειάζεται τροποποίηση του συντάγματος, κι αυτό έγκειται σε μας να το απαιτήσουμε. Λύσεις υπάρχουν, θα πρέπει όμως να υπάρξει κοινωνική βούληση και ασφυκτική πίεση του δοκιμαζόμενου λαού σε όσους έντιμους έχουν απομείνει, για να τις προωθήσουν.



                                                                                              Στέλιος Αρώνης




Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

                                     Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ




Ο Κάρμαξ βγήκε από το κυβερνητικό κτήριο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημά του. Μπαίνοντας μέσα, ξανάφερε στο νου του τα τελευταία λόγια του προέδρου, πριν την οριστική ψηφοφορία, κι ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις του ανώτατου άρχοντα. Τους είχε τονίσει χαρακτηριστικά ότι, το νέο διάταγμα που θα ψήφιζαν εκείνη τη μέρα, θα επέφερε μεν ένα μικρό σφίξιμο στα ζωνάρια των πολιτών, θα τους έσωζε όμως οριστικά από τη χρεωκοπία. Αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά που κι εκείνος είχε ψηφίσει το νέο αντιλαϊκό διάταγμα, αντικρίζοντας όμως τώρα τον κόσμο γύρω του να κυκλοφορεί σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό στη ζωή του, ένιωσε καθαρή τη συνείδησή του.

Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του ίδιου του προέδρου, αλλά και των περισσότερων από τους συμβούλους, συνειδητοποίησε ότι η λιτότητα που είχαν αποφασίσει, θα έπληττε κατά βάση τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας τους, αφήνοντας αλώβητους τους έχοντες και κατέχοντες. Με απλά λόγια, το μάρμαρο θα το πλήρωναν πάλι οι αδύναμοι οικονομικά. Ελπίζοντας ότι αυτή η κατάσταη δεν θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έβαλε μπροστά τον κινητήρα και ξεκίνησε αργά για τη βίλα του στα προάστια. Φτάνοντας στο κοντινότερο σούπερ-μάρκετ, έκοψε ταχύτητα με πρόθεση να σταματήσει για λίγο εκεί και να κάνει κάποιες αγορές. Έβγαλε φλάς δεξιά, προσπέρασε ένα ζευγάρι μέσης ηλικίας, που κατευθυνόταν κι εκείνο στο πολυκατάστημα, σέρνοντας πίσω του ένα καροτσάκι για τα ψώνια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Οι πολίτες, όποιες κι αν ήταν οι αποφάσεις που έπαιρναν οι άρχοντές τους, συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά και δεν έδειχναν να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα μέτρα λιτότητας που τους είχαν επιβάλλει.

Εισήλθε στο χώρο στάθμευσης, παρκάρισε σε μια θέση κοντά στην κεντρική είσοδο και βγήκε από το αυτοκίνητό του. Καθώς το κλείδωνε, είδε απέναντί του να διαδραματίζεται μια σκηνή, στην οποία στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή το μυαλό του βρισκόταν ακόμα αλλού, ίσως γιατί ο απόηχος των λεχθέντων στο Συμβούλιο τον είχε επηρεάσει θετικά, το περιστατικό που συνέχιζε να συμβαίνει μπροστά του, του φάνηκε απίστευτο. Έριξε όλο το βάρος της προσοχής του εκεί και ένιωσε να συγκλονίζεται. Το ζευγάρι με το καροτσάκι, που είχε δει προηγουμένως να κατευθύνεται στο κατάστημα, είχε σταματήσει μπροστά στους κάδους των σκουπιδιών και, χωρίς υπερβολή, είχε κυριολεκτικά χωθεί μέσα τους, αναζητώντας εναγωνίως κάτι χρήσιμο μέσα στα απορρίμματα.

Έμεινε άναυδος από τη σκηνή. Παρακολουθούσε το συμβάν και δυσκολευόταν να πιστέψει ότι λάβαινε χώρα μπροστά στα μάτια του. Κάτι παρόμοιο δεν είχε ξαναδεί. Είχε ακούσει για κάποια τέτοιου είδους περιστατικά, αλλά τα είχε θεωρήσει υπερβολικά. Πίστευε ότι απηχούσαν κακοήθειες των αντιπάλων τους, που αποσκοπούσαν στο να τους πλήξουν πολιτικά.

Δεν μπήκε μέσα στο σούπερ-μάρκετ. Έκανε μεταβολή και αναχώρησε για το σπίτι του, χωρίς να ψωνίσει. Τη νύχτα εκείνη έζησε το μεγαλύτερο εφιάλτη του. Ήταν η πρώτη φορά, μετά τα δύο ολόκληρα χρόνια της θητείας του στο Συμβούλιο, που δεν κατάφερε να κλείσει μάτι. Οι φιγούρες των δυο ταλαίπωρων συμπολιτών του, που έψαχναν μέσα στα σκουπίδια, στριφογύριζαν διαρκώς μπροστά του, αντανακλώντας μιαν απέραντη θλίψη και μιαν ανείπωτη δυστυχία, δυστυχώς όμως κατάλαβε ότι ήταν πια πολύ αργά για να επανορθώσει.





Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ

               Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ






4ος αιώνας μ.Χ. (εποχή επίσημης καθιέρωσης του χριστιανισμού από τον Μ. Κων/νο) Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ.

15ος αιώνας μ.Χ. (εποχή της Αναγέννησης) Η ΜΗΧΑΝΗ ΞΑΝΑΠΗΡΕ ΔΕΙΛΑ-ΔΕΙΛΑ ΜΠΡΟΣΤΑ.

Αποτέλεσμα: Χίλια εκατό χρόνια χαμένα. Χίλια εκατό χρόνια σκοταδισμού, οπισθοδρόμησης, τρομοκρατίας και βαρβαρότητας.

Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε σήμερα στην ανθρωπότητα, σε ποιο σημείο πολιτισμού θα βρισκόταν ο άνθρωπος της Γης, αν δεν είχε εμφανιστεί ο χριστιανισμός; Μπορείτε να διανοηθείτε σε τι επίπεδο εξέλιξης θα είχαμε φτάσει, αν οι εμπνευστές αυτού του αναχρονιστικού φαινόμενου, δεν είχαν τη φαεινή ιδέα της ίδρυσης μιας θρησκείας που απαγόρευε τα πάντα; Ο έρωτας ήταν απαγορευμένος, το φαγητό επίσης, όσο για όσους τολμούσαν να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, με την τέχνη, με την επιστήμη και να αμφισβητήσουν τας γραφάς, τιμωρούνταν με βασανισμό και θάνατο. Ο χριστιανισμός αγνόησε έναν θαυμάσιο πολιτισμό, τον ελληνορωμαϊκό, και εμπόδισε με νύχια και με δόντια κάθε προσπάθεια συνέχισής του. Το ιερατείο, στην προσπάθειά του να εδραιωθεί, προέβη σε ακατονόμαστες πράξεις, οι οποίες απείχαν πολύ από τις διδαχές των ‘’ιερών’’ βιβλίων.

Και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που εθελοτυφλούν και πιστεύουν στην εξ’ ουρανού εκπόρευση των θρησκειών (γιατί στο μεσοδιάστημα είχαμε και την εμφάνιση του Μωαμεθανισμού), οι οποίες έχουν ποινικοποιήσει όλες τις ζωτικές, όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, κι έχουν αδρανοποιήσει το πνεύμα του.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Θα απελευθερωθεί ποτέ ο άνθρωπος από τα δεσμά του φόβου του θανάτου; Θα απαγκιστρωθεί από την ιδέα της απειλής για μεταθανάτια τιμωρία; Θα διώξει από μέσα του τις δοξασίες που τον καθηλώνουν σε πνευματική αφασία και ενεργούν ενάντια στη φύση του;

Πολύ φοβάμαι ότι, παρόλο που η μηχανή της προόδου έχει πάρει ξανά μπροστά, θα αργήσει αρκετά μέχρι να φτάσει στο ανώτατο όριο των στροφών της.





Στέλιος Αρώνης









Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΛΤΟΣ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ

Διήγημα  Ε.Φ.  του Στέλιου Αρώνη

                                      ΜΙΛΤΟΣ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ




Στεκόταν όρθιος στην αποβάθρα-πιάτσα του διαστημοδρόμιου, έχοντας ακουμπισμένη την πλάτη του στη μπουκαπόρτα του διαστημοταξί του, και παρακολουθούσε συλλογισμένος το ασταμάτητο πηγαινέλα ανθρώπων και σκαφών. Κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα κόντευε δέκα και τα άλλα διαστημικά ταξί απογειώνονταν και προσγειώνονταν με μεγάλη συχνότητα, εκείνος όμως δεν είχε σταυρώσει πελάτη.

«Τι γίνεται, ρε Μίλτο; Ακόμα εδώ είσαι;» ήρθε να του το υπενθυμίσει ένας συνάδελφός του, που μόλις είχε προσγειωθεί στη διπλανή θέση της πιάτσας.

Ο Μίλτος τον στραβοκοίταξε και ετοιμάστηκε να τον ‘’στολίσει’’ κατάλληλα, προτίμησε όμως να τον χτυπήσει εκεί που τον πονούσε. «Κι εσύ που πήγες δυο δρομολόγια από το πρωί, τι κέρδισες;»

Ο άλλος χαμήλωσε το κεφάλι του και τραβήχτηκε στο πλάι. «Δεν έχεις άδικο», παραδέχτηκε, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Αν αφαιρέσεις τα καύσιμα και το φόρο βλακείας που πληρώνουμε στο κράτος, δεν μένει σχεδόν τίποτα».

«Όταν εγώ ισχυρίζομαι ότι δεν πρέπει να παίρνουμε μόνον έναν πελάτη», συνέχισε την επίθεση ο Μίλτος, «εσείς με αποκαλείτε παράξενο και σχολαστικό. Μόνον με διπλή και τριπλή κούρσα συμφέρει η πτήση στους διαστημικούς σταθμούς, μπορείτε να το καταλάβετε; Διαφορετικά, θα εργαζόμαστε εμείς, για να αυξάνουν τα κέρδη τους οι εταιρίες καυσίμων και να εισπράττουν τους παχυλούς μισθούς τους οι υπεύθυνοι του διαστημοδρόμιου.

Ένιωσε το ποτήρι της αγανάκτησης να ξεχειλίζει και το καλοσχηματισμένο του πρόσωπο κοκκίνισε από θυμό. Περισσότερο τον εκνεύρισε η στενοκεφαλιά των συναδέλφων του που δεν εννοούσαν να αλλάξουν τακτική. Η εμμονή τους να βολοδέρνουν στο διάστημα χωρίς κάποιο ουσιαστικό όφελος, τον έβγαζε από τα ρούχα του. Αφού έβλεπαν ότι, παρόλη την αύξηση των μετακινήσεων προς τους διαστημικούς σταθμούς, τα κέρδη τους μειώνονταν αντί να αυξάνονται, συνέχιζαν να παραλαμβάνουν έναν και μοναδικό επιβάτη κάθε φορά.

«Ξεχνάς, φαίνεται», η φωνή του άλλου τον έβγαλε από τις σκέψεις, «ότι ο νόμος μας απαγορεύει τη διπλή μίσθωση και την άρνηση παραλαβής επιβάτη. Γιατί λοιπόν επιμένεις να κρατάς αυτήν την άκαμπτη στάση και να είσαι άδικος με τους συναδέλφους σου;»

«Γιατί κάτι πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε, βρε ηλίθιε», φώναξε ο Μίλτος, βγαίνοντας εκτός εαυτού. «Γιατί δεν έχει νόημα να κοπιάζουμε και να κινδυνεύουμε εμείς, για να κονομάνε κάποιοι άλλοι. Κι αν θέλεις να μάθεις και κάτι άλλο, οι νόμοι έχουν γίνει για να τους παραβαίνουμε. Ας έρθει λοιπόν καμιά βιαστική κυρά-Κατίνα να μου διαμαρτυρηθεί γιατί δεν την παίρνω κούρσα, επειδή δήθεν κινδυνεύει να χάσει την υπερδιαστημική πτήση της και να δεις πως θα αλλάξει γνώμη μόλις της κολλήσω τη διμούτσουνη στη μούρη της».

Χάιδεψε το δίκαννο πιστόλι του, που αναπαυόταν στην ειδική του θήκη που κρεμόταν από τη ζώνη της μέσης του, κι αισθάνθηκε περισσότερο δυνατός. Γνώριζε ότι θα είχε επιπτώσεις αν συμπεριφερόταν έτσι όπως είχε πει στον συνάδελφό του, αλλά αυτό λίγο τον απασχολούσε. Σημασία είχε πως οι αρχές τους επέτρεπαν να οπλοφορούν ελεύθερα, κι αυτή ήταν η μοναδική περίπτωση για την οποία ένιωθε ευγνωμοσύνη προς την Πολιτεία. Όχι δηλαδή πως, αν η οπλοφορία απαγορευόταν, εκείνος θα συμμορφωνόταν με την απαγόρευση, αλλά εν πάση περιπτώσει κουβαλούσε επάνω του ένα από τα τελειότερα όπλα της αγοράς, χωρίς να χρειάζεται να παρανομεί. Το επάγγελμα που είχε διαλέξει ήταν επικίνδυνο και η συντροφιά ενός ή και περισσότερων όπλων ήταν επιβεβλημένη.

Εκείνη τη στιγμή, είδε να τους πλησιάζουν τρεις υποψήφιοι πελάτες. Έφτασαν κοντά στα σκάφη τους, αγνόησαν το άλλο ταξί και μπήκαν μέσα στο δικό του. Ο πρώτος άντρας της συντροφιάς, κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα χαρτοφύλακα, ο δεύτερος όμως, εκτός από το διαστημικό του κράνος, δεν μετέφερε αποσκευές. Το ίδιο συνέβαινε και με το τρίτο μέλος της παράξενης τριάδας, μιας ψηλής, κατάξανθης σαραντάρας.

Ο Μίλτος τους αντιπάθησε από την πρώτη στιγμή. Τα μούτρα τους δεν του άρεσαν καθόλου. Εκείνο το ψυχρό τους βλέμμα και τα βλοσυρά και αγέλαστα πρόσωπά τους, του προκάλεσαν μιαν αποστροφή. Αν ήταν στο χέρι του, θα τους παρέπεμπε στον συνάδελφό του, δίστασε όμως να το κάνει. Εκτός του ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια για μια ακόμα απώλεια κούρσας, δεν ήξερε και ποια θα ήταν η αντίδρασή τους. Άσε που, αν αρνιόταν τη μεταφορά τους, μάλλον θα έπρεπε να αλλάξει επάγγελμα.

«Βάλε πλώρη για το διαστημικό σταθμό ΦΑΕΘΩΝ», τον πρόσταξε εκείνος που κρατούσε το χαρτοφύλακα και ο Μίλτος τον αντιπάθησε περισσότερο.

Φόρεσε το κράνος του και, τη στιγμή που και οι επιβάτες του έκαναν το ίδιο, έβαλε μπροστά τον κινητήρα. Σκέφτηκε ότι από τον ΦΑΕΘΩΝΑ αναχωρούσαν τα μεγαλύτερα διαστημόπλοια με προορισμό τις εσχατιές του διαστήματος και αναρωτήθηκε, πώς αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι ξεκινούσαν για ένα τόσο μακρινό ταξίδι χωρίς αποσκευές; Αρχίζοντας τη διαδικασία απογείωσης, ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος. Η ιστορία αυτή δεν του άρεσε καθόλου. Διαισθάνθηκε ότι θα είχε μπλεξίματα, με κανένα τρόπο όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έκανε το πιο επικίνδυνο ταξίδι της ζωής του. Κι αυτή του η άγνοια ήταν που του επέτρεψε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να δώσει ατάραχος την κατάλληλη πορεία στο μικρό του σκάφος, επιτυγχάνοντάς το μάλιστα στο λιγότερο δυνατό χρόνο, κάτι που ελάχιστοι πιλότοι το κατάφερναν.

Κανονικά, έχοντας τη φήμη του ικανότερου κυβερνήτη διαστημικού σκάφους, θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή της προτίμησης του επιβατικού κοινού, η επιμονή του όμως να απορρίπτει τις μεμονωμένες κούρσες και ο ατίθασος χαρακτήρας του, είχαν επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι φορές, κατά τις οποίες οι πελάτες τον αναζητούσαν προσωπικά, ήταν ελάχιστες. Η ανώριμη κατά τη γνώμη τους συμπεριφορά του, είχε επιδράσει αρνητικά στη φήμη του, έχοντας ουσιαστικά εκμηδενίσει το ατού της εξαιρετικά μεγάλης αξιοπιστίας του σαν πιλότος.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο είχε εξοβελιστεί από τις πρώτες θέσεις στην επετηρίδα κυβερνητών διαστημοπλοίων. Ενώ όλοι οι εφοπλιστές γνώριζαν πόσο άριστος κυβερνήτης ήταν, προτιμούσαν να προσλαμβάνουν άλλους. Το αναμφισβήτητο ταλέντο του στην πλοήγηση διαστημικών σκαφών, παραγνωριζόταν εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του. Κανένας από τους ιδιοκτήτες μεγάλων σκαφών δεν διακινδύνευε να τον τοποθετήσει επικεφαλής σε κάποιο από αυτά, καθώς ήταν βέβαιος ότι, μια τέτοια απερίσκεπτη ενέργειά του, μόνο προβλήματα θα του δημιουργούσε.

Όταν κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πτήσης προς τον ΦΑΕΘΩΝΑ, άκουσε ν’ αναφέρεται το όνομά του, κατάλαβε ότι οι τρεις εκείνοι τύποι δεν τον είχαν διαλέξει τυχαία. Προφανώς, οι επιβάτες του ήταν απ’ αυτούς τους λίγους που τον επέλεγαν προσωπικά, ο Μίλτος όμως δεν ένιωσε κολακευμένος. Αντιθέτως, η εξέλιξη αυτή τον υποχρέωσε ν’ ανησυχήσει πραγματικά. Του δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν πήγαιναν για καλό σκοπό στον διαστημικό σταθμό. Μη γνωρίζοντας τι να υποθέσει, έπιασε στον δέκτη του σκάφους ένα κανάλι με μουσική, κι έθεσε όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Αποφάσισε να πάψει να βασανίζει το μυαλό του με κινδυνολογίες και έριξε όλο του το βάρος στην όσο το δυνατόν πιο ασφαλή πτήση του διαστημικού ταξί του, το οποίο εξερχόταν ήδη από τη γήινη ατμόσφαιρα.

Πλησιάζοντας στο σταθμό, οι φόβοι του άρχισαν να επαληθεύονται. Η γυναίκα που καθόταν ακριβώς πίσω του, με μια ομολογουμένως ταχυδακτυλουργική κίνηση, του απέσπασε το όπλο από τη θήκη της μέσης του και το έχωσε στα πλευρά του. «Πρόσεξε καλά, φιλαράκο», την άκουσε να τον προειδοποιεί, «και δώσε βάση σ’ αυτά που θα σου πω. Μόλις πατήσουμε στην εξέδρα προσέγγισης, εσύ κι εγώ θα παραμείνουμε ήσυχα μέσα στο σκάφος, περιμένοντας τους άλλους. Όσο θα περιμένουμε, μη διανοηθείς να κάνεις καμιά βλακεία, γιατί θα την πληρώσεις ακριβά, εντάξει;»

Ο Μίλτος τρομοκρατήθηκε. Από την αρχή είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, τέτοια εξέλιξη όμως δεν την περίμενε. Συνειδητοποίησε ότι ήταν πια πολύ αργά, για να κάνει κάτι που θα μπορούσε να ματαιώσει τα εγκληματικά σχέδιά τους. Ευχήθηκε μόνο να μην γινόταν εκείνος η αιτία να χάσει κάποιος ανυποψίαστος άνθρωπος τη ζωή του, αφού το δικό του όπλο ήταν εκείνο που θα χρησιμοποιούσαν για να διεκπεραιώσουν την άνομη πράξη τους, όποια κι αν ήταν αυτή. Προσάραξε στη θέση που του υπέδειξαν και, τη στιγμή που έσβηνε τον κινητήρα του σκάφους, τον αιφνιδίασαν για μια ακόμα φορά. Προτού προλάβει να λύσει τη ζώνη συγκράτησης, μια δεύτερη δερμάτινη ζώνη ήρθε και σφίχτηκε γύρω από το κορμί του, ακινητοποιώντας τον στο κάθισμά του. Αμέσως μετά, το όπλο του άλλαξε χέρια και βρέθηκε μέσα στο χαρτοφύλακα του τύπου, που φαινόταν ότι ήταν ο αρχηγός της συμμορίας.

«Πρόσεχέ τον καλά», συμβούλεψε τη γυναίκα, καθώς έβγαινε από το ταξί ακολουθούμενος από τον άλλον. «Δεν πρόκειται να αργήσουμε».

Παρακολουθώντας τους να απομακρύνονται μ’ εκείνο το ανάλαφρο, πηδηχτό περπάτημα, λόγω της χαμηλής βαρύτητας του διαστημικού σταθμού, προσπάθησε να φανταστεί πια θα ήταν η επόμενη κίνηση των κακοποιών και με ποιο τρόπο εκείνος θα κατάφερνε να ξεμπλέξει. Η αναμονή τους δεν κράτησε πολύ. Σε πέντε λεπτά οι δυο άντρες είχαν επιστρέψει. Χώθηκαν βιαστικά μέσα στο σκάφος και ο αρχηγός έδωσε το όπλο στο συνεργό του. «Λύσε τον», είπε στη γυναίκα.

Καθώς εκείνη τον ελευθέρωνε, την άκουσε να ρωτάει. «Πόσα πήρατε;»

«Οχτακόσια χιλιάρικα», της απάντησε ο αρχηγός.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μιλούσαν για τη λεία της ληστείας. Να λοιπόν για ποιο λόγο είχαν έρθει στο σταθμό. Μάζεψαν τις ημερήσιες εισπράξεις του ταμείου και επέστρεφαν πίσω ανενόχλητοι.

«Ξεκίνα γρήγορα για τη Γη και θα σου πούμε εμείς που να προσγειωθείς», τον πρόσταξε ο αρχηγός.

Ο Μίλτος, μην τολμώντας να ανοίξει το στόμα του, έβαλε μπροστά και σήκωσε το σκάφος από την εξέδρα. Του έδωσε πορεία για το γαλάζιο πλανήτη, ευχόμενος τουλάχιστον να μην είχε πάθει κακό κάποιος από τους υπαλλήλους του σταθμού. Αναρωτήθηκε βέβαια για ποιο λόγο δεν είχε σημάνει ο συναγερμός και τότε ήταν που άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Φτάνοντας στο μέσον της διαδρομής και αντιλαμβανόμενος ότι δεν τους καταδίωκε κάποιο σκάφος της διαστημικής αστυνομίας, ένα μόνο συμπέρασμα μπόρεσε να βγάλει.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του. Όταν θα προσεδαφίζονταν, πίστευε ότι, μόνον αν κρατούσε καθαρό το μυαλό του και τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, θα κατάφερνε να βγει ζωντανός από αυτήν την άσχημη περιπέτεια, στην οποία άθελά του είχε μπλεχτεί. Αντικρίζοντας τη σφαίρα της Γης να μεγαλώνει, θυμήθηκε το συναγερμό. Από την εμπειρία του γνώριζε ότι, σε περίπτωση ανάγκης, οι σειρήνες ενεργοποιούνταν αμέσως από τους υπαλλήλους της υπηρεσίας και άρχιζαν να ηχούν. Το ότι δεν σήμανε ο συναγερμός, μόνο σε μια αιτία μπορούσε να το αποδώσει. Δεν τον ενεργοποίησαν, επειδή δεν πρόλαβαν να το κάνουν. Πιθανότατα, οι αιμοδιψείς και αδίστακτοι εκείνοι ληστές, τους είχαν εξοντώσει. Κόντευαν να φτάσουν στη Γη, απ’ ό, τι έδειχναν όμως τα πράγματα, καμιά υπηρεσία δεν είχε πάρει ακόμα είδηση αυτό που είχε συμβεί. Σκέφτηκε να μειώσει ταχύτητα, δεν θεώρησε όμως ότι αυτό θα βοηθούσε την κατάσταση. Αντιθέτως προτίμησε να επισπεύσει την επάνοδό τους στη Γη, γιατί πίστευε ότι, πατώντας σε στέρεο έδαφος, ίσως κατάφερνε να ενεργήσει αποτελεσματικότερα και χωρίς τον κίνδυνο κάποιου ατυχήματος.

Την ώρα που είχαν φτάσει πάνω από τη Μεσόγειο, ο αρχηγός της συμμορίας του κόλλησε μπροστά στη μούρη του ένα χάρτη. «Εδώ θα προσεδαφιστούμε», του δήλωσε, δείχνοντάς του ένα σημείο που ήταν κυκλωμένο με κόκκινο μαρκαδόρο.

Ο Μίλτος τον πήρε στα χέρια του και τον μελέτησε με προσοχή. Η ακριβής τοποθεσία που θα προσγειώνονταν, βρισκόταν είκοσι χιλιόμετρα ανατολικά της Καζαμπλάνκας, στις χαμηλότερες πλαγιές του όρους Άτλας. Κατευθύνοντας το σκάφος προς τα εκεί, σκέφτηκε ότι θα ήταν μεγάλο κρίμα να αφήσει τα κόκαλά του στο Μαρόκο, πολύ μακριά από την πατρίδα του. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ήξερε πως ενεργούν οι στυγνοί κακοποιοί σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν αμφέβαλε ότι, μετά το τέλος μιας επιτυχημένης επιχείρησης, μοναδική τους μέριμνα πάντοτε ήταν να μην αφήνουν μάρτυρες.

Προσγείωσε το σκάφος στο σημείο που του είχαν υποδείξει και, πριν ακόμα σβήσει τον κινητήρα, έλυσε τη ζώνη συγκράτησης και έβγαλε το κράνος του. Οι τρεις κακοποιοί, έλυσαν κι εκείνοι τις ζώνες τους και έβγαλαν τα κράνη τους. Ο αρχηγός και η γυναίκα ετοιμάστηκαν να βγουν έξω, ο τρίτος όμως παρέμεινε στη θέση του και σημάδευε το Μίλτο με το πιστόλι.

Το σημείο στο οποίο είχαν προσγειωθεί, απείχε σαράντα περίπου μέτρα από το δημόσιο δρόμο και σε ένα άνοιγμα εκεί κοντά βρισκόταν σταθμευμένο ένα όχημα εδάφους, χωρίς οδηγό. Καθώς οι δυο ληστές κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητο, ο αρχηγός σήκωσε το χέρι του και φώναξε σ’ εκείνον που είχε μείνει μέσα: «Τώρα».

Ο τύπος που τον σημάδευε πέταξε ένα, «συγνώμη, ρε φίλε, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά», κι ετοιμάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη, η έκπληξή του όμως, μόλις δέχτηκε τη σφαίρα από το όπλο του Μίλτου, ήταν μεγαλύτερη από τον πόνο που του προξένησε η πληγή στο χέρι που κρατούσε το δικό του όπλο. Ξεφώνισε ένα δυνατό ‘’ωχ’’ και το δίκαννο έπεσε από τα χέρια του. Ο Μίλτος έσκυψε και το μάζεψε από το πάτωμα, νιώθοντας απέραντη ευγνωμοσύνη για τον παλιό συνάδελφό του τον Τζιμ, που τον είχε κάποτε συμβουλεύσει να κρύβει πάντοτε κι ένα εφεδρικό όπλο κάτω από το κάθισμά του.

Οι άλλοι δύο στράφηκαν ξαφνιασμένοι να δουν τι συνέβη και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις διπλές, σκοτεινές κάννες που τους σημάδευαν, των δύο όπλων που κρατούσε στα χέρια του ο Μίλτος. Απειλώντας τους με τα πιστόλια, τους συγκέντρωσε όλους κοντά στο σκάφος και κάλεσε με τον ραδιοπομπό του τις αρχές. Περιμένοντας την άφιξη των αστυνομικών, κάθισε σε μια πέτρα απέναντι από τους κακοποιούς και δεν τους άφηνε λεπτό από τα μάτια του. Εκείνοι τον κοιτούσαν με φαρμακερό βλέμμα και περίμεναν να τους δοθεί η ευκαιρία να δράσουν δυναμικά. Το ύφος τους φανέρωνε το μίσος που έτρεφαν για εκείνον και την απροθυμία τους να παραδοθούν αμαχητί. Όλα επάνω τους μαρτυρούσαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το γεγονός πως είχαν αιφνιδιαστεί τόσο εύκολα και είχαν πιαστεί στη φάκα σαν ηλίθια ποντίκια.

Ο Μίλτος από την πλευρά του, ένιωσε μεγάλη ανακούφιση που είχε καταφέρει να σώσει ο ίδιος τη ζωή του και να ξεμπλέξει ανώδυνα από εκείνη την απίθανη περιπέτεια. Διακρίνοντας τώρα την επιθυμία των άλλων να εκμεταλλευτούν κάποια αδράνειά του και να του επιτεθούν, κούνησε απειλητικά τα όπλα του και τους προειδοποίησε: «Το ξέρω πως σας κακοφαίνεται που βρεθήκατε σ’ αυτή τη θέση, αλλά νομίζω ότι το αξίζετε. Βγάλτε λοιπόν από το μυαλό σας οποιαδήποτε σκέψη για προσπάθεια εξουδετέρωσής μου και καθίστε ήσυχα μέχρι να έρθει η αστυνομία, διαφορετικά θα πάτε εκεί που θέλατε να στείλετε εμένα».

Οι κακοποιοί είχαν λυσσάξει. Η ιδέα ότι περίμεναν σαν κότες τη σύλληψή τους, τους έκανε να νιώθουν σαν σε θηρία στο κλουβί. Ο ένας ήταν ήδη εξουδετερωμένος και καθόταν στην άκρη διπλωμένος στα δύο, βαστώντας ένα μαντήλι επάνω στην πληγή του χεριού του. Οι άλλοι δύο έδειχναν έτοιμοι να εφορμήσουν επάνω στο Μίλτο, δίσταζαν όμως να το επιχειρήσουν. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και ο Μίλτος φάνηκε να χάνει την υπομονή του. Είχε κουραστεί, ένιωθε όλα τα μέλη του κορμιού του πιασμένα και φοβόταν μήπως του επιτεθούν και δεν κατάφερνε ν’ αντιδράσει. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι ο αρχηγός κινήθηκε λίγο προς το μέρος του, κι αυτό τον ανησύχησε. Δεν σκόπευε να τους δώσει το δικαίωμα να ξεφύγουν ή να του κάνουν κακό, γι αυτό και ενήργησε αστραπιαία, θέλοντας παράλληλα να τους στείλει και το μήνυμα ότι δεν αστειευόταν. Πυροβόλησε μια φορά μπροστά στα πόδια του ληστή και τον υποχρέωσε να οπισθοχωρήσει τρομαγμένος.

Μισή ώρα αργότερα, η αναμονή τελείωσε. Τρία σκάφη της διαστημικής αστυνομίας, προσγειώθηκαν κοντά τους και μια ντουζίνα πάνοπλοι αστυνομικοί πήδησαν στο έδαφος και περιτριγύρισαν το ταξί και τους κακοποιούς. Ο Μίλτος κατέβασε τα όπλα του, τα ακούμπησε στο χώμα και τραβήχτηκε στην άκρη. Ο επικεφαλής αξιωματικός, πλησίασε κοντά του και του άπλωσε το χέρι.

«Συγχαρητήρια, αγαπητέ», του είπε σφίγγοντάς του το χέρι. «Έκανες πολύ καλή δουλειά. Ούτε αστυνομικός να ήσουνα. Χάρη σε σένα πιάσαμε αυτά τα καθάρματα που έχουν σκοτώσει τόσο κόσμο».

Από τα λεγόμενά του, ο Μίλτος κατάλαβε ότι η ληστεία στο διαστημικό σταθμό δεν ήταν αναίμακτη. «Υπήρξαν πολλά θύματα;» ρώτησε τον αστυνομικό.

«Στη σημερινή ληστεία δύο, αλλά υπάρχουν και άλλα τρία σε προηγούμενες απόπειρες. Τους αναζητούσαμε καιρό, αλλά κατάφερναν και ξεγλιστρούσαν. Εσύ όμως, πώς τα κατάφερες; Όταν επιστρέψουμε στην Ευρώπη, κάνε μου μια αναφορά. Θα μας χρειαστεί για την προανάκριση».

Καθώς οι αστυνομικοί συλλάμβαναν τους ληστές, ο αξιωματικός τον τράβηξε παράμερα. «Το χειρότερο σε αυτήν την υπόθεση», του είπε, κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του, «είναι ότι το ένα από τα δύο σημερινά θύματα είχε τέσσερα παιδιά. Αντιλαμβάνεσαι επομένως την τραγωδία αυτής της οικογένειας».

Ο Μίλτος ένιωσε πολύ άσχημα. Κοίταξε τα ανθρωπόμορφα τέρατα που σπρώχνονταν από τους άντρες της αστυνομίας να μπουν μέσα στα αερόπλοια και ευχήθηκε να εισέπρατταν την τιμωρία που τους άξιζε. Χαιρέτησε τον αξιωματικό κι ετοιμάστηκε να επιβιβαστεί στο σκάφος του, τον είδε όμως να επιστρέφει κοντά του και να του λέει: «Το ξέρεις βέβαια ότι δικαιούσαι αμοιβή για την πράξη σου. Το δέκα τοις εκατό από τα χρήματα που εκλάπησαν, είναι δικά σου. Πρόκειται για αρκετά μεγάλο ποσόν, το οποίο φαντάζομαι ότι θα σου λύσει αρκετά προβλήματα».

Καθώς έφευγε τον ρώτησε χαμογελώντας: «Αλήθεια, για πες μου, τι θα τα κάνεις τόσα λεφτά;» ο Μίλτος όμως απέφυγε να του απαντήσει.

Μπήκε μέσα στο ταξί του πλημμυρισμένος από ανάμικτα συναισθήματα. Ένιωθε θλίψη για τα αθώα θύματα εκείνων των καθαρμάτων, αλλά και χαρά για την αίσια έκβαση της απίθανης εκείνης ιστορίας. Το ζήτημα της αμοιβής δεν τον συγκίνησε και τόσο. Όχι πως ήταν άσχημα που, από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε με ογδόντα χιλιάρικα στην τσέπη, αλλά εκείνο που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν το γεγονός ότι είχε καταφέρει να επιβιώσει από μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση. Ασυναίσθητα σκέφτηκε πάλι την ερώτηση του αξιωματικού. Άκου τι θα τα έκανε τόσα λεφτά; Μα θα έλυνε το βιοποριστικό του πρόβλημα. Θα εγκατέλειπε οριστικά το επάγγελμα του ταξιτζή, αφού είχε αποδειχτεί ότι έβλαπτε σοβαρά την υγεία.

Καθώς έβαζε μπροστά τον κινητήρα, άρχισε να σκέφτεται που θα μπορούσε να τα επενδύσει, όταν όμως είδε με τη φαντασία του τέσσερα ζευγάρια παιδικά μάτια να τον κοιτάζουν λυπημένα, δεν του έμεινε η παραμικρή αμφιβολία για το τι ακριβώς θα τα έκανε τα χρήματα της αμοιβής.