Σελίδες

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ

               Η ΜΗΧΑΝΗ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ






4ος αιώνας μ.Χ. (εποχή επίσημης καθιέρωσης του χριστιανισμού από τον Μ. Κων/νο) Η ΜΗΧΑΝΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ.

15ος αιώνας μ.Χ. (εποχή της Αναγέννησης) Η ΜΗΧΑΝΗ ΞΑΝΑΠΗΡΕ ΔΕΙΛΑ-ΔΕΙΛΑ ΜΠΡΟΣΤΑ.

Αποτέλεσμα: Χίλια εκατό χρόνια χαμένα. Χίλια εκατό χρόνια σκοταδισμού, οπισθοδρόμησης, τρομοκρατίας και βαρβαρότητας.

Φαντάζεστε τι θα συνέβαινε σήμερα στην ανθρωπότητα, σε ποιο σημείο πολιτισμού θα βρισκόταν ο άνθρωπος της Γης, αν δεν είχε εμφανιστεί ο χριστιανισμός; Μπορείτε να διανοηθείτε σε τι επίπεδο εξέλιξης θα είχαμε φτάσει, αν οι εμπνευστές αυτού του αναχρονιστικού φαινόμενου, δεν είχαν τη φαεινή ιδέα της ίδρυσης μιας θρησκείας που απαγόρευε τα πάντα; Ο έρωτας ήταν απαγορευμένος, το φαγητό επίσης, όσο για όσους τολμούσαν να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, με την τέχνη, με την επιστήμη και να αμφισβητήσουν τας γραφάς, τιμωρούνταν με βασανισμό και θάνατο. Ο χριστιανισμός αγνόησε έναν θαυμάσιο πολιτισμό, τον ελληνορωμαϊκό, και εμπόδισε με νύχια και με δόντια κάθε προσπάθεια συνέχισής του. Το ιερατείο, στην προσπάθειά του να εδραιωθεί, προέβη σε ακατονόμαστες πράξεις, οι οποίες απείχαν πολύ από τις διδαχές των ‘’ιερών’’ βιβλίων.

Και υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που εθελοτυφλούν και πιστεύουν στην εξ’ ουρανού εκπόρευση των θρησκειών (γιατί στο μεσοδιάστημα είχαμε και την εμφάνιση του Μωαμεθανισμού), οι οποίες έχουν ποινικοποιήσει όλες τις ζωτικές, όλες τις φυσιολογικές λειτουργίες του ανθρώπινου οργανισμού, κι έχουν αδρανοποιήσει το πνεύμα του.

Και το ερώτημα που τίθεται είναι: Θα απελευθερωθεί ποτέ ο άνθρωπος από τα δεσμά του φόβου του θανάτου; Θα απαγκιστρωθεί από την ιδέα της απειλής για μεταθανάτια τιμωρία; Θα διώξει από μέσα του τις δοξασίες που τον καθηλώνουν σε πνευματική αφασία και ενεργούν ενάντια στη φύση του;

Πολύ φοβάμαι ότι, παρόλο που η μηχανή της προόδου έχει πάρει ξανά μπροστά, θα αργήσει αρκετά μέχρι να φτάσει στο ανώτατο όριο των στροφών της.





Στέλιος Αρώνης









Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

ΜΙΛΤΟΣ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ

Διήγημα  Ε.Φ.  του Στέλιου Αρώνη

                                      ΜΙΛΤΟΣ Ο ΤΑΡΙΦΑΣ




Στεκόταν όρθιος στην αποβάθρα-πιάτσα του διαστημοδρόμιου, έχοντας ακουμπισμένη την πλάτη του στη μπουκαπόρτα του διαστημοταξί του, και παρακολουθούσε συλλογισμένος το ασταμάτητο πηγαινέλα ανθρώπων και σκαφών. Κάποια στιγμή κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα κόντευε δέκα και τα άλλα διαστημικά ταξί απογειώνονταν και προσγειώνονταν με μεγάλη συχνότητα, εκείνος όμως δεν είχε σταυρώσει πελάτη.

«Τι γίνεται, ρε Μίλτο; Ακόμα εδώ είσαι;» ήρθε να του το υπενθυμίσει ένας συνάδελφός του, που μόλις είχε προσγειωθεί στη διπλανή θέση της πιάτσας.

Ο Μίλτος τον στραβοκοίταξε και ετοιμάστηκε να τον ‘’στολίσει’’ κατάλληλα, προτίμησε όμως να τον χτυπήσει εκεί που τον πονούσε. «Κι εσύ που πήγες δυο δρομολόγια από το πρωί, τι κέρδισες;»

Ο άλλος χαμήλωσε το κεφάλι του και τραβήχτηκε στο πλάι. «Δεν έχεις άδικο», παραδέχτηκε, χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής του. «Αν αφαιρέσεις τα καύσιμα και το φόρο βλακείας που πληρώνουμε στο κράτος, δεν μένει σχεδόν τίποτα».

«Όταν εγώ ισχυρίζομαι ότι δεν πρέπει να παίρνουμε μόνον έναν πελάτη», συνέχισε την επίθεση ο Μίλτος, «εσείς με αποκαλείτε παράξενο και σχολαστικό. Μόνον με διπλή και τριπλή κούρσα συμφέρει η πτήση στους διαστημικούς σταθμούς, μπορείτε να το καταλάβετε; Διαφορετικά, θα εργαζόμαστε εμείς, για να αυξάνουν τα κέρδη τους οι εταιρίες καυσίμων και να εισπράττουν τους παχυλούς μισθούς τους οι υπεύθυνοι του διαστημοδρόμιου.

Ένιωσε το ποτήρι της αγανάκτησης να ξεχειλίζει και το καλοσχηματισμένο του πρόσωπο κοκκίνισε από θυμό. Περισσότερο τον εκνεύρισε η στενοκεφαλιά των συναδέλφων του που δεν εννοούσαν να αλλάξουν τακτική. Η εμμονή τους να βολοδέρνουν στο διάστημα χωρίς κάποιο ουσιαστικό όφελος, τον έβγαζε από τα ρούχα του. Αφού έβλεπαν ότι, παρόλη την αύξηση των μετακινήσεων προς τους διαστημικούς σταθμούς, τα κέρδη τους μειώνονταν αντί να αυξάνονται, συνέχιζαν να παραλαμβάνουν έναν και μοναδικό επιβάτη κάθε φορά.

«Ξεχνάς, φαίνεται», η φωνή του άλλου τον έβγαλε από τις σκέψεις, «ότι ο νόμος μας απαγορεύει τη διπλή μίσθωση και την άρνηση παραλαβής επιβάτη. Γιατί λοιπόν επιμένεις να κρατάς αυτήν την άκαμπτη στάση και να είσαι άδικος με τους συναδέλφους σου;»

«Γιατί κάτι πρέπει να κάνουμε για να ζήσουμε, βρε ηλίθιε», φώναξε ο Μίλτος, βγαίνοντας εκτός εαυτού. «Γιατί δεν έχει νόημα να κοπιάζουμε και να κινδυνεύουμε εμείς, για να κονομάνε κάποιοι άλλοι. Κι αν θέλεις να μάθεις και κάτι άλλο, οι νόμοι έχουν γίνει για να τους παραβαίνουμε. Ας έρθει λοιπόν καμιά βιαστική κυρά-Κατίνα να μου διαμαρτυρηθεί γιατί δεν την παίρνω κούρσα, επειδή δήθεν κινδυνεύει να χάσει την υπερδιαστημική πτήση της και να δεις πως θα αλλάξει γνώμη μόλις της κολλήσω τη διμούτσουνη στη μούρη της».

Χάιδεψε το δίκαννο πιστόλι του, που αναπαυόταν στην ειδική του θήκη που κρεμόταν από τη ζώνη της μέσης του, κι αισθάνθηκε περισσότερο δυνατός. Γνώριζε ότι θα είχε επιπτώσεις αν συμπεριφερόταν έτσι όπως είχε πει στον συνάδελφό του, αλλά αυτό λίγο τον απασχολούσε. Σημασία είχε πως οι αρχές τους επέτρεπαν να οπλοφορούν ελεύθερα, κι αυτή ήταν η μοναδική περίπτωση για την οποία ένιωθε ευγνωμοσύνη προς την Πολιτεία. Όχι δηλαδή πως, αν η οπλοφορία απαγορευόταν, εκείνος θα συμμορφωνόταν με την απαγόρευση, αλλά εν πάση περιπτώσει κουβαλούσε επάνω του ένα από τα τελειότερα όπλα της αγοράς, χωρίς να χρειάζεται να παρανομεί. Το επάγγελμα που είχε διαλέξει ήταν επικίνδυνο και η συντροφιά ενός ή και περισσότερων όπλων ήταν επιβεβλημένη.

Εκείνη τη στιγμή, είδε να τους πλησιάζουν τρεις υποψήφιοι πελάτες. Έφτασαν κοντά στα σκάφη τους, αγνόησαν το άλλο ταξί και μπήκαν μέσα στο δικό του. Ο πρώτος άντρας της συντροφιάς, κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα χαρτοφύλακα, ο δεύτερος όμως, εκτός από το διαστημικό του κράνος, δεν μετέφερε αποσκευές. Το ίδιο συνέβαινε και με το τρίτο μέλος της παράξενης τριάδας, μιας ψηλής, κατάξανθης σαραντάρας.

Ο Μίλτος τους αντιπάθησε από την πρώτη στιγμή. Τα μούτρα τους δεν του άρεσαν καθόλου. Εκείνο το ψυχρό τους βλέμμα και τα βλοσυρά και αγέλαστα πρόσωπά τους, του προκάλεσαν μιαν αποστροφή. Αν ήταν στο χέρι του, θα τους παρέπεμπε στον συνάδελφό του, δίστασε όμως να το κάνει. Εκτός του ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια για μια ακόμα απώλεια κούρσας, δεν ήξερε και ποια θα ήταν η αντίδρασή τους. Άσε που, αν αρνιόταν τη μεταφορά τους, μάλλον θα έπρεπε να αλλάξει επάγγελμα.

«Βάλε πλώρη για το διαστημικό σταθμό ΦΑΕΘΩΝ», τον πρόσταξε εκείνος που κρατούσε το χαρτοφύλακα και ο Μίλτος τον αντιπάθησε περισσότερο.

Φόρεσε το κράνος του και, τη στιγμή που και οι επιβάτες του έκαναν το ίδιο, έβαλε μπροστά τον κινητήρα. Σκέφτηκε ότι από τον ΦΑΕΘΩΝΑ αναχωρούσαν τα μεγαλύτερα διαστημόπλοια με προορισμό τις εσχατιές του διαστήματος και αναρωτήθηκε, πώς αυτοί οι παράξενοι άνθρωποι ξεκινούσαν για ένα τόσο μακρινό ταξίδι χωρίς αποσκευές; Αρχίζοντας τη διαδικασία απογείωσης, ένιωσε ένα τσίμπημα στο στήθος. Η ιστορία αυτή δεν του άρεσε καθόλου. Διαισθάνθηκε ότι θα είχε μπλεξίματα, με κανένα τρόπο όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα έκανε το πιο επικίνδυνο ταξίδι της ζωής του. Κι αυτή του η άγνοια ήταν που του επέτρεψε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να δώσει ατάραχος την κατάλληλη πορεία στο μικρό του σκάφος, επιτυγχάνοντάς το μάλιστα στο λιγότερο δυνατό χρόνο, κάτι που ελάχιστοι πιλότοι το κατάφερναν.

Κανονικά, έχοντας τη φήμη του ικανότερου κυβερνήτη διαστημικού σκάφους, θα έπρεπε να βρίσκεται στην κορυφή της προτίμησης του επιβατικού κοινού, η επιμονή του όμως να απορρίπτει τις μεμονωμένες κούρσες και ο ατίθασος χαρακτήρας του, είχαν επιφέρει το αντίθετο αποτέλεσμα. Οι φορές, κατά τις οποίες οι πελάτες τον αναζητούσαν προσωπικά, ήταν ελάχιστες. Η ανώριμη κατά τη γνώμη τους συμπεριφορά του, είχε επιδράσει αρνητικά στη φήμη του, έχοντας ουσιαστικά εκμηδενίσει το ατού της εξαιρετικά μεγάλης αξιοπιστίας του σαν πιλότος.

Για τον ίδιο ακριβώς λόγο είχε εξοβελιστεί από τις πρώτες θέσεις στην επετηρίδα κυβερνητών διαστημοπλοίων. Ενώ όλοι οι εφοπλιστές γνώριζαν πόσο άριστος κυβερνήτης ήταν, προτιμούσαν να προσλαμβάνουν άλλους. Το αναμφισβήτητο ταλέντο του στην πλοήγηση διαστημικών σκαφών, παραγνωριζόταν εξαιτίας της ιδιαιτερότητας του χαρακτήρα του. Κανένας από τους ιδιοκτήτες μεγάλων σκαφών δεν διακινδύνευε να τον τοποθετήσει επικεφαλής σε κάποιο από αυτά, καθώς ήταν βέβαιος ότι, μια τέτοια απερίσκεπτη ενέργειά του, μόνο προβλήματα θα του δημιουργούσε.

Όταν κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της πτήσης προς τον ΦΑΕΘΩΝΑ, άκουσε ν’ αναφέρεται το όνομά του, κατάλαβε ότι οι τρεις εκείνοι τύποι δεν τον είχαν διαλέξει τυχαία. Προφανώς, οι επιβάτες του ήταν απ’ αυτούς τους λίγους που τον επέλεγαν προσωπικά, ο Μίλτος όμως δεν ένιωσε κολακευμένος. Αντιθέτως, η εξέλιξη αυτή τον υποχρέωσε ν’ ανησυχήσει πραγματικά. Του δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν πήγαιναν για καλό σκοπό στον διαστημικό σταθμό. Μη γνωρίζοντας τι να υποθέσει, έπιασε στον δέκτη του σκάφους ένα κανάλι με μουσική, κι έθεσε όλες του τις αισθήσεις σ’ επιφυλακή. Αποφάσισε να πάψει να βασανίζει το μυαλό του με κινδυνολογίες και έριξε όλο του το βάρος στην όσο το δυνατόν πιο ασφαλή πτήση του διαστημικού ταξί του, το οποίο εξερχόταν ήδη από τη γήινη ατμόσφαιρα.

Πλησιάζοντας στο σταθμό, οι φόβοι του άρχισαν να επαληθεύονται. Η γυναίκα που καθόταν ακριβώς πίσω του, με μια ομολογουμένως ταχυδακτυλουργική κίνηση, του απέσπασε το όπλο από τη θήκη της μέσης του και το έχωσε στα πλευρά του. «Πρόσεξε καλά, φιλαράκο», την άκουσε να τον προειδοποιεί, «και δώσε βάση σ’ αυτά που θα σου πω. Μόλις πατήσουμε στην εξέδρα προσέγγισης, εσύ κι εγώ θα παραμείνουμε ήσυχα μέσα στο σκάφος, περιμένοντας τους άλλους. Όσο θα περιμένουμε, μη διανοηθείς να κάνεις καμιά βλακεία, γιατί θα την πληρώσεις ακριβά, εντάξει;»

Ο Μίλτος τρομοκρατήθηκε. Από την αρχή είχε καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, τέτοια εξέλιξη όμως δεν την περίμενε. Συνειδητοποίησε ότι ήταν πια πολύ αργά, για να κάνει κάτι που θα μπορούσε να ματαιώσει τα εγκληματικά σχέδιά τους. Ευχήθηκε μόνο να μην γινόταν εκείνος η αιτία να χάσει κάποιος ανυποψίαστος άνθρωπος τη ζωή του, αφού το δικό του όπλο ήταν εκείνο που θα χρησιμοποιούσαν για να διεκπεραιώσουν την άνομη πράξη τους, όποια κι αν ήταν αυτή. Προσάραξε στη θέση που του υπέδειξαν και, τη στιγμή που έσβηνε τον κινητήρα του σκάφους, τον αιφνιδίασαν για μια ακόμα φορά. Προτού προλάβει να λύσει τη ζώνη συγκράτησης, μια δεύτερη δερμάτινη ζώνη ήρθε και σφίχτηκε γύρω από το κορμί του, ακινητοποιώντας τον στο κάθισμά του. Αμέσως μετά, το όπλο του άλλαξε χέρια και βρέθηκε μέσα στο χαρτοφύλακα του τύπου, που φαινόταν ότι ήταν ο αρχηγός της συμμορίας.

«Πρόσεχέ τον καλά», συμβούλεψε τη γυναίκα, καθώς έβγαινε από το ταξί ακολουθούμενος από τον άλλον. «Δεν πρόκειται να αργήσουμε».

Παρακολουθώντας τους να απομακρύνονται μ’ εκείνο το ανάλαφρο, πηδηχτό περπάτημα, λόγω της χαμηλής βαρύτητας του διαστημικού σταθμού, προσπάθησε να φανταστεί πια θα ήταν η επόμενη κίνηση των κακοποιών και με ποιο τρόπο εκείνος θα κατάφερνε να ξεμπλέξει. Η αναμονή τους δεν κράτησε πολύ. Σε πέντε λεπτά οι δυο άντρες είχαν επιστρέψει. Χώθηκαν βιαστικά μέσα στο σκάφος και ο αρχηγός έδωσε το όπλο στο συνεργό του. «Λύσε τον», είπε στη γυναίκα.

Καθώς εκείνη τον ελευθέρωνε, την άκουσε να ρωτάει. «Πόσα πήρατε;»

«Οχτακόσια χιλιάρικα», της απάντησε ο αρχηγός.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μιλούσαν για τη λεία της ληστείας. Να λοιπόν για ποιο λόγο είχαν έρθει στο σταθμό. Μάζεψαν τις ημερήσιες εισπράξεις του ταμείου και επέστρεφαν πίσω ανενόχλητοι.

«Ξεκίνα γρήγορα για τη Γη και θα σου πούμε εμείς που να προσγειωθείς», τον πρόσταξε ο αρχηγός.

Ο Μίλτος, μην τολμώντας να ανοίξει το στόμα του, έβαλε μπροστά και σήκωσε το σκάφος από την εξέδρα. Του έδωσε πορεία για το γαλάζιο πλανήτη, ευχόμενος τουλάχιστον να μην είχε πάθει κακό κάποιος από τους υπαλλήλους του σταθμού. Αναρωτήθηκε βέβαια για ποιο λόγο δεν είχε σημάνει ο συναγερμός και τότε ήταν που άρχισαν να τον ζώνουν τα φίδια. Φτάνοντας στο μέσον της διαδρομής και αντιλαμβανόμενος ότι δεν τους καταδίωκε κάποιο σκάφος της διαστημικής αστυνομίας, ένα μόνο συμπέρασμα μπόρεσε να βγάλει.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του και να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις του. Όταν θα προσεδαφίζονταν, πίστευε ότι, μόνον αν κρατούσε καθαρό το μυαλό του και τις αισθήσεις του σε εγρήγορση, θα κατάφερνε να βγει ζωντανός από αυτήν την άσχημη περιπέτεια, στην οποία άθελά του είχε μπλεχτεί. Αντικρίζοντας τη σφαίρα της Γης να μεγαλώνει, θυμήθηκε το συναγερμό. Από την εμπειρία του γνώριζε ότι, σε περίπτωση ανάγκης, οι σειρήνες ενεργοποιούνταν αμέσως από τους υπαλλήλους της υπηρεσίας και άρχιζαν να ηχούν. Το ότι δεν σήμανε ο συναγερμός, μόνο σε μια αιτία μπορούσε να το αποδώσει. Δεν τον ενεργοποίησαν, επειδή δεν πρόλαβαν να το κάνουν. Πιθανότατα, οι αιμοδιψείς και αδίστακτοι εκείνοι ληστές, τους είχαν εξοντώσει. Κόντευαν να φτάσουν στη Γη, απ’ ό, τι έδειχναν όμως τα πράγματα, καμιά υπηρεσία δεν είχε πάρει ακόμα είδηση αυτό που είχε συμβεί. Σκέφτηκε να μειώσει ταχύτητα, δεν θεώρησε όμως ότι αυτό θα βοηθούσε την κατάσταση. Αντιθέτως προτίμησε να επισπεύσει την επάνοδό τους στη Γη, γιατί πίστευε ότι, πατώντας σε στέρεο έδαφος, ίσως κατάφερνε να ενεργήσει αποτελεσματικότερα και χωρίς τον κίνδυνο κάποιου ατυχήματος.

Την ώρα που είχαν φτάσει πάνω από τη Μεσόγειο, ο αρχηγός της συμμορίας του κόλλησε μπροστά στη μούρη του ένα χάρτη. «Εδώ θα προσεδαφιστούμε», του δήλωσε, δείχνοντάς του ένα σημείο που ήταν κυκλωμένο με κόκκινο μαρκαδόρο.

Ο Μίλτος τον πήρε στα χέρια του και τον μελέτησε με προσοχή. Η ακριβής τοποθεσία που θα προσγειώνονταν, βρισκόταν είκοσι χιλιόμετρα ανατολικά της Καζαμπλάνκας, στις χαμηλότερες πλαγιές του όρους Άτλας. Κατευθύνοντας το σκάφος προς τα εκεί, σκέφτηκε ότι θα ήταν μεγάλο κρίμα να αφήσει τα κόκαλά του στο Μαρόκο, πολύ μακριά από την πατρίδα του. Δεν έτρεφε αυταπάτες. Ήξερε πως ενεργούν οι στυγνοί κακοποιοί σε τέτοιες περιπτώσεις. Δεν αμφέβαλε ότι, μετά το τέλος μιας επιτυχημένης επιχείρησης, μοναδική τους μέριμνα πάντοτε ήταν να μην αφήνουν μάρτυρες.

Προσγείωσε το σκάφος στο σημείο που του είχαν υποδείξει και, πριν ακόμα σβήσει τον κινητήρα, έλυσε τη ζώνη συγκράτησης και έβγαλε το κράνος του. Οι τρεις κακοποιοί, έλυσαν κι εκείνοι τις ζώνες τους και έβγαλαν τα κράνη τους. Ο αρχηγός και η γυναίκα ετοιμάστηκαν να βγουν έξω, ο τρίτος όμως παρέμεινε στη θέση του και σημάδευε το Μίλτο με το πιστόλι.

Το σημείο στο οποίο είχαν προσγειωθεί, απείχε σαράντα περίπου μέτρα από το δημόσιο δρόμο και σε ένα άνοιγμα εκεί κοντά βρισκόταν σταθμευμένο ένα όχημα εδάφους, χωρίς οδηγό. Καθώς οι δυο ληστές κατευθύνονταν προς το αυτοκίνητο, ο αρχηγός σήκωσε το χέρι του και φώναξε σ’ εκείνον που είχε μείνει μέσα: «Τώρα».

Ο τύπος που τον σημάδευε πέταξε ένα, «συγνώμη, ρε φίλε, αλλά δεν γίνεται διαφορετικά», κι ετοιμάστηκε να πατήσει τη σκανδάλη, η έκπληξή του όμως, μόλις δέχτηκε τη σφαίρα από το όπλο του Μίλτου, ήταν μεγαλύτερη από τον πόνο που του προξένησε η πληγή στο χέρι που κρατούσε το δικό του όπλο. Ξεφώνισε ένα δυνατό ‘’ωχ’’ και το δίκαννο έπεσε από τα χέρια του. Ο Μίλτος έσκυψε και το μάζεψε από το πάτωμα, νιώθοντας απέραντη ευγνωμοσύνη για τον παλιό συνάδελφό του τον Τζιμ, που τον είχε κάποτε συμβουλεύσει να κρύβει πάντοτε κι ένα εφεδρικό όπλο κάτω από το κάθισμά του.

Οι άλλοι δύο στράφηκαν ξαφνιασμένοι να δουν τι συνέβη και βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις διπλές, σκοτεινές κάννες που τους σημάδευαν, των δύο όπλων που κρατούσε στα χέρια του ο Μίλτος. Απειλώντας τους με τα πιστόλια, τους συγκέντρωσε όλους κοντά στο σκάφος και κάλεσε με τον ραδιοπομπό του τις αρχές. Περιμένοντας την άφιξη των αστυνομικών, κάθισε σε μια πέτρα απέναντι από τους κακοποιούς και δεν τους άφηνε λεπτό από τα μάτια του. Εκείνοι τον κοιτούσαν με φαρμακερό βλέμμα και περίμεναν να τους δοθεί η ευκαιρία να δράσουν δυναμικά. Το ύφος τους φανέρωνε το μίσος που έτρεφαν για εκείνον και την απροθυμία τους να παραδοθούν αμαχητί. Όλα επάνω τους μαρτυρούσαν ότι δεν μπορούσαν να αποδεχτούν το γεγονός πως είχαν αιφνιδιαστεί τόσο εύκολα και είχαν πιαστεί στη φάκα σαν ηλίθια ποντίκια.

Ο Μίλτος από την πλευρά του, ένιωσε μεγάλη ανακούφιση που είχε καταφέρει να σώσει ο ίδιος τη ζωή του και να ξεμπλέξει ανώδυνα από εκείνη την απίθανη περιπέτεια. Διακρίνοντας τώρα την επιθυμία των άλλων να εκμεταλλευτούν κάποια αδράνειά του και να του επιτεθούν, κούνησε απειλητικά τα όπλα του και τους προειδοποίησε: «Το ξέρω πως σας κακοφαίνεται που βρεθήκατε σ’ αυτή τη θέση, αλλά νομίζω ότι το αξίζετε. Βγάλτε λοιπόν από το μυαλό σας οποιαδήποτε σκέψη για προσπάθεια εξουδετέρωσής μου και καθίστε ήσυχα μέχρι να έρθει η αστυνομία, διαφορετικά θα πάτε εκεί που θέλατε να στείλετε εμένα».

Οι κακοποιοί είχαν λυσσάξει. Η ιδέα ότι περίμεναν σαν κότες τη σύλληψή τους, τους έκανε να νιώθουν σαν σε θηρία στο κλουβί. Ο ένας ήταν ήδη εξουδετερωμένος και καθόταν στην άκρη διπλωμένος στα δύο, βαστώντας ένα μαντήλι επάνω στην πληγή του χεριού του. Οι άλλοι δύο έδειχναν έτοιμοι να εφορμήσουν επάνω στο Μίλτο, δίσταζαν όμως να το επιχειρήσουν. Η ώρα περνούσε βασανιστικά αργά και ο Μίλτος φάνηκε να χάνει την υπομονή του. Είχε κουραστεί, ένιωθε όλα τα μέλη του κορμιού του πιασμένα και φοβόταν μήπως του επιτεθούν και δεν κατάφερνε ν’ αντιδράσει. Κάποια στιγμή πρόσεξε ότι ο αρχηγός κινήθηκε λίγο προς το μέρος του, κι αυτό τον ανησύχησε. Δεν σκόπευε να τους δώσει το δικαίωμα να ξεφύγουν ή να του κάνουν κακό, γι αυτό και ενήργησε αστραπιαία, θέλοντας παράλληλα να τους στείλει και το μήνυμα ότι δεν αστειευόταν. Πυροβόλησε μια φορά μπροστά στα πόδια του ληστή και τον υποχρέωσε να οπισθοχωρήσει τρομαγμένος.

Μισή ώρα αργότερα, η αναμονή τελείωσε. Τρία σκάφη της διαστημικής αστυνομίας, προσγειώθηκαν κοντά τους και μια ντουζίνα πάνοπλοι αστυνομικοί πήδησαν στο έδαφος και περιτριγύρισαν το ταξί και τους κακοποιούς. Ο Μίλτος κατέβασε τα όπλα του, τα ακούμπησε στο χώμα και τραβήχτηκε στην άκρη. Ο επικεφαλής αξιωματικός, πλησίασε κοντά του και του άπλωσε το χέρι.

«Συγχαρητήρια, αγαπητέ», του είπε σφίγγοντάς του το χέρι. «Έκανες πολύ καλή δουλειά. Ούτε αστυνομικός να ήσουνα. Χάρη σε σένα πιάσαμε αυτά τα καθάρματα που έχουν σκοτώσει τόσο κόσμο».

Από τα λεγόμενά του, ο Μίλτος κατάλαβε ότι η ληστεία στο διαστημικό σταθμό δεν ήταν αναίμακτη. «Υπήρξαν πολλά θύματα;» ρώτησε τον αστυνομικό.

«Στη σημερινή ληστεία δύο, αλλά υπάρχουν και άλλα τρία σε προηγούμενες απόπειρες. Τους αναζητούσαμε καιρό, αλλά κατάφερναν και ξεγλιστρούσαν. Εσύ όμως, πώς τα κατάφερες; Όταν επιστρέψουμε στην Ευρώπη, κάνε μου μια αναφορά. Θα μας χρειαστεί για την προανάκριση».

Καθώς οι αστυνομικοί συλλάμβαναν τους ληστές, ο αξιωματικός τον τράβηξε παράμερα. «Το χειρότερο σε αυτήν την υπόθεση», του είπε, κουνώντας με θλίψη το κεφάλι του, «είναι ότι το ένα από τα δύο σημερινά θύματα είχε τέσσερα παιδιά. Αντιλαμβάνεσαι επομένως την τραγωδία αυτής της οικογένειας».

Ο Μίλτος ένιωσε πολύ άσχημα. Κοίταξε τα ανθρωπόμορφα τέρατα που σπρώχνονταν από τους άντρες της αστυνομίας να μπουν μέσα στα αερόπλοια και ευχήθηκε να εισέπρατταν την τιμωρία που τους άξιζε. Χαιρέτησε τον αξιωματικό κι ετοιμάστηκε να επιβιβαστεί στο σκάφος του, τον είδε όμως να επιστρέφει κοντά του και να του λέει: «Το ξέρεις βέβαια ότι δικαιούσαι αμοιβή για την πράξη σου. Το δέκα τοις εκατό από τα χρήματα που εκλάπησαν, είναι δικά σου. Πρόκειται για αρκετά μεγάλο ποσόν, το οποίο φαντάζομαι ότι θα σου λύσει αρκετά προβλήματα».

Καθώς έφευγε τον ρώτησε χαμογελώντας: «Αλήθεια, για πες μου, τι θα τα κάνεις τόσα λεφτά;» ο Μίλτος όμως απέφυγε να του απαντήσει.

Μπήκε μέσα στο ταξί του πλημμυρισμένος από ανάμικτα συναισθήματα. Ένιωθε θλίψη για τα αθώα θύματα εκείνων των καθαρμάτων, αλλά και χαρά για την αίσια έκβαση της απίθανης εκείνης ιστορίας. Το ζήτημα της αμοιβής δεν τον συγκίνησε και τόσο. Όχι πως ήταν άσχημα που, από τη μια στιγμή στην άλλη, βρέθηκε με ογδόντα χιλιάρικα στην τσέπη, αλλά εκείνο που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν το γεγονός ότι είχε καταφέρει να επιβιώσει από μια άκρως επικίνδυνη κατάσταση. Ασυναίσθητα σκέφτηκε πάλι την ερώτηση του αξιωματικού. Άκου τι θα τα έκανε τόσα λεφτά; Μα θα έλυνε το βιοποριστικό του πρόβλημα. Θα εγκατέλειπε οριστικά το επάγγελμα του ταξιτζή, αφού είχε αποδειχτεί ότι έβλαπτε σοβαρά την υγεία.

Καθώς έβαζε μπροστά τον κινητήρα, άρχισε να σκέφτεται που θα μπορούσε να τα επενδύσει, όταν όμως είδε με τη φαντασία του τέσσερα ζευγάρια παιδικά μάτια να τον κοιτάζουν λυπημένα, δεν του έμεινε η παραμικρή αμφιβολία για το τι ακριβώς θα τα έκανε τα χρήματα της αμοιβής.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ

-Ρε συ, ψηλέ, ο λαός μας βρίζει.
-Ε, και λοιπόν; Κλείσε τα αυτιά σου και κάνε ότι δεν ακούς!
-Ρε συ, ψηλέ, οι πολίτες μας φασκελώνουν.
-Ε, και; Κλείσε τα μάτια σου και κάνε ότι δεν βλέπεις!
-Ρε συ, ψηλέ, κάποιος μας έκανε μήνυση για εσχάτη προδοσία.
-Ε, και τι φοβάσαι, ρε χοντρέ; Οι δικαστές θα ''πεισθούν'' για την αθωώτητά μας!
-Ρε συ ψηλέ, κάποιοι φωνάζουν ότι πεινάνε.
-Και λοιπόν; Στείλε τους στα συσσίτια των ιδρυμάτων!
-Ρε συ ψηλέ, κάποιοι λένε ότι οι Τράπεζες τους πήραν τα σπίτια.
-Και πού είναι το πρόβλημα; Στείλε τους αντίσκηνα!
-Ρε συ ψηλέ, μερικοί μας απειλούν ότι θα μας κρεμάσουν.
-Σιγά τα ωά! Όταν τελειώσουμε το ''έργο'' μας, θα την κάνουμε εν μια νυκτί!
-Ρε συ ψηλέ, χθες άκουσα κάποιον να λέει ότι δεν ξέρεις ποδήλατο.
-Έλα ρε χοντρέ, σοβαρά μιλάς τώρα; Τι λέει ο άνθρωπος; Εγώ δεν ξέρω ποδήλατο; Τον πληροφορώ ότι η μάνα μου, όταν ήμουνα μικρός, μου είχε τάξει: ''Γιωργάκη, αν μάθεις ποδήλατο, θα σε στείλω να κυβερνήσεις την Ελλάδα''.

                                                                                                    Στέλιος  Αρώνης

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2011

ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΕΩΝ

                              ΠΟΛΕΜΟΣ ΑΞΙΩΝ ΚΑΙ ΙΔΕΩΝ






Την εποχή της Αναγέννησης, και ύστερα από μια πολύ μακρά περίοδο σκότους, φόβου, θανάτου και προκαταλήψεων, άρχισε σιγά-σιγά ένας πόλεμος, τον οποίον ελάχιστοι είχαν αντιληφθεί. Κάποια φωτεινά μυαλά της εποχής, αμφισβήτησαν τη διατυπωμένη από την εκκλησία γεωκεντρική θεωρία του κόσμου και πυροδότησαν μια αντιπαράθεση μεταξύ της επιστήμης και της θρησκείας. Αργότερα, την εποχή του Διαφωτισμού, κάποια άλλα φωτεινά μυαλά, περισσότερα μάλιστα αυτή τη φορά, επιτέθηκαν ευθέως κατά της ανάλγητης, χρυσοπλούμιστης θρησκευτικής εξουσίας, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν ένα ρεύμα αμφισβήτησής της. Τα χρόνια που ακολούθησαν, μεγάλοι διανοούμενοι του δυτικού κόσμου, τεκμηρίωσαν με επιχειρήματα την ανυπαρξία του όντος που, δήθεν, εκπροσωπούσαν οι ρασοφόροι, και έγραψαν φλογερά κείμενα, τα οποία ακόμα και σήμερα θεωρούνται αριστουργήματα.

Τον 20ο αιώνα, ο πόλεμος συνεχίστηκε σε ήπιους γενικά ρυθμούς, και η αιτία θα πρέπει να αναζητηθεί στους μεγάλους, πραγματικούς πολέμους που στιγμάτισαν την εποχή και την ανθρωπότητα. Παρόλα αυτά, αν και οι θέσεις των περισσότερων σύγχρονων διανοουμένων και επιστημόνων ήταν αθεϊστικές και οι ίδιοι τάσσονταν κατά της θρησκοληψίας, οι τόνοι παρέμειναν χαμηλοί. Και φτάσαμε στην εποχή των υπολογιστών, όπου η πληροφορία μεταδίδεται με αστραπιαία ταχύτητα από τη μια άκρη της Γης στην άλλη και οι ιδέες κυκλοφορούν ελεύθερα. Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης ήταν η μετάδοση ιδεών και απόψεων, οι οποίες αποκρύπτονταν σκόπιμα και συστηματικά από τους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Ταυτόχρονα, τα εκπληκτικά επιτεύγματα της επιστήμης, άνοιξαν τα μάτια πολλών και έδωσαν απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα, στα οποία η θρησκεία απαντούσε με απλοϊκές και ανυπόστατες θεωρίες. Έτσι, τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος των δυο παρατάξεων έχει ενταθεί, το ποίμνιο έχει μειωθεί και το παπαδαριό αντιδρά σπασμωδικά και δείχνει το πραγματικό του πρόσωπο, που δεν είναι άλλο από αυτό της κοσμικής εξουσίας και του πλούτου.

Αντιλαμβάνεστε ότι, στα χρόνια που θα ακολουθήσουν, ο πόλεμος των δυο πλευρών θα συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση, το αποτέλεσμά του όμως είναι προδιαγεγραμμένο. Ο σκοταδισμός, η εκμετάλλευση και ο φόβος της θείας τιμωρίας, θα αποτελέσουν ένα ζοφερό παρελθόν, απαλλάσσοντας τον άνθρωπο από τις προκαταλήψεις χιλιετηρίδων. Ο αναίμακτος πόλεμος των δυο αντιμαχόμενων κοσμοθεωριών, θα λήξει με νικητή τη λογική, την ευθυκρισία και την πίστη, όχι βέβαια σε ανύπαρκτους θεούς, αλλά στην επιστημονική γνώση.

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

ΑΦΟΡΙΣΜΟΙ

                                        ΑΦΟΡΙΣΜΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ






Τον τελευταίο καιρό, κυκλοφορούν προτροπές από διάφορα εκκλησιαστικά μπλογκς, για αναφορά και διαγραφή κάποιων φίλων από το φέισμπουκ, επειδή λέει προσβάλουν το Χριστό και την Παναγία. Μέχρι με αφορισμό έχουν απειλήσει κάποιους. Οι άνθρωποι αυτοί, καλώς ή κακώς, πιστεύουν κάπου, νομίζουν όμως ότι έχουν και το δικαίωμα να απαγορεύουν σε κάποιους άλλους να πιστεύουν σε κάτι διαφορετικό, σε κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα δικά τους πιστεύω. Ξέχασαν ότι δεν ζούμε πλέον στον μεσαίωνα (αν και γι’ αυτό ορισμένες φορές αμφιβάλλω), κι ότι η γνώση για τον κόσμο, δεν αποτελεί αποκλειστικό τους προνόμιο. Κλείνουν τα μάτια στην πραγματική γνώση και αποφεύγουν να δουν κατάματα την αλήθεια, αυτό όμως βασικά είναι δικό τους πρόβλημα και δεν έχω την παραμικρή διάθεση να μπω στη διαδικασία κατήχησής τους. Σε καμία όμως περίπτωση δεν δέχομαι τις μεθοδεύσεις τους, με το αιτιολογικό ότι δήθεν προσβάλλονται τα ‘’είδωλά’’ τους.

Τα δικά μας ‘’είδωλα’’ (πραγματισμός, επιστήμη, επιχειρηματολογία, φιλοσοφία, κ.λ.π.), λεβέντες, τα προσβάλλετε συνεχώς εδώ και 1700 χρόνια, και μάλιστα, παλαιότερα, με έναν πολύ βίαιο, απάνθρωπο θα έλεγα, τρόπο. Δεχτείτε λοιπόν και την άλλη άποψη, κι αν νομίζετε ότι το δίκιο είναι με το μέρος σας, προσπαθήστε να μας πείσετε με επιχειρήματα και όχι με απειλές. Οι αφορισμοί και οι διαγραφές είναι αντιδράσεις ηττοπάθειας, γιατί προφανώς καταλάβατε ότι πνέετε τα λοίσθια. Τα ψωμιά των ψευδεπίγραφων θεών σας είναι λιγοστά πλέον και οι άνευ λογικής απόψεις σας τείνουν να καταστούν γραφικές. Οι άνθρωποι του σήμερα μορφώνονται περισσότερο, η πρόσβασή τους στις πληροφορίες είναι άμεση και διαρκής, και το αποτέλεσμα είναι να αμφισβητούν τις παραδόσεις και να παύουν να ζουν με ψευδαισθήσεις. Αν λοιπόν καταλάβετε έγκαιρα ότι το τέλος μιας μακράς περιόδου σκοταδισμού είναι κοντά, θα σταματήσετε να μας απειλείτε με διαγραφές και αφορισμούς και θα επικεντρωθείτε στις προσευχές σας, ευχόμενοι ‘’να μας φωτίσει ο θεός’’.



Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου Ε.Φ.




...Ο Έντι δεν ήταν χαζός. Από την πρώτη μέρα που είχε πατήσει το πόδι του στον Κέρβερο, είχε καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε στον άθλιο εκείνο πλανήτη. Συνειδητοποιώντας ότι, η άφιξή του εκεί και η συνεχιζόμενη παραμονή του σ’ εκείνο το απαίσιο μέρος, ισοδυναμούσε με την υπογραφή της θανατικής του καταδίκης, φρόντισε να πάρει τα μέτρα του, ώστε να παρατείνει όσο ήταν δυνατόν την διάρκεια της ζωής του. Τη διαστημική στολή του την έβγαζε μόνο για να εξυπηρετήσει τις προσωπικές του ανάγκες, μόλις όμως τελείωνε, την ξαναφορούσε χωρίς καθυστέρηση. Όσο για το κράνος του, αυτό δεν το έβγαζε σχεδόν ποτέ, παρά μόνο για να πάρει ένα γρήγορο γεύμα ή για να λούσει τα μαλλιά του. Το φορούσε ακόμα και στον ύπνο του. Παρατηρώντας το θλιβερό και μακάβριο θέαμα της συνεχούς απώλειας των συντρόφων του, ένιωθε ότι κάτι έπρεπε να κάνει για να το σταματήσει. Καταλάβαινε βέβαια ότι αυτό ήταν πολύ δύσκολο να το κατορθώσει, βλέποντας όμως τους άλλους να αρρωσταίνουν και να σβήνουν ένας-ένας με τη σειρά, ήταν αποφασισμένος να καταρρίψει όλα τα ρεκόρ μακροβιότητας και ανοσίας σ’ εκείνον τον απαίσιο τόπο, φροντίζοντας με αυτόν τον τρόπο, τουλάχιστον έστω τον εαυτό του. Το γνώριζε καλά πως για να το καταφέρει χρειαζόταν υπεράνθρωπη προσπάθεια, εκείνος όμως δεν ήταν από τους ανθρώπους που το βάζουν εύκολα κάτω. Ενδόμυχα, άλλωστε, πίστευε ότι υπήρχε και η δυνατότητα απόδρασης, καθώς ήταν ένθερμος οπαδός του δόγματος ‘’η ελπίδα πεθαίνει τελευταία’’. Από τη φύση του ήταν αισιόδοξος άνθρωπος, οπότε έλπιζε ότι κάποια στιγμή ίσως αυτό γινόταν πραγματικότητα.

Δε μπορεί, βρε αδελφέ, σκεφτόταν κατά καιρούς, προσπαθώντας να ανεβάσει μόνος του το ηθικό του όταν αντιλαμβανόταν ότι αυτό άρχιζε να πέφτει. Κάποτε θα εμφανιστεί κάποιο σκάφος στον ορίζοντα, και τότε βλέπουμε αν θα μπορέσουν να με κρατήσουν άλλο εδώ πάνω.

Είχε καταστρώσει και το σχέδιό του. Όταν το διαστημόπλοιο θα άρχιζε να ξεφορτώνει τις προμήθειες που έφερνε, θα ανακατευόταν με τους εργάτες και τα ρομπότ και, μόλις έβρισκε την κατάλληλη ευκαιρία, θα χωνόταν μέσα στο κήτος του σκάφους και θα κρυβόταν μέσα στις αποθήκες του. Μέχρι να αντιληφθούν οι άλλοι την απουσία του, εκείνος θα βρισκόταν ήδη μακριά. Ελπίζοντας φυσικά ότι, στην περίπτωση ανακάλυψής του, το σκάφος δεν θα επέστρεφε στον Κέρβερο για να τον παραδώσει στους υπεύθυνους, πίστευε πως θα τα κατάφερνε. Το θεωρούσε απλό, αλλά αποτελεσματικό σχέδιο και ήταν εντελώς αποφασισμένος, με την πρώτη ευκαιρία, να το θέσει σε εφαρμογή.

Τον τελευταίο καιρό το σκεφτόταν συνέχεια. Έχοντας χάσει την αίσθηση του χρόνου, και ζώντας σε μια διαρκή μονοτονία, νόμιζε ότι είχε αναλώσει στον Κέρβερο ολόκληρη τη ζωή του. Κουρασμένος ψυχικά από έναν ανελέητο καταιγισμό προβλημάτων, συναισθημάτων και σκέψεων, ώρες-ώρες απογοητευόταν, συγκρίνοντας όμως τον εαυτό του με τους άλλους, ξανάβρισκε τη χαμένη του αυτοπεποίθηση. Εκείνος, ναι μεν μπορεί να είχε κουραστεί από το συνεχές βάρος του κράνους, είχε όμως παραμείνει ακμαίος και υγιής, ενώ οι υπόλοιποι δεν τα κατάφερναν το ίδιο καλά. Καθώς αδυνατούσαν να κοιμηθούν φορώντας στολή και κράνος, έμεναν απροστάτευτοι από την ακτινοβολία και προσβάλλονταν εύκολα από τη ραδιενέργεια, με αποτέλεσμα να λιώνουν σαν τα κεριά. Απορούσαν μάλιστα με την υπομονή του να κοιμάται με πλήρη εξάρτηση, ο Έντι όμως τους αγνοούσε. Γνώριζε πως, αν δεν το έκανε, θα καταντούσε σαν εκείνους. Το ότι ήταν βασανιστικό να κοιμάται έτσι, ένας πραγματικός εφιάλτης, το είχε ζήσει καλά στο πετσί του, αυτός όμως θα συνέχιζε να το κάνει, ακόμα κι αν χρειάζονταν να περάσουν εκατό χρόνια μέχρι να ολοκληρώσει το σκοπό του. Δεν είχε πρόθεση να εγκαταλείψει την τιτάνια προσπάθειά του, δεν έτρεφε όμως και αυταπάτες. Ήξερε ότι αυτό το τελευταίο, αν αργούσε πολύ ακόμα η εμφάνιση του διαστημόπλοιου, μπορούσε κάποια στιγμή να γίνει, μόνον όμως στην περίπτωση που θα τον πρόδιδαν οι δυνάμεις του, ή θα έχανε τα λογικά του.

Εκείνη την ημέρα δεν είχε προλάβει να σκεφτεί τίποτα από όλα αυτά. Με χαλασμένα τα μισά ρομπότ του εργοταξίου, δεν είχε πάρει ανάσα. Έτρεχε και δεν προλάβαινε. Καθώς απουσίαζε παντελώς η πολυτέλεια της καθυστέρησης των εργασιών του ορυχείου, όφειλε να τα επισκευάσει γρήγορα. Όχι ότι θα είχε επιπτώσεις αν αργούσε να το κάνει, εκείνον όμως τον ενδιέφερε πρωτίστως η φήμη του. Θεωρείτο ο καλύτερος ηλεκτρονικός των αποικιών και την πρωτιά αυτή δεν είχε σκοπό να τη χαρίσει σε άλλον. Ακόμα κι αν ήξερε ότι θα πέθαινε την άλλη μέρα, ποτέ δεν θα άφηνε εκκρεμότητα, και τη δουλειά του θα την έκανε όσο καλύτερα μπορούσε.

Κόντευε να μεσημεριάσει όταν έβαλε σε λειτουργία και το τελευταίο ρομπότ. Έβγαλε για μια στιγμή το κράνος του για να σκουπίσει τον ιδρώτα του και άκουσε έναν δυνατό θόρυβο. Αρχικά νόμισε ότι είχε χαλάσει κάποιο από τα μεγάλα μηχανήματα εκσκαφής και μούγκριζε έτσι εκκωφαντικά, όταν όμως γύρισε το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση, το είδε. Πλησίαζε γρήγορα προς το μέρος τους, ήταν κατακίτρινο και φυσικά τεράστιο. Ένιωσε να συνταράζεται. Δεν τολμούσε να το πιστέψει. Η πρώτη σκέψη που έκανε αντικρίζοντάς το ήταν πως, η πολυπόθητη στιγμή που στωικά την περίμενε τόσο καιρό, είχε πια φτάσει.

Το φορτηγό διαστημόπλοιο, με τους φλεγόμενους επιβραδυντές του σε πλήρη ισχύ, ακούμπησε παλινδρομώντας στο έδαφος της μεγάλης αλάνας που χρησίμευε για διαστημοδρόμιο, έβγαλε έναν τελευταίο οξύ ήχο, σαν μουγκρητό πληγωμένου θηρίου, και ακινητοποιήθηκε, τυλιγμένο μέσα σε τόνους κουρνιαχτού. Η ξαφνική του εμφάνιση υποχρέωσε όλο το προσωπικό του εργοταξίου να παρατήσει στη μέση τις εργασίες του και να σταθεί ακίνητο και να το κοιτάζει με δέος.

Ο Έντι, αμέσως μετά το πρώτο ξάφνιασμα, φόρεσε ξανά την κάσκα του, μάζεψε τα εργαλεία του, κι έτρεξε να τα αφήσει στην αποθήκη. Νιώθοντας την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή, επέστρεψε γρήγορα κοντά στο διαστημοδρόμιο. Σκοπός του ήταν να παρακολουθήσει τις κινήσεις των μελών του πληρώματος, ελπίζοντας να καταφέρει κάποια στιγμή να χωθεί μέσα. Η μεγάλη ώρα είχε φτάσει και με τίποτα δεν θα άφηνε την ευκαιρία που του παρουσιαζόταν να πάει χαμένη. Θα το επιχειρούσε, όποιο κι αν ήταν το τίμημα αυτού του τολμήματος.

Μόλις η σκόνη κατακάθισε και ξαναφάνηκε το περίγραμμα του διαστημικού θηρίου, ο Έντι είδε τη μπουκαπόρτα του να ανοίγει και να μετατρέπεται σε μια μεγάλη ράμπα για την εκφόρτωση των εμπορευμάτων. Από μέσα άρχισαν να βγαίνουν κλαρκ και φορτοεκφορτωτές, οδηγούμενοι από μικρά ρομπότ, και εναπέθεταν τα ογκώδη κιβώτια που μετέφεραν κατευθείαν μέσα στις αποθήκες του οικισμού. Η ανθρώπινη παρουσία είχε περιοριστεί μονάχα στην είσοδο του σκάφους, αυτό όμως κάθε άλλο παρά ελπιδοφόρο σημάδι ήταν. Δυο μεγαλόσωμοι κοσμοναύτες στέκονταν όρθιοι στις άκρες της ράμπας και παρακολουθούσαν τις κινήσεις όσων μπαινόβγαιναν στο σκάφος.

Σκούρα τα πράγματα, συλλογίστηκε ο Έντι. Μάλλον θα πρέπει να σκεφτώ άλλον τρόπο να εισχωρήσω. Πώς στην ευχή θα περνούσα από μπροστά τους χωρίς να με αντιληφθούν; Τι δικαιολογία θα μπορούσα να βρω, αν με ρωτούσαν που πάω;

Δεν γνώριζε πόσο χρόνο θα διαρκούσε η παραμονή του σκάφους στον Κέρβερο, θεώρησε όμως ότι, αν ήθελε να πετύχει το σκοπό του, μάλλον θα έπρεπε να βιαστεί, κι αυτό του προκάλεσε πρόσθετο άγχος. Στάθηκε λίγη ώρα ακόμα εκεί και, όταν αντιλήφθηκε πως η εκφόρτωση τελείωνε, κατάλαβε τι έπρεπε να κάνει. Στην αποθήκη υπήρχαν τα κιβώτια με τα υλικά που προορίζονταν για εξαγωγή και ο Έντι θα έκανε την κίνησή του, πριν αρχίσει η φόρτωσή τους στο διαστημόπλοιο. Η Ιλιάδα του Ομήρου ήταν ένα από τα αγαπημένα του αναγνώσματα και η θύμηση της εισόδου των Ελλήνων στην Τροία με τον δούρειο ίππο, ήταν το περιστατικό που του καθόρισε πως έπρεπε να ενεργήσει.

Έτρεξε στην αποθήκη χωρίς άλλη χρονοτριβή, αγνοώντας την υπόδειξη ενός συναδέλφου του να προσέχει τα μηχανήματα φορτοεκφόρτωσης, και κρύφτηκε πίσω από τις στοίβες των κιβωτίων. Απέφυγε εκείνα με το ουράνιο και διάλεξε ένα μεγάλο κιβώτιο που η επιγραφή του έγραφε ‘’ΠΟΛΥΤΙΜΑ ΜΕΤΑΛΛΑ’’. Ξεκάρφωσε με ένα λοστό το καπάκι του και, αφού πρώτα έβγαλε τη στολή και το κράνος του, τα πέταξε σε ένα ντενεκέ για σκουπίδια. Έπειτα, καταβάλλοντας μια μικρή προσπάθεια, στριμώχθηκε μέσα στο λιγοστό ελεύθερο χώρο του. Στο τέλος, ξανάβαλε το καπάκι πρόχειρα από πάνω, συγκρατώντας το από μέσα με τα χέρια του, και περίμενε με αγωνία τη φόρτωσή του στο διαστημόπλοιο. Λίγα λεπτά αργότερα, που σ’ εκείνον φάνηκαν σαν αιώνες, άκουσε τα μηχανήματα να σηκώνουν ένα-ένα τα κιβώτια. Κάποια στιγμή ήρθε και η σειρά του δικού του. Αρχικά ένιωσε ένα δυνατό τράνταγμα και αμέσως μετά άρχισε να κινείται αιωρούμενος. Οι μηχανές των φορτοεκφορτωτών έκαναν μεγάλο θόρυβο καθώς μετέφεραν τα ογκώδη κιβώτια, εκείνος όμως άκουγε μόνον τους χτύπους της καρδιάς του, που την ένιωθε πως ήταν έτοιμη να σπάσει από το δυνατό ταρακούνημά της.

Όταν έπαψε να κινείται και άκουσε το μηχάνημα να απομακρύνεται, τότε κατάλαβε ότι πλέον βρισκόταν μέσα στο σκάφος. Δεν γνώριζε αν ήταν ασφαλής, δεν τολμούσε όμως και να κουνηθεί. Αν δεν βεβαιωνόταν ότι είχαν αναχωρήσει οριστικά και είχαν απομακρυνθεί αρκετά από εκείνον τον μισητό πλανήτη, δεν είχε σκοπό να μετακινηθεί από την άβολη θέση του.

Ο χρόνος κυλούσε βασανιστικά αργά. Όσο η ώρα περνούσε, τα μέλη του άρχισαν να πιάνονται και να νιώθει συμπτώματα ασφυξίας. Σιγά-σιγά, οι θόρυβοι και τα πηγαινέλα των μηχανημάτων άρχισαν να μειώνονται αισθητά, κι αυτό του έδωσε το θάρρος να ανασηκώσει λίγο το καπάκι για να μπορέσει να πάρει μιαν ανάσα. Το έκανε με χίλιες προφυλάξεις και, από το στενό άνοιγμα που δημιουργήθηκε, είδε ότι βρισκόταν μέσα σε ένα τεράστιο αμπάρι γεμάτο με δεκάδες μικρά και μεγάλα κιβώτια και πως οι φορτοεκφορτωτές εγκατέλειπαν ένας-ένας το χώρο. Πήρε μερικές βαθιές ανάσες, ελπίζοντας ότι αυτές θα ήταν οι τελευταίες δόσεις του όχι και τόσο καθαρού αέρα που αναγκαζόταν να βάλει μέσα στα πνευμόνια του.

Άκουσε σιδερένιες πόρτες να κλείνουν και είδε τους μικρούς λαμπτήρες που κρέμονταν από την οροφή να ανάβουν και να φωτίζουν διακριτικά το χώρο. Επικράτησε μια μικρή ησυχία που δεν διήρκησε όμως πολύ. Εντελώς ξαφνικά, αντήχησε ο βόμβος των πανίσχυρων μηχανών του σκάφους που έπαιρναν μπροστά και ολόκληρο το μεταλλικό θηρίο άρχισε να δονείται, κάνοντας έναν ανατριχιαστικό θόρυβο. Ο Έντι λούφαξε ξανά μέσα στο ξύλινο κουτί του, αποφασισμένος να κάνει υπομονή. Η μεγάλη, η πολυπόθητη στιγμή, είχε πια φτάσει και θα ήταν ανοησία του να τους δώσει το δικαίωμα να τον ανακαλύψουν.

Όση ώρα διήρκησε η εκτόξευση, δεν κούνησε ούτε το δάχτυλό του, όταν όμως κατάλαβε ότι είχαν αφήσει μακριά τον πλανήτη, άνοιξε πάλι το κάλυμμα για να αναπνεύσει. Ότι η ποιότητα του αέρα ήταν καλύτερη, το αντιλήφθηκε από την πρώτη ρουφηξιά. Φαινόταν καθαρά πως τα σύγχρονα κλιματιστικά και οι ιονιστές του σκάφους έκαναν πολύ καλή δουλειά. Νιώθοντας ένα κύμα θριάμβου να γεμίζει την ψυχή του, ξανάκλεισε το καπάκι και κούρνιασε στη θέση του. Σιγά-σιγά κάποιες ατομικές του ανάγκες είχαν αρχίσει να κάνουν έντονα αισθητή την παρουσία τους, εκείνος όμως ήταν αποφασισμένος να συγκρατηθεί, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που θα γίνονταν αφόρητα πιεστικές...

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

ΕΚΤΟΣ ΟΡΙΩΝ

    Νομίζετε ότι πολύ θέλει ο άνθρωπος για να ''λαλήσει'' ιδίως όταν είναι πολίτης αυτής της χώρας που λέγεται Ελλάδα; Εγώ προσωπικά έχω φτάσει στα όριά μου και φοβάμαι ότι, αν συνεχιστεί αυτή η απαράδεκτη κατάσταση, θα τα ξεπεράσω, με ολέθρια βέβαια αποτελέσματα για μένα και την οικογένειά μου. Κουράστηκα να ακούω κάθε μέρα για νέα μέτρα, κουράστηκα να ακούω εξαγγελίες για προσπάθειες εξόδου από την κρίση, κουράστηκα να βλέπω τις σκατόφατσές τους στην τηλεόραση. Κρίση, κρίση, κρίση, αποφάσεις και ευχολόγια. Μια χούφτα λαμόγια, αποφασίζουν δήθεν για το καλό μας, αλλά το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να μας στείλουν μια ώρα αρχύτερα στο τρελοκομείο ή στον τάφο. Δε σφάξανε. Λογάριασαν χωρίς τον ξενοδόχο. Καλυμένοι πίσω από τον μανδύα της δημοκρατίας και του κοινοβουλευτισμού, μας παίρνουν μέτρα για σάβανο, αλλά είναι τόσο αφελείς και ανόητοι που δεν κατάλαβαν ότι ο λάκκος που ανοίγουν, προορίζεται για τους ίδιους. Η υπομονή μας εξαντλήθηκε, το ταμείο μας είναι μείον, έχουμε όμως αξιοπρέπεια, έχουμε φιλότιμο, κάτι που δυστυχώς δεν ισχύει για τους ίδιους. Το καζάνι βράζει και δεν θα αργήσει να σκάσει. Αν το καταλάβουν έγκαιρα και σταματήσουν να παίζουν ταμπούρλο στις πλάτες μας, θα μας αδειάσουν τη γωνιά αναίμακτα, αν όμως συνεχίσουν να τραβούν το σκοινί, θα τους φάει το μαύρο χώμα, κι αυτό δεν είναι απειλή ή προειδοποίηση, αλλά μια απλή πρόβλεψη, που μπορεί εύκολα να την κάνει ο καθένας.