Σελίδες

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ


Απόσπασμα από το τελευταίο, αστυνομικό μυθιστόρημά μου: 

   Ταξίδεψαν βράδυ. Είχαν περάσει μόλις δυο μέρες από τον άδικο χαμό του μονάκριβου παιδιού τους και δεν άντεξαν να μείνουν άλλο στην Αθήνα. Το διαμέρισμα τους έπνιγε, η γειτονιά τους απόδιωχνε. Η πόλη ολόκληρη τους φαινόταν εχθρική. Αποστρέφονταν τα πάντα. Δεν ήθελαν να βλέπουν τίποτα και κανέναν. Ένιωθαν να ασφυκτιούν, να πνίγονται σαν τα ποντίκια. Αναζήτησαν έναν τρόπο, ώστε να μπορέσουν να ανασάνουν. Κατέβαλαν μεγάλη προσπάθεια να αντέξουν εκείνο το οδυνηρό πλήγμα και έψαξαν να βρουν μια διέξοδο από τη μεγάλη στενοχώρια τους. Η ιδέα ήταν του Μπάζα. «Πάμε να μείνουμε λίγες μέρες στο Πόρτο Χέλι;» πρότεινε στη γυναίκα του, λίγη ώρα πριν το δείπνο.
    Η Μαρία δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν να βρεθεί μακριά από όλα όσα της θύμιζαν τον κανακάρη της. Δεν ήθελε να βλέπει τίποτα από τα δικά του πράγματα και μια απόδραση στο εξοχικό ήταν η καλύτερη λύση, αφού το σπίτι στην Πελοπόννησο ο άτυχος γιος τους δεν είχε προλάβει να το επισκεφτεί. Το είχε στο πρόγραμμά του για το επόμενο Σαββατοκύριακο, αλλά δεν πρόλαβε να το πραγματοποιήσει. Η μοίρα βλέπεις είχε άλλα σχέδια για εκείνον. Μια στιγμιαία απροσεξία, τον έστειλε στα θυμαράκια. Ένα λάθος στην οδήγηση του αυτοκινήτου του, του στέρησε τη δυνατότητα να απολαύσει μιαν ανέμελη και χλιδάτη ζωή και γέμισε με μιαν ανείπωτη θλίψη τις καρδιές των άτυχων γονιών του.
    Εκείνη που δεν μπορούσε να το χωνέψει ήταν η Μαρία. Της φαινόταν απίστευτο αυτό που είχε συμβεί. Ζώντας με την πεποίθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε να τους χαλάσει την όμορφη ζωή που ανοιγόταν σαν ευωδιαστό λουλούδι διάπλατα μπροστά τους και να καταστρέψει τις ευοίωνες προοπτικές που διαφαίνονταν, έπεσε από τα σύννεφα μόλις έμαθε το τραγικό νέο. Θεωρώντας ότι είχαν την ευλογία του Θεού, πίστευε ότι το Σύμπαν συνεργαζόταν αρμονικά με τις επουράνιες δυνάμεις για να τους προσφέρει όλη την ευτυχία που επιζητεί ο άνθρωπος σε αυτήν την πρόσκαιρη ζωή του. Έτσι, η προσγείωσή της στην τραγική πραγματικότητα ήταν ανώμαλη και ιδιαίτερα επώδυνη. 

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο μου, που κυκλοφορεί σύντομα.   

...Νιώθοντας το πρόσωπό του να καίει από έξαψη, τόλμησε να κάνει μερικά βήματα. Μπαίνοντας μέσα στον πρόναο, σταμάτησε για να συνηθίσουν τα μάτια του στο χαμηλό φωτισμό του εσωτερικού. Διέκρινε το άγαλμα του Ίφιτου και το σύμπλεγμα των αλόγων της Κυνίσκας, κι ένιωσε ανείπωτο θαυμασμό για τους προγόνους του. Προσπέρασε όλα τα αγάλματα του πρόναου και πάτησε το πόδι του στον κυρίως ναό, κλείνοντας τα μάτια. Όταν τα ξανάνοιξε, αισθάνθηκε την αναπνοή του να κόβεται. Στο βάθος, μέσα στον τεράστιο σηκό, ο γιγάντιος Δίας ορθωνόταν ολοζώντανος θαρρείς πάνω στο υπερυψωμένο βάθρο του.
    Ο Τιμολέων συγκλονίστηκε. Απέναντί του, όσο κι αν του φαινόταν απίστευτο, καθόταν στο θρόνο του ο ίδιος ο πατέρας των αρχαίων θεών. Περιγραφές για το περιβόητο εκείνο άγαλμα-που θεωρείτο το σπουδαιότερο από τα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου-είχε διαβάσει πολλές, καμιά τους όμως δε μπορούσε ν’ αποδώσει με ακρίβεια, αυτό που αντίκριζαν εκείνη τη στιγμή τα μάτια του. Με συνολικό ύψος πάνω από δώδεκα μέτρα, το αριστοτεχνικό δημιούργημα του Φειδία, άφηνε άναυδο όποιον το αντίκριζε.
    Ο Τιμολέων άργησε να συνέλθει. Όταν μετά από μερικά λεπτά το κατάφερε, πλησίασε κοντύτερα. Έχοντας πια προσαρμοστεί στις συνθήκες φωτισμού του ναού, δεν ήξερε τι να πρωτοθαυμάσει πάνω σ’ εκείνο το μοναδικό έργο της αρχαίας ελληνικής γλυπτικής. Τα υλικά κατασκευής του, το μέγεθός του, την αριστουργηματική σύνθεσή του, ή το απαράμιλλο κάλλος του;
    Με σώμα φτιαγμένο από ελεφαντόδοντο και μανδύα, σανδάλια, γένια και μαλλιά από ατόφιο χρυσάφι, το άγαλμα δεν είχε μόνο μεγάλη καλλιτεχνική, αλλά και ανυπολόγιστη οικονομική αξία. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε ένα ολόχρυσο σκήπτρο μ’ έναν αετό στην κορυφή του, στο δε δεξί υποβάσταζε το χρυσό άγαλμα της Νίκης. Τα μαλλιά του ήταν στεφανωμένα με χρυσό κλαδί ελιάς, ο δε θρόνος στον οποίο αναπαυόταν ήταν κι αυτός καμωμένος από ελεφαντόδοντο και χρυσό.
    Ο Τιμολέων δεν ήταν θρησκόληπτος και πολύ περισσότερο δεν ήταν ειδωλολάτρης. Η εικόνα όμως που παρουσιάστηκε μπροστά στα μάτια του ήταν απίστευτη.  Κάτι μέσα του, του ταρακούνησε τα πιστεύω του. Αισθάνθηκε μια ανεξήγητη ανάταση της ψυχής του και κατάλαβε ότι υπήρχαν καταστάσεις και πράγματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ την περιορισμένη ανθρώπινη οπτική τους.
    Το  αντίκρισμα λοιπόν του δημιουργήματος του Φειδία, ήρθε να του επιβεβαιώσει το μεγαλείο, όχι κάποιου κατασκευασμένου Θεού, αλλά του ίδιου του Ανθρώπου. Το επιβλητικό εκείνο αριστούργημα, που όμοιό του δεν θα ξαναφτιαχνόταν ποτέ πάνω στη γη, το είχε εμπνευστεί και δημιουργήσει ένας άνθρωπος με σάρκα και οστά.
    Έτσι, νιώθοντας απέραντο θαυμασμό για τον άνθρωπο που άκουγε στο όνομα Φειδίας και, ωθημένος από μια ανεξήγητη παρόρμηση, έπεσε στα γόνατα και προσκύνησε το χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία...              

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου

   Η Μαρία πάλι δεν έδινε δεκάρα για τις επενδύσεις του άντρα της. Έχοντας, από τη μια στιγμή στην άλλη βουτηχτεί μέσα στο χρήμα, έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι δεν θα τελείωνε ποτέ. Τα παθήματα του παρελθόντος δεν της είχαν γίνει μάθημα. Είχε νοσήσει από την αρρώστια του νεοπλουτισμού και νόμιζε ότι όλος ο κόσμος ήταν απλωμένος μπροστά στα πόδια της και πως η ζωή ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Κατανάλωνε το χρόνο της μεταξύ αγοράς και εκκλησίας. Δεν υπήρχε μέρα που να μην ψώνιζε κάποιο αντικείμενο, τις περισσότερες φορές άχρηστο, τις δε Κυριακές επισκεπτόταν ανελλιπώς τον ενοριακό ναό τους, για να προσευχηθεί στο Θεό για τα αγαθά που τους είχε απλόχερα προσφέρει. Θεωρούσε τον εαυτό της και την οικογένειά της ευλογημένους, αδιαφορώντας αν κάποιοι άλλοι άνθρωποι που εκκλησιάζονταν μαζί, ζούσαν μέσα στη δυστυχία και την ανέχεια. Τη διάκριση αυτή του Θεού στα πλάσματά του, την απέδιδε σε παράγοντες που σχετίζονταν με τον αμαρτωλό  χαρακτήρα ορισμένων. Εκείνη δεν είχε πειράξει ποτέ ούτε μυρμήγκι, εκτελούσε ανελλιπώς και με ευλάβεια τις διδαχές των γραφών και τα θρησκευτικά της καθήκοντα, γι’ αυτό και πίστευε ότι ανταμειβόταν από τον Μεγαλοδύναμο. Ήταν απόλυτα πεπεισμένη ότι οι προσευχές της έπιαναν τόπο.
    Της το είχε επιβεβαιώσει και ο εφημέριος. Δεν είχε δυσκολευτεί να την πείσει ότι όσο παρέμενε πιστή και ανοιχτοχέρα, ο Θεός θα συνέχιζε να την επιβραβεύει και να της χαρίζει όλα τα καλά του κόσμου, κι εκείνη βέβαια πάλι δεν τον είχε αφήσει έτσι. Όταν, για παράδειγμα, έμαθε ότι το αυτοκίνητό του είχε χαλάσει, προσφέρθηκε να τον βοηθήσει οικονομικά, ώστε να μπορέσει να αγοράσει άλλο. Εκτός αυτού, οι προσφορές της στην εκκλησία, αλλά και στον ίδιο τον ιερέα, δίνονταν συχνά και χωρίς φειδώ.
    Ο άντρας της δεν συμμεριζόταν αυτή τη συνεχιζόμενη σπατάλη της συμβίας του, ούτε και τον ενθουσίαζε η εξάρτησή της από τη θρησκεία και τους εκμεταλλευτές της, έκανε όμως τα στραβά μάτια, γιατί αυτή η κατάσταση εξυπηρετούσε και τον ίδιο. Όσο εκείνη ξόδευε για τον εαυτό της, έβρισκε κι αυτός τη δικαιολογία να ξοδεύει αφειδώς από τα χρήματα που είχαν κληρονομήσει, με σκοπό τις επικερδείς επενδύσεις, όπως ισχυριζόταν, ασχέτως αν η τοποθέτηση των χρημάτων τους αργούσε να αποδώσει.
    Κι εντελώς ξαφνικά, ένα απλό τηλεφώνημα μέσα στην ανεμελιά ενός ευχάριστου, ανοιξιάτικου πρωινού, μετέτρεψε την επίπλαστη ευτυχία σε μιαν ανείπωτη δυστυχία. Μετέτρεψε σε μηδέν χρόνο το όνειρο σε εφιάλτη. Η υποτιθέμενη ευδαιμονία που επικρατούσε το τελευταίο διάστημα μέσα σ’ εκείνο το πολυτελές διαμέρισμα, σε μερικά  μόλις δευτερόλεπτα, μετουσιώθηκε σε μιαν άνευ προηγουμένου τραγωδία.
    «Βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση», άκουσε η Μαρία τον αξιωματικό της τροχαίας να της ανακοινώνει, «να σας αναγγείλω ότι ο γιος σας έπεσε θύμα τροχαίου δυστυχήματος».
    Η βουβαμάρα της δεν κράτησε πολύ. Μετά το πρώτο ξάφνιασμα, βρήκε το σθένος να ρωτήσει: «Πώς έγινε; Είναι καλά το παιδί;»
    «Δυστυχώς…», πρόλαβε μόνο ν’ ακούσει, προτού το ακουστικό φύγει από το χέρι της και πριν η ίδια σωριαστεί λιπόθυμη στο πάτωμα.
    Ο Μπάζας, μόλις τότε συνειδητοποίησε ότι κάτι τρομερό είχε συμβεί. Παράτησε την εφημερίδα στο τραπέζι κι έτρεξε πάνω από τη γυναίκα του. Τρόμαξε να τη συνεφέρει και υπέστη κι ο ίδιος νευρικό κλονισμό, όταν πληροφορήθηκε από το στόμα της πως ο γιος τους ήταν νεκρός.
    Ήταν λίγη ώρα αργότερα, που εκείνη είχε συνέλθει εντελώς και οι δυο τους  έτρεχαν αλλόφρονες στο νοσοκομείο για να παραλάβουν τη σωρό του, όταν η δυστυχισμένη γυναίκα κατέβαλε απεγνωσμένη προσπάθεια να συνδεθεί με την πραγματικότητα. Στιγμές-στιγμές, νόμιζε ότι έβλεπε κάποιο άσχημο όνειρο κι ότι σε λίγη ώρα θα ξυπνούσε και πως όλα θα ήταν όπως πριν. Όμως, τα απότομα σταματήματα και οι ελιγμοί του τρελαμένου συζύγου της, την επανέφεραν σταδιακά στην σκληρή πραγματικότητα. Ο γιος τους ήταν νεκρός, κι εκείνη όφειλε να το αποδεχτεί. Αναρωτιόταν, πού είχαν κάνει λάθος και ο Θεός τους είχε τιμωρήσει τόσο παραδειγματικά; Ποιο ήταν το σφάλμα τους που υποχρέωσε τον Ύψιστο να τους στείλει εκείνο το τόσο σκληρό μήνυμα;
    Για πρώτη φορά στη ζωή της, και μέσα από εκείνον τον μεγάλο πόνο της ψυχής της, ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τα πιστεύω της. Απόρησε με την πρακτική του Υπέρτατου Όντος και αναρωτήθηκε μήπως, το τραγικό γεγονός  που τόσο απρόσμενα τους είχε συμβεί, δεν ήταν απόρροια άνωθεν εντολής, αλλά κάτι εντελώς συμπτωματικό, κάτι που θα μπορούσε να είχε συμβεί στον καθένα, ανεξαρτήτως του τι πίστευε.
    Ο γιος τους, όπως τους εξήγησε αργότερα ένα όργανο του ανακριτικού της Τροχαίας, ανέβαινε τις πολύ πρωινές ώρες με ταχύτητα την οδό Καλλιρόης, έχοντας καταναλώσει αρκετή ποσότητα αλκοόλ και μιλώντας στο κινητό, και δεν πρόσεξε τον κόκκινο σηματοδότη με αποτέλεσμα να πέσει με σφοδρότητα επάνω σε ένα κάθετα κινούμενο ημιφορτηγό και να σκοτωθεί ακαριαία. Το ευτύχημα ήταν ότι, λίγο πριν το ατύχημα, είχαν αποβιβαστεί οι δυο επιβαίνοντες στο αυτοκίνητό του, κι έτσι είχε αποτραπεί ένα πολύνεκρο δυστύχημα και, από εντελώς καθαρή τύχη,  είχαν σωθεί δυο ζωές. Τελικά, η επιμονή του άσκεφτου νεαρού να επιζητά συνεχώς την έκλυτη ζωή και το ξενύχτι, και η διαρκής αναζήτησή του για ανεύρεση νέων και έξαλλων μεθόδων διασκέδασης, του είχαν φάει το κεφάλι.
    Κατά τη διάρκεια της αναγνώρισης του πτώματος, με τα μάτια στεγνά από δάκρυα, κι εν μέσω του επώδυνου και θλιβερού καθήκοντος που της επέβαλε η τυπική αυτή διαδικασία, η Μαρία επεξεργαζόταν νοερά τα δυο συνταρακτικά γεγονότα του πρόσφατου παρελθόντος, που είχαν αλλάξει δραματικά τη ζωή της, 

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ

Ένα πολύ μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου, ενδεικτικό του τι... σας περιμένει, όταν το διαβάσετε!

    Άφησε τη φαντασία του να ταξιδέψει σε κάποια άλλη εποχή και ένιωσε να συναρπάζεται. Αν τελικά τα ταξίδια στο χρόνο αποδειχνόταν ότι ήταν   εφικτά και ασφαλή, τότε θα επιθυμούσε να βρεθεί κι εκείνος μέσα στη χρονομηχανή του Τιμολέοντα. Ανατρίχιασε στη σκέψη ότι θα του δινόταν η δυνατότητα να ζήσει κάποια ιστορικά γεγονότα από κοντά. Ενθουσιάστηκε με την ιδέα πως θα μπορούσε ν’ αντικρίσει με τα ίδια του τα μάτια, ανθρώπους που τ’ όνομά τους είχε γραφτεί με χρυσά γράμματα στις σελίδες των ιστορικών βιβλίων.  Εκστασιάστηκε με την προοπτική πως θα γινόταν αυτόπτης μάρτυρας περιστατικών που είχαν χαθεί στη λήθη του χρόνου. Έπρεπε, το συντομότερο δυνατό, να επικοινωνήσει με τον Τιμολέοντα. Μόλις έφευγε η Αντιγόνη και επέστρεφε στο δωμάτιό του, θα τον έπαιρνε αμέσως στο κινητό του.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ή ΚΡΙΣΗ ΑΞΙΩΝ;

Μας βομβαρδίζουν νυχθημερόν με την περιβόητη οικονομική κρίση και μας κούρασαν με τις αναλύσεις και με τις σοφιστείες τους, για το πως θα καταφέρουμε να βγούμε από αυτήν την κρίση. Χορτάσαμε από  λόγια κι από θεωρίες, από ειδικούς και μη. Η κινδυνολογία πάει σύννεφο και οι θεωρίες συνωμοσίας δίνουν και παίρνουν και, δυστυχώς, κάθε μέρα που περνάει, οι ''προφητείες'' των καταστροφολόγων επιβεβαιώνονται. Παίρνουν μέτρα και αντί να ανακάμπτουμε οικονομικά, βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στο ''βούρκο''. Τι συμβαίνει, λοιπόν, και δεν παίρνει μπροστά η μηχανή; Γιατί, ενώ οι χειρισμοί των αρμοδίων αποδείχνονται λανθασμένοι, εκείνοι συνεχίζουν να τους επαναλαμβάνουν; Είναι βαλτοί να μας εξοντώσουν, είναι ανίκανοι, είναι προδότες του έθνους και του λαού, είναι υποχείρια ξένων κέντρων, αποσκοπούν σε προσωπικά οφέλη; Ίσως η απάντηση να είναι, ''ενεργούν έτσι, επειδή ισχύουν όλα τα παραπάνω μαζί''.
Δεν διαφωνώ εντελώς με αυτήν την άποψη, αν και την θεωρώ λίγο υπερβολική, αν όμως ισχύει, τότε η κρίση δεν είναι οικονομική, αλλά κρίση αξιών. Οι έχοντες και κατέχοντες, λίγο νοιάζονται για την πλειοψηφία του λαού που στενάζει κάτω από το βάρος όλων αυτών. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι το τομάρι τους. Αν λοιπόν, αυτό δεν σημαίνει πως γιγαντώθηκε ο ατομισμός και η πλεονεξία, τότε τι ακριβώς σημαίνει; Αν αυτή η απαράδεκτη συμπεριφορά δεν οφείλεται στην κρίση που έχει πλήξει τα ήθη και τις αξίες των ανθρώπων, τότε πού οφείλεται;
Φοβάμαι ότι, τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής, που πηγάζει από την αναλγησία κι από την έλλειψη ήθους και ανθρωπισμού των εξουσιαστών μας, θα τα πληρώσουμε πολύ ακριβά (πολλοί βέβαια τα πληρώνουν ήδη), και θα αναγκαστούμε να φτάσουμε στα άκρα. Και μετά, θα αναθεωρήσουμε πάλι κάποιες από τις αξίες της ζωής, και ίσως μάλιστα ξαναγίνουμε άνθρωποι.     

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ


 Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου. 


     ...Βγαίνοντας από το σκάφος, την αντίκρισαν ακριβώς μπροστά τους. Απλωμένη στους πρόποδες του λόφου όπου είχαν εμφανιστεί, φάνταζε μεγάλη κι εντυπωσιακή, κι ήταν περιτριγυρισμένη από ψηλά τείχη που έφταναν μέχρι τη θάλασσα. Εγκατέλειψαν πίσω τους τη χρονομηχανή, που είχε αναπαυθεί στην πλαγιά του λόφου που κρεμόταν πάνω από τις βόρειες συνοικίες της, και κατηφόρισαν προς την Πόλη.
    Λίγη ώρα αργότερα βάδιζαν στα στενά δρομάκια της εμπορικής συνοικίας της, ανακατεμένοι με ανθρώπους διαφόρων φυλών της γης. Οι έμποροι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, άλλοι στα λατινικά, άλλοι στα ελληνικά και ορισμένοι σε μια άλλη ακαταλαβίστικη γλώσσα. Η πολυγλωσσία και η παρουσία ανθρώπων διαφόρων εθνικοτήτων, ήταν λογικό επακόλουθο της γεωγραφικής θέσης της Κωνσταντινούπολης, η οποία δικαιολογημένα χαρακτηριζόταν το σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής.
    Οι τρεις ξένοι από το μέλλον, περιφέρονταν ανάμεσα στα σοκάκια της πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αποκομίζοντας την αίσθηση ενός άλλου, εντελώς διαφορετικού πολιτισμού από εκείνον που είχαν αντικρίσει στην αρχαία Ελλάδα. Η Πόλη, μπορεί να ήταν μεγάλη, δυνατή και πλούσια, δεν είχε όμως τίποτα κοινό με την Αθήνα και τις άλλες πόλεις της αρχαϊκής Ελλάδας. Βασικά, ήταν εμφανής η απουσία των τριών πιο χαρακτηριστικών στοιχείων, που διέκριναν τις πόλεις εκείνες. Της έλειπαν, η φινέτσα, η καλαισθησία και το μέτρο
    Τριγύρισαν για πολλή ώρα, περιεργαζόμενοι τα αξιοθέατα, δεν ξέχασαν όμως και το λόγο που τους παρακίνησε να  πραγματοποιήσουν  εκείνη την επίσκεψη. Είχαν συμφωνήσει να βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη, λίγο καιρό μετά το γεγονός της καταστροφικής πυρκαγιάς, ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν την περιοχή που είχε συμβεί. Όταν θα το κατάφερναν, θα επέστρεφαν στο σκάφος και θα εμφανίζονταν ξανά εκεί, αυτή τη φορά όμως την ημέρα του ίδιου του γεγονότος.
    Μετά από πεζοπορία και ψάξιμο αρκετής ώρας, η έρευνά τους αποδείχτηκε άκαρπη. Η Αντιγόνη, κουρασμένη και απογοητευμένη από το αποτέλεσμα της αναζήτησής τους, άρχισε να διαμαρτύρεται. «Παιδιά, δεν αντέχω άλλο. Ας σταματήσουμε να τριγυρνάμε σαν τις άδικες κατάρες και ας ρωτήσουμε κάποιον άνθρωπο. Υπάρχει λόγος να ταλαιπωρούμαστε τόσο;»
    Ο Νεοκλής δικαιολόγησε τη στάση της φίλης του, θεώρησε όμως πως ίσως ήταν επικίνδυνο να ρωτήσουν κάτι τέτοιο. Καταρχάς δεν γνώριζαν τις συνθήκες του συμβάντος της πυρκαγιάς, κι επομένως αγνοούσαν και τα αποτελέσματά της. Ίσως, οι αρχές της πόλης να είχαν βάλει οι ίδιες τη φωτιά, ίσως και όχι. Αν ίσχυε η δεύτερη περίπτωση, ίσως να είχαν ξεκινήσει έρευνες για τον εντοπισμό των ενόχων, με την προϋπόθεση βέβαια πως υπήρχαν υπόνοιες για εμπρησμό. Αν πάλι το γεγονός είχε θεωρηθεί τυχαίο, τίποτα από τα προηγούμενα δεν θα ίσχυε, αυτό όμως δεν μπορούσαν να το ξέρουν.
    «Νομίζω ότι είναι παρακινδυνευμένο να ρωτήσουμε για κάτι που πονάει την πόλη και τους πολίτες της», προσπάθησε να της εξηγήσει. «Εδώ πρόκειται για μια καταστροφή και όχι για κάποιο αξιοθέατο. Άλλωστε, δεν γνωρίζουμε το ποιόν και την ιδεολογία του ατόμου που θα ρωτήσουμε. Η εποχή που έχουμε βρεθεί είναι παράξενη και επικίνδυνη. Καλό θα ήταν λοιπόν να έχουμε όσο λιγότερες επαφές γίνεται με τους ντόπιους».
    Η Αντιγόνη, αν και βρήκε λογικές τις εξηγήσεις του αγαπημένου της, επέμεινε στην άποψή της. «Δε νομίζω ότι είναι κακό να ρωτήσουμε. Εγώ πιστεύω ότι θα θεωρηθεί πως  το κάνουμε από απλή περιέργεια». Στράφηκε προς το μέρος του Τιμολέοντα: «Τι λες κι εσύ, βρε Τιμολέων;»
    Ο επιστήμονας, θέλοντας να κρατήσει ουδέτερη στάση, απέφυγε να πει ευθέως τη γνώμη του. «Τι να πω, φίλοι μου; Ίσως έχετε δίκιο και οι δύο. Ειλικρινά δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε».
    Τελικά, αποφάσισαν να ρωτήσουν. Φτάνοντας σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι, συνάντησαν έναν καλοντυμένο, νέο άντρα και του υπέβαλαν το ερώτημά τους. Εκείνος σχεδόν τους αγνόησε. Μουρμούρισε κάτι στα λατινικά, τους κοίταξε καχύποπτα, κι έσπευσε να εξαφανιστεί. Πιο πέρα συνάντησαν μια γυναίκα. Εκείνη προθυμοποιήθηκε να τους κατατοπίσει. «Πεντακόσια μέτρα πιο κάτω», τους είπε στα ελληνικά, δείχνοντας την κατεύθυνση με το χέρι της, «βρίσκεται η περιοχή που ζητάτε».
    Την ευχαρίστησαν και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Πλησιάζοντας, έφτασε στα ρουθούνια τους η μυρωδιά του καμένου. Προσπερνώντας το τελευταίο οικοδόμημα, αντίκρισαν την περιοχή της μεγάλης πυρκαγιάς. Μπροστά στα μάτια τους παρουσιάστηκε το θλιβερό θέαμα της αποτέφρωσης ενός ολόκληρου οικοδομικού τετραγώνου. Τα δεκάδες μαυρισμένα και μισογκρεμισμένα κτήρια μαρτυρούσαν το μέγεθος  μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.
    Οι καρδιές τους σφίχτηκαν και ένιωσαν μεγάλη στενοχώρια, καθώς ήξεραν ότι ανάμεσα στα κτήρια και τα αντικείμενα που είχαν καταστραφεί, βρισκόταν και ο περίφημος Χρυσελεφάντινος Δίας. Έμειναν ακίνητοι σαν αγάλματα και δεν ήξεραν τι να σκεφτούν. Θα το ανακάλυπταν σύντομα, πρώτα όμως έπρεπε να εντοπίσουν το οικοδόμημα μέσα στο οποίο φυλασσόταν ο Δίας. Περπάτησαν παράλληλα με τα καμένα κτήρια, προσπαθώντας να βρουν κάποιο σημάδι που θα τους φανέρωνε σε ποιο από αυτά βρισκόταν το άγαλμα. Κάποια στιγμή έφτασαν μπροστά σε μια μικρή πλατεία, απέναντι από την οποία ορθωνόταν ένα... 

Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ


Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου.

    Έμειναν ακόμα λίγη ώρα εκεί, περιεργαζόμενοι το άγαλμα και το εσωτερικό του ναού, κι ύστερα αποχώρησαν. Κατέβηκαν από τον ιερό βράχο και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Φτάνοντας κοντά στην αγορά, παρατήρησαν κάτι που τους τράβηξε την προσοχή και τους κίνησε την περιέργεια. Μια αρκετά μεγάλη ομάδα ανθρώπων βρισκόταν συγκεντρωμένη στον ανοιχτό χώρο μπροστά από το μεγαλοπρεπές κτήριο της αγοράς και είχε περικυκλώσει δύο άντρες. Πλησίασαν κοντύτερα για να δουν τι συμβαίνει και ένιωσαν να συγκλονίζονται όταν διαπίστωσαν ότι ο ένας από τους δυο άντρες ήταν ο Σωκράτης.
    Ο μεγαλύτερος φιλόσοφος όλων των εποχών, φανερά γερασμένος από τα χρόνια και την πολυτάραχη ζωή, στεκόταν όρθιος μπροστά τους και συζητούσε με κάποιο συμπολίτη του. «Δηλαδή, Τιμόξενε», τον άκουσαν να λέει, «ισχυρίζεσαι ότι ο μικρός γιός σου δεν πρέπει να αθλείται, έτσι δεν είναι;»
    Ο συνομιλητής του που άκουγε στο όνομα Τιμόξενος, χαμήλωσε το κεφάλι του και είπε: «Μα αφού όλοι μου λένε ότι αυτό είναι το σωστό για το παιδί, εγώ τι πρέπει να κάνω;»
    «Μου φαίνεται ότι δεν μου τα λες πολύ καλά, Τιμόξενε», ξίνισε τα μούτρα του ο Σωκράτης, «Γιατί πιστεύεις ότι δεν είναι σωστό και ποιοι είναι αυτοί που σου το λένε;»
    Το ενδιαφέρον των δύο νέων από το μέλλον (η Αντιγόνη είχε μείνει πιο πίσω, αφού είδαν ότι καμία γυναίκα δε συμμετείχε στη συζήτηση), είχε κεντριστεί για τα καλά. Τους δινόταν μοναδική ευκαιρία να παρακολουθήσουν τη διαλεκτική ικανότητα του Αθηναίου σοφού που ισχυριζόταν ότι, το μόνο που γνώριζε,  ήταν το ότι δεν ήξερε τίποτα.
    «Δεν είναι σωστό, επειδή ο γιος μου, όπως και συ ο ίδιος γνωρίζεις,  έχει μια μικρή σωματική δυσμορφία, γι αυτό και όλοι ανεξαιρέτως με συμβουλεύουν να μην τον στέλνω στο γυμναστήριο».
    «Σε πληροφορώ ότι δε μπορείς να με πείσεις για την ορθότητα των ισχυρισμών σου», επέμεινε ο φιλόσοφος. «Εγώ, βέβαια από την πλευρά μου, δεν ισχυρίζομαι ότι το σωστό είναι να τον στείλεις. Σ’ αυτό το θέμα δε μπορώ να σε βοηθήσω. Αναρωτιέμαι όμως, πριν κάνεις κάτι για το οποίο ίσως αργότερα μετανιώσεις πικρά, μήπως θα έπρεπε να συμβουλευτείς κάποιον ειδικό; Γιατί, κακά τα ψέματα, αγαπητέ Τιμόξενε, τη λύση σε κάθε μας πρόβλημα δεν δύναται να μας την προσφέρει η γνώμη των πολλών, αλλά μονάχα η γνώση των ειδικών. Κι επειδή είμαι βέβαιος ότι ενδιαφέρεσαι πραγματικά για το καλό του παιδιού σου, θα ήθελα εδώ, ενώπιον των συμπολιτών μας, να υποσχεθείς  ότι θα πράξεις αυτό που θα σου πει ο ειδικός, εντάξει;»
    Ο Τιμόξενος κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι του και απάντησε καταφατικά. Ο Σωκράτης τότε γύρισε προς το συγκεντρωμένο πλήθος που, όσο περνούσε η ώρα, μεγάλωνε και ρώτησε δυνατά. «Υπάρχει μήπως ανάμεσά σας κάποιος γυμναστής, ή, έστω, κάποιος θεραπευτής;»
    Κάποιος από το πλήθος σήκωσε το χέρι του. «Εγώ εργάστηκα επί δέκα χρόνια στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου», φώναξε ο άντρας, ένας μεγαλόσωμος χαμογελαστός τύπος.
    «Ωραία, λοιπόν»,  φώναξε ευχαριστημένος ο Σωκράτης και στράφηκε προς το μέρος του Τιμόξενου. «Ας ακούσουμε λοιπόν τι έχει να μας πει αυτός ο άνθρωπος, που, απ’ ότι φαίνεται, γνωρίζει περισσότερα από εμάς τους υπόλοιπους».
    «Κανονικά θα πρέπει να δω με τα ίδια μου τα μάτια το παιδί, για να μπορέσω να μιλήσω με σιγουριά για το τι είναι πρέπον γι’ αυτό», είπε ο θεραπευτής, βγαίνοντας μπροστά, «αλλά, εν πάση περιπτώσει, πείτε μου τουλάχιστον πιο ακριβώς είναι το πρόβλημά του».
    Η Αντιγόνη παρακολουθούσε τα τεκταινόμενα από κάποια απόσταση και σκεφτόταν ότι, ακόμα κι εκείνη η σχεδόν τέλεια κοινωνία, είχε και τ’ αρνητικά της, ένα από τα οποία ήταν η απαγόρευση στις γυναίκες ν’ ασχολούνται με τα κοινά. Τουλάχιστον, στον τομέα αυτόν, στις περισσότερες κοινωνίες της εποχής της, ο ρόλος της γυναίκας είχε αναβαθμιστεί.
    «Έχει μια μικρή δυσκαμψία στο αριστερό του χέρι», εξήγησε ο Τιμόξενος στο θεραπευτή, «και δε μπορεί να το λυγίσει εντελώς, κι αυτό, δυστυχώς, είναι ένα κουσούρι που το έχει από την ημέρα που γεννήθηκε».
    Ο θεραπευτής, σκέφτηκε αρκετά πριν μιλήσει. Το πλήθος περίμενε με  ανυπομονησία τη γνωμάτευσή του. Μετά από λίγο, εκείνος, αφού πρώτα ανασήκωσε τα χέρια του, κοίταξε στα μάτια το Σωκράτη και είπε: «Έχω την πεποίθηση ότι, στην περίπτωση αυτή, η άθληση, όχι μόνο δεν θα έβλαπτε το νεανία, αλλά ίσως και να τον βοηθούσε να βελτιώσει λίγο την κινητικότητα του χεριού του. Στο κάτω-κάτω, δεν θα έχανε και τίποτα να το δοκιμάσει».
    Τα μάτια του πανέξυπνου φιλόσοφου έλαμψαν από ικανοποίηση. Με τη γνωστή του μέθοδο  και χωρίς ο ίδιος να έχει εκφράσει την προσωπική του άποψη, είχε οδηγήσει τα πράγματα εκεί ακριβώς που ήθελε. Έπιασε λοιπόν τον Τιμόξενο από τους ώμους και του είπε πολύ φιλικά: «Άκουσες αγαπητέ μου, τι είναι το καλύτερο για το παιδί σου. Πήγαινε, λοιπόν, αμέσως να το πάρεις και να το οδηγήσεις στο γυμναστήριο».