Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2012

Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ


 Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου. 


     ...Βγαίνοντας από το σκάφος, την αντίκρισαν ακριβώς μπροστά τους. Απλωμένη στους πρόποδες του λόφου όπου είχαν εμφανιστεί, φάνταζε μεγάλη κι εντυπωσιακή, κι ήταν περιτριγυρισμένη από ψηλά τείχη που έφταναν μέχρι τη θάλασσα. Εγκατέλειψαν πίσω τους τη χρονομηχανή, που είχε αναπαυθεί στην πλαγιά του λόφου που κρεμόταν πάνω από τις βόρειες συνοικίες της, και κατηφόρισαν προς την Πόλη.
    Λίγη ώρα αργότερα βάδιζαν στα στενά δρομάκια της εμπορικής συνοικίας της, ανακατεμένοι με ανθρώπους διαφόρων φυλών της γης. Οι έμποροι διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, άλλοι στα λατινικά, άλλοι στα ελληνικά και ορισμένοι σε μια άλλη ακαταλαβίστικη γλώσσα. Η πολυγλωσσία και η παρουσία ανθρώπων διαφόρων εθνικοτήτων, ήταν λογικό επακόλουθο της γεωγραφικής θέσης της Κωνσταντινούπολης, η οποία δικαιολογημένα χαρακτηριζόταν το σταυροδρόμι Δύσης και Ανατολής.
    Οι τρεις ξένοι από το μέλλον, περιφέρονταν ανάμεσα στα σοκάκια της πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, αποκομίζοντας την αίσθηση ενός άλλου, εντελώς διαφορετικού πολιτισμού από εκείνον που είχαν αντικρίσει στην αρχαία Ελλάδα. Η Πόλη, μπορεί να ήταν μεγάλη, δυνατή και πλούσια, δεν είχε όμως τίποτα κοινό με την Αθήνα και τις άλλες πόλεις της αρχαϊκής Ελλάδας. Βασικά, ήταν εμφανής η απουσία των τριών πιο χαρακτηριστικών στοιχείων, που διέκριναν τις πόλεις εκείνες. Της έλειπαν, η φινέτσα, η καλαισθησία και το μέτρο
    Τριγύρισαν για πολλή ώρα, περιεργαζόμενοι τα αξιοθέατα, δεν ξέχασαν όμως και το λόγο που τους παρακίνησε να  πραγματοποιήσουν  εκείνη την επίσκεψη. Είχαν συμφωνήσει να βρεθούν στην Κωνσταντινούπολη, λίγο καιρό μετά το γεγονός της καταστροφικής πυρκαγιάς, ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν την περιοχή που είχε συμβεί. Όταν θα το κατάφερναν, θα επέστρεφαν στο σκάφος και θα εμφανίζονταν ξανά εκεί, αυτή τη φορά όμως την ημέρα του ίδιου του γεγονότος.
    Μετά από πεζοπορία και ψάξιμο αρκετής ώρας, η έρευνά τους αποδείχτηκε άκαρπη. Η Αντιγόνη, κουρασμένη και απογοητευμένη από το αποτέλεσμα της αναζήτησής τους, άρχισε να διαμαρτύρεται. «Παιδιά, δεν αντέχω άλλο. Ας σταματήσουμε να τριγυρνάμε σαν τις άδικες κατάρες και ας ρωτήσουμε κάποιον άνθρωπο. Υπάρχει λόγος να ταλαιπωρούμαστε τόσο;»
    Ο Νεοκλής δικαιολόγησε τη στάση της φίλης του, θεώρησε όμως πως ίσως ήταν επικίνδυνο να ρωτήσουν κάτι τέτοιο. Καταρχάς δεν γνώριζαν τις συνθήκες του συμβάντος της πυρκαγιάς, κι επομένως αγνοούσαν και τα αποτελέσματά της. Ίσως, οι αρχές της πόλης να είχαν βάλει οι ίδιες τη φωτιά, ίσως και όχι. Αν ίσχυε η δεύτερη περίπτωση, ίσως να είχαν ξεκινήσει έρευνες για τον εντοπισμό των ενόχων, με την προϋπόθεση βέβαια πως υπήρχαν υπόνοιες για εμπρησμό. Αν πάλι το γεγονός είχε θεωρηθεί τυχαίο, τίποτα από τα προηγούμενα δεν θα ίσχυε, αυτό όμως δεν μπορούσαν να το ξέρουν.
    «Νομίζω ότι είναι παρακινδυνευμένο να ρωτήσουμε για κάτι που πονάει την πόλη και τους πολίτες της», προσπάθησε να της εξηγήσει. «Εδώ πρόκειται για μια καταστροφή και όχι για κάποιο αξιοθέατο. Άλλωστε, δεν γνωρίζουμε το ποιόν και την ιδεολογία του ατόμου που θα ρωτήσουμε. Η εποχή που έχουμε βρεθεί είναι παράξενη και επικίνδυνη. Καλό θα ήταν λοιπόν να έχουμε όσο λιγότερες επαφές γίνεται με τους ντόπιους».
    Η Αντιγόνη, αν και βρήκε λογικές τις εξηγήσεις του αγαπημένου της, επέμεινε στην άποψή της. «Δε νομίζω ότι είναι κακό να ρωτήσουμε. Εγώ πιστεύω ότι θα θεωρηθεί πως  το κάνουμε από απλή περιέργεια». Στράφηκε προς το μέρος του Τιμολέοντα: «Τι λες κι εσύ, βρε Τιμολέων;»
    Ο επιστήμονας, θέλοντας να κρατήσει ουδέτερη στάση, απέφυγε να πει ευθέως τη γνώμη του. «Τι να πω, φίλοι μου; Ίσως έχετε δίκιο και οι δύο. Ειλικρινά δεν ξέρω τι πρέπει να κάνουμε».
    Τελικά, αποφάσισαν να ρωτήσουν. Φτάνοντας σε ένα μεγάλο σταυροδρόμι, συνάντησαν έναν καλοντυμένο, νέο άντρα και του υπέβαλαν το ερώτημά τους. Εκείνος σχεδόν τους αγνόησε. Μουρμούρισε κάτι στα λατινικά, τους κοίταξε καχύποπτα, κι έσπευσε να εξαφανιστεί. Πιο πέρα συνάντησαν μια γυναίκα. Εκείνη προθυμοποιήθηκε να τους κατατοπίσει. «Πεντακόσια μέτρα πιο κάτω», τους είπε στα ελληνικά, δείχνοντας την κατεύθυνση με το χέρι της, «βρίσκεται η περιοχή που ζητάτε».
    Την ευχαρίστησαν και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί. Πλησιάζοντας, έφτασε στα ρουθούνια τους η μυρωδιά του καμένου. Προσπερνώντας το τελευταίο οικοδόμημα, αντίκρισαν την περιοχή της μεγάλης πυρκαγιάς. Μπροστά στα μάτια τους παρουσιάστηκε το θλιβερό θέαμα της αποτέφρωσης ενός ολόκληρου οικοδομικού τετραγώνου. Τα δεκάδες μαυρισμένα και μισογκρεμισμένα κτήρια μαρτυρούσαν το μέγεθος  μιας ολοκληρωτικής καταστροφής.
    Οι καρδιές τους σφίχτηκαν και ένιωσαν μεγάλη στενοχώρια, καθώς ήξεραν ότι ανάμεσα στα κτήρια και τα αντικείμενα που είχαν καταστραφεί, βρισκόταν και ο περίφημος Χρυσελεφάντινος Δίας. Έμειναν ακίνητοι σαν αγάλματα και δεν ήξεραν τι να σκεφτούν. Θα το ανακάλυπταν σύντομα, πρώτα όμως έπρεπε να εντοπίσουν το οικοδόμημα μέσα στο οποίο φυλασσόταν ο Δίας. Περπάτησαν παράλληλα με τα καμένα κτήρια, προσπαθώντας να βρουν κάποιο σημάδι που θα τους φανέρωνε σε ποιο από αυτά βρισκόταν το άγαλμα. Κάποια στιγμή έφτασαν μπροστά σε μια μικρή πλατεία, απέναντι από την οποία ορθωνόταν ένα... 

Δεν υπάρχουν σχόλια: