Σάββατο, 31 Μαρτίου 2018

Η ΧΗΡΑ ΚΑΙ Ο ΔΙΑΡΡΗΚΤΗΣ


     Η Αρσινόη κόντευε τα πενήντα και ήταν χήρα από τα τριάντα της. Είχε χάσει τον άντρα της σε τροχαίο, αλλά δεν είχε ξαναπαντρευτεί. Οι λόγοι ήταν πολλοί, ο σπυδαιότερος όλων όμως ήταν ότι υπεραγαπούσε τον εκλιπόντα και δεν ήθελε να βάλει κάποιον άλλον στη θέση του. Εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία και δεν είχε προλάβει να κάνει παιδιά. Σχολούσε αργά το απόγευμα και επέστρεφε στο σπίτι της κουρασμένη, κάτι που την απέτρεπε και από το να βγαίνει έξω με φίλες. Σπάνια και, κυρίως, καμιά Κυριακή, επισκεπτόταν τους γονείς, τους συγγενείς και τη μοναδική της φίλη την Μελίντα, κι αυτό ήταν όλο. Έτσι, λίγο με τη δουλειά, λίγο με το νοικοκυριό, περνούσε ο καιρός, κι ούτε που κατάλαβε πότε πέρασαν τα χρόνια. Της έλειπε βέβαια η σεξουαλική ικανοποίηση, προτιμούσε όμως να την βρίσκει μόνη της, παρά να την αναζητά αλλού.
    Ένα βράδυ, ύστερα από την παρακολούθηση μιας πολύωρης, ερεθιστικής ταινίας στην τηλεόραση, έπεσε για ύπνο. Στριφογύριζε στο κρεβάτι, αλλά δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τα φλογερά φιλιά και οι αγκαλιές των πρωταγωνιστών, τριγυρνούσαν διαρκώς μέσα στο μυαλό της και της είχαν ανεβάσει τη λίμπιντο. Τελικά, κι εκείνο το βράδυ, πάλι με αυτοικανοποίηση θα την έβγαζε. Έβγαλε το νυχτικό της και άρχισε να χαιδεύεται σιγά-σιγά. Τη στιγμή που κόντευε να τελειώσει, άκουσε ένα θόρυβο. Τρόμαξε και σκεπάστηκε με το σεντόνι. Κάποιος είχε μπει μέσα στο σπίτι.  Πάγωσε ολόκληρη. Όλα τα περίμενε, αλλά και ότι θα έπεφτε θύμα διάρρηξης, δεν το είχε ποτέ φανταστεί.
    Ο άγνωστος εισβολέας ακουγόταν που έψαχνε στο σαλόνι και, κάποια στιγμή, μπήκε και στο υπνοδωμάτιο της Αρσινόης. Το σκοτάδι ήταν πυκνό και δεν μπορούσε να δει ποιος βρισκόταν εκεί μέσα, όταν όμως τα μάτια του συνήθισαν στο σκοτάδι, αντίκρισε μια γυναίκα να κοιμάται γυμνή στο κρεβάτι. Η Αρσινόη, αρχικά είχε σκεφτεί να ακολουθήσει την προτροπή της αστυνομίας και να παραστήσει την κοιμισμένη, όταν όμως θεώρησε ότι τέτοια ευκαιρία δεν θα της ξαναδινόταν, πέταξε από πάνω της το σεντόνι και περίμενε τον κλέφτη γυμνή.
    «Σιγά μην ακούσω αυτούς τους βλάκες και κάνω την κοιμισμένη», συλλογίστηκε. «Θα του την πέσω, κι ό, τι ήθελε ας γίνει».
    Έτσι κι έκανε. Μόλις κατάλαβε ότι ο άγνωστος άντρας είχε μπει μέσα, ανασαλεύτηκε, χασμουρήθηκε και ρώτησε με περισσή χάρη: «Ποιός είναι;»
    «Μην ανησυχείς», άκουσε μια βαθιά αντρική φωνή, να της λέει. «Ο Χαρίλαος είμαι και ήρθα να δω αν κοιμάσαι καλά»
    Η συνέχεια ήταν αναμενόμενη και χάρισε στην Αρσινόη μία από τις ωραιότερες βραδιές της ζωής  της. Όταν τελείωσαν και ο Χαρίλαος αποχώρησε, εκείνη πήρε τηλέφωνο τη φίλη της την Μελίντα και της είπε: «Αν μπει διαρρήκτης στο απίτι σου και κάνεις αυτό που είπε η αστυνομία, να το ξέρεις ότι εσύ θα χάσεις. Αυτοί οι γελοίοι, όλο μαλακίες λένε».


Δεν υπάρχουν σχόλια: