Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2013

ΞΕΝΟΔΩΡΟΥ 13

Ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ ''ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ''

               ΟΔΟΣ  ΞΕΝΟΔΩΡΟΥ ΑΡ. 13

    Δυσκολεύτηκε λίγο να βρει τον δρόμο που έψαχνε στα Πατήσια, αλλά τελικά κατάφερε να τον ανακαλύψει. Ήταν ένα στενό δρομάκι, πνιγμένο θαρρείς από τεράστιες πολυκατοικίες, σήμα κατατεθέν μιας πόλης που έπνεε τα λοίσθια. Ο παραλήπτης, του δέματος που μετέφερε, διέμενε στον αριθμό 13, και υπέθεσε ότι η αναζήτησή του θα ήταν σύντομη, με έκπληξή του όμως διαπίστωσε ότι αυτός ο αριθμός δεν υπήρχε. Μετά το έντεκα, που ανήκε σε μια οκταόροφη πολυκατοικία, στο επόμενο οίκημα, μια άθλια, παλιά, χαμηλή μονοκατοικία, αναγραφόταν ο αριθμός 15.
    Ο Χαρίτος κατέβηκε από τη μηχανή του και στάθηκε έξω από το ετοιμόρροπο σπιτάκι, ξύνοντας με απορία το κεφάλι του. Ερεύνησε για κουδούνι, για να διαπιστώσει αν ο παραλήπτης έμενε εκεί, τίποτα όμως δεν φανέρωνε τα στοιχεία του ενοίκου. Υπέθεσε ότι στο ερείπιο εκείνο ίσως δεν έμενε κανένας, δεν θα έφευγε όμως από εκεί, πριν το διαπιστώσει.
    Χτύπησε δυνατά την παλιά ξύλινη πόρτα και περίμενε υπομονετικά μήπως εμφανιζόταν κάποιος. Πάνω που ετοιμαζόταν να φύγει, η πόρτα άνοιξε αργά, κι ένας άντρας αποσδιόριστης ηλικίας εμφανίστηκε στο άνοιγμά της.
    «Τι θέλετε;» ρώτησε με μια άχρωμη φωνή.
    «Συγνώμη για την ενόχληση», απολογήθηκε ο μεταφορέας, «αλλά έχω ένα δεματάκι για κάποια κυρία Αγλαία Ρασοπούλου, στον αριθμό 13. Διαπίστωσα ότι δεν υπάρχει τέτοιος αριθμός και πήρα το θάρρος να χτυπήσω σε σας».
    «Δεν πειράζει. Καλά κάνατε. Η παραλήπτρια που ζητάτε είναι η μητέρα μου, αλλά είναι κατάκοιτη».
    «Α, ωραία! Τότε θα το δώσω σε σας. Το ίδιο είναι». Ξεδίπλωσε ένα χαρτί και το ακούμπησε πάνω στο δέμα. «Βάλετε, αν θέλετε, μια υπογραφή εδώ».
    Ο άλλος υπέγραψε και πήρε το δέμα, γυρίζοντας όμως να μπει μέσα, άκουσε τον μεταφορέα να τον ρωτά: «Αλήθεια, γιατί έχετε τον αριθμό 15, αντί του 13;»
    Ο άντρας κοντοστάθηκε στο πλατύσκαλο και το πρόσωπό του πήρε μια παράξενη έκφραση. «Είναι μεγάλη ιστορία», άρχισε να λέει. «Πριν από πολλά χρόνια, όταν εμφανίστηκε εδώ μια υπηρεσία του Δήμου, για να αριθμήσει όλες τις ιδιοκτησίες του δρόμου, ο παππούς μου αρνήθηκε να πάρει τον αριθμό 13, επειδή δεν ήθελε το σπίτι του να έχει αυτόν τον γρουσούζικο αριθμό. Έτσι, του έδωσαν τον αριθμό 15 και ο 13 δεν υπάρχει».
    «Φαντάζομαι ότι αυτή η αλλαγή θα σας βγήκε σε καλό», έριξε το δόλωμα ο Χαρίτος, για να μάθει περισσότερα γι’ αυτήν την  παράξενη οικογένεια, της οποίας τον πραγματικό αριθμό του σπιτιού της τον είχε καταβροχθίσει το τέρας των προλήψεων και των δεισιδαιμονιών.
    «Δεν μπορώ να το πω», έκανε ο άλλος, ξινίζοντας τα μούτρα του. «Συνέβησαν τόσα δεινά στην οικογένεια του παππού μου, τα οποία κανονικά βέβαια δεν θα έπρεπε να συμβούν σε μια τόσο θρησκευόμενη οικογένεια, όμως εγώ σήμερα είμαι σε θέση να τα δικαιολογήσω».
    Ο Χαρίτος δεν σχολίασε τίποτα από τα περίεργα που είχε ακούσει. Περίμενε υπομονετικά τη συνέχεια.
    «Ένα χρόνο μετά την αρίθμηση, έχασε τη μικρότερη κόρη του στα είκοσί της από φυματίωση. Δυο χρόνια αργότερα έχασε έναν γιο είκοσι οκτώ χρόνων σε τροχαίο με μηχανή. Η μεγαλύτερη κόρη του, η μητέρα μου δηλαδή, παντρεύτηκε έναν ακαμάτη και βίαιο άντρα, έκανε οκτώ παιδιά μαζί του και το τελευταίο το έχασε κι αυτή από παιδική ασθένεια στα δυο του χρόνια. Γενικά, η ζωή όλης της οικογένειας μέσα σε αυτό το σπίτι, κύλησε γεμάτη κακοτυχίες, φτώχεια και δυστυχία».
    «Τότε, αφού δεν πήρατε τον γρουσούζικο όπως λέτε αριθμό, γιατί πιστεύετε ότι συνέβησαν όλα αυτά; Μήπως δεν ήταν θέμα αριθμού, αλλά απλών συμπτώσεων ή λανθασμένων επιλογών;»
    Ο άλλος χαμογέλασε χαζά: «Μπορεί να μην γράφει απ’ έξω 13, αλλά στην ουσία το σπίτι βρίσκεται στο 13, είτε το θέλουμε, είτε όχι. Αυτό ήταν το λάθος του παππού μου. Ο Θεός του είχε στείλει το μήνυμα, εκείνος όμως το αγνόησε. Δεν έπρεπε να είχε κρατήσει αυτό το σπίτι. Το σωστό θα ήταν να το είχε πουλήσει και να είχε αγοράσει κάποιο άλλο. Όλα τότε θα είχαν πάει κατ’ ευχήν».
    Ο Χαρίτος έμεινε να τον κοιτάζει με το στόμα ανοιχτό. Δεν τολμούσε να πιστέψει ότι, όλα αυτά που είχε ακούσει, είχαν ειπωθεί από έναν άνθρωπο του εικοστού πρώτου αιώνα. Τον χαιρέτησε, έκανε μεταβολή και φρόντισε να απομακρυνθεί από εκείνο το μέρος. Του θύμισε μεσαίωνα.
    Τα κεφάλια ορισμένων ανθρώπων, σκέφτηκε με θλίψη, είναι τόσο άδεια που, ό, τι κι αν πεις, ό, τι κι αν κάνεις, δύσκολα θα καταφέρεις να τα γεμίσεις!

       

Δεν υπάρχουν σχόλια: