Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2012

Τζογαδόρος και προληπτικός


Ένα αφήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


            ΤΖΟΓΑΔΟΡΟΣ  ΚΑΙ  ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΟΣ


    Ο Στάθης ήταν το τρίτο παιδί μιας φτωχής, τρίτεκνης, μεταπολεμικής  οικογένειας, μικροκαμωμένος, ασχημούλης και αδικημένος σωματικά, αλλά από μικρός φανέρωσε ότι διέθετε στοιχεία για να γίνει κάποτε μεγάλος και τρανός. Η μητέρα του μάλιστα, μια αμόρφωτη, μοιρολάτρισσα γυναίκα, διατυμπάνιζε συνεχώς ότι ο μικρός γιος της θα κυβερνούσε την Ελλάδα. Το είχε δει, λέει, στον ύπνο της και το είχε δέσει κόμπο. Και την εξωφρενική αυτή ιδέα της, την είχε ενστερνιστεί ολόκληρο το οικογενειακό τους περιβάλλον. Πραγματικά, ο μικρός Στάθης πήγαινε πολύ καλά στο σχολείο, τελείωσε το εξατάξιο γυμνάσιο και πέρασε με επιτυχία της εξετάσεις για την είσοδό του στο Πάντειο πανεπιστήμιο. Εντούτοις, επηρεασμένος από την  οικογένειά του, η οποία ήταν πολύ θρησκευόμενη και ακροδεξιάς ιδεολογίας, και παρόλο που ο ίδιος διάβαζε πολύ, δεν κατάφερε να ξεφύγει από τα νύχια του συντηρητισμού και της θρησκοληψίας.
    Έχοντας γαλουχηθεί με τον φόβο του θανάτου και με την απειλή της μεταθανάτιας τιμωρίας λόγω αμαρτιών, είχε γίνει ιδιαίτερα προληπτικός, σε σημείο που να έχει καταντήσει αντικείμενο χλευασμού και ειρωνείας από τους φίλους του. Ένα άλλο, άσχημο ελάττωμά του, ήταν η ενασχόλησή του με την χαρτοπαιξία. Αρχικά, έπαιζε εντελώς ερασιτεχνικά και χωρίς χρήματα, αργότερα όμως εθίστηκε στο χαρτοπαίγνιο και άρχισε να παίζει με λεφτά. Έπαιζε με κάποιους φίλους του σε μια οικοδομή και σύντομα κόλλησε την ασθένεια του τζόγου. Από εκεί και ύστερα, δεν υπήρχε τυχερό παιχνίδι που να μην το είχε δοκιμάσει. Τι ‘’εδώ παπάς εκεί παπάς’’, έπαιζε, τι προ-πο και λαχεία, το μεγάλο πάθος του όμως ήταν ο ιππόδρομος.
    Έχανε συνέχεια λεφτά, αλλά συνέχιζε να παίζει, πιστεύοντας ότι θα ρεφάρει. «Δεν μπορεί», έλεγε σε έναν ξάδελφό του, με τον οποίον έκανε συχνά παρέα, «ο θεός θα με βοηθήσει να ρεφάρω».
    Ο θεός όμως μάλλον δεν τον άκουγε, κι έτσι τη νύφη την πλήρωνε ο κακομοίρης ο πατέρας του, ο οποίος του είχε αδυναμία και δεν προλάβαινε να τον χαρτζιλικώνει.
    Οι περισσότεροι άνθρωποι του περιβάλλοντός του τον θεωρούσαν έξυπνο, πολύ συχνά όμως οι πράξεις του απέδειχναν το αντίθετο. Ήταν ένας αλλοπρόσαλλος χαρακτήρας, ικανός για το καλύτερο, αλλά και για το χειρότερο. Ήταν κοινωνικός και καλοσυνάτος, κι είχε ανεπτυγμένη την αίσθηση του χιούμορ, αλλά ταυτόχρονα ήταν ευέξαπτος κι εριστικός, κι έμπλεκε αρκετά συχνά σε διαμάχες και διενέξεις. Ήταν ομιλητικός και είχε ευρεία εγκυκλοπαιδική μόρφωση, αδυνατούσε όμως να απαγκιστρωθεί από το άρμα  της δεισιδαιμονίας. Οι παρέες του, κατά τη διάρκεια της εφηβείας του, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων,  δεν διακρίνονταν για το επίπεδο και την ποιότητά τους, με αποτέλεσμα να εθιστεί, όπως είπαμε, στον τζόγο, με όλα τα κακά που αυτό συνεπαγόταν. 
    Αποφοίτησε από την Πάντειο, πήγε φαντάρος και, επιστρέφοντας, έπιασε δουλειά στην τράπεζα. Παράλληλα, έδωσε επιτυχείς εξετάσεις στη Νομική και, ύστερα από δυο-τρία χρόνια κατάφερε να πάρει και το δεύτερο πτυχίο του. Κι ενώ οι προοπτικές για μια καλύτερη ζωή διαφαίνονταν θαυμάσιες, εκείνος συνέχιζε να διακατέχεται από το πάθος του τζόγου και να γκρεμίζει ό, τι με κόπο και θυσίες, δικές του και της οικογένειάς του, είχε κτίσει.
    Κάποια φορά, γυρίζοντας στο σπίτι με τον ξάδελφό του, συνάντησαν μια διπλή κολώνα της ΔΕΗ και ο Στάθης απέφυγε να περάσει ανάμεσά της. Ο ξάδελφός του, αδιαφορώντας για την πρακτική του προληπτικού ξαδέλφου του, πέρασε χαμογελώντας ανάμεσα από τις δυο κολώνες, ακούγοντας ταυτόχρονα τον Στάθη να του λέει: «Μα καλά, τι κάνεις εκεί; Δεν φοβάσαι να μην πάθεις κακό;»
    Μια άλλη φορά, συνάντησαν στο δρόμο τους μια μαύρη γάτα και στη θέα της ο Στάθης άρχισε να σταυροκοπιέται, να κάνει τρεις στροφές γύρω από τον εαυτό του και να αλλάζει πεζοδρόμιο. «Τι κάνεις, ρε μαλάκα;» φώναξε στον ξάδελφό του, βλέποντάς τον να έχει σταθεί χαμογελαστός επάνω από τη γάτα και να της χαϊδεύει το κεφάλι. «Είναι γρουσουζιά αυτό που κάνεις, δεν το καταλαβαίνεις;»
    «Ο αιώνιος Στάθης», αρκέστηκε να μουρμουρίσει ο ορθολογιστής ξάδελφος, και συνέχισε το δρόμο του, αποφεύγοντας να του δώσει απάντηση.
    Όταν η 13η κάποιου μήνα τύχαινε να πέσει ημέρα Τρίτη, ο Στάθης περνούσε απαραίτητα πρώτα από την εκκλησία, προσευχόταν ευλαβικά και άναβε κερί για να ξορκίσει τη γρουσουζιά, και ύστερα πήγαινε στη δουλειά του, λοιδορώντας τον ξάδελφό του, ο οποίος ξεκινούσε για το γραφείο του συμπεριφερόμενος όπως τις υπόλοιπες μέρες του μήνα.  

    Τα χρόνια πέρασαν και τα δυο ξαδέλφια παντρεύτηκαν κι έκαναν οικογένεια. Ο Στάθης πήρε μια κοπέλα κατώτερης μόρφωσης και φιλάσθενη, αλλά πολύ θρησκόληπτη, με αποτέλεσμα να ταιριάσουν απόλυτα μαζί. Η Φανή, όπως ήταν το όνομά της, έπασχε από μια μακροχρόνια ασθένεια και, πίστευε ότι θα γινόταν καλά, τρέχοντας συνεχώς στις εκκλησίες και στα μοναστήρια. Το δρομολόγιο Ραφήνα-Τήνος, το είχε κάνει Ομόνοια-Πατήσια. Όταν είχε φτάσει σχεδόν στο τελευταίο στάδιο της ζωής της, αποφάσισε τελικά να απευθυνθεί και στους γιατρούς. Εκείνοι την χειρούργησαν με επιτυχία και κατάφεραν να αποτρέψουν το μοιραίο, η Φανή όμως συνέχισε να προσεύχεται στην Παναγία και στους αγίους και να πιστεύει ότι είχε σωθεί χάρη στην πίστη της. Το περίεργο ήταν ότι κι ο Στάθης, ο μορφωμένος σύζυγος με τα δύο πτυχία,  ασπαζόταν την ίδια μ’ εκείνην εξωφρενική άποψη. Το έλεγε και το ξανάλεγε: «Τη Φανή την είχαν σώσει η πίστη της και τα τάματα και οι προσευχές».
    Η ζωή τους συνεχίστηκε στο ίδιο στενοκέφαλο μοτίβο, ώσπου ήρθε και το παιδί. Ε, τότε ήταν που η θρησκοληψία τους έφτασε στα ύψη. Το παιδί, ένα χαριτωμένο κοριτσάκι, τους το είχε στείλει ο… θεός. ‘’Βρε καλέ μου, βρε κακέ μου’’, να τους λένε κάποιοι πιο ρεαλιστές, ‘’τα παιδιά συλλαμβάνονται με τη μέθοδο της συνουσίας’’, αυτοί όμως τίποτα. Επέμεναν ότι, αν δεν ήθελε ο θεός, δεν θα έκαναν παιδί, κι ας είχε κοντέψει η Φανή να πεθάνει κατά τη διάρκεια του τοκετού. Ευτυχώς, χάρη στην υπερπροσπάθεια του ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού, αποφεύφθηκαν τα χειρότερα και επέζησαν μάνα και παιδί, εκείνοι όμως ισχυρίζονταν ότι τους είχε βοηθήσει ο θεός, παραγνωρίζοντας εγωιστικά την τιτάνια προσπάθεια κάποιων ανθρώπων και τη συμβολή της επιστήμης.
    Με τον καιρό, και χάρη στα πλούσια τυπικά προσόντα του, ο Στάθης ανελίχθηκε κάπως στην ιεραρχία της τράπεζας και αμειβόταν καλά, στο σπίτι του όμως δεν έφταναν ούτε τα μισά από αυτά που κέρδιζε. Η αιτία ήταν η αρρωστημένη εξάρτησή του από το τζόγο, αυτό όμως το απέκρυπτε επιμελώς από την ευκολόπιστη σύζυγό του, ισχυριζόμενος ότι η τράπεζα δεν τον πλήρωνε όπως του άξιζε, κι εκείνη η κακομοίρα τον πίστευε. Εκτός από ιππόδρομο, έπαιζε και λαχεία, όπως προείπαμε,  και, κάθε Δευτέρα πρωί πριν μπει στο γραφείο, αγόραζε απαραιτήτως δυο τετράδες από τον λαχειοπώλη της γωνίας. Έπειτα, έμπαινε μέσα στην τράπεζα, ακουμπούσε τα λαχεία επάνω στο γραφείο του, τα σταύρωνε μερικές φορές και τα ακουμπούσε ευλαβικά δίπλα στην εικόνα της Παναγίας, που αναπαυόταν μονίμως στο πλάι της αριθμομηχανής. Παρόλα αυτά, ποτέ του δεν είχε κερδίσει ούτε μια δραχμή, εκείνος όμως δεν πτοούταν. Πίστευε ότι, αργά ή γρήγορα, ο θεός θα τον αντάμειβε για την πίστη του και θα τον γέμιζε με λεφτά. Αντ’ αυτού, βρισκόταν μονίμως άφραγκος και χρεωμένος και αναγκαζόταν να παίρνει μικροδάνεια ή προκαταβολή του μισθού του, για να μπορεί να ανταπεξέρχεται στις οικογενειακές του ανάγκες και υποχρεώσεις. Όταν κάποτε η οικονομική κατάσταση της οικογένειας έφτασε στο ναδίρ, κατάφερε να πείσει την γυναίκα του να πουλήσει ένα προικώο οικόπεδό της στην Εύβοια, για να μην χρεωκοπήσουν.
    Ωστόσο, η διαφορά νοοτροπίας και πεποιθήσεων μεταξύ του Στάθη και του εξαδέλφου του, ουδόλως είχε επηρεάσει τις μεταξύ τους σχέσεις, κι αυτό οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην ανεκτικότητα του τελευταίου. Συνέχισαν να κάνουν παρέα, μαζί με τις οικογένειές τους και ήταν πάντοτε αγαπημένοι. Ο ξάδελφος, βλέπεις, σεβόταν το κόλλημα του Στάθη και της γυναίκας του με τη θρησκεία και τις προλήψεις, κρατούσε πάντοτε μια διακριτική και ουδέτερη στάση και απέφευγε να συζητήσει μαζί τους γι’ αυτά τα θέματα. «Δικαίωμά τους να πιστεύουν ό, τι θέλουν», σκεφτόταν. «Τι με κόφτει εμένα; Εγώ θα τους αλλάξω τα μυαλά; Ακόμα και να το ήθελα, δεν νομίζω πως θα το μπορούσα»
    Στην εργασιακή του πορεία, και βλέποντας ότι η εξέλιξή του στην ιεραρχία είχε κατά τη γνώμη του καθυστερήσει και δεν ήταν αυτή που περίμενε, ενεπλάκη ενεργά και στον  κομματικό συνδικαλισμό, που ήταν και είναι ο κλασσικός τρόπος αναρρίχησης των εμπλεκομένων στα ανώτερα κλιμάκια των διαφόρων υπηρεσιών, όπως και το εφαλτήριο για μεταπήδηση στην πολιτική σταδιοδρομία. Όσο κυβερνούσε το αντίπαλο κόμμα, τίποτα δεν γινόταν, όταν όμως, λίγο πριν πεθάνει, εξελέγη το κόμμα του στις εκλογές, πέταξε από τη χαρά του. Πίστεψε ότι η πολυπόθητη ώρα της μεγάλης αλλαγής στη ζωή του είχε φτάσει. Από τότε, περνούσε κάθε πρωί πλέον από την εκκλησία και άναβε κερί, όντας πεπεισμένος ότι ο θεός είχε εισακούσει τις προσευχές του και θα τον αντάμειβε με μια διευθυντική θέση στην τράπεζα. Δυστυχώς, το χτύπημα που δέχτηκε, όταν ανακοινώθηκαν οι προαγωγές και οι τοποθετήσεις στελεχών, ήταν ιδιαίτερα οδυνηρό. Το όνομά του δεν αναφερόταν σε καμιά από τις λίστες.
    Λίγες μέρες αργότερα, κατά την μετάβασή του στο γραφείο, έπαθε οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξεψύχησε στο νοσοκομείο, όπου μεταφέρθηκε εσπευσμένα, σκορπώντας τη θλίψη στο οικογενειακό, φιλικό  και εργασιακό του περιβάλλον.
    Σήμερα, είκοσι δύο ολόκληρα χρόνια μετά, ο ορθολογιστής ξάδελφός του, αυτός ο τύπος που αψηφούσε τις μαύρες γάτες και τους γρουσούζικους αριθμούς, ζει ακόμα και μάλιστα χαίρει άκρας υγείας.
      

Δεν υπάρχουν σχόλια: