Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2012

Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ


3.  Ο ΤΥΧΕΡΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΑΣΜΟΥ
(Του Στέλιου Φραγκόπουλου)


    Ο φίλος μου ο Προκόπης πήγε επιτέλους στο Άγιον Όρος, για εθιμοτυπική επίσκεψη όμως, μην πάει ο νους σας αλλού. Τον πίεζε από καιρό ένας στενός του φίλος, λίγο θεούσος και ανασφαλής: «Πάμε να δεις, θα περάσεις καλά, είναι πανέμορφη η φύση εκεί».
    Ο Προκόπης ήταν διστακτικός, έψαχνε για δικαιολογία: «Ε, καλά, να πάμε καλύτερα στη λίμνη Πλαστήρα. Εκεί να δεις ομορφιά της φύσης, μετά των συζύγων φυσικά».
    «Μπα», επέμενε ο άλλος, «καμιά σχέση, έλα και θα δεις. Θα γυρίσεις άλλος άνθρωπος».
    Τελικά, ξεκίνησαν με τα πολλά οι δυο φίλοι, κι έφτασαν στο Άγιον Ορος, στη μονή Κοντοβλέποντος. Τους υποδέχτηκαν δυο-τρεις μοναχοί, γνωστοί του φίλου του από παλαιότερες επισκέψεις του εκεί, και τους ξενάγησαν με μεγάλη προθυμία.  Τους έδειξαν τα ιερά κειμήλια, εικόνες, σταυρουδάκια, τάματα και ανάμεσά τους διάφορα κομμάτια από πτώματα κάποιων αγίων, το αυτί του τάδε, το δάχτυλο του τάδε, το νύχι του άλλου, κι εδώ, το λαμπρότερο λείψανο της μονής, το χέρι του μεγαλομάρτυρα αγίου Νικηφόρου.
    Ήταν τοποθετημένο μέσα σε ένα ασημένιο κιβώτιο, το οποίο είχε στην οροφή του τζάμι. Στο εσωτερικό του βρισκόταν, μαυρισμένο βέβαια, ένα χέρι, του μεγαλομάρτυρα, όπως τους εξήγησαν, ο πήχης, η παλάμη και όλα τα δάχτυλα, κάπου μισό μέτρο συνολικά.
    Έσκυβε ο Προκόπης και προσκυνούσε, φιλιά στα τζάμια, φιλιά στα ξύλα, έκανε κι ένα γρήγορο σταυρό κάθε φορά, να μας προστατεύει η Παναγία, βρε αδελφέ, ποτέ δεν ξέρεις.
    Η επόμενη μέρα ήταν πρωτομηνιά με το παλιό ημερολόγιο και οι μοναχοί ανακοίνωσαν αποβραδίς στους επισκέπτες ότι θα γινόταν πανηγυρικός αγιασμός. Σηκώθηκαν λοιπόν οι δυο φίλοι από τα μαύρα μεσάνυχτα και πήγαν μαζί με τους άλλους για τον όρθρο. Παρακολουθούσαν από τα στασίδια την ανιαρή τελετουργία, αλλά κουτούλαγαν κιόλας, καθώς ήταν ασυνήθιστοι στο ξενύχτι. Κάποια στιγμή πρέπει να τελέστηκε ο αγιασμός και ο Προκόπης, όταν κάποιος καλόγερος έψαλλε με δυνατή φωνή, μάλλον για να ξυπνήσουν οι κοιμώμενοι, πετάχτηκε από τον υπνάκο που είχε πάρει, στηριγμένος στο στασίδι.
    «Σώσον κύριε τον λαό σου…», βροντοφώναξε ο μοναχός, ραντίζοντας ταυτόχρονα δεξιά και αριστερά, όπως διώχνουν με την πετσέτα τις μύγες.

  •     Κάποτε τελείωσε κι αυτό-όταν νυστάζεις, σου φαίνεται το λεπτό αιώνας- και μπήκαν οι επισκέπτες στη σειρά για να πάρουν αγιασμό. Έπιναν με ένα ποτηράκι, που γέμιζε ο γνωστός τους καλόγερος από το καζάνι του αγιασμού. Τους το πρόσφερε χαμογελώντας και τους ψιθύριζε και από μια ευχή. Όταν ήπιε ο Προκόπης τη δόση του-βλέπεις δίψαγε κιόλας-του λέει ο ρασοφόρος με ενθουσιασμό: «Είσαι ιδιαίτερα τυχερός, αγαπητέ μου. Σήμερα αναδεύσαμε τον αγιασμό με το ιερόν λείψανον του αγίου!

Δεν υπάρχουν σχόλια: