Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2011

Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ  Ε.Φ.

                                                    Ο ΔΕΣΠΟΤΗΣ




Του άρεσε να περνάει μέσα από τα χαλάσματα. Δρόμος, έστω χωμάτινος, υπήρχε, εκείνος όμως προτιμούσε τη διαδρομή μέσα από τα ερείπια. Η μητέρα του τον μάλωνε που έφθειρε τα παπούτσια του, οι φίλοι του τον αποκαλούσαν κολλημένο, αλλά εκείνος συνέχιζε να ακολουθεί το ίδιο, ανορθόδοξο δρομολόγιο, κάθε φορά που πήγαινε στην εκκλησία. Και πήγαινε κάθε Κυριακή ανελλιπώς. Δεν έκανε αυτή τη διαδρομή από ιδιοτροπία. Οι λόγοι που του το επέβαλαν ήταν απόλυτα λογικοί. Ο πρώτος και βασικότερος, ήταν καθαρά πρακτικός. Περνώντας μέσα από την κατεστραμμένη, παλιά πόλη, συντόμευε τη διαδρομή κατά ένα ολόκληρο χιλιόμετρο. Ο δεύτερος ήταν συναισθηματικός. Του δινόταν κάθε φορά η ευκαιρία να δει από κοντά ό, τι είχε απομείνει από το σπίτι του επιστήθιου φίλου του, του Φώντα, και να τροφοδοτήσει τη σκέψη του με αναμνήσεις.

Όταν έγινε ο βομβαρδισμός, η οικογένεια του Φώντα δεν είχε προλάβει να απομακρυνθεί από την πόλη, με αποτέλεσμα να ξεκληριστεί. Δυστυχώς, δεν ήταν οι μόνοι. Μαζί μ’ αυτούς σκοτώθηκαν άλλες δεκαοκτώ χιλιάδες άνθρωποι, η πλειοψηφία δηλαδή των κατοίκων της μικρής τους πόλης. Η οικογένεια του Ντένιου και δυο-τρεις χιλιάδες ακόμα συμπολίτες τους, είχαν επιζήσει, χάρη στην πίστη τους στο Θεό. Αυτό τουλάχιστον ισχυριζόταν ο ιερέας του ναού, κάθε Κυριακή που πήγαιναν να εκκλησιαστούν, ο Ντένιος όμως, αν κι ο ίδιος πίστευε στο Θεό, δυσκολευόταν να το πιστέψει. Δεν καταλάβαινε γιατί ο εφημέριος επέμενε να τους το διατυμπανίζει. Η οικογένεια του Φώντα ήταν ευσεβής, θρησκευόμενη και εκτελούσε με ευλάβεια τα θρησκευτικά της καθήκοντα, αλλά παρόλα αυτά δεν είχε καταφέρει να αποφύγει το θάνατο. Η πίστη της στον ουράνιο πατέρα δεν την είχε βοηθήσει να επιζήσει.

Περνώντας τώρα μπροστά από εκείνον τον σωρό ερειπίων που κάποτε ήταν το σπίτι του φίλου του, ένιωσε να δακρύζει. Συγκινήθηκε στη θύμηση των τόσων ωραίων στιγμών που είχαν περάσει μαζί. Είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα, δεν μάλωναν ποτέ και έπαιζαν μαζί από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η μόνη διαφορά τους ήταν πως ο Φώντας δεν τα κατάφερνε τόσο καλά στα μαθήματα, όσο εκείνος. Αυτό όμως δεν είχε σημασία, ούτε είχε αποτελέσει ποτέ αιτία για αντιπαράθεση.

Σκούπισε τα δάκρυά του και συνέχισε το δρόμο του για την εκκλησία. Σήμερα ήταν η Κυριακή του άφρονος πλουσίου και στην ενορία τους θα παραβρισκόταν και ένας δεσπότης. Οι γονείς του είχαν πάει από πιο νωρίς, εκείνος όμως, όπως πάντα, συνήθιζε να αργεί λίγο. Ο πόλεμος είχε τελειώσει πριν από ένα χρόνο, αλλά οι πληγές που είχε ανοίξει θα περνούσαν πολλά χρόνια έως ότου επουλώνονταν. Ο παπάς τους έλεγε ότι, αυτό που είχε συμβεί, ήταν θέλημα Θεού, για να ξεκαθαρίσει η ήρα από το στάρι, όπως τόνιζε χαρακτηριστικά. Το τέλος του πολέμου είχε βρει ένα σχεδόν κατεστραμμένο πλανήτη, αλλά είχαν επιζήσει μόνον όσοι αγαπούσαν τον Θεό και σέβονταν τη θρησκεία. Οι υπόλοιποι, οι λάτρεις του σατανά, είχαν βρεθεί εκεί που τους άξιζε. Τώρα, γιατί μαζί με αυτούς είχε πάει και η οικογένεια του Φώντα, αυτό ποτέ του ο Ντένιος δεν μπόρεσε να το εξηγήσει.

Είχε ήδη κλείσει τα δεκαεπτά του χρόνια και ολόκληρη η ζωή βρισκόταν μπροστά του, γι’ αυτό όφειλε να βλέπει τα πράγματα με αισιοδοξία. Ήταν πια αρκετά μεγάλος για να κρίνει λογικά και να παίρνει σωστές αποφάσεις. Μπορεί να ζούσαν στερημένα και οι συνθήκες διαβίωσής τους να μην ήταν οι ιδανικότερες, αλλά είχαν επιζήσει από ένα φοβερό πόλεμο και είχε αποδειχτεί ότι όλοι οι επιζώντες ήταν τα αγαπημένα τέκνα του Θεού. Άλλωστε, κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν διέτρεχαν σχεδόν κανέναν κίνδυνο μόλυνσης, αφού οι βομβαρδισμοί είχαν γίνει με συμβατικές βόμβες και δεν είχαν χρησιμοποιηθεί πυρηνικά. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος που τολμούσε να περνάει άφοβα ανάμεσα από τα βομβαρδισμένα κτήρια.

Έφτασε έξω από την εκκλησία και πλησίασε στην είσοδο. Έριξε μια ματιά στο εσωτερικό και είδε ότι ήταν σχεδόν γεμάτη. Μπήκε κι εκείνος, άναψε το κεράκι του, προσκύνησε με ευλάβεια την μεγαλόπρεπη εικόνα του Χριστού και τραβήχτηκε σε μια άκρη. Παρακολούθησε όλη τη λειτουργία με κατάνυξη και στο τέλος έριξε όλο το βάρος της προσοχής του στον επίσκοπο που εμφανίστηκε με εντυπωσιακό τρόπο μπροστά τους. Ο ανώτατος ιερωμένος, ανέβηκε στον άμβωνα του ναού, ντυμένος με τα χρυσοποίκιλτα άμφιά του και ο Ντένιος αναρωτήθηκε σε τι αποσκοπούσε η εξεζητημένη εμφάνιση ενός απλού εκπροσώπου του Θεού.

«Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί», άρχισε το κήρυγμά του ο δεσπότης, «σήμερα είναι μια πολύ μεγάλη μέρα. Η παραβολή του άφρονος πλουσίου πρέπει να μας διδάξει πολλά. Ας μην ξεχνάμε τις δύσκολες καταστάσεις που περάσαμε και τις δυσκολίες που έχουμε ακόμα να αντιμετωπίσουμε. Ο Θεός μας συμβουλεύει να είμαστε ευσεβείς, ταπεινοί, ολιγαρκείς, ελεήμονες και να μην επιθυμούμε τα μεγαλεία και τα πλούτη. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, μας λέει χαρακτηριστικά, δια στόματος του Χριστού. Ας είμαστε…», ο Ντένιος έπαψε να δίνει προσοχή στα λεγόμενα του δεσπότη. Έπιασε με την άκρη του ματιού του την Εύη, που στεκόταν στην απέναντι πλευρά της εκκλησίας και ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή.

Δεν το περίμενε ότι θα τη συναντούσε. Δεν ήξερε ότι εκκλησιαζόταν εκεί. Είχε την εντύπωση ότι πήγαινε στην άλλη εκκλησία, απέναντι στο λόφο. Τώρα που την είδε να εμφανίζεται εκθαμβωτική απέναντί του, ξέχασε όλα τα άλλα και επικέντρωσε την προσοχή του επάνω της. Την πολιορκούσε εδώ και καιρό. Του άρεσε υπερβολικά και πίστευε ότι τον γούσταρε κι εκείνη. Αντικρίζοντάς την εκεί, σκεφτόταν να βρει τρόπο με τον οποίον θα έπρεπε να ενεργήσει όταν θα τελείωνε η εκκλησία και θα έβγαιναν έξω, για να καταφέρει να την πλησιάσει. Πιθανότατα είχε έρθει με τους γονείς της, κάποια ευκαιρία όμως θα του δινόταν για να μιλήσει λίγο μαζί της.

Δεν έπαψε λεπτό να την κοιτάζει και κάποια στιγμή τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Η κοπέλα, κοκκίνισε ελαφρά, χαμογέλασε αδιόρατα και χαμήλωσε το κεφάλι της. Ο Ντένιος αναθάρρησε. Θεώρησε θετική την αντίδρασή της. Θα την ξεμονάχιαζε και θα της τα έριχνε στα ίσα. Ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα γινόταν το κορίτσι του.

Μόλις ο δεσπότης τελείωσε το κήρυγμα και ο παπάς άρχισε να ψέλνει, «δι’ ευχών των αγίων πατέρων…», έτρεξε γρήγορα στην πόρτα. Βγήκε πρώτος από την εκκλησία και στάθηκε απέναντι από την έξοδο, περιμένοντας την εμφάνιση της Εύης. Καθώς παρακολουθούσε τον κόσμο, πρόσεξε το σκάφος που βρισκόταν σταθμευμένο στο πλάι του ναού και πλησίασε κοντά του. Ήταν ένα καταπράσινο, γυαλιστερό αερόπλοιο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί. Το χάζευε με θαυμασμό, έχοντας όμως και το νου του να μη χάσει από τα μάτια του την Εύη. Κι ενώ αναρωτιόταν ποιος ήταν ο τυχερός που, σ’ εκείνους τους χαλεπούς καιρούς, κατείχε ένα τόσο πολυτελές μεταφορικό μέσον, είδε το δεσπότη να βγαίνει από την πλαϊνή έξοδο του ναού και να κατευθύνεται προς το σκάφος. Ο πιλότος του, που μέχρι εκείνη τη στιγμή καθόταν ατάραχος στη θέση του, μόλις είδε τον ιερωμένο, πετάχτηκε γρήγορα έξω κι έτρεξε να του ανοίξει την πόρτα.

Ο Ντένιος έμεινε ακίνητος, να κοιτάζει αποσβολωμένος τη σκηνή. Δεν χρειάστηκε να δει περισσότερα για να νιώσει να γκρεμίζονται όλα μέσα του. Μεμιάς, γέμισε η ψυχή του με αμφιβολίες. Χτένισε με το βλέμμα του τους ανθρώπους που έβγαιναν μέσα από την εκκλησία και ένιωσε το στόμα του να ξεραίνεται. Όλοι τους ήταν απλοί, φτωχοί και εξαθλιωμένοι άνθρωποι και αμφέβαλλε αν βρισκόταν κάποιος ανάμεσά τους, έστω ένας, που να ζούσε έτσι όπως ζούσε ο δεσπότης. Από τη μια στιγμή στην άλλη, αμφισβήτησε τα πάντα γύρω του. Ο κόσμος σίγουρα δεν ήταν όπως ήθελαν να τους τον παρουσιάζουν. Μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της Γης, τους είχε πει ο δεσπότης, ο ίδιος όμως ζούσε μέσα στη χλιδή.

Την ώρα που είδε την Εύη να εμφανίζεται στο πλατύσκαλο, ήταν πλημμυρισμένος από ερωτηματικά. Εκείνη τη στιγμή δεν γνώριζε ποιο ήταν το σωστό και τι ακριβώς έπρεπε να κάνει, για ένα πράγμα όμως ήταν εντελώς σίγουρος. Για ένα πράγμα δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία, κι αυτό δεν ήταν άλλο από την απόφασή του, πως δεν επρόκειτο ποτέ πια στην υπόλοιπη ζωή του να ξαναπατήσει το πόδι του στην εκκλησία.



@ @ @ @ @ @ @ @



Δεν υπάρχουν σχόλια: