Σελίδες

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

   Άνοιξε πρώτα το ένα του μάτι. Η ηλιαχτίδα που περνούσε μέσα από τη χαραμάδα του παραθύρου, του επιβεβαίωσε ότι είχε πια ξημερώσει. Άνοιξε και το άλλο του μάτι και αποφάσισε να σηκωθεί. Τώρα πια, με τον ερχομό της άνοιξης, δεν ήταν οδυνηρή η διαδικασία έγερσης, όπως ήταν το χειμώνα. Η σκέψη ότι δεν θα κρύωνε μέχρι να ντυθεί και, κυρίως, ότι δεν θα ήταν πια αναγκασμένος να γυρίζει στους δρόμους για να βρει ξύλα να κάψει στη μικρή του σόμπα, τον έκαναν να αισθανθεί ανακούφιση. Αφού πρώτα ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και οδήγησε τα βήματά του στην κουζίνα. Εκεί μέσα, παιζόταν καθημερινά η δεύτερη πράξη του δράματος που λεγόταν διαβίωση ηλικιωμένου συνταξιούχου. Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, όλο και κάτι φαγώσιμο βρισκόταν στο μικρό του διαμέρισμα, από τις δεκαπέντε όμως και μετά, η δυνατότητα σίτισης μειωνόταν σημαντικά. Το καλό ήταν ότι πάντοτε στη ζωή του υπήρξε λιτοδίαιτος, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη ποσότητας τροφής στο διαιτολόγιό του.
    Άνοιξε το ερμάρι και πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι φρυγανιάς που είχε απομείνει και μετά άνοιξε το ψυγείο. Το ένα και μοναδικό φύλλο μαρουλιού που αναπαυόταν θαρρείς στο κάτω ράφι του, του φάνηκε σαν ένας γευστικός θησαυρός. Έφαγε το λιτό πρωινό του και αναπόλησε τα πρωινά που απολάμβανε με τη μακαρίτισσα σύζυγό του. Μελαγχόλησε, όχι γιατί επιθύμησε τα πλούσια πρωινά τους, αλλά γιατί εκείνη του έλειπε. Την είχε χάσει από εγκεφαλικό δυο χρόνια πριν, κι από τότε ζούσε μέσα στη μοναξιά, παρέα με τη φτώχεια του και τις αναμνήσεις.
    Τελειώνοντας, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να φάει το μεσημέρι. Η αναζήτηση στις τσέπες του σακακιού του, μόνον ένα εικοσάλεπτο νόμισμα απέφερε. Στη σκέψη ότι πάλι θα καθόταν νηστικός, ένιωσε μια απερίγραπτη στενοχώρια. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στα συσσίτια του Δήμου, κάτι που το έκανε μερικές φορές, αυτή τη φορά όμως του ήταν αδύνατον. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνα βρίσκονταν μακριά και μόνον με τη συγκοινωνία θα κατάφερνε να φτάσει, πού όμως τώρα λεφτά για εισιτήρια; Πολλοί συνταξιούχοι πηγαινοέρχονταν χωρίς να ακυρώνουν εισιτήριο, εκείνος όμως δεν μπορούσε να το κάνει, δεν ήταν του χαρακτήρα του.
    Ζύγισε το μικρό νόμισμα στα χέρια του και θυμήθηκε ότι ήταν ημέρα λαϊκής. Εκεί, όλο και κάτι θα έβρισκε να αγοράσει με είκοσι λεπτά. Θα πεταγόταν λοιπόν μέχρις εκεί, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα να χάσει. Την ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές, έκανε μια προσεκτική έρευνα αγοράς, ένιωσε όμως να απογοητεύεται. Δεν βρήκε κάτι που να στοίχιζε κάτω από σαράντα με πενήντα λεπτά. Έβλεπε ορισμένους να περνούν δίπλα του με γεμάτες τσάντες και αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τραβήχτηκε σε μια άκρη και, εντελώς ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του με την παλάμη προς τα επάνω. Οι περισσότεροι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία, όταν όμως κάποιος συνομήλικός του, του έχωσε μέσα στην παλάμη ένα ευρώ, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε γοερά, όχι γιατί του έλειπε η αγαπημένη του γυναίκα, όχι γιατί είχε περιέλθει σε τόσο δυσχερή οικονομική θέση, αλλά επειδή έχασε κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο, κάτι το οποίο προσπαθούσε να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, την αξιοπρέπειά του!

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Κατ' e-ικόνα

Ο Erik Smirneos κριτικάρει το τελευταίο βιβλίο μου:

Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του καινούργιου βιβλίου του Στέλιου Αρώνη που έχει τον τίτλο Κατ'e-iκόνα και γύρισα την τελευταία σελίδα του έχοντας αποκομίσει τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις: Η πλοκή του διαδραματίζεται σε μια Ελλάδα του κοντινού μέλλοντος η οποία, αν και βιώνει τεχνολογικές εξελίξεις που ήδη πλησιάζουν,δεν διαφέρει πολύ από τη σημερινή. Στα πλαίσια λοιπόν της ερωτικής ιστορίας που ζει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι των χαρακτήρων του, ο συγγραφέας αναπτύσσει επιδέξια τους προβληματισμούς του πάνω στις πραγματικότητες που ήδη γεννιούνται γύρω μας, δηλαδή στη γέννηση της τεχνητής νοημοσύνης και στον τρόπο που ενδέχεται να διαχειριστεί το ανθρώπινο είδος την συνύπαρξη του με μηχανικούς υπηρέτες που θα είναι πανέξυπνοι, αποτελεσματικοί και ικανοί να ικανοποιήσουν την κάθε του ανάγκη. Παράλληλα, με τρόπο πολύ διασκεδαστικό και εύστοχο, δεν χάνει την ευκαιρία να σατυρίσει ανελέητα το αποβλακωτικό τοπίο του τηλεοπτικού σύμπαντος που κατακλύζει τις συνειδήσεις μας καθώς και να παρουσιάσει με ανάλαφρο και πολύ ζεστό χιούμορ τους χαρακτήρες των ανθρώπων της μελλοντικής εκείνης Ελλάδας, ανθρώπους με ελαττώματα και ιδιοτροπίες που μας είναι απόλυτα οικείοι!
Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα έξυπνα γραμμένο βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας!
Έρικ σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, κυρίως επειδή σε θεωρώ ιδιαίτερα γνώστη του αντικειμένου!

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου Ε.Φ.  Υπαρξιακά ερωτήματα, δοσμένα μέσα από μια διαστημική περιπέτεια.



«Ο άλλος πλανήτης, ο Ιανός, σε αντίθεση με τον Κέρβερο, είναι ένας πραγματικός παράδεισος. Καταπράσινος, ηλιόλουστος, με ποτάμι και δυο μεγάλες λίμνες στο κέντρο του και με εξαιρετικό κλίμα, θυμίζει έντονα τον κήπο της Εδέμ. Έχει τεράστιες, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όπου ευδοκιμούν οι ελιές, τα αμπέλια, τα οπωροφόρα, το σιτάρι, η σόγια και τα κηπευτικά. Ο πληθυσμός του είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν του Κέρβερου και γίνονται προσπάθειες να αυξηθεί και άλλο. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό και των δύο είναι το ότι κανένας άνθρωπος της Γης δεν επιστρέφει στη γενέτειρά του, αλλά οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι εντελώς διαφορετικοί. Από τον Κέρβερο δεν επιστρέφουν γιατί δεν προλαβαίνουν και από τον Ιανό  επειδή δεν το επιθυμούν. Ο φίλος μας ο Έντι λοιπόν, είχε την ατυχία να σταλεί στον πρώτο. Όντας άριστος ηλεκτρονικός, ειδικευμένος στις τηλεπικοινωνίες, αλλά και τα ρομποτικά συστήματα, επελέγη να πάει στον Κέρβερο για να βοηθήσει στην επιδιόρθωση κάποιων ρομπότ-εκσκαφέων που είχαν υποστεί βλάβη. Αυτό έγινε τέσσερα χρόνια πριν και, εκτός της χρησιμότητάς του, ένας πρόσθετος λόγος που επελέγη ήταν επειδή δεν είχε οικογένεια. Βλέπεις, στο θέμα αυτό τουλάχιστον, οι άρχοντές μας δείχνουν ευαισθησία. Επειδή γνωρίζουν ότι η αποστολή κάποιου στον Κέρβερο ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη, αποφεύγουν να στέλνουν άτομα με οικογενειακές υποχρεώσεις. Έτσι, την πληρώνουν οι μαγκούφηδες».
      

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Η ΠΟΡΤΑ

Ένα μικρό διήγημα Ε.Φ., με θέμα την λανθασμένη χρήση της τεχνολογίας.

    Καθόταν αναπαυτικά στον καναπέ του σαλονιού και παρακολουθούσε τις ολογραφικές ειδήσεις, στις οποίες κυριαρχούσαν οι ληστείες, οι φόνοι και η βία και η αναρχία στους δρόμους της πόλης. Εκατό σχεδόν χρόνια μετά την είσοδο του εικοστού πρώτου αιώνα, και οι κάτοικοι της Γης δεν είχαν κατορθώσει να εξανθρωπιστούν. Τη μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό, πολλοί την απέδιδαν στην εξέλιξη της τεχνολογίας, παραγνώριζαν όμως το γεγονός ότι πίσω από αυτήν κρυβόταν ο άνθρωπος. Εξάλλου, η τεχνολογία είχε καταφέρει να απλοποιήσει πολύ τη ζωή τους, δεν ευθυνόταν όμως αυτή που οι περισσότεροι δεν είχαν την δυνατότητα να την αποκτήσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος της ραγδαίας εξάπλωσης της εγκληματικότητας. Η αδυναμία απόλαυσης των θαυμάτων και των ευκολιών της τεχνολογίας, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας των περισσοτέρων.
    Η Όλια ανακάθισε στον καναπέ και, για πρώτη φορά στη διετή διαβίωσή της σ’ εκείνο το διαμέρισμα, ένιωσε ασφαλής. Η πρόσφατη τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας απόλυτης ασφάλειας, είχε διώξει μακριά το φόβο και την ανασφάλεια. Τους είχε στοιχίσει λίγο ακριβά, αλλά η επιλογή μιας πόρτας σαν εκείνη ήταν επιβεβλημένη, αν ήθελαν να πάψουν να ζουν με το φόβο της διάρρηξης (κάτι που είχε συμβεί τρεις φορές στο παρελθόν, κι ευτυχώς εν απουσία τους). Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα εκείνης της πόρτας, ήταν η δυνατότητά της να γίνεται διαφανής. Πατώντας το κατάλληλο πλήκτρο στο τηλεκοντρόλ ελέγχου της, η πόρτα γινόταν διαφανής, επιτρέποντας έτσι τον εξονυχιστικό έλεγχο του προφίλ κάθε επισκέπτη τους.
    Το χτύπημα του κουδουνιού, της έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσει τη δυνατότητα της χρησιμότητας εκείνου του πρόσθετου πλεονεκτήματος. Σηκώθηκε όρθια, στάθηκε πίσω από την πόρτα και ενεργοποίησε τη διαφάνεια. Η φιγούρα της γριάς που στεκόταν μπροστά στην πόρτα της ήταν άγνωστη. Αναρωτήθηκε τι μπορούσε εκείνη να θέλει, αλλά δεν προχώρησε σε διάλογο μαζί της. Η σκιά που κρυβόταν πίσω στο κλιμακοστάσιο, της χτύπησε το καμπανάκι του συναγερμού. Προφανώς η γριά ήταν το δόλωμα. Αν έκανε το λάθος και της άνοιγε, κάποιος ή κάποιοι κακοποιοί θα εισέβαλαν βίαια στο σπίτι.
    «Δώστε μου μια βοήθεια, σας παρα…», ήταν το μόνο που πρόλαβε να ακούσει από το στόμα της γριάς, πριν απενεργοποιήσει τη διαφάνεια.
    Ξεφύσηξε με ανακούφιση και επέστρεψε στη θέση της, αν και το γεγονός ότι είχαν δει πως ήταν μόνη στο σπίτι, την ανησύχησε λιγάκι. Δυστυχώς, βλέπεις, η διαφάνεια της πόρτας λειτουργούσε και από τις δυο πλευρές, κι αυτό τελικά την προβλημάτισε. Έτσι, ενεργοποίησε και τη δεύτερη δυνατότητα της πόρτας, που ήταν το ηλεκτροσόκ. Από εκείνη τη στιγμή και ύστερα, όποιος έκανε το λάθος να ακουμπήσει επάνω της, θα τιναζόταν από το ηλεκτρικό ρεύμα. Μόνον όταν απενεργοποιούσε την παροχή ηλεκτρισμού στην πόρτα, θα μπορούσε κάποιος να την αγγίξει χωρίς πρόβλημα.
    Είδε λίγο ακόμα τις ειδήσεις και μετά πήγε στην κουζίνα για να μαγειρέψει. Σε λίγο θα επέστρεφε ο άντρας της από τη δουλειά, κι έπρεπε να έχει έτοιμο το φαγητό, για να γευματίσουν. Ασχολήθηκε αρκετή ώρα με την παρασκευή των εδεσμάτων της, ετοίμασε το τραπέζι και, όταν όλα ήταν έτοιμα, επέστρεψε στο σαλόνι και περίμενε τον ερχομό του Μπιλ. Κάθισε στον καναπέ και έβαλε να παρακολουθήσει ένα ολογραφικό ντοκιμαντέρ. Αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Όταν κοίταξε το ρολόι της, ήταν δύο και μισή.
    Ανησύχησε που ο Μπιλ δεν είχε φανεί ακόμα. Συνήθως στις δύο η ώρα ήταν εκεί. Αν τύχαινε να αργήσει, την έπαιρνε στο τηλέφωνο, για να μην ανησυχεί, αυτή τη φορά όμως δεν το είχε κάνει. Σηκώθηκε από τον καναπέ και, με σφιγμένο το στομάχι, κατευθύνθηκε προς την πόρτα και, μόλις τότε, θυμήθηκε με τρόμο ότι δεν είχε απενεργοποιήσει τη ηλεκτροσόκ.
    Απενεργοποίησε το ηλεκτροσόκ, ενεργοποίησε τη διαφάνεια, κι αυτό που είδε της έκοψε την ανάσα. Ό Μπιλ βρισκόταν ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς, προφανώς αναίσθητος, στο πλακόστρωτο του διαδρόμου, μπροστά ακριβώς στην πόρτα τους! 

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

Κατ' e-ικόνα

Επίκαιρο σίγουρα, αλλά το λες και προφητικό! Ξεκινάμε τη φθινοπωρινή σεζόν των εκδόσεων ΑΛΛΩΣΤΕ, με το βιβλίο του Styl Harons "Κατ' e-ικόνα"! Ένα εξαιρετικά επίκαιρο διήγημα Επιστημονικής Φαντασίας για τη δύναμη της τηλεόρασης, αλλά και τη μετεξέλιξη της τεχνολογίας, που ακροβατεί με μαεστρία ανάμεσα στον προβληματισμό, το σαρκασμό, τη σάτιρα, και τα τεχνολογικά δεδομένα ενός μέλλοντος που ίσως είναι ήδη παρόν.
Το υποδεχόμαστε με μεγάλη μας χαρά!

Συγγραφέας: Στέλιος Αρώνης Ενα εξαιρετικά επίκαιρο διήγημα Επιστημονικής Φαντασίας για τη δύναμη της τηλεόρασης, αλλά και τη μετεξέλιξη της τεχνολογίας, που ακροβατεί με μαεστρία ανάμεσα στον προβληματισμό, το σαρκασμό, τη σάτιρα, και τα τεχνολογικά δεδομένα ενός 

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2016

ΓΚΟΥΑΛΑΓΚ

Ένα μικρό διήγημα από το λυκαυγές της ανθρώπινης ύπαρξης.


   Ξύπνησε, χωρίς να μπορεί να προσδιορίσει το γιατί, αλλά αισθανόταν ότι κάτι την είχε αναγκάσει να το κάνει. Ανακάθισε στο αχυρένιο στρώμα της και προσπάθησε να αφουγκραστεί το περιβάλλον έξω από τη σπηλιά. Στην αρχή δεν άκουγε τίποτα, σιγά-σιγά όμως, ένας ανεπαίσθητος θόρυβος άρχισε να φτάνει στα αυτιά της. Τα τέντωσε όσο καλύτερα μπορούσε, βεβαιώθηκε ότι δεν επρόκειτο για κάποιο ζώο, και αποφάσισε να βγει έξω, για να λύσει το μυστήριο. Έπιασε στα χέρια της το ρόπαλο του συντρόφου της, γιατί δεν διανοείτο να βγει έξω άοπλη, παραμέρισε την πέτρα που έφραζε την είσοδο της σπηλιάς και ξεμύτισε με προσοχή. Κοίταξε ολόγυρα με προσοχή και, διαπιστώνοντας ότι δεν κινδύνευε, βγήκε τελικά έξω.
    Το αχνό, γαλάζιο φως πίσω από τα δέντρα, έγινε αμέσως αντιληπτό από τα υπέροχα, πράσινα μάτια της. Παραξενεύτηκε, γιατί ήταν κάτι που δεν το είχε ξαναδεί, και αναρωτήθηκε ποια μπορούσε να ήταν η πηγή του. Ήταν βέβαιη ότι, ο ανεπαίσθητος θόρυβος που έφτανε στα αυτιά της, προερχόταν από το ίδιο σημείο που εκπεμπόταν και το φως. Ήθελε να πάει κοντά, η περιέργεια της τριβέλιζε την ψυχή, αλλά δίσταζε. Δεν γνώριζε τι θα συναντούσε και, κατά βάθος, φοβόταν και λιγάκι. Έμεινε για λίγο ακίνητη κοντά στη σπηλιά και, τελικά, αποφάσισε να το διακινδυνεύσει και να πλησιάσει στο επίμαχο σημείο. Με όλες τις αισθήσεις της σε επιφυλακή, έφτασε κοντά στο δασάκι, δεν μπορούσε όμως να διακρίνει το παραμικρό ανάμεσα από το πυκνό φύλλωμα των δέντρων. Αποφάσισε να πλησιάσει ακόμα περισσότερο. Χώθηκε μέσα στο δάσος και πλησίασε κοντά στο απόκοσμο εκείνο φως. Και τότε τους είδε. Τρεις ήταν, αλλά μικροσκοπικοί και με αλλόκοτα, φωσφορίζοντα  σώματα. Το φως έβγαινε από ένα παράξενο στρογγυλό αντικείμενο, που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί.
    Κατάλαβε ότι την αντιλήφθηκαν αλλά. παραδόξως, δεν φοβήθηκε καθόλου. Τα όντα εκείνα απέπνεαν μια ηρεμία, μια φιλικότητα. Απλώς, μόλις αντίκρισαν την Αννουάν, μπήκαν αμέσως μέσα σε εκείνο το κατασκεύασμα και, πριν εκείνη καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε, το σκάφος, κάνοντας έναν οξύ θορυβο, ανυψώθηκε και εξαφανίστηκε ψηλά στον ουρανό με αστραπιαία ταχύτητα.
    Έμεινε ακίνητη, με χίλιες δυο απορίες φυτεμένες μέσα στο μυαλό της. Ποιοι ήταν αυτοί και τι ζητούσαν εκεί πέρα; Από πού είχαν έρθει; Γιατί είχαν εξαφανιστεί;
    «Τι κάνεις μόνη σου μέσα στη νύχτα;» Η φωνή του μάγου Λαφαζάν, την ξάφνιασε περισσότερο από τους τρεις ξένους. Δεν τον είχε αντιληφθεί και, μόλις άκουσε τη χαρακτηριστική φωνή του, στράφηκε να τον δει.
    «Είδα ένα παράξενο φως και ήρθα να δω τι είναι», προσπάθησε να απολογηθεί.
    «Και δεν φοβήθηκες τους δαίμονες;»
    Άλλο πάλι και τούτο, συλλογίστηκε η Αννουάν. Για ποιους δαίμονες μιλάει;
    «Δεν ήταν δαίμονες», είπε με φωνή που δεν επιδεχόταν αντίρρηση.
    «Μπα; Ώστε έτσι, ε;» την ειρωνεύτηκε ο μάγος. «Και πού ξέρεις εσύ πως είναι οι δαίμονες; Αμφισβητείς τη γνώση του μάγου της φυλής;»
    Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η Αννουάν κατάλαβε ότι, εκείνος ο παντογνώστης μάγος, δεν ήξερε τι του γινόταν. Όλα όσα τους έλεγε για θεούς και δαίμονες, πιθανόν δεν ήταν τίποτα περισσότερο από φαντασιώσεις. Ούτε εκείνη, βέβαια, γνώριζε ποιοι ήταν εκείνοι οι απρόσκλητοι επισκέπτες, σίγουρα όμως δεν έμοιαζαν με δαίμονες, κι ούτε συμπεριφέρθηκαν με τον άγριο και απάνθρωπο τρόπο, που τους προειδοποιούσε διαρκώς ο μάγος.
    «Ήταν δαίμονες», συνέχισε ο μάγος, «και είσαι τυχερή που εμφανίστηκα εγώ, αλλιώς θα σε είχαν εξοντώσει».
    Η Αννουάν ετοιμάστηκε να διαφωνήσει και πάλι μαζί του, όταν είδε ένα άγριο Γκουάλαγκ να εμφανίζεται πίσω ακριβώς από τον μάγο Λαφαζάν. Ανασήκωσε ενστικτωδώς το ρόπαλο και πήρε αμυντική στάση, αλλά δεν ενημέρωσε τον μάγο για τον κίνδυνο που διέτρεχε. Της δινόταν, εντελώς ξαφνικά και αναπάντεχα, η ευκαιρία να διαπιστώσει τις ικανότητες του. Αυτός, ο μεγάλος Λαφαζάν, με τις υπερφυσικές δυνάμεις, που μιλούσε, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος, με τους θεούς, θα μπορούσε θαυμάσια να έχει αντιληφθεί την παρουσία του επικίνδυνου εκείνου θηρίου και να έχει πάρει τα κατάλληλα μέτρα προφύλαξης, αλλά μάλλον δεν είχε καταλάβει τίποτα. Ακόμα και η αλλαγή στάσης της Αννουάν, ουδόλως τον είχε προβληματίσει.
    Η Αννουάν έκανε μερικά βήματα στο πλάι και, τη στιγμή που το Γκουάλαγκ ορμούσε πάνω στον μάγο για να τον κατασπαράξει, έτρεξε γρήγορα και χώθηκε μέσα στην ασφάλεια της σπηλιάς της, νιώθοντας δικαιωμένη που είχε αμφισβητήσει τις γνώσεις και τις ικανότητες του μάγου και χωρίς να νιώθει τύψεις για το τραγικό τέλος του. Στο εξής, ήταν βέβαιη γι’ αυτό, δεν επρόκειτο να ξαναπιστέψει κανέναν τσαρλατάνο, αν οι ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώνονταν με στοιχεία και αποδείξεις.

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2016

Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΎΡΩΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο βιβλίο μου.



    Ο άντρας παραπάτησε λίγο πριν τη μισοφωτισμένη είσοδο της μονοκατοικίας και, μόλις κατάφερε να ξαναβρεί την ισορροπία του, στάθηκε σκυφτός μπροστά της. Ο δρόμος ήταν στενός, ερημικός και κακοφωτισμένος και το σπίτι παρέμενε ερμητικά κλειστό. Ο άντρας κοίταξε πρώτα ολόγυρα και μετά έβαλε το χέρι του μέσα στην τσέπη του σακακιού του. Έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά και, με χέρια που έτρεμαν,  βάλθηκε να προσπαθεί να ξεκλειδώσει την πόρτα. Η προσπάθειά του κράτησε πέντε ολόκληρα λεπτά, αλλά ήταν χωρίς αποτέλεσμα. Άρχισε να ιδρώνει και να αγανακτεί. Του ξέφυγε μια βλαστήμια και αποφάσισε να μην παραδώσει τα όπλα.
    «Θα σε …ανοίξω, μωρή καριόλα, …πού θα μου πάς;» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του, προφέροντας τις λέξεις σπαστά και με δυσκολία. «Στο …χέρι σου είναι, …νομίζεις;»
    Αυτή τη φορά οι κινήσεις του ήταν πιο νευρικές. Επιχειρώντας πάλι να ανοίξει, τα κλειδιά του έπεσαν κάτω. Ο θόρυβος έσπασε λίγο την ησυχία της γειτονιάς. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και οι περισσότεροι κοιμόνταν. Έσκυψε να τα πιάσει και κόντεψε να πέσει και ο ίδιος στο έδαφος. Βλαστήμησε για μια ακόμα φορά και, όταν κατάφερε να τα πιάσει στα χέρια του και να σηκωθεί, επιδόθηκε σε μια τρίτη προσπάθεια ξεκλειδώματος.
    Από τη γωνία εμφανίστηκαν δυο αστυνομικοί, εκείνος όμως, καθώς τους είχε γυρισμένη την πλάτη, δεν ήταν σε θέση να τους αντιληφθεί. Οι δυο φύλακες της δημόσιας τάξης πλησίασαν αθόρυβα κοντά του και ο ένας έβγαλε το όπλο του. Ο δεύτερος, απλά σήκωσε το χέρι του. Ο άντρας τους αντιλήφθηκε μόνον όταν είχαν φτάσει στα τρία μέτρα πίσω του. Ξαφνιάστηκε από την παρουσία τους και έδειξε να τρομοκρατείται. Του έπεσαν πάλι τα κλειδιά και γύρισε να δει ποιοι ήταν αυτοί που τον πλησίαζαν απειλητικά. Η κίνησή του αυτή παρερμηνεύτηκε από το δεύτερο όργανο.  Το ρομπότ-αστυνομικός, ενεργοποίησε με ταχύτητα το ηλεκτροφόρο σύστημά του,  εξαπολύοντας εναντίον του μια ηλεκτρική ακτίνα που τον έστειλε να σωριαστεί στο έδαφος.