Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2016

Η ΠΟΡΤΑ

Ένα μικρό διήγημα Ε.Φ., με θέμα την λανθασμένη χρήση της τεχνολογίας.

    Καθόταν αναπαυτικά στον καναπέ του σαλονιού και παρακολουθούσε τις ολογραφικές ειδήσεις, στις οποίες κυριαρχούσαν οι ληστείες, οι φόνοι και η βία και η αναρχία στους δρόμους της πόλης. Εκατό σχεδόν χρόνια μετά την είσοδο του εικοστού πρώτου αιώνα, και οι κάτοικοι της Γης δεν είχαν κατορθώσει να εξανθρωπιστούν. Τη μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό, πολλοί την απέδιδαν στην εξέλιξη της τεχνολογίας, παραγνώριζαν όμως το γεγονός ότι πίσω από αυτήν κρυβόταν ο άνθρωπος. Εξάλλου, η τεχνολογία είχε καταφέρει να απλοποιήσει πολύ τη ζωή τους, δεν ευθυνόταν όμως αυτή που οι περισσότεροι δεν είχαν την δυνατότητα να την αποκτήσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος της ραγδαίας εξάπλωσης της εγκληματικότητας. Η αδυναμία απόλαυσης των θαυμάτων και των ευκολιών της τεχνολογίας, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας των περισσοτέρων.
    Η Όλια ανακάθισε στον καναπέ και, για πρώτη φορά στη διετή διαβίωσή της σ’ εκείνο το διαμέρισμα, ένιωσε ασφαλής. Η πρόσφατη τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας απόλυτης ασφάλειας, είχε διώξει μακριά το φόβο και την ανασφάλεια. Τους είχε στοιχίσει λίγο ακριβά, αλλά η επιλογή μιας πόρτας σαν εκείνη ήταν επιβεβλημένη, αν ήθελαν να πάψουν να ζουν με το φόβο της διάρρηξης (κάτι που είχε συμβεί τρεις φορές στο παρελθόν, κι ευτυχώς εν απουσία τους). Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα εκείνης της πόρτας, ήταν η δυνατότητά της να γίνεται διαφανής. Πατώντας το κατάλληλο πλήκτρο στο τηλεκοντρόλ ελέγχου της, η πόρτα γινόταν διαφανής, επιτρέποντας έτσι τον εξονυχιστικό έλεγχο του προφίλ κάθε επισκέπτη τους.
    Το χτύπημα του κουδουνιού, της έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσει τη δυνατότητα της χρησιμότητας εκείνου του πρόσθετου πλεονεκτήματος. Σηκώθηκε όρθια, στάθηκε πίσω από την πόρτα και ενεργοποίησε τη διαφάνεια. Η φιγούρα της γριάς που στεκόταν μπροστά στην πόρτα της ήταν άγνωστη. Αναρωτήθηκε τι μπορούσε εκείνη να θέλει, αλλά δεν προχώρησε σε διάλογο μαζί της. Η σκιά που κρυβόταν πίσω στο κλιμακοστάσιο, της χτύπησε το καμπανάκι του συναγερμού. Προφανώς η γριά ήταν το δόλωμα. Αν έκανε το λάθος και της άνοιγε, κάποιος ή κάποιοι κακοποιοί θα εισέβαλαν βίαια στο σπίτι.
    «Δώστε μου μια βοήθεια, σας παρα…», ήταν το μόνο που πρόλαβε να ακούσει από το στόμα της γριάς, πριν απενεργοποιήσει τη διαφάνεια.
    Ξεφύσηξε με ανακούφιση και επέστρεψε στη θέση της, αν και το γεγονός ότι είχαν δει πως ήταν μόνη στο σπίτι, την ανησύχησε λιγάκι. Δυστυχώς, βλέπεις, η διαφάνεια της πόρτας λειτουργούσε και από τις δυο πλευρές, κι αυτό τελικά την προβλημάτισε. Έτσι, ενεργοποίησε και τη δεύτερη δυνατότητα της πόρτας, που ήταν το ηλεκτροσόκ. Από εκείνη τη στιγμή και ύστερα, όποιος έκανε το λάθος να ακουμπήσει επάνω της, θα τιναζόταν από το ηλεκτρικό ρεύμα. Μόνον όταν απενεργοποιούσε την παροχή ηλεκτρισμού στην πόρτα, θα μπορούσε κάποιος να την αγγίξει χωρίς πρόβλημα.
    Είδε λίγο ακόμα τις ειδήσεις και μετά πήγε στην κουζίνα για να μαγειρέψει. Σε λίγο θα επέστρεφε ο άντρας της από τη δουλειά, κι έπρεπε να έχει έτοιμο το φαγητό, για να γευματίσουν. Ασχολήθηκε αρκετή ώρα με την παρασκευή των εδεσμάτων της, ετοίμασε το τραπέζι και, όταν όλα ήταν έτοιμα, επέστρεψε στο σαλόνι και περίμενε τον ερχομό του Μπιλ. Κάθισε στον καναπέ και έβαλε να παρακολουθήσει ένα ολογραφικό ντοκιμαντέρ. Αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Όταν κοίταξε το ρολόι της, ήταν δύο και μισή.
    Ανησύχησε που ο Μπιλ δεν είχε φανεί ακόμα. Συνήθως στις δύο η ώρα ήταν εκεί. Αν τύχαινε να αργήσει, την έπαιρνε στο τηλέφωνο, για να μην ανησυχεί, αυτή τη φορά όμως δεν το είχε κάνει. Σηκώθηκε από τον καναπέ και, με σφιγμένο το στομάχι, κατευθύνθηκε προς την πόρτα και, μόλις τότε, θυμήθηκε με τρόμο ότι δεν είχε απενεργοποιήσει τη ηλεκτροσόκ.
    Απενεργοποίησε το ηλεκτροσόκ, ενεργοποίησε τη διαφάνεια, κι αυτό που είδε της έκοψε την ανάσα. Ό Μπιλ βρισκόταν ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς, προφανώς αναίσθητος, στο πλακόστρωτο του διαδρόμου, μπροστά ακριβώς στην πόρτα τους! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: