Σελίδες

Παρασκευή 31 Μαΐου 2013

ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ

                           ΘΕΟΛΟΓΙΚΕΣ  ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ
  

    Ένα από τα επιχειρήματα που προτάσσουν οι θεοφοβούμενοι, όταν τους λες ότι ο ανθρώπινος κόσμος είναι άδικος, παράλογος, ανήθικος και απάνθρωπος, και τους ρωτάς "γιατί ο Θεός δεν επεμβαίνει;", είναι το εξής: Μα ο Κύριος δημιούργησε τον άνθρωπο και του έδωσε ελεύθερη βούληση, άρα υπεύθυνος για τις πράξεις του είναι ο ίδιος ο άνθρωπος.
    Το γράφουν, λέτε, τα ιερά βιβλία του χριστιανισμού, οπότε και δεν συντρέχει λόγος αμφισβήτησής τους. Ωραία, λοιπόν, ας υποθέσουμε ότι πράγματι ισχύει αυτό και πως ο Θεός μας έφτιαξε και ύστερα μας άφησε ελεύθερους να ορίζουμε τη μοίρα μας, εντάξει; Τότε για ποιο λόγο προσεύχεστε όλη μέρα να σας βοηθήσει; Τι νόημα έχει να κάνετε μετάνοιες και υποκύψεις και να τον παρακαλάτε να επέμβει στη ζωή σας, τη στιγμή που γνωρίζετε ότι δεν πρόκειται να το κάνει; Τι ισχύει, τελικά; Μας έδωσε ελεύθερη βούληση, η όχι; Επεμβαίνει στη ζωή μας, ή όχι; Μήπως, επειδή όλα αυτά τα φαντάστηκαν και τα έγραψαν κάποιοι μισάνθρωποι πρόγονοί μας, δεν ισχύει τίποτα από τα δύο; Μήπως ήρθε η ώρα να αναρωτηθείτε ότι ίσως φάσκουν και αντιφάσκουν; Δεν σας προβληματίζει αυτή η αντίφαση, αυτή η ανακρίβεια; Την αγνοείτε κι αυτήν, όπως και τόσες άλλες ακόμα που γράφουν οι ‘’ιερές’’ γραφές, και δεν νιώθετε την ανάγκη της αμφισβήτησης;
    Είναι απορίας άξιο, πώς γίνεται να σας κοροϊδεύουν κατάμουτρα κάποιοι επιτήδειοι, κι εσείς να μην αντιδράτε; Γιατί καταπίνετε αμάσητα όλα όσα φαιδρά και ανυπόστατα σας σερβίρουν; Τόσο μεγάλος είναι ο φόβος σας για κάποια πιθανή μελλοντική τιμωρία, που δεν τολμάτε να εναντιωθείτε στον παραλογισμό, που δεν έχετε τη δύναμη να ξεφύγετε από τη νοσηρή αγκαλιά των ρασοφόρων;
    Ή είμαστε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας, η δεν είμαστε. Αν τώρα είμαστε εμείς οι ίδιοι υπεύθυνοι για τη ζωή και τη συμπεριφορά μας, τότε πιθανότατα δεν υπάρχει Θεός. Καταλάβετέ το ότι δεν γίνεται να ισχύει κάτι άλλο. Όλα τα υπόλοιπα είναι φτηνές δικαιολογίες και αφελείς εικασίες. Αφαιρέστε τις παρωπίδες και ακολουθείστε το δρόμο της λογικής. 

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Ο ΜΠΟΜΠΟΣ, Ο ΠΑΠΑΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΙΟΣ


Ένα σύντομο διήγημα από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

             Ο ΜΠΟΜΠΟΣ,  Ο  ΠΑΠΑΣ  ΚΑΙ  Ο  ΑΓΙΟΣ


    Στο σχολείο που πήγαινε ο Μπόμπος, κάθε Δευτέρα ερχόταν ένας ιερέας, προσκεκλημένος του θρησκόληπτου διευθυντή, και έκανε κήρυγμα στους μαθητές, τους εξομολογούσε και στο τέλος τους υπέβαλλε και διάφορες ερωτήσεις θρησκευτικού και λατρευτικού περιεχομένου, για να διαπιστώσει τι είχαν διδαχτεί τα παιδιά και πόσα από τα λεγόμενά του είχαν αφομοιώσει. Η συνεχιζόμενη αυτή κατάσταση, είχε αρχίσει να κουράζει τα περισσότερα παιδιά. Βέβαια, κάποια που προέρχονταν από θρησκευόμενες οικογένειες, το είχαν βρει ενδιαφέρον και διασκεδαστικό, τα περισσότερα όμως είχαν αγανακτήσει. Εκείνος που είχε εξοργιστεί περισσότερο από όλους ήταν ο Μπόμπος. Συζήτησε λοιπόν το θέμα με κάποιους από τους συμμαθητές του και αποφάσισαν να κάνουν κάποια μαζική κίνηση, να αντιδράσουν συλλογικά. Το δύσκολο σε αυτήν την απόφαση ήταν να βρουν τον τρόπο αντίδρασης, όταν όμως κάποια Δευτέρα ο διευθυντής τους, τους ενημέρωσε για το είδος της ερώτησης που θα τους υπέβαλλε εκείνη τη φορά ο ιερωμένος, ο Μπόμπος εμπνεύστηκε και το σχέδιο δράσης τους.
    «Όταν θα ρωτήσει, ‘’ποιος άγιος θα θέλατε να είσαστε;’’», είπε συνωμοτικά στους φίλους του, «εμείς θα του λέμε διάφορα ονόματα, άσχετα με τη θρησκεία, όπως αρχαιοελληνικά, αιγυπτιακά, αραβικά, ή ότι άλλο σας κατέβει στο νου, εντάξει;»
    Συμφώνησαν λοιπόν τα παιδιά και περίμεναν με ανυπομονησία τη στιγμή που θα άρχιζαν οι ερωτήσεις. Γνώριζαν ότι ίσως είχαν επιπτώσεις από αυτήν την επαναστατική τακτική τους, η οποία ασφαλώς θα θεωρούνταν και ασεβής προς το πρόσωπο του παπά, τίποτα όμως δεν ήταν ικανό να τους πτοήσει.
    Έφτασε λοιπόν η αναμενόμενη στιγμή και ο ιερέας ρώτησε τα παιδιά ποιος άγιος θα ήθελαν να είναι και τα παρακάλεσε να απαντούν με τη σειρά. Μερικά στην αρχή είπαν διάφορα χριστιανικά ονόματα, όταν όμως έφτασε η σειρά των αντιδραστικών, εκείνα άρχισαν να λένε άσχετα ονόματα. Ένα είπε ότι ήθελε να είναι ο Ραμσής, άλλο ο Φαέθων, κάποιο άλλο ο Τσακ Νόρις και δεν συμμαζεύεται. Ο παπάς άρχισε να εξοργίζεται.
    «Μα τι είναι αυτά που λέτε;» βρυχήθηκε νευριασμένα.  «Τρελαθήκατε;  Αυτά δεν είναι ονόματα χριστιανών αγίων. Για συνέλθετε λιγάκι, γιατί θα πω στον διευθυντή σας να σας αποβάλλει».
    Προσπάθησε να ηρεμήσει και όταν το κατάφερε στράφηκε  προς το μέρος του Μπόμπου και του είπε: «Πες μου εσύ, καλό μου παιδί, ποιος άγιος της χριστιανοσύνης θα ήθελες να ήσουν;»
    Ο Μπόμπος πήρε ένα ευλαβικό ύφος, κοίταξε τους συμμαθητές του με σημασία και είπε με σταθερή φωνή: «Εγώ πάτερ, θα ήθελα να ήμουνα ο άγιος Γαμήσιος και να ξεκινούσα τη δραστηριότητά μου από ένα μοναστήρι καλογριών».
    Το τι έγινε στην τάξη δεν περιγράφεται. Τα παιδιά σπαρταρούσαν από τα γέλια, ο παπάς ωρυόταν να κάνουν ησυχία και λίγο βέβαια έλειψε να πάθει εγκεφαλικό. Η συνέχεια παίχτηκε στο γραφείο του διευθυντή, όπου προσήχθησαν όλοι οι ασεβείς μαθητές, με πρώτον και καλύτερο τον Μπόμπο. Η αποβολή δέκα ημερών που πήραν, λίγο τους στενοχώρησε. Αντίθετα, όταν πληροφορήθηκαν από τους άλλους συμμαθητές τους ότι ο παπάς δεν επρόκειτο να ξαναπατήσει το πόδι του στο σχολείο τους,  ένιωσαν έναν άκρατο ενθουσιασμό.

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

ΤΟ ΧΑΡΕΜΙ


                                         ΤΟ  ΧΑΡΕΜΙ


    Η ιδέα αυτή δεν του ήρθε ξαφνικά. Καιροφυλακτούσε μέσα στο υποσυνείδητό του εδώ και πολύ καιρό, χρόνια ολόκληρα, κι απλώς περίμενε το κατάλληλο ερέθισμα για να εμφανιστεί. Η αλήθεια ήταν ότι εμφανίστηκε εκεί που δεν την περίμενε και μάλιστα το έκανε με έναν πολύ εντυπωσιακό και θορυβώδη τρόπο. Περπατούσε αμέριμνος μαζί με την συμβία του στο μεγάλο παραλιακό πεζοδρόμιο της Ζέας, παρατηρώντας με θαυμασμό τα πλεούμενα και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να ταράξει την ηρεμία του, όταν πρώτα τις άκουσε και ύστερα τις είδε. Ήταν νέες, όμορφες, χαρούμενες και τιτίβιζαν όλες μαζί σαν τα πουλιά. Δεκαεπτά αιθέριες υπάρξεις, τις μέτρησε μία-μία, ντυμένες με κομψά φορέματα, κατέβηκαν όλες μαζί από μιαν εντυπωσιακή θαλαμηγό και ξεχύθηκαν ελεύθερες στον παραλιακό πεζόδρομο, σκορπίζοντας έναν αέρα δροσιάς σε όλη την περιοχή. Δεν υπήρχε άνθρωπος που να μείνει αδιάφορος από την παρουσία τους. Όλων τα βλέμματα ήταν καρφωμένα επάνω τους, με μιαν εύλογη απορία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. «Ποια ήταν αυτά τα πανέμορφα πλάσματα;»
    Όσοι τις είδαν να βγαίνουν από την θαλαμηγό, κάτι υποψιάστηκαν, και η εμφάνιση πίσω τους ενός κελεμπιοφόρου, περιτριγυρισμένου από τρεις σωματοφύλακες, τους επιβεβαίωσε την υποψία. Προφανώς ήταν το χαρέμι του τυχερού εκείνου Άραβα. Η ζήλια του τρύπησε το στομάχι. Παντρεμένος επτά ολόκληρα χρόνια με μία και μοναδική γυναίκα, βλαστήμησε την τύχη του που ήταν φτωχός και χριστιανός στο θρήσκευμα, ό, τι χειρότερο δηλαδή για έναν σεξομανή. Διάολε, σκέφτηκε με πίκρα, θα χανόταν ο κόσμος αν είχα γεννηθεί πλούσιος και σε κάποια αραβική χώρα; Τώρα θα κυκλοφορούσα όπου ήθελα, παρέα με πολλές γυναίκες, έστω και λιγότερες από αυτές που έχει αυτός ο τύπος, και θα απολάμβανα τη ζωή.
    Από τη στιγμή εκείνη το έβαλε σκοπό ζωής να πλουτίσει και να αλλάξει θρήσκευμα. Το δεύτερο ήταν εύκολο, αλλά και για το πρώτο, αν και φαινομενικά φάνταζε απίθανο, είχε μερικές ιδέες, οι οποίες αν καρποφορούσαν, σύντομα θα απέδιδαν καρπούς. Από την επόμενη κιόλας ημέρα επιδόθηκε με ζήλο στον σκοπό του. Επισκέφτηκε κάποιους γνωστούς του επιχειρηματίες, λάδωσε κάποιους κρατικούς λειτουργούς και μπλέχτηκε στα γρανάζια της παραοικονομίας. Έτρεξε, κουράστηκε, υπέφερε, έγλυψε, έσκυψε το κεφάλι, αλλά ενάμιση μόλις χρόνο αργότερα, όρθωσε το παράστημά του, μάζεψε τα μπογαλάκια του, εγκατέλειψε σύζυγο και χώρα,  κι έβαλε πλώρη για τη Σαουδική Αραβία.
    Με γεμάτο βιβλιάριο καταθέσεων και με τον αέρα που του έδινε η οικονομική ευρωστία, δεν δυσκολεύτηκε να εγκατασταθεί εκεί, να πολιτογραφηθεί Άραβας και να γίνει μουσουλμάνος. Όλες οι πόρτες άνοιγαν διάπλατα στο πέρασμά του. Από την ώρα μάλιστα που έκανε και μια απλόχερη δωρεά στον Εμίρη της πόλης, όλα τα εμπόδια εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας από μπροστά του. Επόμενο στάδιο ήταν η αγορά μιας πολυτελούς έπαυλης και η αναζήτηση γυναικών για το χαρέμι του. Αρχικά, μέσω ενός ειδικού γραφείου, βρήκε δυο-τρεις κουκλάρες που προθυμοποιήθηκαν να μπουν στο χαρέμι του, η συνέχεια όμως αποδείχτηκε πιο δύσκολη απ’ ό, τι είχε υπολογίσει. Όταν μάλιστα πολιόρκησε μια καλλονή, που στο αντίκρισμά της έχασε τα μυαλά του, τα πράγματα πήραν μια πολύ άσχημη τροπή. Η κοπέλα ενοχλήθηκε από το συνεχές κυνηγητό του, παραπονέθηκε στον άντρα με τον οποίον διατηρούσε δεσμό, κι εκείνος δεν περιορίστηκε σε έναν απλό εκφοβισμό, αλλά του έστησε καρτέρι και τον μαχαίρωσε θανάσιμα.

    Τη στιγμή που ξεψυχούσε, αναπόλησε τη ζωή του στην Ελλάδα και βλαστήμησε την ώρα και τη στιγμή που εγκατέλειψε μια γυναίκα που τον είχε αγαπήσει πραγματικά, για να ικανοποιήσει ένα του βίτσιο, ένα σεξουαλικό απωθημένο. Και να που τώρα αυτή η αλλαγή, που είχε πιστέψει ότι θα τον έκανε ευτυχισμένο, τον έστελνε στον άλλο κόσμο! Η παροιμία που λέει, ‘’όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα'', επιβεβαιωνόταν με έναν πολύ επώδυνο, πολύ δραματικό τρόπο! 

Τρίτη 23 Απριλίου 2013

ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ


                          ΣΤΗ   ΛΑΙΚΗ  ΑΓΟΡΑ


    Άνοιξε πρώτα το ένα του μάτι. Η ηλιαχτίδα, που περνούσε μέσα από τη χαραμάδα του παραθύρου, του επιβεβαίωσε ότι είχε ξημερώσει. Άνοιξε και το άλλο του μάτι και αποφάσισε να σηκωθεί. Τώρα πια, με τον ερχομό της άνοιξης, δεν ήταν οδυνηρή η διαδικασία έγερσης, όπως ήταν το χειμώνα. Η σκέψη ότι δεν θα κρύωνε μέχρι να ντυθεί και, κυρίως, ότι δεν θα ήταν πια αναγκασμένος να γυρίζει στους δρόμους για να βρει ξύλα να κάψει στη μικρή του σόμπα, τον έκαναν να αισθανθεί ανακούφιση. Αφού πρώτα ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και οδήγησε τα βήματά του στην κουζίνα. Εκεί μέσα, παιζόταν καθημερινά η δεύτερη πράξη του δράματος που λεγόταν διαβίωση ηλικιωμένου συνταξιούχου. Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, όλο και κάτι φαγώσιμο βρισκόταν στο μικρό του διαμέρισμα, από τις δεκαπέντε όμως και μετά, η δυνατότητα σίτισης μειωνόταν σημαντικά. Το καλό ήταν ότι πάντοτε στη ζωή του υπήρξε λιτοδίαιτος, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη ποσότητας τροφής στο διαιτολόγιό του.
    Άνοιξε το ερμάρι και πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι φρυγανιάς που είχε απομείνει και μετά άνοιξε το ψυγείο. Το ένα και μοναδικό φύλλο μαρουλιού που αναπαυόταν θαρρείς στο κάτω ράφι του, του φάνηκε σαν ένας γευστικός θησαυρός. Έφαγε το λιτό πρωινό του και αναπόλησε τα πρωινά που απολάμβανε με τη μακαρίτισσα σύζυγό του. Μελαγχόλησε, όχι γιατί επιθύμησε τα πλούσια πρωινά τους, αλλά γιατί εκείνη του έλειπε. Την είχε χάσει από εγκεφαλικό δυο χρόνια πριν, κι από τότε ζούσε μέσα στη μοναξιά, παρέα με τη φτώχεια του και τις αναμνήσεις.
    Τελειώνοντας, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να φάει το μεσημέρι. Η αναζήτηση στις τσέπες του σακακιού του, μόνον ένα εικοσάλεπτο νόμισμα απέφερε. Στη σκέψη ότι πάλι θα καθόταν νηστικός, ένιωσε μια απερίγραπτη στενοχώρια. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στα συσσίτια του Δήμου, κάτι που το έκανε μερικές φορές, αυτή τη φορά όμως του ήταν αδύνατον. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνα βρίσκονταν μακριά και μόνον με τη συγκοινωνία θα κατάφερνε να φτάσει, πού όμως τώρα λεφτά για εισιτήρια; Πολλοί συνταξιούχοι πηγαινοέρχονταν χωρίς να ακυρώνουν εισιτήριο, εκείνος όμως δεν μπορούσε να το κάνει, δεν ήταν του χαρακτήρα του.
    Ζύγισε το μικρό νόμισμα στα χέρια του και θυμήθηκε ότι ήταν ημέρα λαϊκής. Εκεί, όλο και κάτι θα έβρισκε να αγοράσει με είκοσι λεπτά. Θα πεταγόταν λοιπόν μέχρις εκεί, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα να χάσει. Την ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές, έκανε μια προσεκτική έρευνα αγοράς, ένιωσε όμως να απογοητεύεται. Δεν βρήκε κάτι που να στοίχιζε κάτω από σαράντα με πενήντα λεπτά. Έβλεπε ορισμένους να περνούν δίπλα του με γεμάτες τσάντες και αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τραβήχτηκε σε μια άκρη και, εντελώς ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του με την παλάμη προς τα επάνω. Οι περισσότεροι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία, όταν όμως κάποιος συνομήλικός του, του έχωσε μέσα στην παλάμη ένα ευρώ, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε γοερά, όχι γιατί του έλειπε η αγαπημένη του γυναίκα, όχι γιατί είχε περιέλθει σε τόσο δυσχερή οικονομική θέση, αλλά επειδή έχασε κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο, κάτι το οποίο προσπαθούσε να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, την αξιοπρέπειά του!

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΓΑΜΟΥ


14.      ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ  ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ  ΓΑΜΟΥ
    Του  Ωνάση  Δακρυγόνη


    Τρολλιά του άθεου φίλου Ωνάση σε σελίδα του φέισμπουκ με τον τίτλο  ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΝΩΡΙΜΙΕΣ ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΟ ΓΑΜΟ.

    ‘’Καλησπέρα αδέλφια, κι ας μου επιτρέψετε την εισαγωγή. Σας γράφω με μεγάλη προσωπική σύγχυση. Ελπίζω να με ανεχτείτε. Δεν τολμώ ακόμα να μοιραστώ την εμπειρία μου αλλού.
    Μέχρι πριν από λίγο καιρό, ήμουν ένας άπιστος Θωμάς. Είμαι 26 ετών, εργατικός, δεν είχα όμως την ευκαιρία να σπουδάσω νεότερος. Σχεδίαζα να σπουδάσω βιολογία (πού Χριστέ μου;) στη Φινλανδία, σε μια χώρα με 60%  άθεους. Πάντοτε ένιωθα το θεό μέσα στο μυαλό μου, έπειτα και μέσα στην καρδιά μου. Πριν από μια εβδομάδα, λοιπόν, διάβασα το βιβλίο Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ του Κάρολου Δαρβίνου, για να δω τι θα σπουδάσω, και έφριξα. Κοιμήθηκα με μεγάλη αναστάτωση και σε όνειρό μου, μου αποκαλύφθηκε ο Άγιος Γεώργιος, μεγάλη η χάρη του. Έβλεπα, λέει, ένα δράκο του Κόμοντο (varanous comodoensis) παρόμοιο με τις σαύρες που είχε ανακαλύψει ο Δαρβίνος στα νησιά Γκαλάπαγκος, να με κυνηγά να με καταβροχθίσει. Εμφανίστηκε τότε ο Άγιος Γεώργιος καβάλα επάνω στο άλογό του και με το δόρυ του διαπέρασε το δράκο. Έπειτα, κατέβηκε από το άλογο και μου είπε: «Ο θεός είναι μεγάλος, αν όμως δεν ακολουθήσεις το δρόμο του, δεν θα μπορεί να σε σώζει για πάντα. Οι αμαρτίες σου θα σε κυνηγούν μια ζωή να σε κατασπαράξουν, αν δεν μετανοήσεις».
    Ξύπνησα απότομα, λουσμένος στον ιδρώτα. Πήγα γρήγορα στην κουζίνα αλαφιασμένος, όπου εκεί η μητέρα μου ζύμωνε ψωμί. Με ρώτησε τι μου συνέβαινε, ενώ πέταξε στα σκουπίδια τη συσκευασία από το αλεύρι. Ήταν ΜΥΛΟΙ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εγώ το μάζεψα αμέσως και το έκρυψα κάτω από το μαξιλάρι μου. Από τότε χώρισα με τη σχέση μου, εγκατέλειψα οριστικά τα σχέδιά μου για το εξωτερικό και επισκέπτομαι συχνά τον πνευματικό μου. Θέλω να μείνω εδώ, στην πατρίδα της Ορθοδοξίας μας και να γνωρίσω μια Χριστιανή Ορθόδοξη, με σκοπό το γάμο. Όποια ενδιαφέρεται, ας μου στείλει κάποιο μήνυμα.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2013

Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΑ ΜΙΚΡΟΒΙΑ

    Όλα σχεδόν τα έχω δει στη ζωή μου, αυτό όμως που αντίκρισα προχθές στο σούπερ μάρκετ, δεν το έχω ξαναδεί. Τελικά η πραγματικότητα ξεπερνά μερικές φορές και αυτήν την ίδια την φαντασία, ακόμα και τη δική μου, την οποία δεν στερούμαι, όπως θα γνωρίζουν και όσοι με διαβάζουν. Περιμένω λοιπόν υπομονετικά να έρθει η σειρά μου στο ταμείο για να πληρώσω, πίσω από έναν ηλικιωμένο κύριο. Αυτός κρατάει στα χέρια του το καλάθι γεμάτο εμπορεύματα, κι όταν έρχεται η σειρά του, δεν τα βγάζει να τα ακουμπήσει στον πάγκο, αλλά περνάει το καλάθι κάτω από το ταμείο και πηγαίνει μπροστά. Τον κοιτάζω με κατάπληξη, νομίζοντας ότι θα τα πάρει και θα φύγει, αλλά  εκείνος μου κάνει νόημα να τοποθετήσω τα δικά μου εμπορεύματα επάνω στον πάγκο. Αναρωτιέμαι τι έχει σκοπό να κάνει, κοιτάζω ερωτηματικά την ταμία, η οποία ανασηκώνει απλώς τους ώμους, και τον βλέπω να παίρνει ένα-ένα τα προϊόντα από το καλάθι του, να σκύβει μπροστά από τη μηχανή κοστολόγησης και να τα χτυπάει για να τιμολογηθούν. Έπειτα τα βάζει στις σακούλες και συνεχίζει μέχρι να τελειώσουν όλα. 
    Η κυρία μετά από μένα με ρωτάει σιγά: ''Τι γίνεται εδώ πέρα; Γιατί το κάνει αυτό;'' 
   ''Μάλλον πρόκειται για περίπτωση ψυχοπάθειας", της απαντώ, ενώ εκείνη συνεχίζει να μην πιστεύει στα μάτια της.
   Όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, μόλις ο ηλικιωμένος πλήρωσε και έφυγε, η ''διάγνωσή'' μου δεν ήταν λάθος. Η ταμίας, που τον γνώριζε από παλιά, μας εξήγησε ότι πάντα έτσι κάνει, γιατί δεν θέλει να πιάνουν άλλοι τα πράγματά του, επειδή φοβάται τα μικρόβια.
    Κλασσική περίπτωση φοβίας (μορφή ψυχοπάθειας) από έναν άνθρωπο που, λόγω ηλικίας, βρίσκεται πολύ κοντά στο θάνατο. Δεν αφήνει την ταμία να πιάσει στα χέρια της τα είδη που αγοράζει, για να μην τον κολλήσει μικρόβια. Προϊόντα δηλαδή, τα οποία έχουν πιάσει δεκάδες άλλα χέρια πριν. Πραγματικά η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος.   

Τετάρτη 10 Απριλίου 2013

Ο ΜΥΘΟΣ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗΣ

  Η μέθοδος της δημιουργίας και καθιέρωσης μιας θρησκείας είναι απλή και δοκιμασμένη. Κατασκευάζεις έναν μύθο που έχει άμεση σχέση με τον αρχέγονο φόβο του ανθρώπου για τον θάνατο, τον διανθίζεις με μερικές πικάντικες ιστοριούλες και η συνταγή είναι έτοιμη. Ένας παντοδύναμος μηχανισμός εξουσίας έχει ήδη εδραιωθεί. Αυτό βέβαια δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιηθεί, αν η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ήταν ανασφαλής και ευκολόπιστη. Με δεδομένη λοιπόν την απουσία κριτικής σκέψης των περισσοτέρων, και χάρη στην έλλειψη αμφισβήτησης που διακρίνει μια δραματικά μεγάλη πλειοψηφία, οι θρησκείες ζουν και βασιλεύουν. Η ελπίδα της συνέχισης της ανθρώπινης ζωής και μετά τον βιολογικό θάνατο, συντηρεί τις εικασίες των εκπροσώπων κάποιου ανώτερου δήθεν όντος περί ύπαρξης κόλασης και παραδείσου. Παρόλο που δεν έχει αποδειχτεί κανένας από τους ισχυρισμούς τους (πώς θα μπορούσε άλλωστε να αποδειχτεί η ύπαρξη του ανύπαρκτου;) εντούτοις ο δογματισμός τους, κρατάει δέσμιους εκατομμύρια ανθρώπων. Κρίνοντας από τον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς πολλών ρασοφόρων, γίνεται φανερό ότι δεν είναι και λίγοι αυτοί που δεν πιστεύουν σε όσα κηρύττουν. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, ένας ιερωμένος να κάνει τα αίσχη και να πιστεύει στην κόλαση, τη στιγμή που γνωρίζει ότι με τις πράξεις του οδηγείται κατευθείαν στην αγκαλιά του διαβόλου. Υπάρχει καλύτερη απόδειξη λοιπόν ότι όλα αυτά που ευαγγελίζονται είναι παραμύθια;
    Ο φόβος φυλάει τα έρμα, λέει μια παροιμία και οι μαυροφορεμένοι σκοταδιστές την έχουν κάνει πράξη. Ποντάρουν στο σίγουρο άλογο που λέγεται ''υπαρξιακή αγωνία του θνητού'' και πουλάνε φρούδες ελπίδες στις απελπισμένες νοήμονες, υποτίθεται,  υπάρξεις του πλανήτη. Από την πνιγηρή αναπνοή τους, από τον νοσηρό εναγκαλισμό τους, ξεφεύγουν μόνον όσοι κάνουν την υπέρβαση και αρχίζουν την αναζήτηση. Μόνον με τη λογική και την εμπεριστατωμένη έρευνα μπορούμε να ανακαλύψουμε την αλήθεια. Μόνον η επιστήμη μας παρέχει τη δυνατότητα να πάρουμε κάποιες απαντήσεις στα φιλοσοφικά και μεταφυσικά ερωτήματα που μας ταλανίζουν. Οι θρησκείες υπάρχουν για να εξυπηρετούν τους πονηρούς σκοπούς των ταγών τους και για να εκμεταλλεύονται τους αφελείς που τους πιστεύουν. Αν αυτό γίνει κατανοητό από όσους περισσότερους γίνεται, τότε μόνον θα απαλλαγούμε οριστικά από αυτό το απόστημα!