Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012
Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012
ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ
Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ
ΟΙ
ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ
Συναντήθηκαν τυχαία σε ένα βιβλιοπωλείο.
Είχαν χρόνια να ανταμωθούν. Ο Στέργιος εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία και ο
Φώντας ήταν εργοδηγός στον ΟΣΕ. Γνωρίζονταν από παιδιά και, πριν παντρευτούν,
έκαναν συχνά παρέα, μετά τον γάμο τους όμως οι δρόμοι τους χώρισαν. Οι
οικογενειακές υποχρεώσεις, η έλλειψη χρόνου, οι αποστάσεις και ένα σωρό ακόμα
λόγοι ήταν αυτοί που ευθύνονταν για την χαλάρωση της φιλίας τους. Παρόλα αυτά,
επικοινωνούσαν κάπου-κάπου τηλεφωνικά, κυρίως για ευχές στις ονομαστικές τους
εορτές.
Ο Στέργιος είχε πάει στο βιβλιοπωλείο για
να αγοράσει το βιβλίο ‘’ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ’’, μια συλλογή
κειμένων σαράντα πέντε ατόμων, που αφορούσε σε προσωπικές τους μαρτυρίες
σχετικά με τους λόγους που τους είχαν αναγκάσει να αμφισβητήσουν την
χριστιανική θρησκεία και να πάψουν να πιστεύουν στις δοξασίες των ρασοφόρων και
των γραφών.
Την ώρα που συναντήθηκε με τον Φώντα, το
είχε ήδη πάρει και το κρατούσε στα χέρια του. Εκείνος μόλις είχε μπει μέσα και
κατευθυνόταν προς τα ράφια που αναπαύονταν τα θρησκευτικά βιβλία. Κόντεψε
σχεδόν να πέσει επάνω στον Στέργιο, ο οποίος δεν τον είχε δει και ξεφύλλιζε
ευλαβικά το καινούριο του απόκτημα, για να αντιληφθεί πως επρόκειτο για τον
παλιό του φίλο.
Αγκαλιάστηκαν με χαρά, αντάλλαξαν μερικές
φιλοφρονήσεις και, μόνον όταν αποχωρίστηκαν, ο Φώντας πρόσεξε το βιβλίο του φίλου του: «Τι είναι
αυτό το βιβλίο;» τον ρώτησε με περιέργεια.
Ο Στέργιος του το έδειξε, λέγοντάς του:
«Ένα καινούριο πόνημα, γραμμένο από κάποιους συμπολίτες μας, που αποχαιρέτησαν
τη θρησκεία, όπως γράφει και ο τίτλος».
Το πρόσωπο του Φώντα άλλαξε χρώμα, μόλις το
άκουσε. Η χαρά του και η φιλική του διάθεση εξαφανίστηκαν μονομιάς. «Σοβαρά
μιλάς;» ρώτησε και το ύφος του μαρτυρούσε ότι δεν πίστευε στα αυτιά του.
«Διαβάζεις τέτοια σατανικά βιβλία; Άθεος είσαι;»
«Δεν ξέρω, το ψάχνω», του απάντησε
χαμογελώντας ο Στέργιος.
«Το ψάχνεις; Αμφιβάλλεις δηλαδή ότι υπάρχει
θεός; Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Εσύ, ένας τόσο συγκαταβατικός,
τόσο ευλαβής και ελεήμων άνθρωπος, πέρασες στην άλλη πλευρά; Δεν φοβάσαι την
τιμωρία του θεού;»
Ο Στέργιος παραξενεύτηκε. Δεν θυμόταν παλιά
ο Φώντας να είναι κολλημένος με τη θρησκεία. Εντάξει, πήγαινε στην εκκλησία,
πολλές φορές μάλιστα συναντιόνταν εκεί, ποτέ όμως δεν άνοιγαν συζήτηση για
θεούς και θρησκείες. Προτιμούσαν να μιλούν για τσάρκες, για γκόμενες, και για
αθλητικά.
«Να με τιμωρήσει; Για ποιο λόγο; Τι έκανα;»
«Τι έκανες;» εξανέστη ο Φώντας. «Μα υπάρχει
μεγαλύτερο αμάρτημα από το να μην πιστεύεις στην ύπαρξή του;»
«Δεν το κάνω επίτηδες», τον ειρωνεύτηκε ο
Στέργιος. «Αν μου αποδείξεις την ύπαρξή του, δεν έχω λόγο να μην πιστέψω».
«Τι αποδείξεις θέλεις; Δεν σου αρκούν όλα
αυτά τα θαυμαστά που βλέπεις με τα μάτια σου;»
«Τι εννοείς; Μιλάς για τον ήλιο, για τα
αστέρια, για το ουράνιο στερέωμα, για τη φύση; Ε, και λοιπόν; Τα βλέπω και τα
θαυμάζω, αλλά δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει το επιχείρημά σου. Υπονοείς μήπως ότι
όλα αυτά δημιουργήθηκαν από το χέρι κάποιου; Κι αυτόν τον κάποιο, ποιος τον
δημιούργησε, πώς βρέθηκε μετέωρος στο πουθενά;»
«Α, εσύ δεν τρώγεσαι. Αμφισβητείς την Αγία
Γραφή; Αμφισβητείς τις μαρτυρίες των αγίων πατέρων μας; Πώς κατάντησες έτσι;
Εσύ ήσουν θεοφοβούμενος».
«Ε, όχι ακριβώς. Ακολουθούσα απλώς τη ρότα
των υπολοίπων, περισσότερο λόγω συνήθειας, ίσως λόγω παράδοσης. Μέχρι που
άρχισα να διαβάζω και άλλους συγγραφείς, πέραν αυτών των άγιων, όπως τους
αποκαλείς, πατέρων. Αν έκανες κι εσύ το ίδιο, είμαι βέβαιος ότι θα έβλεπες τα
πράγματα διαφορετικά, θα διαπίστωνες σε πόσο φοβερή πλάνη βρίσκεσαι».
«Σοβαρολογείς τώρα; Μα καλά, δεν φοβάσαι
μήπως πας στην κόλαση; Τόσο πολύ πια έχεις διαβρωθεί;»
«Έλα τώρα, Φώντα, σύνελθε λιγάκι. Είσαι και
μορφωμένος άνθρωπος. Για ποια κόλαση μου μιλάς; Είναι δυνατόν ο φιλεύσπλαχνος
θεός, όπως συνηθίζετε να τον αποκαλείτε, να προορίζει τον άνθρωπο για μια τόσο
σκληρή τύχη και μάλιστα εις τον αιώνα τον άπαντα; Η κόλαση και ο παράδεισος
είναι ο μπαμπούλας που έχουν εφεύρει οι ρασοφόροι για να τρομάζουν το ποίμνιο,
ώστε να μην αποχωρίζεται το μαντρί».
«Δηλαδή δεν θέλεις να πας στον παράδεισο;»
«Το βιολί σου εσύ, κακομοίρη μου. Ακόμα και
να υπήρχε παράδεισος, ε, ναι, σε πληροφορώ ότι δεν θα ήθελα να πάω. Να κάνω τι
εκεί μέσα; Να σεργιανίζω χωρίς σκοπό σε ένα ανιαρό περιβάλλον, ακούγοντας
μονότονες ψαλμωδίες και αντικρίζοντας τα χλωμά πρόσωπα των πεθαμένων; Να μου
λείπει τέτοια ανταμοιβή για την, υποτίθεται ενάρετη και μετρημένη ζωή μου στη
γη. Αλήθεια, εσένα θα σου άρεσε εκεί πάνω;»
«Ανιαρό περιβάλλον; Μάλλον δεν έχεις
διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη ή δεν έχεις ακούσει για τον κήπο της Εδέμ. Ο
παράδεισος, Στέργιε, βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν τον καταπράσινο κήπο. Το
περιβάλλον εκεί μέσα είναι ειδυλλιακό, γεμάτο χρώματα, αρώματα και μουσική. Όλα
είναι χαρμόσυνα και οι άγγελοι φτερουγίζουν χαρούμενα από πάνω».
«Ναι, και ύστερα ξύπνησες», τον ειρωνεύτηκε
ο Στέργιος. «Μα καλά, μιλάς σοβαρά; Τα πιστεύεις όλα αυτά; Νομίζεις ότι, όλες
αυτές οι ανυπόστατες, αστήρικτες και εξωφρενικές θεωρίες, μπορούν να γίνουν
πιστευτές; Πρέπει κάποιος να είναι πολύ αφελής και ευκολόπιστος για να τους
δώσει βάση. Το γράφει, λες, κάποιο βιβλίο. Καλά, εντάξει. Και ο συγγραφέας
αυτής της ιστορίας, τον είδε με τα μάτια του; Τον επισκέφτηκε και ύστερα γύρισε
πίσω για να τον περιγράψει; Γνωρίζεις κάποιον που να έχει πάει και να έχει
επιστρέψει από εκεί; Φαντασιώσεις αρρωστημένων μυαλών είναι, αγόρι μου, κατάλαβέ το».
«Τι να σου πω τώρα;» του αντιγύρισε με
θυμό, ο Φώντας. «Λυπάμαι πολύ για τις ιδέες που έχεις και απορώ πώς διάβολο τις
κόλλησες;»
Ο Στέργιος πρόσεξε ότι ο υπάλληλος τους κοίταζε
λοξά και έδειχνε ενοχλημένος, κι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την
συζήτηση: «Επειδή ο χώρος δεν είναι κατάλληλος γι’ αυτήν την κουβέντα, αν
θέλεις μπορούμε να βρεθούμε κάπου αλλού, να πιούμε ένα ποτό και να τα πούμε με
την ησυχία μας».
«Να
πούμε τι; Με άθεους και κυριευμένους από το διάολο δεν έχω να πω τίποτα. Ειλικρινά,
την αρχική χαρά μου, που σε είδα ύστερα από τόσο καιρό, την μετέτρεψες σε λύπη.
Δεν το περίμενα αυτό από σένα και θα σε παρακαλέσω να μείνεις μακριά από μένα
και την οικογένειά μου, γιατί θα μας μολύνεις».
Ο Στέργιος εξοργίστηκε. Ένιωσε την επιθυμία
να τον διαολοστείλει, σεβάστηκε όμως τον εαυτό του και το απέφυγε. Αρκέστηκε
μονάχα σε ένα τελευταίο σχόλιο και έδωσε την υπόσχεση στον εαυτό του να μην
ασχοληθεί ποτέ ξανά με εκείνο το αξιοθρήνητο ανθρωπάκι.
«Εντάξει, παλιόφιλε. Θα ακολουθήσω τη
συμβουλή σου, μάθε όμως, πριν αποχωριστούμε οριστικά, ότι η κατάσταση στην
οποίαν σας έχουν εγκλωβίσει οι ρασοφόροι, κι από την οποία τόσο πολύ
δυσκολεύεστε να ξεφύγετε, μόνον με μια λέξη μπορεί να χαρακτηριστεί:
ΤΡΑΓΕΛΑΦΙΚΗ!»
Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012
Ο ΚΑΛΟΣ, Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ
Χιουμοριστικό αφήγημα του Βασίλη Σακκά
7.
Ο ΚΑΛΟΣ Ο ΚΑΚΟΣ ΚΑΙ Ο ΚΕΡΑΤΑΣ
Του Βασίλη
Σακκά
Γύρισε
κατάκοπος ένα βράδυ ο θεός από τα πεδία των καταστροφών επί γης, άραξε το
διαστημόπλοιό του, κι έβαλε να πιει κάνα τσίπουρο για να ξεκουραστεί. Αφού
ρούφηξε κάμποσα μπουκάλια, σκέφτηκε: «Ρε συ, δεν βάζουν μυαλό τα κωλόπαιδα που
έκανα. Όσους και να φάω, πάλι μυαλό δεν θα βάλουν. Τι στο διάολο να κάνω με
δαύτους;
Σκέφτηκε,
ξανασκέφτηκε και είπε να κάνει κάνα μήνα διακοπές. Έκανε τα μπανάκια του τα
διαστημικά και κάποτε στρώθηκε στη δουλειά για να βρει λύση στον μπελά που είχε
με τους αμνούς του, που άλλαζαν DNA και γίνονταν ερίφια.
Και σαν από
μηχανής θεός, του κατέβηκε μια φαεινή ιδέα. Του χρειαζόταν επειγόντως γιος… ναι
γιος… αλλά πώς να τον κάνει μόνος του; Οι άλλοι θεοί ήταν αρσενικοί. Ξαφνικά
θυμήθηκε έναν φιλαράκο του μαραγκό, που είχε κάτω στο Ισραήλ από παλιά. Τραβάει
λοιπόν στο μαραγκούδικο του Ιωσήφ, κάθονται παράμερα, αρχίζουν τα κρασιά και
στο τέλος του σκάει το μυστικό.
«Ιωσήφ, θέλω
να μου κάνεις ένα παιδί, αγόρι όμως».
«Πώς να το
κάνω μόνος μου;»
«Όχι, βρε
βλάκα εσύ. Η γκόμενα που έχεις, η Μαρία».
«Τιμή μου,
φίλε, θα με απαλλάξεις και από τη δουλειά, αλλά πώς; Εσύ είσαι δεκαπέντε
τρισεκατομμυρίων ετών, πώς θα τα καταφέρεις;»
«Όχι εγώ, ρε
βόδι, εμένα μου ξεράθηκε πριν από τρία δισεκατομμύρια χρόνια!»
«Τότε πώς;»
«Άκου, βρε
μπουνταλά. Με λουλούδι θα το κάνω. Με κρίνο!»
«Αααα, είπα
κι εγώ. Θαυματάκι δηλαδή, έτσι;»
«Ναι…, σαν
να παραέφαγα κόσμο, να κατακλυσμούς, να Σόδομα, να Ερυθρά, να πληγές, να
Ιεριχούδες, να τούτο, να το άλλο, μυαλό δεν βάζουν οι άπιστοι. Άρχισαν να με
ψυλιάζονται για δολοφόνο-δράκο και μου την κοπανάνε από το μαντρί. Λοιπόν,
αποφασίζω και διατάζω, εδώ και τώρα θα κάνω γιο, αλλά έναν μόνο, όχι δύο, γιατί
θα με φάνε. Θα τους πιάσει ζήλια για το θρόνο μου, εντάξει; Και θα σου στείλω
και πολιτικούς μάγους όταν γεννήσει η Μαρία, για να το μάθει όλος ο κόσμος».
«Εντάξει,
αφέντη μου. Πάω να το πω στη Μαρία, για να προετοιμαστεί και να μην τρομάξει».
«Όταν με το
καλό γεννηθεί, να μου τον προσέχεις σαν τα μάτια σου, να τον κάνεις καλό παιδί,
μπας και πιάσει το κόλπο».
Έτσι κι
έγινε. Γκαστρώθηκε από το λουλούδι η Μαρίτσα, τον μεγαλώσανε μαζί κρυφά μακριά
από τα μπαρ και τις πουτάνες, κι όταν έγινε τριάντα χρόνων, τον αμολήσανε
ελεύθερο στην πιάτσα! Το παιδί έπιασε και… δουλειά, για να αντιστρέψει το ίματζ
του μπαμπά του, το κακόφημο. Κάθε τρεις και λίγο, θαυματάκια. Οι πιστοί άρχιζαν
πλέον να αλλάζουν γνώμη, αλλά οι ιερείς και οι Ρωμαίοι δεν την είδαν καλά τη
δουλειά, αυτουνού που ήθελε να γίνει βασιλιάς τους. Θα έχαναν βλέπεις την
εξουσία τους.
Τον έπιασαν
λοιπόν και τον κρέμασαν επάνω σε ένα σταυρό, εντούτοις όμως το θέλημα του
μπαμπά του έγινε.
Κι έτσι, τον έχουμε μετά
θάνατον, να μας ζαλίζουν τα χριστιανά με τα θαυματάκια του. Και γίναν πάλι
δισεκατομμύρια, τα πιστά Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012
Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012
Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ
Απόσπασμα από το βιβλίο μου ''Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ''
Τρία ασθενοφόρα κι ένα περιπολικό, πέρασαν
από μπροστά τους και σταμάτησαν δίπλα στο χώρο του αιματηρού επεισοδίου. Αν και
δεν ήταν πολύ κοντά, μπόρεσαν να διακρίνουν ότι, από τα δέκα άτομα που είχαν
συμπλακεί, τα έξι κείτονταν αιμόφυρτα στο έδαφος. Στο θέαμα εκείνο, η καρδιά
των δύο νέων σφίχτηκε και χάλασε η διάθεσή τους. Είδαν τον έναν από εκείνους
που είχαν μείνει όρθιοι, να σκουπίζει με ένα μαντήλι το μαχαίρι του. Ήταν
φανερό πως, κάποιοι από τους τραυματίες, αν δεν το είχαν ήδη πάθει, σύντομα θα
έφευγαν από τη ζωή. Στη λίστα με τα θύματα της βίας, θα γράφονταν μερικά ακόμα
ονόματα, εξαιτίας της ύπαρξης ενός ανόητου και απάνθρωπου κοινωνικού
φαινομένου. Το σύστημα του αυτόματου πληθυσμιακού ελέγχου, που είχαν εφεύρει τα
διεστραμμένα μυαλά κάποιων κοντινών προγόνων τους, λειτουργούσε στην εντέλεια.
«Ως πότε πια;» αναρωτήθηκε, αναστενάζοντας
η Αμφιθέα, καθώς ο νεαρός σερβιτόρος απομακρυνόταν.
«Ελπίζω όχι για πολύ ακόμα», μουρμούρισε
νευριασμένα ο Σαγιέ. Γύρισε και κοίταξε τον ηλικιωμένο που παρακολουθούσε με
συνοφρυωμένο ύφος τα συμβάντα. Ο πράσινος ρόμβος φιγουράριζε επάνω στην
αριστερή πλευρά του λευκού του πουκάμισου, ο άντρας εκείνος όμως, ίσως και λόγω
ηλικίας, δεν έδειχνε για φανατικός.
«Εσείς τι γνώμη έχετε γι’ αυτήν την
κατάσταση;» τον ρώτησε ο Σαγιέ, αδιαφορώντας αν, απευθύνοντας το λόγο σε
κάποιον άγνωστο, υπήρχε ο φόβος να θεωρηθεί αγενής.
Ο ηλικιωμένος κούνησε το κεφάλι του και
τους κοίταξε συμπονετικά. «Τι να σας πω,
παιδιά μου; Εγώ είμαι πολύ γέρος για να μιλήσω ανοιχτά γι’ αυτό το θέμα, εσείς
όμως έχετε όλη τη ζωή μπροστά σας. Εύχομαι λοιπόν, να ζήσετε καλύτερες μέρες
από αυτές που ζήσαμε εμείς. Αν αυτό», είπε κι έδειξε έξω, «λέγεται ζωή, τότε
καλύτερα να πάμε να ζήσουμε στη ζούγκλα, παρέα με τα άγρια θηρία. Τι άλλο να
πω;»
Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2012
Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ
ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΙΡΑ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ
ΤΟΝ ΥΨΙΣΤΟ
Στο μυαλό του Ζαχαρία πάντοτε έμπαιναν ιδέες. Ήταν μια από
τις πτυχές του ανήσυχου χαρακτήρα του. Όταν ήταν έξι μόλις χρόνων, του είχε
μπει η ιδέα ότι ήταν… εξωγήινος. Έβλεπε κάποιες σειρές Ε.Φ. στη τηλεόραση και
το είχε δέσει κόμπο ότι κι ο ίδιος ήταν από άλλον πλανήτη. Βρε καλέ μου, βρε
κακέ μου, να του λένε οι γονείς του, εμείς σε έχουμε γεννήσει, εκείνος όμως
τίποτα. Πίστευε ότι του έλεγαν ψέματα, μέχρι την ημέρα που του έδειξαν μια
φωτογραφία με τον Ε.Τ., οπότε πείστηκε ότι εκείνος ήταν ο εξωγήινος και ο ίδιος
ήταν γέννημα θρέμμα της γης, οπότε και απαλλάχτηκε οριστικά από την εξωφρενική ιδέα
του εξωγήινου. Στα δέκα του χρόνια, του είχε κολλήσει η ιδέα ότι μόλις γινόταν
είκοσι ετών θα πέθαινε. Άλλος καημός αυτός για τους έρημους γονείς του. Είδαν
και έπαθαν μέχρι να τον πείσουν ότι κανένας άνθρωπος δεν γνωρίζει την
ημερομηνία του θανάτου του.
Λίγο πριν τα δέκατα τρίτα γενέθλιά του, του
κόλλησε η ιδέα ότι κάποτε θα γινόταν πρωθυπουργός. Αυτό ίσως δεν ήταν κατ’
ανάγκην κακό και οι γονείς του αυτή τη φορά δεν ανησύχησαν για τον κανακάρη
τους. Απεναντίας μάλιστα χάρηκαν που διαπίστωσαν ότι ο γιος τους έβαζε πολύ
ψηλά τον πήχη της προσωπικής του επιτυχίας. Ήταν κάτι πολύ ενθαρρυντικό για
τους ευτυχείς γονιούς του, οι οποίοι πίστεψαν ότι επιτέλους το αγοράκι τους
είχε ωριμάσει και είχε ισορροπήσει πνευματικά.
Πραγματικά, ο Ζαχαρίας, αν και πολύ μικρός
σε ηλικία, άρχισε να διαβάζει άρθρα και σχόλια πολιτικών αναλυτών σε εφημερίδες
και περιοδικά, να παρακολουθεί τις συνεδριάσεις της ολομέλειας της Βουλής και
να… σχεδιάζει τον τρόπο με τον οποίον θα κυβερνούσε τη χώρα μόλις γινόταν
πρωθυπουργός. Κανονικά οι γονείς του θα έπρεπε να ανησυχήσουν για μια τόσο
αφύσικη συμπεριφορά, δυσανάλογη της ηλικίας του, εκείνοι όμως αποδείχτηκαν
κοντόφθαλμοι και το θεώρησαν σαν ένα ακόμα παιχνίδι του γιου τους. Άσε δε που
δεν έβλεπαν με άσχημο μάτι μια τέτοια προοπτική.
Όλα καλά, έλα όμως που, αυτή του η εμμονή,
τον ανάγκασε να μεταπηδήσει σε μιαν άλλη, εντελώς εξωφρενική αυτή τη φορά.
Παρακολουθώντας μια μέρα στην τηλεόραση την ομιλία του προέδρου της κυβέρνησης,
τον άκουσε να λέει ότι μίλησε με το Θεό! Ε, τι ήταν να ακούσει έναν τέτοιο ισχυρισμό; Από τη στιγμή
εκείνη, το έδεσε κόμπο ότι κι εκείνος θα μιλούσε με τον Ύψιστο. Το θεώρησε σαν
καθήκον του, αφού το είχε βέβαιο ότι κάποτε θα γινόταν και ο ίδιος
πρωθυπουργός, να μιλήσει με την Μεγαλοσύνη Του. Άλλωστε, είχε τόσα πολλά να τον
ρωτήσει.
Τον τρόπο τον γνώριζε καλά. Από μικρός είχε
γαλουχηθεί στη θρησκεία, στο γονάτισμα μπροστά στις εικόνες και στην προσευχή,
με μοναδικό παράπονό του ότι, στις παρακλήσεις του προς τον Θεό, δεν είχε πάρει
ποτέ απάντηση από Εκείνον, αυτή τη φορά όμως ήταν αποφασισμένος να πάρει. Αφού
οι άλλοι μιλούσαν μαζί Του, θα μιλούσε κι εκείνος.
Ένα βράδυ, αμέσως μετά το δείπνο,
αποσύρθηκε στο δωμάτιό του, αποφασισμένος να εκτελέσει το σχέδιο που είχε κατά
νου. Γονάτισε μπροστά στο εικονοστάσι που κοσμούσε τον τοίχο δίπλα στο κρεβάτι
του, σταύρωσε τα χέρια μπροστά στο στήθος του και άρχισε να προσεύχεται.
«Θεούλη μου, εσύ που νοιάζεσαι και
φροντίζεις για όλον τον κόσμο και ακούς τις προσευχές μας, ρίξε για λίγο το
βλέμμα σου και στο σπιτικό μας».
Έκανε μια μικρή παύση και, τη στιγμή που
ετοιμαζόταν να συνεχίσει, άκουσε μια βροντερή φωνή να του λέει: «Σε ακούω,
τέκνον μου. Τι ακριβώς ζητάς από μένα;»
Ο Ζαχαρίας απόρησε, αμφιταλαντεύτηκε για
λίγο και, στο τέλος, μόνον που δεν κατουρήθηκε από τη χαρά του. Του φαινόταν
απίστευτο που είχε καταφέρει να του μιλήσει ο ίδιος ο Θεός. Και να που τώρα του
δινόταν η μοναδική ευκαιρία να του εκφράσει τις σκέψεις του, τις επιθυμίες του
και τα παράπονά του.
«Να, Κύριε, θα ήθελα να έχεις καλά την
οικογένειά μου και να με βοηθήσεις να πραγματοποιήσω το όνειρό μου».
«Ποιο όνειρο, αυτό του να γίνεις
πρωθυπουργός;»
Ο Ζαχαρίας εντυπωσιάστηκε. Χωρίς να του το
έχει αποκαλύψει, ο Ύψιστος το είχε καταλάβει. Τώρα πια ήταν βέβαιος ότι μιλούσε
με τον ίδιο το Θεό.
«Μάλιστα, Κύριε», μουρμούρισε με φανερή
συγκίνηση.
«Εγώ θα σε βοηθήσω», άκουσε το Θεό να του
λέει, «αλλά να ξέρεις ότι πρέπει να προσπαθήσεις κι εσύ».
«Εντάξει, Κύριε και θεέ μου. Γι’ αυτό
μπορείς να μείνεις ήσυχος. Θα ήθελα όμως να μάθω και κάτι άλλο. Γιατί μερικά
παιδάκια υποφέρουν; Δεν μπορείς να κάνεις κάτι και γι’ αυτά;»
«Μου είναι δύσκολο να βοηθώ όσους δεν μου
το ζητούν».
«Μα, εγώ γνωρίζω ένα παιδί που η οικογένειά
του πεινάει και ξέρω ότι εκείνο προσεύχεται κάθε βράδυ σε Σένα και σου ζητάει
βοήθεια. Αυτό το πλάσμα δεν μπορείς να το βοηθήσεις;»
«Άκουσε, τέκνον μου. Τα πράγματα δεν είναι
τόσο απλά, όσο τα νομίζεις. Πιθανόν κάποιος από την οικογένειά του να είναι
αμαρτωλός, οπότε εγώ υποχρεώνομαι να σηκώσω τα χέρια μου ψηλά. Αν εξομολογηθούν
και μετανοήσουν όλα τα μέλη της οικογένειας, τότε μόνον θα μπορέσω να επέμβω».
Δεν έχει και άδικο, συμφώνησε νοερά ο
Ζαχαρίας. Ας τον ρωτήσω τώρα και για τον κυρ-Νώντα, τον γείτονά μας, που
σκοτώθηκε προχθές σε τροχαίο: «Γνώριζα έναν συνταξιούχο, έναν πολύ καλό
άνθρωπο, θρησκευόμενο, πράο, ευγενικό, ο οποίος δεν είχε πειράξει ποτέ ούτε
κουνούπι, προχθές όμως έπεσε σε μια κολώνα με το αυτοκίνητό του και σκοτώθηκε.
Γιατί του συνέβη κάτι τόσο τρομερό; Τι είχε κάνει και τιμωρήθηκε έτσι; Δεν θα
ήταν σωστό και δίκαιο να τον σώσεις;»
«Είσαι μικρός, τέκνον μου, και δεν μπορείς
να τα καταλάβεις όλα. Ο κυρ-Νώντας ήταν πολύ μεγάλος στην ηλικία και
δυσκολευόταν να οδηγήσει. Αν τον έσωζα από αυτό το τροχαίο, το πιθανότερο ήταν
να ξανακάνει ατύχημα και να πάρει και κάποιον άλλον άνθρωπο στον λαιμό του.
Τουλάχιστον έτσι, έφυγε μόνος του και σώθηκε κάποιος άλλος. Εξάλλου, λόγω της υποδειγματικής
διαγωγής του, τον έχω ήδη πάρει στον παράδεισο. Μπορεί λοιπόν να μην σώθηκε η
ζωή του, σώθηκε όμως η ψυχή του».
Πράγματι ο Θεός είναι σοφός και μεγαλόψυχος,
συλλογίστηκε ο Ζαχαρίας. Τα προβλέπει όλα και προνοεί για όλους τους ανθρώπους.
Έχουν δίκιο οι χριστιανοί που τον πιστεύουν, τον λατρεύουν και τον προσκυνούν.
Ετοιμάστηκε να τον ρωτήσει και για τον αγαπημένο
του παππού, ο οποίος είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν. Είχε μεγάλη περιέργεια να
μάθει αν ο μακαρίτης είχε πάει στον παράδεισο. Άνοιξε το στόμα του να μιλήσει
αλλά, αυτό που επακολούθησε, τον σάστισε και τον υποχρέωσε να ανοίξει τα μάτια
του, που όλη εκείνη την ώρα τα κρατούσε κλειστά. Αναρωτήθηκε, τι μπορούσε να
ήταν αυτό που του συνέβαινε; Είχε παραισθήσεις;
«Ζαχαρία, ακόμα κοιμάσαι;» είχε ακούσει μια
φωνή να του λέει και ήταν βέβαιος ότι εκείνη δεν ήταν η φωνή του Θεού. Έμοιαζε
περισσότερο με την φωνή της μητέρας του. «Σήκω επιτέλους, βρε αγόρι μου, γιατί
δεν θα προλάβεις να πας έγκαιρα στο σχολείο».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)