Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ


Διήγημα από τη σειρά  ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

     

             ΟΙ ΦΑΝΤΑΣΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΙΣΤΟΥ


    Συναντήθηκαν τυχαία σε ένα βιβλιοπωλείο. Είχαν χρόνια να ανταμωθούν. Ο Στέργιος εργαζόταν σε μια μεγάλη εταιρία και ο Φώντας ήταν εργοδηγός στον ΟΣΕ. Γνωρίζονταν από παιδιά και, πριν παντρευτούν, έκαναν συχνά παρέα, μετά τον γάμο τους όμως οι δρόμοι τους χώρισαν. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις, η έλλειψη χρόνου, οι αποστάσεις και ένα σωρό ακόμα λόγοι ήταν αυτοί που ευθύνονταν για την χαλάρωση της φιλίας τους. Παρόλα αυτά, επικοινωνούσαν κάπου-κάπου τηλεφωνικά, κυρίως για ευχές στις ονομαστικές τους εορτές.
    Ο Στέργιος είχε πάει στο βιβλιοπωλείο για να αγοράσει το βιβλίο ‘’ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ’’, μια συλλογή κειμένων σαράντα πέντε ατόμων, που αφορούσε σε προσωπικές τους μαρτυρίες σχετικά με τους λόγους που τους είχαν αναγκάσει να αμφισβητήσουν την χριστιανική θρησκεία και να πάψουν να πιστεύουν στις δοξασίες των ρασοφόρων και των γραφών.
    Την ώρα που συναντήθηκε με τον Φώντα, το είχε ήδη πάρει και το κρατούσε στα χέρια του. Εκείνος μόλις είχε μπει μέσα και κατευθυνόταν προς τα ράφια που αναπαύονταν τα θρησκευτικά βιβλία. Κόντεψε σχεδόν να πέσει επάνω στον Στέργιο, ο οποίος δεν τον είχε δει και ξεφύλλιζε ευλαβικά το καινούριο του απόκτημα, για να αντιληφθεί πως επρόκειτο για τον παλιό του φίλο.
    Αγκαλιάστηκαν με χαρά, αντάλλαξαν μερικές φιλοφρονήσεις και, μόνον όταν αποχωρίστηκαν, ο Φώντας  πρόσεξε το βιβλίο του φίλου του: «Τι είναι αυτό το βιβλίο;» τον ρώτησε με περιέργεια.
    Ο Στέργιος του το έδειξε, λέγοντάς του: «Ένα καινούριο πόνημα, γραμμένο από κάποιους συμπολίτες μας, που αποχαιρέτησαν τη θρησκεία, όπως γράφει και ο τίτλος».
    Το πρόσωπο του Φώντα άλλαξε χρώμα, μόλις το άκουσε. Η χαρά του και η φιλική του διάθεση εξαφανίστηκαν μονομιάς. «Σοβαρά μιλάς;» ρώτησε και το ύφος του μαρτυρούσε ότι δεν πίστευε στα αυτιά του. «Διαβάζεις τέτοια σατανικά βιβλία; Άθεος είσαι;»
    «Δεν ξέρω, το ψάχνω», του απάντησε χαμογελώντας ο Στέργιος.
    «Το ψάχνεις; Αμφιβάλλεις δηλαδή ότι υπάρχει θεός; Ειλικρινά, δυσκολεύομαι να το πιστέψω. Εσύ, ένας τόσο συγκαταβατικός, τόσο ευλαβής και ελεήμων άνθρωπος, πέρασες στην άλλη πλευρά; Δεν φοβάσαι την τιμωρία του θεού;»
    Ο Στέργιος παραξενεύτηκε. Δεν θυμόταν παλιά ο Φώντας να είναι κολλημένος με τη θρησκεία. Εντάξει, πήγαινε στην εκκλησία, πολλές φορές μάλιστα συναντιόνταν εκεί, ποτέ όμως δεν άνοιγαν συζήτηση για θεούς και θρησκείες. Προτιμούσαν να μιλούν για τσάρκες, για γκόμενες, και για αθλητικά.
    «Να με τιμωρήσει; Για ποιο λόγο; Τι έκανα;»
    «Τι έκανες;» εξανέστη ο Φώντας. «Μα υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από το να μην πιστεύεις στην ύπαρξή του;»
    «Δεν το κάνω επίτηδες», τον ειρωνεύτηκε ο Στέργιος. «Αν μου αποδείξεις την ύπαρξή του, δεν έχω λόγο να μην πιστέψω».
    «Τι αποδείξεις θέλεις; Δεν σου αρκούν όλα αυτά τα θαυμαστά που βλέπεις με τα μάτια σου;»
    «Τι εννοείς; Μιλάς για τον ήλιο, για τα αστέρια, για το ουράνιο στερέωμα, για τη φύση; Ε, και λοιπόν; Τα βλέπω και τα θαυμάζω, αλλά δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει το επιχείρημά σου. Υπονοείς μήπως ότι όλα αυτά δημιουργήθηκαν από το χέρι κάποιου; Κι αυτόν τον κάποιο, ποιος τον δημιούργησε, πώς βρέθηκε μετέωρος στο πουθενά;»
    «Α, εσύ δεν τρώγεσαι. Αμφισβητείς την Αγία Γραφή; Αμφισβητείς τις μαρτυρίες των αγίων πατέρων μας; Πώς κατάντησες έτσι; Εσύ ήσουν θεοφοβούμενος».
    «Ε, όχι ακριβώς. Ακολουθούσα απλώς τη ρότα των υπολοίπων, περισσότερο λόγω συνήθειας, ίσως λόγω παράδοσης. Μέχρι που άρχισα να διαβάζω και άλλους συγγραφείς, πέραν αυτών των άγιων, όπως τους αποκαλείς, πατέρων. Αν έκανες κι εσύ το ίδιο, είμαι βέβαιος ότι θα έβλεπες τα πράγματα διαφορετικά, θα διαπίστωνες σε πόσο φοβερή πλάνη βρίσκεσαι».
    «Σοβαρολογείς τώρα; Μα καλά, δεν φοβάσαι μήπως πας στην κόλαση; Τόσο πολύ πια έχεις διαβρωθεί;»
    «Έλα τώρα, Φώντα, σύνελθε λιγάκι. Είσαι και μορφωμένος άνθρωπος. Για ποια κόλαση μου μιλάς; Είναι δυνατόν ο φιλεύσπλαχνος θεός, όπως συνηθίζετε να τον αποκαλείτε, να προορίζει τον άνθρωπο για μια τόσο σκληρή τύχη και μάλιστα εις τον αιώνα τον άπαντα; Η κόλαση και ο παράδεισος είναι ο μπαμπούλας που έχουν εφεύρει οι ρασοφόροι για να τρομάζουν το ποίμνιο, ώστε να μην αποχωρίζεται το μαντρί».
    «Δηλαδή δεν θέλεις να πας στον παράδεισο;»
    «Το βιολί σου εσύ, κακομοίρη μου. Ακόμα και να υπήρχε παράδεισος, ε, ναι, σε πληροφορώ ότι δεν θα ήθελα να πάω. Να κάνω τι εκεί μέσα; Να σεργιανίζω χωρίς σκοπό σε ένα ανιαρό περιβάλλον, ακούγοντας μονότονες ψαλμωδίες και αντικρίζοντας τα χλωμά πρόσωπα των πεθαμένων; Να μου λείπει τέτοια ανταμοιβή για την, υποτίθεται ενάρετη και μετρημένη ζωή μου στη γη. Αλήθεια, εσένα θα σου άρεσε εκεί πάνω;»
    «Ανιαρό περιβάλλον; Μάλλον δεν έχεις διαβάσει την Παλαιά Διαθήκη ή δεν έχεις ακούσει για τον κήπο της Εδέμ. Ο παράδεισος, Στέργιε, βρίσκεται μέσα σ’ αυτόν τον καταπράσινο κήπο. Το περιβάλλον εκεί μέσα είναι ειδυλλιακό, γεμάτο χρώματα, αρώματα και μουσική. Όλα είναι χαρμόσυνα και οι άγγελοι φτερουγίζουν χαρούμενα από πάνω».
    «Ναι, και ύστερα ξύπνησες», τον ειρωνεύτηκε ο Στέργιος. «Μα καλά, μιλάς σοβαρά; Τα πιστεύεις όλα αυτά; Νομίζεις ότι, όλες αυτές οι ανυπόστατες, αστήρικτες και εξωφρενικές θεωρίες, μπορούν να γίνουν πιστευτές; Πρέπει κάποιος να είναι πολύ αφελής και ευκολόπιστος για να τους δώσει βάση. Το γράφει, λες, κάποιο βιβλίο. Καλά, εντάξει. Και ο συγγραφέας αυτής της ιστορίας, τον είδε με τα μάτια του; Τον επισκέφτηκε και ύστερα γύρισε πίσω για να τον περιγράψει; Γνωρίζεις κάποιον που να έχει πάει και να έχει επιστρέψει από εκεί; Φαντασιώσεις αρρωστημένων μυαλών  είναι, αγόρι μου, κατάλαβέ το».
    «Τι να σου πω τώρα;» του αντιγύρισε με θυμό, ο Φώντας. «Λυπάμαι πολύ για τις ιδέες που έχεις και απορώ πώς διάβολο τις κόλλησες;»
    Ο Στέργιος πρόσεξε ότι ο υπάλληλος τους κοίταζε λοξά και έδειχνε ενοχλημένος, κι αποφάσισε να δώσει ένα τέλος σε αυτήν την συζήτηση: «Επειδή ο χώρος δεν είναι κατάλληλος γι’ αυτήν την κουβέντα, αν θέλεις μπορούμε να βρεθούμε κάπου αλλού, να πιούμε ένα ποτό και να τα πούμε με την ησυχία μας».
    «Να πούμε τι; Με άθεους και κυριευμένους από το διάολο δεν έχω να πω τίποτα. Ειλικρινά, την αρχική χαρά μου, που σε είδα ύστερα από τόσο καιρό, την μετέτρεψες σε λύπη. Δεν το περίμενα αυτό από σένα και θα σε παρακαλέσω να μείνεις μακριά από μένα και την οικογένειά μου, γιατί θα μας μολύνεις».
    Ο Στέργιος εξοργίστηκε. Ένιωσε την επιθυμία να τον διαολοστείλει, σεβάστηκε όμως τον εαυτό του και το απέφυγε. Αρκέστηκε μονάχα σε ένα τελευταίο σχόλιο και έδωσε την υπόσχεση στον εαυτό του να μην ασχοληθεί ποτέ ξανά με εκείνο το αξιοθρήνητο ανθρωπάκι.
    «Εντάξει, παλιόφιλε. Θα ακολουθήσω τη συμβουλή σου, μάθε όμως, πριν αποχωριστούμε οριστικά, ότι η κατάσταση στην οποίαν σας έχουν εγκλωβίσει οι ρασοφόροι, κι από την οποία τόσο πολύ δυσκολεύεστε να ξεφύγετε, μόνον με μια λέξη μπορεί να χαρακτηριστεί: ΤΡΑΓΕΛΑΦΙΚΗ!»  
     

Δεν υπάρχουν σχόλια: