Σελίδες

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημά μου.

    Μπαίνοντας μέσα, αισθάνθηκε κάτι σαν δέος. Αγωνιώντας για τη συνέχεια, έκλεισε πίσω του την πόρτα και άρχισε να ψάχνει ψηλαφιστά για κάποιο ηλεκτρικό διακόπτη. Όταν τον βρήκε και τον πίεσε, ο χώρος φωτίστηκε ασθενικά από ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό που κρεμόταν από την οροφή. Η εικόνα που παρουσιάστηκε μπροστά του, δεν τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Είδε πως βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο με λιτή επίπλωση. Εκτός από τέσσερα ξύλινα  καθίσματα που βρίσκονταν τοποθετημένα στη σειρά, ακριβώς στο κέντρο του χώρου πίσω από ένα τραπεζάκι, και ένα σύνθετο έπιπλο στον απέναντι τοίχο, άλλο έπιπλο δεν υπήρχε. Εκείνο πάντως που τον εντυπωσίασε, δεν ήταν το στερεοφωνικό μηχάνημα  που αναπαυόταν επάνω στο σύνθετο, αλλά η έλλειψη βρωμιάς. Ολόκληρη η αίθουσα άστραφτε από καθαριότητα και μια ευχάριστη μυρωδιά είχε πλημμυρίσει το χώρο.
    Ικανοποιημένος που οι υποψίες του είχαν αρχίσει να επαληθεύονται, πλησίασε κοντά στο στερεοφωνικό μηχάνημα και στάθηκε μπροστά του. Καθώς άπλωνε το χέρι του για να το θέσει σε λειτουργία, ένιωσε παράξενα. Σχεδόν έτρεμε τη στιγμή που πατούσε το πλήκτρο ΟΝ.
    Ο δυνατός, μπάσος ήχος που ξεχύθηκε ξαφνικά από τα ηχεία, τον κατατρόμαξε. Το πρωτόγνωρο άκουσμα τον ξάφνιασε, αλλά και τον παραξένεψε. Πρώτη φορά στη ζωή του άκουγε ένα μουσικό κομμάτι, στο οποίο ο ξέφρενος ρυθμός των ντραμς συνδυαζόταν τόσο άψογα με τον κρυστάλλινο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Ένιωσε να εκστασιάζεται. Άνοιξε διάπλατα τα αυτιά του και ρουφούσε με απληστία τις μελωδικές νότες και τους μεστούς στίχους ενός τραγουδιού, που το άκουσμά του τον γέμισε με ευχάριστα συναισθήματα και του έφτιαξε τη διάθεση. Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ακρόασή του, με τη συμμετοχή και του τελευταίου κύτταρου του κορμιού του. Αυτό δεν ήταν τραγούδι, ήταν μια ανεπανάληπτη μουσική πανδαισία. Συνειδητοποίησε ότι, η απαγορευμένη μουσική που συνέχιζε να εκπέμπεται σε καταιγιστικούς ρυθμούς από τα μεγάφωνα, του άρεσε υπερβολικά. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονταν οι πολέμιοί της, διέθετε ρυθμό, χρώμα, μελωδία, συναίσθημα …και στίχους. Συγκρινόμενη με τη μπραίηντ, μόνο στο ρυθμό έμοιαζε κάπως. Μπροστά στη ροκ, η ανιαρή και μονότονη μουσική της εποχής του, έμοιαζε με φτωχό συγγενή. Έδειξε λίγη μεγαλύτερη προσοχή στα λόγια του τραγουδιού και τότε κατάλαβε για ποιο λόγο ο Λαμασών την είχε απαγορεύσει. Ο τραγουδιστής με την ιδιόρρυθμη φωνή, εκλιπαρούσε για βοήθεια. Αναζητούσε τη χαρά της ζωής του και ο Φίγκινς σχεδόν ταυτίστηκε μαζί του.
    Φοβήθηκε πως τελικά είχε αρρωστήσει. Είχε εισχωρήσει στον απαγορευμένο κόσμο της ροκ, κι αισθανόταν ότι δύσκολα θα κατάφερνε να ξαναβγεί. Αναλογίσθηκε τις συνέπειες και τρομοκρατήθηκε. Ο νόμος του δικτάτορα Λαμασών ήταν σαφής και αδυσώπητα σκληρός. Η κατοχή δίσκων μουσικής ροκ, κυρίως όμως η αναπαραγωγή και η ακρόαση αυτού του μουσικού είδους, απαγορευόταν αυστηρά, με ποινή που μπορούσε να φτάσει μέχρι και τα σαράντα χρόνια στα κάτεργα.
    Ένιωσε μια ανατριχίλα να του διαπερνάει τη ραχοκοκαλιά, η ευχαρίστηση όμως που του προκαλούσε το εξαίσιο εκείνο άκουσμα, του απαγόρευσε να πανικοβληθεί, διώχνοντας μακριά και την αρχική του εντύπωση ότι είχε αρρωστήσει. Γνωρίζοντας ότι η εμφάνιση κάποιας ασθένειας συνοδεύεται κατά κανόνα από μια σειρά δυσάρεστων συμπτωμάτων, κατάλαβε ότι αποκλειόταν να είχε νοσήσει. Εκείνος αισθανόταν θαυμάσια. Δεν ένιωθε κακοδιαθεσία, ούτε πόνο, ούτε είχε πυρετό. Αντιθέτως, ένιωθε τόσο καλά, όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν.
    Δεν είμαι άρρωστος, σκέφτηκε περιχαρής. Νιώθω καλύτερα από ποτέ. Η ροκ δεν είναι ασθένεια, είναι φάρμακο. Γέλασε στη σκέψη ότι είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα από την ακρόαση ενός και μόνο τραγουδιού.
    Καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, ένιωσε δίπλα του την παρουσία κάποιου. Παραδόξως δεν πανικοβλήθηκε, ούτε γύρισε να κοιτάξει για να δει ποιος ήταν. Είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ν’ απολαμβάνει τη μουσική που νόμιζε ότι  απεχθανόταν και ήξερε με βεβαιότητα πια ότι, ο δρόμος που είχε οριστικά και αμετάκλητα διαλέξει, ήταν χωρίς επιστροφή.
        «Το τραγούδι που ακούς», άκουσε τον Χάπινς να του φωνάζει, προσπαθώντας να καλύψει τα ντεσιμπέλ των ηχείων, «είναι το PARANOID των BLACK SABBATH».
   

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΑΣΤΡΑ ΠΕΦΤΟΥΝ ΑΠΟ ΜΕΣΑ

Ένα εξαιρετικό κείμενο του φίλου Αλέκου Φωτόπουλου, που συμπεριλήφθηκε στη συλλογή μεταφυσικής παράνοιας ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΦΩΣ.


Και ο Γεννάδιος μέσα ήταν , και με 300 000 καλογήρους γύρω από την πόλη και βοηθούσαν τους Οθωμανούς, με τρόφιμα και νερό μαζί με τα αδέρφια τους Εβραίους, και άλλες 200 000 στην υπόλοιπη Ελλάδα που ρουφιάνευαν- κατέδιδαν τους Εθνικούς για να ,τους σκοτώνουν οι Ρωμαίοι μαζί με το παπαδαριό . και να καρπώνονται φίφτι-φίφτι τις περιουσίες τους .Και να πλουτίζουν,το παπαδαριό, και οι εκάστοτε αυτοκράτορες.
Μας πρόδωσαν οι άνθρωποι του Πέραν.Είπε ο ίδιος ο Ρωμαίος αυτοκράτορας. Οι καλόγεροι μαζί με τους αδερφούς τους Εβραίους .που ήταν οι τροφοδότες του Μωάμεθ σε τρόφιμα, για τον στρατό του, αλλά και της πολιορκημένης πόλης. Με εντολή του Γεννάδιου , να αφήσουν ανοιχτή την κερκόπορτα. Αφού πρωτίστως είχε συμφωνήσει την συγκυβέρνηση της Ελλάδος μαζί με τον Μωάμεθ..Και όπως και αποδείχτηκε στην συνέχεια.
¨Όσο για το κρυφό σχολειό ψεύδονται ασυστόλως, κι εσείς τα χριστιανομπέεε. το χαβετε σαν χάπι, Και κείνοι καμαρώνουν σαν διάνοι για σας τα τούβλα που το αποδέχεστε.. 
Κατήχηση υπέρ των Εβραίων έκαναν, και όχι πως τους μάθαιναν γράμματα και την Ελληνική παιδεία. Αφού οι ίδιοι έκαιγαν ότι οτιδήποτε γραφτό Ελληνικό... 
Ξεχάσατε τι έλεγε ο Ανθέλληνας Κοσμάς ο Αιτωλός και άλλα βρωμερά τέτοια .Ότι μίλησε με τον χριστό και του είπε ο άλλος Εβραίος ο νεκραναστημένος τάχα . Ότι δεν είσαστε Έλληνες αλλά χριστιανοί. . Επομένως είστε διπρόσωποι ρουφιάνοι και προδότες, που το παίζετε και Έλληνες και εβραιοχριστιανοί... καμαρώστε τα παρακάτω,,Για την Ελληνικότητά σας σαν χριστιανοί..
1)Γεννάδιος Σχολάριος 1454: Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην!... πατριάρχης Κωνλ/ως
2) "Τους ασεβείς και καταραμένους αυτούς Ελληνιστές, και με φωτιά και με ξίφος και με πνιγμό και με κάθε τρόπο θανατώστε τους. Μαστιγώστε , φυλακίστε, κόψτε τους τη γλώσσα, ύστερα το χέρι και αν επιμένουν, τότε στείλτε τους στο βυθό της θάλασσας. Είμαι χριστιανός, ως εκ τούτου δεν δύναμαι να είμαι Έλλην " 
Γεννάδιος Σχολάριος, Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινούπολης 1456
3) οι αυθεντικοί Ελληνες έτσι μιλούσαν και τότε.=> ΦΙΛΟΣΤΡΑΤΟΣ: (Έλληνας Φιλόσοφος) ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΥΣ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ!! ΑΡΝΟΥΜΑΙ ΤΟΝ ΕΒΡΑΙΟ ΙΗΣΟΥ ΓΙΑΤΙ ΕΙΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ
4) Ο Κελσος ΈΛΛΗΝ φιλοσοφος, είχε πει: και το γράφει χαρακτηριστικά στο, ‘’ Ο Αληθής λόγος’’ γραμμένος το 167 μχ ‘’ ότι ο Χριστιανισμός απευθύνεται σε ηλίθιους και αμόρφωτους’’.
5)Ακόμα και οι Ξένοι αλλογενείς τιμούν τον ΈΛΛΗΝΑ, και την Ελλάδα ..και μόνον οι Εβραίοι με την προβιά του ελληνοχριστιανισμού δεν το κάνουν , Γιατί οι χριστιανοι είναι εβραίοι.=>... « Όποιος σκέπτεται σήμερα!.. Σκέπτεται ελληνικά!..,
Έστω κι αν δεν το υποπτεύεται.» Αφου το 60/70% της γλώσσας του που χρησιμοποιεί: είναι Ελληνικές λέξεις
Jacqueline de Romilly. ‘’συνδιάσκεψη Ε.Ε 2010..

6)Θα έπρεπε να ευχαριστήσουμε την Ελλάδα
Η Δύση είναι που χρωστάει στην Ελλάδα.
Η φιλοσοφία, η δημοκρατία, η τραγωδία... 
Ο τεχνολογικός κόσμος στον οποίο ζούμε, χρωστά τα πάντα στην Ελλάδα.
Ποιός ανακάλυψε τη Λογική; Ο Αριστοτέλης!
Όλος ο κόσμος χρωστά χρήματα στην Ελλάδα. Θα μπορούσε να ζητήσει χιλιάδες εκατομμύρια για πνευματικά δικαιώματα και θα ήταν λογικό να της τα δώσουμε. Αμέσως!
Jean-Luc Godard _ Εθρωπαϊκή διάσκεψη 2010
7)"Δεν υπάρχει λαός εις τον κόσμο ο οποίος να έχει προσφέρει τόσα εις την ανθρωπότητα όσα ο ελληνικός, και έχει καταπολεμηθεί τόσο πολύ από τόσο πολλούς λαούς, οι οποίοι δεν προσέφεραν τίποτα εις αυτήν"
F. Nizsche 
8)Με το χριστιανικό Βυζάντιο πέθανε ο μεγαλύτερος Παγκόσμιος Πολιτισμός του κόσμου, αυτός που είδε πρώτος το φως του ήλιου στην γή, αυτός που εκπολίτησε όλους τους λαούς της οικουμένης. 
Πέθανε ο Μέγας Φωτοδότης Ελληνικός πολιτισμός και οι Έλληνες δημιουργοί του, με μία τραγική φωνή, πνιγμένη στο αίμα της ανθρώπινης αχαριστίας και μιαρής αδικίας. 
Έτσι απάνθρωπα έσβησε ο Μέγας Φωτοδότης Ελληνικός Λόγος. Και στη συνέχεια λέει ο Γερμανός φιλόσοφος Νιέτσε : «Δεν αποκάμνω να αναπολώ αυτούς τους (Έλληνες) στοχαστές που κάθε ένας τους είχε μια ασύλληπτη ιδιαιτερότητα ...; και φαίνεται πως οι Έλληνες στα κατοπινά χρόνια λησμόνησαν το καλλίτερο μέρος της πνευματικής τους πορείας. Και ποιος λαός θα μπορούσε να ισχυρισθή ότι το ξαναβρήκε; Μετά από 1 500 χρόνια σκότους. Όπως και να ναι νομίζω πως όλα αυτά τελειώνουν με μία κραυγή : Πόσο ωραίοι υπήρξαν!».
F. Nizsche
9)Κι εσείς Προδότες Ιουδαιοεβραιοελληνοχριστιανοί; Τι θα απαντήσετε στον Γάλλο μαθηματικό, Ερρίκος Μαν, και στους Ελληνιστές όλου του κόσμου που λένε ανάλογα μ' αυτόν πράγματα, που το 1990 στο Παρίσι είπε: «Τω αναγνώστη τω φιλέλληνι χαίρειν. Φιλεπιστήμων μεν φύσει ο άνθρωπος και αείποτε και πανταχού, ομολογείται δε ως πηγή των μαθημάτων τα των παλαιών Ελλήνων ευρήματα. Διδάσκαλος μεν εγένετο ο Αριστοτέλης του συλλογίζεσθαι, και τοις Ρωμαϊκής και τοις Άραψιν. Ελληνίζει δε και νυν η επιστήμη άχρι των της ανατολής μεθορίων. Αδύνατον γαρ πεπαιδευμένω τινι βαρβάρω το τεχνιτεύειν, άνευ τριακοσίων των της Ελλάδος λέξεων»
10) Κι εσείς Προδότες Ιουδαιοεβραιοελληνοχριστιανοί; Τι θα απαντήσετε στον Χουάν Χοσέ Πουχάνα Άρθα, που το 1997 στο Μπιλμπάο της Ισπανίας είπε: «... Η γλώσσα εστί η πατρίς μου, Ελλάς γαρ αληθώς, ημάς τους δυτικούς, βαρβάρων ημών όντων, πεπολιτισμένους πεποίηκε...»;
Και άλλες τόσες μυριάδες χιλιάδες και εκατομμύρια σε όλον τον πλανήτη, που ομολογούν τις ευχαριστίες τους για την Ελλάδα και τους Έλληνες . Και μόνο εσείς είστε τα αχάριστα όντα αυτου του πλανήτη,, και οι πατρώνοι σας Εβραίοι.. 

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

ΤΟ ΠΤΩΧΟΚΟΜΕΙΟ

    «Μήπως έμαθες τι έχει σήμερα το μενού;»
    Ο Αγαθοκλής γύρισε και κοίταξε τη συμβία του με δολοφονικό βλέμμα. Δεν του έφτανε η εξαθλίωση της ζωής του, η υποβάθμιση της προσωπικότητάς του και το χάσιμο της αξιοπρέπειάς του, έπρεπε να ανέχεται και τις ηλίθιες ερωτήσεις της Σαμάνθας. \
    «Αστακομακαρονάδα», της απάντησε σκωπτικά, κοιτάζοντάς την με μισόκλειστα μάτια. «Τι ρωτάς, κορίτσι μου; Ξέρεις να έχει αλλάξει κάτι στο συσσίτιό μας, εδώ και δυο εβδομάδες;»
    «Όχι, αλλά το ρώτησα, επειδή έχει μειωθεί ο αριθμός των τροφίμων του ιδρύματος, και έλπισα μήπως βελτιώσουν λίγο το φαγητό που μας σερβίρουν».
    Το ύφος του Αγαθοκλή άλλαξε μονομιάς. Η σκέψη της συζύγου του τον προβλημάτισε. Η αλήθεια ήταν ότι αυτό, εκείνος δεν το είχε σκεφτεί. Όταν έγιναν δεκτοί στο ίδρυμα, έξι ολόκληρους μήνες πριν, ο αριθμός των τροφίμων άγγιζε τους πεντακόσιους και τώρα δεν ξεπερνούσε τους τετρακόσιους. Τι πιο λογικό λοιπόν, με τόσο λιγότερα στόματα να ταίσουν, να φροντίσουν να αναβαθμίσουν λίγο το μενού;
    «Σε αυτό δεν έχεις άδικο», αναγκάστηκε να συμφωνήσει μαζί της. «Λίγο καλύτερο φαγητό, θα μπορούσαν να μας το προσφέρουν. Μας έχουν ταράξει στο λαπά».
    Την έπιασε από το χέρι και την τράβηξε έξω από το δωμάτιο. «Έλα, πάμε στην τραπεζαρία. Μπορεί σήμερα να μας έχουν φτιάξει παστίτσιο ή μουσακά».
    Η Σαμάνθα χαμογέλασε πικραμένα και τον ακολούθησε με κουρασμένα βήματα. Τον τελευταίο καιρό, ένιωθε πολύ κουρασμένη. Αν και δεν έκανε κάτι κουραστικό, εντούτοις ένιωθε τις δυνάμεις της να την εγκαταλείπουν. Αυτό δεν το είχε αποκαλύψει στον Αγαθοκλή, κάποτε όμως έπρεπε να του το πει. Ίσως χρειαζόταν να πάρει κάποιο φάρμακο, για την τόνωση του οργανισμού της. Ίσως έπασχε από κάτι, και δεν το γνώριζε. Μόλις μια εβδομάδα πριν, η φίλη της Αριστέα είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια και η αιτία του θανάτου της, όπως είχε ανακοινώσει η διεύθυνση του ιδρύματος, ήταν έμφραγμα του μυοκαρδίου, κάτι που την είχε παραξενέψει, αφού γνώριζε ότι η Αριστέα δεν είχε πρόβλημα καρδιάς.
    Στο διάδρομο συνάντησαν τον Κυριάκο. Όλοι οι τρόφιμοι κατευθύνονταν στην τραπεζαρία, κι εκείνος βάδιζε αντίθετα. «Πού πας, ρε Κυριάκο;» τον ρώτησε ο Αγαθοκλής, πιάνοντάς τον από το μπράτσο. «Δεν θα φας;»
    Ο Κυριάκος γύρισε και τον κοίταξε με αδιαφορία. «Με έχεις δει πολλές φορές να τρώω, εδώ μέσα;» τον ρώτησε παγερά.
    Ο Αγαθοκλής δεν ήξερε τι να του απαντήσει. Η αλήθεια ήταν ότι αυτό, που μόλις είχε ακούσει, δεν το είχε προσέξει ιδιαίτερα, Μέσα σε τόσο κόσμο που μαζευόταν στην τραπεζαρία, κάτι τέτοιο του είχε διαφύγει.
    «Σοβαρά μιλάς τώρα;» περιορίστηκε να απαντήσει. «Και πού τρως;»
    «Έξω. Παίρνω κανένα σάντουιτς, καμιά τυρόπιτα, οτιδήποτε τέλος πάντων, που δεν παρασκευάζεται εδώ μέσα».
    «Και δεν πεινάς;»
    Ο Κυριάκος τους τράβηξε στο πλάι και άρχισε να τους λέει χαμηλόφωνα: «Μα καλά, δεν έχετε καταλάβει τίποτα;» τους ρώτησε. «Δεν σας έχει κινήσει την περιέργεια, δεν σας έχει προβληματίσει η συνεχιζόμενη μείωση του πληθυσμού; Το 2090 ο πλανήτης αριθμούσε 13.800.000.000 κατοίκους και σήμερα, πέντε μόλις χρόνια μετά, αριθμεί 13.350.000.000, δηλαδή 450.000.000 λιγότερους»
    «Τι θέλεις να πεις;», τον ρώτησε ο Αγαθοκλής, που είχαν αρχίσει να τον ζώνουν τα φίδια.
    «Ρωτάς τι θέλω να πω; Δεν το καταλαβαίνεις; Εδώ μέσα, για παράδειγμα, τόσοι και τόσοι πεθαίνουν καθημερινά. Το θεωρείς φυσιολογικό; Μας δηλητηριάζουν, φίλοι μου, μας δηλητηριάζουν».
    «Μήπως υπερβάλλεις; Κι εντάξει εδώ μέσα. Αυτοί όλοι που πεθαίνουν εκεί έξω, πώς το παθαίνουν;»
    «Οι μισοί κάτοικοι της Γης τρώνε στα συσσίτια. Οι φιλάνθρωποι που ανέλαβαν να σιτίσουν τα δις των πεινασμένων, δεν το έκαναν για να μας σώσουν, αλλά για να μας στείλουν μια ώρα αρχύτερα. Και ο πιο ανώδυνος, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος, για να το πετύχουν, είναι η σταδιακή και μεθοδευμένη δηλητηρίαση του πλεονάζοντος πληθυσμού».
    Ο Αγαθοκλής πήγε κάτι να πει, αλλά δεν πρόλαβε. Η Σαμάνθα, η αγαπημένη του σύζυγος, σωριάστηκε στο δάπεδο, και ο γιατρός, που κατέφτασε σχεδόν αμέσως, απλά διαπίστωσε ότι η άτυχη γυναίκα είχε εκπνεύσει!

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

   Άνοιξε πρώτα το ένα του μάτι. Η ηλιαχτίδα που περνούσε μέσα από τη χαραμάδα του παραθύρου, του επιβεβαίωσε ότι είχε πια ξημερώσει. Άνοιξε και το άλλο του μάτι και αποφάσισε να σηκωθεί. Τώρα πια, με τον ερχομό της άνοιξης, δεν ήταν οδυνηρή η διαδικασία έγερσης, όπως ήταν το χειμώνα. Η σκέψη ότι δεν θα κρύωνε μέχρι να ντυθεί και, κυρίως, ότι δεν θα ήταν πια αναγκασμένος να γυρίζει στους δρόμους για να βρει ξύλα να κάψει στη μικρή του σόμπα, τον έκαναν να αισθανθεί ανακούφιση. Αφού πρώτα ντύθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και οδήγησε τα βήματά του στην κουζίνα. Εκεί μέσα, παιζόταν καθημερινά η δεύτερη πράξη του δράματος που λεγόταν διαβίωση ηλικιωμένου συνταξιούχου. Τις πρώτες μέρες κάθε μήνα, όλο και κάτι φαγώσιμο βρισκόταν στο μικρό του διαμέρισμα, από τις δεκαπέντε όμως και μετά, η δυνατότητα σίτισης μειωνόταν σημαντικά. Το καλό ήταν ότι πάντοτε στη ζωή του υπήρξε λιτοδίαιτος, γεγονός που ελαχιστοποιούσε τις επιπτώσεις από την έλλειψη ποσότητας τροφής στο διαιτολόγιό του.
    Άνοιξε το ερμάρι και πήρε στα χέρια του το τελευταίο κομμάτι φρυγανιάς που είχε απομείνει και μετά άνοιξε το ψυγείο. Το ένα και μοναδικό φύλλο μαρουλιού που αναπαυόταν θαρρείς στο κάτω ράφι του, του φάνηκε σαν ένας γευστικός θησαυρός. Έφαγε το λιτό πρωινό του και αναπόλησε τα πρωινά που απολάμβανε με τη μακαρίτισσα σύζυγό του. Μελαγχόλησε, όχι γιατί επιθύμησε τα πλούσια πρωινά τους, αλλά γιατί εκείνη του έλειπε. Την είχε χάσει από εγκεφαλικό δυο χρόνια πριν, κι από τότε ζούσε μέσα στη μοναξιά, παρέα με τη φτώχεια του και τις αναμνήσεις.
    Τελειώνοντας, αναλογίστηκε τι θα μπορούσε να φάει το μεσημέρι. Η αναζήτηση στις τσέπες του σακακιού του, μόνον ένα εικοσάλεπτο νόμισμα απέφερε. Στη σκέψη ότι πάλι θα καθόταν νηστικός, ένιωσε μια απερίγραπτη στενοχώρια. Θα μπορούσε βέβαια να πάει στα συσσίτια του Δήμου, κάτι που το έκανε μερικές φορές, αυτή τη φορά όμως του ήταν αδύνατον. Το πρόβλημα ήταν πως εκείνα βρίσκονταν μακριά και μόνον με τη συγκοινωνία θα κατάφερνε να φτάσει, πού όμως τώρα λεφτά για εισιτήρια; Πολλοί συνταξιούχοι πηγαινοέρχονταν χωρίς να ακυρώνουν εισιτήριο, εκείνος όμως δεν μπορούσε να το κάνει, δεν ήταν του χαρακτήρα του.
    Ζύγισε το μικρό νόμισμα στα χέρια του και θυμήθηκε ότι ήταν ημέρα λαϊκής. Εκεί, όλο και κάτι θα έβρισκε να αγοράσει με είκοσι λεπτά. Θα πεταγόταν λοιπόν μέχρις εκεί, αφού έτσι κι αλλιώς δεν είχε και τίποτα να χάσει. Την ανεβοκατέβηκε δυο-τρεις φορές, έκανε μια προσεκτική έρευνα αγοράς, ένιωσε όμως να απογοητεύεται. Δεν βρήκε κάτι που να στοίχιζε κάτω από σαράντα με πενήντα λεπτά. Έβλεπε ορισμένους να περνούν δίπλα του με γεμάτες τσάντες και αισθάνθηκε πολύ άσχημα. Τραβήχτηκε σε μια άκρη και, εντελώς ξαφνικά, άπλωσε το χέρι του με την παλάμη προς τα επάνω. Οι περισσότεροι περνούσαν από δίπλα του χωρίς να του δίνουν την παραμικρή σημασία, όταν όμως κάποιος συνομήλικός του, του έχωσε μέσα στην παλάμη ένα ευρώ, ξέσπασε σε κλάματα. Έκλαψε γοερά, όχι γιατί του έλειπε η αγαπημένη του γυναίκα, όχι γιατί είχε περιέλθει σε τόσο δυσχερή οικονομική θέση, αλλά επειδή έχασε κάτι ιδιαίτερα πολύτιμο, κάτι το οποίο προσπαθούσε να διαφυλάξει σαν κόρη οφθαλμού, την αξιοπρέπειά του!

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

Κατ' e-ικόνα

Ο Erik Smirneos κριτικάρει το τελευταίο βιβλίο μου:

Μόλις ολοκλήρωσα την ανάγνωση του καινούργιου βιβλίου του Στέλιου Αρώνη που έχει τον τίτλο Κατ'e-iκόνα και γύρισα την τελευταία σελίδα του έχοντας αποκομίσει τις καλύτερες δυνατές εντυπώσεις: Η πλοκή του διαδραματίζεται σε μια Ελλάδα του κοντινού μέλλοντος η οποία, αν και βιώνει τεχνολογικές εξελίξεις που ήδη πλησιάζουν,δεν διαφέρει πολύ από τη σημερινή. Στα πλαίσια λοιπόν της ερωτικής ιστορίας που ζει το πρωταγωνιστικό ζευγάρι των χαρακτήρων του, ο συγγραφέας αναπτύσσει επιδέξια τους προβληματισμούς του πάνω στις πραγματικότητες που ήδη γεννιούνται γύρω μας, δηλαδή στη γέννηση της τεχνητής νοημοσύνης και στον τρόπο που ενδέχεται να διαχειριστεί το ανθρώπινο είδος την συνύπαρξη του με μηχανικούς υπηρέτες που θα είναι πανέξυπνοι, αποτελεσματικοί και ικανοί να ικανοποιήσουν την κάθε του ανάγκη. Παράλληλα, με τρόπο πολύ διασκεδαστικό και εύστοχο, δεν χάνει την ευκαιρία να σατυρίσει ανελέητα το αποβλακωτικό τοπίο του τηλεοπτικού σύμπαντος που κατακλύζει τις συνειδήσεις μας καθώς και να παρουσιάσει με ανάλαφρο και πολύ ζεστό χιούμορ τους χαρακτήρες των ανθρώπων της μελλοντικής εκείνης Ελλάδας, ανθρώπους με ελαττώματα και ιδιοτροπίες που μας είναι απόλυτα οικείοι!
Θεωρώ ότι πρόκειται για ένα έξυπνα γραμμένο βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας!
Έρικ σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, κυρίως επειδή σε θεωρώ ιδιαίτερα γνώστη του αντικειμένου!

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου Ε.Φ.  Υπαρξιακά ερωτήματα, δοσμένα μέσα από μια διαστημική περιπέτεια.



«Ο άλλος πλανήτης, ο Ιανός, σε αντίθεση με τον Κέρβερο, είναι ένας πραγματικός παράδεισος. Καταπράσινος, ηλιόλουστος, με ποτάμι και δυο μεγάλες λίμνες στο κέντρο του και με εξαιρετικό κλίμα, θυμίζει έντονα τον κήπο της Εδέμ. Έχει τεράστιες, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, όπου ευδοκιμούν οι ελιές, τα αμπέλια, τα οπωροφόρα, το σιτάρι, η σόγια και τα κηπευτικά. Ο πληθυσμός του είναι πολύ μεγαλύτερος από αυτόν του Κέρβερου και γίνονται προσπάθειες να αυξηθεί και άλλο. Το μόνο κοινό χαρακτηριστικό και των δύο είναι το ότι κανένας άνθρωπος της Γης δεν επιστρέφει στη γενέτειρά του, αλλά οι λόγοι που συμβαίνει αυτό είναι εντελώς διαφορετικοί. Από τον Κέρβερο δεν επιστρέφουν γιατί δεν προλαβαίνουν και από τον Ιανό  επειδή δεν το επιθυμούν. Ο φίλος μας ο Έντι λοιπόν, είχε την ατυχία να σταλεί στον πρώτο. Όντας άριστος ηλεκτρονικός, ειδικευμένος στις τηλεπικοινωνίες, αλλά και τα ρομποτικά συστήματα, επελέγη να πάει στον Κέρβερο για να βοηθήσει στην επιδιόρθωση κάποιων ρομπότ-εκσκαφέων που είχαν υποστεί βλάβη. Αυτό έγινε τέσσερα χρόνια πριν και, εκτός της χρησιμότητάς του, ένας πρόσθετος λόγος που επελέγη ήταν επειδή δεν είχε οικογένεια. Βλέπεις, στο θέμα αυτό τουλάχιστον, οι άρχοντές μας δείχνουν ευαισθησία. Επειδή γνωρίζουν ότι η αποστολή κάποιου στον Κέρβερο ισοδυναμεί με θανατική καταδίκη, αποφεύγουν να στέλνουν άτομα με οικογενειακές υποχρεώσεις. Έτσι, την πληρώνουν οι μαγκούφηδες».
      

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Η ΠΟΡΤΑ

Ένα μικρό διήγημα Ε.Φ., με θέμα την λανθασμένη χρήση της τεχνολογίας.

    Καθόταν αναπαυτικά στον καναπέ του σαλονιού και παρακολουθούσε τις ολογραφικές ειδήσεις, στις οποίες κυριαρχούσαν οι ληστείες, οι φόνοι και η βία και η αναρχία στους δρόμους της πόλης. Εκατό σχεδόν χρόνια μετά την είσοδο του εικοστού πρώτου αιώνα, και οι κάτοικοι της Γης δεν είχαν κατορθώσει να εξανθρωπιστούν. Τη μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό, πολλοί την απέδιδαν στην εξέλιξη της τεχνολογίας, παραγνώριζαν όμως το γεγονός ότι πίσω από αυτήν κρυβόταν ο άνθρωπος. Εξάλλου, η τεχνολογία είχε καταφέρει να απλοποιήσει πολύ τη ζωή τους, δεν ευθυνόταν όμως αυτή που οι περισσότεροι δεν είχαν την δυνατότητα να την αποκτήσουν. Αυτός ήταν και ο λόγος της ραγδαίας εξάπλωσης της εγκληματικότητας. Η αδυναμία απόλαυσης των θαυμάτων και των ευκολιών της τεχνολογίας, λόγω της οικονομικής δυσπραγίας των περισσοτέρων.
    Η Όλια ανακάθισε στον καναπέ και, για πρώτη φορά στη διετή διαβίωσή της σ’ εκείνο το διαμέρισμα, ένιωσε ασφαλής. Η πρόσφατη τοποθέτηση θωρακισμένης πόρτας απόλυτης ασφάλειας, είχε διώξει μακριά το φόβο και την ανασφάλεια. Τους είχε στοιχίσει λίγο ακριβά, αλλά η επιλογή μιας πόρτας σαν εκείνη ήταν επιβεβλημένη, αν ήθελαν να πάψουν να ζουν με το φόβο της διάρρηξης (κάτι που είχε συμβεί τρεις φορές στο παρελθόν, κι ευτυχώς εν απουσία τους). Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα εκείνης της πόρτας, ήταν η δυνατότητά της να γίνεται διαφανής. Πατώντας το κατάλληλο πλήκτρο στο τηλεκοντρόλ ελέγχου της, η πόρτα γινόταν διαφανής, επιτρέποντας έτσι τον εξονυχιστικό έλεγχο του προφίλ κάθε επισκέπτη τους.
    Το χτύπημα του κουδουνιού, της έδωσε την ευκαιρία να δοκιμάσει τη δυνατότητα της χρησιμότητας εκείνου του πρόσθετου πλεονεκτήματος. Σηκώθηκε όρθια, στάθηκε πίσω από την πόρτα και ενεργοποίησε τη διαφάνεια. Η φιγούρα της γριάς που στεκόταν μπροστά στην πόρτα της ήταν άγνωστη. Αναρωτήθηκε τι μπορούσε εκείνη να θέλει, αλλά δεν προχώρησε σε διάλογο μαζί της. Η σκιά που κρυβόταν πίσω στο κλιμακοστάσιο, της χτύπησε το καμπανάκι του συναγερμού. Προφανώς η γριά ήταν το δόλωμα. Αν έκανε το λάθος και της άνοιγε, κάποιος ή κάποιοι κακοποιοί θα εισέβαλαν βίαια στο σπίτι.
    «Δώστε μου μια βοήθεια, σας παρα…», ήταν το μόνο που πρόλαβε να ακούσει από το στόμα της γριάς, πριν απενεργοποιήσει τη διαφάνεια.
    Ξεφύσηξε με ανακούφιση και επέστρεψε στη θέση της, αν και το γεγονός ότι είχαν δει πως ήταν μόνη στο σπίτι, την ανησύχησε λιγάκι. Δυστυχώς, βλέπεις, η διαφάνεια της πόρτας λειτουργούσε και από τις δυο πλευρές, κι αυτό τελικά την προβλημάτισε. Έτσι, ενεργοποίησε και τη δεύτερη δυνατότητα της πόρτας, που ήταν το ηλεκτροσόκ. Από εκείνη τη στιγμή και ύστερα, όποιος έκανε το λάθος να ακουμπήσει επάνω της, θα τιναζόταν από το ηλεκτρικό ρεύμα. Μόνον όταν απενεργοποιούσε την παροχή ηλεκτρισμού στην πόρτα, θα μπορούσε κάποιος να την αγγίξει χωρίς πρόβλημα.
    Είδε λίγο ακόμα τις ειδήσεις και μετά πήγε στην κουζίνα για να μαγειρέψει. Σε λίγο θα επέστρεφε ο άντρας της από τη δουλειά, κι έπρεπε να έχει έτοιμο το φαγητό, για να γευματίσουν. Ασχολήθηκε αρκετή ώρα με την παρασκευή των εδεσμάτων της, ετοίμασε το τραπέζι και, όταν όλα ήταν έτοιμα, επέστρεψε στο σαλόνι και περίμενε τον ερχομό του Μπιλ. Κάθισε στον καναπέ και έβαλε να παρακολουθήσει ένα ολογραφικό ντοκιμαντέρ. Αφαιρέθηκε και δεν κατάλαβε πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα. Όταν κοίταξε το ρολόι της, ήταν δύο και μισή.
    Ανησύχησε που ο Μπιλ δεν είχε φανεί ακόμα. Συνήθως στις δύο η ώρα ήταν εκεί. Αν τύχαινε να αργήσει, την έπαιρνε στο τηλέφωνο, για να μην ανησυχεί, αυτή τη φορά όμως δεν το είχε κάνει. Σηκώθηκε από τον καναπέ και, με σφιγμένο το στομάχι, κατευθύνθηκε προς την πόρτα και, μόλις τότε, θυμήθηκε με τρόμο ότι δεν είχε απενεργοποιήσει τη ηλεκτροσόκ.
    Απενεργοποίησε το ηλεκτροσόκ, ενεργοποίησε τη διαφάνεια, κι αυτό που είδε της έκοψε την ανάσα. Ό Μπιλ βρισκόταν ξαπλωμένος φαρδύς-πλατύς, προφανώς αναίσθητος, στο πλακόστρωτο του διαδρόμου, μπροστά ακριβώς στην πόρτα τους!