Για τη διατήρηση της ζωής και για την συνέχισή της, δύο είναι οι βασικές προυποθέσεις: Η τροφή και το σεξ, κι αυτό βέβαια είναι γνωστό σε όλους. Χωρίς λήψη τροφής, τα έμβυα όντα πεθαίνουν, και χωρίς ερωτική συνεύρεση, δεν γονιμοποιούνται τα ωάρια, οπότε σταματούν και οι γεννήσεις. Οι ιστορίες περί κρίνων κ.λ.π., απευθύνονται σε ευκολόπιστους και γίνονται πιστευτές από άτομα μειωμένης νοημοσύνης. Να όμως που οι δυο αυτές βασικές, απόλυτα φυσιολογικές, ευχάριστες και απαραίτητες σε μας λειτουργίες, έχουν ''ποινικοποιηθεί'' από τους άντρες με τα μαύρα. Τα διεστραμμένα μυαλά τους, μας προτρέπουν να απέχουμε, ή να επιδιδόμαστε με φειδώ και κάτω από προυποθέσεις σε αυτές τις δυο δραστηριότητες, για να μην πάμε στην κόλαση. Αυτές είναι εμπνεύσεις κάποιων σαλεμένων θεόπληκτων, που διατυπώθηκαν εδώ και δυο σχεδόν χιλιετίες, να όμως που εξακολουθούν να γίνονται αποδεκτές από μια μεγάλη μερίδα συνανθρώπων μας, δυστυχώς ακόμα και σήμερα. Αναζητώντας κάποια λογική εξήγηση για τις αιτίες που οδήγησαν αυτούς τους ''πατέρες'' της θρησκείας στην θέσπιση αυτών των τερατωδών και παράλογων θεωριών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ήταν αποτέλεσμα της δικής τους ανορεξίας και ανοργασμικότητας. Πώς είναι δυνατόν, ο Θεός τους, ένα ανώτερο πλάσμα που δημιούργησε το θαύμα της ζωής, να καταφέρεται εναντίον φυσιολογικών πράξεων, των οποίων ο ίδιος υπήρξε εμπνευστής και δημιουργός; Αυτή κι αν είναι η πιο μεγάλη αντίφαση της χριστιανικής θρησκείας. Όταν λοιπόν ακούω ανθρώπους να λένε, ''δεν τρώω γιατί νηστεύω'', ή ''απέχω από το σεξ σήμερα, γιατί είναι η τάδε γιορτή'', αισθάνομαι πολύ άσχημα. Νιώθω ότι ζω σε κάποια άλλη, μακρινή εποχή, σε μιαν άλλη, οπισθοδρομική κοινωνία. Η μόνη μου ελπίδα, ότι όλες αυτές οι ανοησίες θα πάψουν κάποια στιγμή να υπάρχουν, πηγάζει από το μαζικό και δυναμικό κίνημα που έχει δημιουργηθεί τα τελευταία χρόνια μέσα από το διαδίκτυο, κάτι που αγνοούσα πριν γίνω κι εγώ μέλος της κοινότητας του ίντερνετ. Η εκκλησία, βέβαια, αντιδρά και ανθίσταται σθεναρά, για να μην χάσει τα κεκτημένα της, ελπίζω όμως τα παιδιά μας να καταφέρουν να απαλλαγούν οριστικά από το πέπλο του σκοταδισμού.
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011
Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011
Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Διήγημα του Στέλιου Αρώνη
Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ
Η συνεδρίαση τελείωσε αργά το απόγευμα. Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί και όλοι οι Σύμβουλοι είχαν μείνει ικανοποιημένοι. Τα μέτρα ήταν λίγο σκληρά για το λαό, ήταν όμως απολύτως απαραίτητα. Έτσι τουλάχιστον τους είχε προϊδεάσει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, ο οποίος τους είχε ζητήσει να αφήσουν στην άκρη τους συναισθηματισμούς και να ενεργήσουν ρεαλιστικά. Ψηφίζοντας το ριζοσπαστικό, νομοθετικό διάταγμα που ο ίδιος είχε προτείνει, θα κατάφερναν να σώσουν την Κομητεία τους από την πτώχευση και θα ατένιζαν το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Θα στριμώχνονταν λίγο στην αρχή (όχι οι ίδιοι βέβαια, αλλά οι πολίτες), στο τέλος όμως θα έδρεπαν τους καρπούς των κόπων και των θυσιών τους και θα κατάφερναν να επανακάμψουν δυναμικά.
Ο Κάρμαξ βγήκε από το κυβερνητικό κτήριο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημά του. Μπαίνοντας μέσα, ξανάφερε στο νου του τα τελευταία λόγια του Προέδρου, πριν την οριστική ψηφοφορία, και ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις του Ανώτατου Άρχοντα. Τους είχε τονίσει χαρακτηριστικά ότι, το νέο διάταγμα που θα ψήφιζαν, θα επέφερε μεν ένα μικρό σφίξιμο των ζωναριών, θα τους έσωζε όμως οριστικά από τη χρεωκοπία. Αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά που είχε ψηφίσει κι εκείνος το νέο, αντιλαϊκό διάταγμα, αντικρίζοντας όμως τώρα τον κόσμο γύρω του να κυκλοφορεί σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ένιωσε καθαρή τη συνείδησή του.
Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του ίδιου του Προέδρου, αλλά και των περισσοτέρων από τους Συμβούλους, συνειδητοποίησε ότι η λιτότητα θα έπληττε κατά βάση τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας τους, αφήνοντας αλώβητους τους έχοντες και κατέχοντες. Με απλά λόγια, το μάρμαρο θα το πλήρωναν πάλι οι αδύναμοι οικονομικά. Ελπίζοντας ότι αυτή η κατάσταση δεν θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έβαλε μπροστά τον κινητήρα και ξεκίνησε αργά για το σπίτι του. Πλησιάζοντας κοντά στο σούπερ μάρκετ που βρισκόταν στη γειτονιά του, έκοψε ταχύτητα, με πρόθεση να σταματήσει για λίγο εκεί και να κάνει κάποια ψώνια. Έβγαλε φλας δεξιά, προσπέρασε ένα μεσήλικο ζευγάρι που κατευθυνόταν κι εκείνο στο πολυκατάστημα, σέρνοντας πίσω του ένα καροτσάκι για τα ψώνια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Οι πολίτες, όποιες αποφάσεις κι αν έπαιρναν οι Άρχοντές τους, συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά και δεν έδειχναν να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα μέτρα λιτότητας που τους είχαν επιβάλλει.
Μπήκε μέσα στο χώρο στάθμευσης, παρκάρισε σε μια θέση κοντά στην κεντρική είσοδο και βγήκε από το όχημά του. Καθώς το κλείδωνε, είδε απέναντί του να διαδραματίζεται μια σκηνή, στην οποία στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή το μυαλό του βρισκόταν ακόμα αλλού, ίσως γιατί ο απόηχος των λεχθέντων στο Συμβούλιο τον είχε επηρεάσει θετικά, το περιστατικό που συνέχιζε να συμβαίνει μπροστά του, του φάνηκε απίστευτο. Έριξε όλο το βάρος της προσοχής του εκεί και ένιωσε να συγκλονίζεται. Το ζευγάρι με το καροτσάκι, που είχε δει πριν από λίγο να κατευθύνεται στο σούπερ μάρκετ, είχε σταματήσει μπροστά στους κάδους των σκουπιδιών και, χωρίς υπερβολή, είχε κυριολεκτικά χωθεί μέσα τους, αναζητώντας εναγωνίως κάτι χρήσιμο μέσα στα απορρίμματα.
Δεν μπήκε μέσα στο κατάστημα. Έκανε μεταβολή και αναχώρησε για το σπίτι του, χωρίς να ψωνίσει. Τη νύχτα εκείνη, ήταν η πρώτη φορά μετά από τα δυο ολόκληρα χρόνια της θητείας του στο Συμβούλιο, που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, ήταν όμως πολύ αργά για να επανορθώσει.
Πέμπτη 30 Ιουνίου 2011
Η ΣΦΑΙΡΑ
Η ΣΦΑΙΡΑ
Οι ταραχές είχαν αρχίσει λίγες μέρες πριν. Την προηγούμενη νύχτα, δεν ήταν λίγοι οι νέοι άνθρωποι που είχαν τραυματιστεί, καταπλακωμένοι από την σιδερένια αυλόπορτα, η οποία είχε γκρεμιστεί από τις ερπύστριες του τανκ που είχε εισβάλει μέσα στο πολυτεχνείο. Η κατάσταση ήταν τραγική. Η χούντα είχε δείξει το πραγματικό της πρόσωπο. Εγώ, την αποφράδα εκείνη μέρα, είχα την ‘’έμπνευση’’ να πάω στην εργασία μου. Φτάνοντας εκεί, διαπίστωσα ότι δεν ήμουν ο μόνος. Οι περισσότεροι συνάδελφοι βρίσκονταν ήδη εκεί. Έξω γινόταν χαλασμός. Το κέντρο της Αθήνας θύμιζε εμπόλεμη ζώνη. Λίγο πριν το μεσημέρι, μας άφησαν να φύγουμε. Πώς θα πήγαινα όμως στο τέρμα Πατησίων; Για μετακίνηση με συγκοινωνία, ούτε λόγος γινόταν. Εγκατέλειψα τα γραφεία της εταιρίας στο Κολωνάκι και, μέσω του Λυκαβηττού, έφτασα βαδίζοντας στη λεωφόρο Αλεξάνδρας. Προσπέρασα το Πεδίο του Άρεως και έπιασα την οδό Ι. Δροσοπούλου. Λίγο πιο κάτω, κοντοστάθηκα σε μια πάροδο για να δω ένα τανκ που περνούσε εκείνη την ώρα από την Πατησίων. Το σφύριγμα που άκουσα, μου ήταν γνωστό. Το θυμόμουν από το στρατό. Πάγωσα. Δεν το πίστευα ότι οι στρατιώτες έριχναν στο ψαχνό. Η σφαίρα χτύπησε μπροστά μου, εξοστρακίστηκε στην άσφαλτο και κατέληξε, ποιος ξέρει πού. Η συνειδητοποίηση ότι ο στρατός πυροβολούσε αδιακρίτως όποιον κυκλοφορούσε στους δρόμους, με ενεργοποίησε. Τραβήχτηκα στην άκρη και καλύφτηκα πίσω από ένα κτήριο. Ήταν μια σφαίρα τουφεκιού, η οποία ευτυχώς δεν με πέτυχε στο σώμα, με πέτυχε όμως στην ψυχή. Μια σφαίρα που δεν με σκότωσε, σκότωσε όμως τις σκουριασμένες ιδέες μου και τις δογματικές μου αντιλήψεις. Μια σφαίρα που μου ταρακούνησε την καρδιά, το μυαλό και τη συνείδηση. Μια σφαίρα που δεν βρήκε το στόχο της, ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν οι άλλοι, εγώ όμως ήξερα ότι είχε πετύχει διάνα. Μεγαλωμένος μέσα σε ένα θρησκοληπτοχουντοβασιλικό περιβάλλον, είχα νουθετηθεί με ανόητες, ανούσιες, ανώφελες και βλαβερές δοξασίες. Είχα ποτιστεί μέχρι το μεδούλι με το δηλητήριο του φανατισμού. Βέβαια πάντοτε διατηρούσα τις αμφιβολίες μου για τα τεκταινόμενα, αυτές όμως βρίσκονταν σε κατάσταση χειμερίας νάρκης και περίμεναν κάποια άνοιξη για να αφυπνιστούν. Και η άνοιξη ήρθε καβάλα επάνω σε μια σφαίρα και με ξανάφερε στη ζωή.
Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011
Ο ΝΤΟΝΤΟ ΞΕΡΕΙ ΑΠΟ ΜΟΥΣΙΚΗ
Ένα μικρό απόσπασμα από ένα μυθιστόρημα, αλλιώτικο από τ΄ άλλα! (Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ)
Ο Λάντης, προτού βάλει μπροστά τη μηχανή, τους παρακάλεσε να φορέσουν όλοι τις ζώνες τους και αμέσως μετά τους ρώτησε: «Τι μουσική θα προτιμούσατε να ακούσετε;»
«Βάλε ό, τι αρέσει στα παιδιά», πρότεινε η Τζωρτζέτα.
Τα κορίτσια κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και ανασήκωσαν τους ώμους. «Βάλτε ό, τι αρέσει στο Ντόντο», είπαν εκείνα με μια φωνή.
Οι άλλοι γέλασαν και γύρισαν να δουν την αντίδραση του ρομπότ. Σε καμιά περίπτωση δεν φαντάζονταν πως ο Ντόντο θα είχε άποψη για το θέμα. Δεν θυμόνταν να είχαν αντιληφθεί πως ακούει μουσική. Δεν πίστευαν ότι ένα μηχανικό κατασκεύασμα θα μπορούσε να έχει μουσικές προτιμήσεις. Εντάξει, ο Ντόντο ξεπερνούσε κατά πολύ τον μέσο όρο και τα συμβατικά δεδομένα των ρομπότ, όχι όμως και μέχρι του σημείου να ακούει μουσική.
«Αν δεν έχετε αντίρρηση, θα προτιμούσα να ακούγαμε λίγο χέβυ μέταλ», είπε παρακλητικά και οι υπόλοιποι έμειναν να τον κοιτάζουν σαν χαζοί, ενώ αμέσως μετά ξέσπασαν στα γέλια.
Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011
Η ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΜΟΥ
1. ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ Μυθιστόρημα Ε.Φ. 1987 Έκδοση δική μου
2. ΑΦΙΛΟΞΕΝΗ ΠΟΛΗ Οικολογικό θρίλερ 1989 Εκδόσεις ΛΩΤΟΣ
3, Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ Μυθιστόρημα Ε.Φ. Εκδόσεις Μ. Βερέττας 2012
4. Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΡΟΜΒΟΣ Μυθιστόρημα Ε.Φ. 2009 Ανέκδοτο
5. ΣΥΛΟΓΗ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ Ε.Φ. 1990 έως 2011 Ανέκδοτο
6. ΑΖΩΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ Μυθιστόρημα Ε.Φ. 2010 Ανέκδοτο
7. Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ Μυθιστόρημα Ε.Φ. 2010 Ανέκδοτο
8. ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ; Πολιτικό θρίλερ 2010 Ανέκδοτο
9. ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ Αστυνομικό μυθιστόρημα 2011 Ανέκδοτο.
Τετάρτη 1 Ιουνίου 2011
ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ
ΑΠΛΗΣΤΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑ
Στο παρελθόν, είχε τύχει να γνωρίσω μερικούς ανθρώπους που είχαν κυριευτεί από κάποιο από αυτά τα πάθη, ή και από τα δυο μαζί και το μοναδικό συμπέρασμα που είχα βγάλει από τη συναναστροφή μου μαζί τους, ήταν πως επρόκειτο για άτομα δυστυχισμένα. Ξυπνούσαν και κοιμούνταν με τη σκέψη του χρήματος να τριγυρίζει μονίμως και διαρκώς μέσα στο μυαλό τους. Ζούσαν για τα λεφτά. Ανέπνεαν και διατηρούνταν στη ζωή, σκεφτόμενοι μόνον με ποιον τρόπο θα μπορέσουν να πολλαπλασιάσουν τα χρήματά τους. Οι χαρές της φυσιολογικής ζωής τους άφηναν παντελώς αδιάφορους. Είχαν κυριευτεί από την ψευδαίσθηση ότι, όσο πιο πολλά χρήματα συγκέντρωναν στο χρηματοκιβώτιό τους, τόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήταν. Είχαν ταυτίσει το νόημα της ύπαρξης με την φαυλότητα του πλουτισμού.
Το χειρότερο όλων ήταν πως ήταν δυστυχισμένοι αλλά, ή το αγνοούσαν, ή το ανηλεές κυνήγι του χρήματος δεν τους άφηνε επαρκή χρόνο για να το σκεφτούν. Ανάλωναν τη ζωή τους στη συνεχή συγκέντρωση χρήματος, ξεχνώντας να ζήσουν. Δεν ξόδευαν, για να μη μειωθούν τα συσσωρευμένα πλούτη τους και πολλές φορές στερούνταν ακόμα και είδη βασικής ανάγκης.
Ένα άλλο παράδοξο ήταν πως επρόκειτο για θρησκευόμενα άτομα, για ανθρώπους που πίστευαν σε μια άλλη ζωή, γεγονός που εμένα μου γεννούσε την εύλογη απορία: Φαντάζονταν ότι θα τα έπαιρναν μαζί τους, ή πίστευαν ότι θα τους χρησίμευαν τρόπον τινά εκεί;
Δεν είμαι της άποψης ότι δεν μας χρειάζονται τα λεφτά. Καλώς ή κακώς, έχουν μπει για τα καλά μέσα στη ζωή μας και η αξία τους έγκειται στη σωστή χρήση τους και στη δυνατότητα που μας δίνουν να ζούμε καλύτερα. Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι μας είναι χρήσιμα, μόνον αν τα ξοδεύουμε, αλλά μέχρις εκεί. Ασφαλώς υπάρχουν συνάνθρωποί μας που στερούνται της δυνατότητας, με τα λιγοστά εισοδήματά τους, να καλύψουν ακόμα και τις πιο βασικές ανάγκες τους, κι αυτό είναι που κάνει ακόμα πιο παράλογη την αρρωστημένη συνήθεια κάποιων άλλων να προβαίνουν σε αποθησαύριση.
Η ζωή είναι μία και συνήθως αρκετά σύντομη, οπότε αν την αναλώσουμε σε πάθη που δεν μας προσφέρουν τίποτα, αλλά κα την κάνουν δύσκολη και σε μας και στους άλλους, τότε είναι φανερό ότι έχουμε διαλέξει λάθος δρόμο. Σε τελική ανάλυση, το μεγάλο χάσμα που υπάρχει στην κοινωνία, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, οφείλεται κυρίως στην απληστία και τη φιλαργυρία που διακατέχει ορισμένους κυρίους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι εξουσιαστές μας, δηλαδή οι άνθρωποι που οδήγησαν τη χώρα μας σε αυτό το χάλι.
Στο παρελθόν, είχε τύχει να γνωρίσω μερικούς ανθρώπους που είχαν κυριευτεί από κάποιο από αυτά τα πάθη, ή και από τα δυο μαζί και το μοναδικό συμπέρασμα που είχα βγάλει από τη συναναστροφή μου μαζί τους, ήταν πως επρόκειτο για άτομα δυστυχισμένα. Ξυπνούσαν και κοιμούνταν με τη σκέψη του χρήματος να τριγυρίζει μονίμως και διαρκώς μέσα στο μυαλό τους. Ζούσαν για τα λεφτά. Ανέπνεαν και διατηρούνταν στη ζωή, σκεφτόμενοι μόνον με ποιον τρόπο θα μπορέσουν να πολλαπλασιάσουν τα χρήματά τους. Οι χαρές της φυσιολογικής ζωής τους άφηναν παντελώς αδιάφορους. Είχαν κυριευτεί από την ψευδαίσθηση ότι, όσο πιο πολλά χρήματα συγκέντρωναν στο χρηματοκιβώτιό τους, τόσο πιο ευτυχισμένοι θα ήταν. Είχαν ταυτίσει το νόημα της ύπαρξης με την φαυλότητα του πλουτισμού.
Το χειρότερο όλων ήταν πως ήταν δυστυχισμένοι αλλά, ή το αγνοούσαν, ή το ανηλεές κυνήγι του χρήματος δεν τους άφηνε επαρκή χρόνο για να το σκεφτούν. Ανάλωναν τη ζωή τους στη συνεχή συγκέντρωση χρήματος, ξεχνώντας να ζήσουν. Δεν ξόδευαν, για να μη μειωθούν τα συσσωρευμένα πλούτη τους και πολλές φορές στερούνταν ακόμα και είδη βασικής ανάγκης.
Ένα άλλο παράδοξο ήταν πως επρόκειτο για θρησκευόμενα άτομα, για ανθρώπους που πίστευαν σε μια άλλη ζωή, γεγονός που εμένα μου γεννούσε την εύλογη απορία: Φαντάζονταν ότι θα τα έπαιρναν μαζί τους, ή πίστευαν ότι θα τους χρησίμευαν τρόπον τινά εκεί;
Δεν είμαι της άποψης ότι δεν μας χρειάζονται τα λεφτά. Καλώς ή κακώς, έχουν μπει για τα καλά μέσα στη ζωή μας και η αξία τους έγκειται στη σωστή χρήση τους και στη δυνατότητα που μας δίνουν να ζούμε καλύτερα. Αυτό κατ’ επέκταση σημαίνει ότι μας είναι χρήσιμα, μόνον αν τα ξοδεύουμε, αλλά μέχρις εκεί. Ασφαλώς υπάρχουν συνάνθρωποί μας που στερούνται της δυνατότητας, με τα λιγοστά εισοδήματά τους, να καλύψουν ακόμα και τις πιο βασικές ανάγκες τους, κι αυτό είναι που κάνει ακόμα πιο παράλογη την αρρωστημένη συνήθεια κάποιων άλλων να προβαίνουν σε αποθησαύριση.
Η ζωή είναι μία και συνήθως αρκετά σύντομη, οπότε αν την αναλώσουμε σε πάθη που δεν μας προσφέρουν τίποτα, αλλά κα την κάνουν δύσκολη και σε μας και στους άλλους, τότε είναι φανερό ότι έχουμε διαλέξει λάθος δρόμο. Σε τελική ανάλυση, το μεγάλο χάσμα που υπάρχει στην κοινωνία, μεταξύ πλουσίων και φτωχών, οφείλεται κυρίως στην απληστία και τη φιλαργυρία που διακατέχει ορισμένους κυρίους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται και οι εξουσιαστές μας, δηλαδή οι άνθρωποι που οδήγησαν τη χώρα μας σε αυτό το χάλι.
Τρίτη 31 Μαΐου 2011
Ο ΚΙΝΕΖΟΣ
Ο ΚΙΝΕΖΟΣ
Μάτια λοξά, χείλη λεπτά,
σώμα ισχνό και μικροκαμωμένο,
έχει το καροτσάκι του εκεί
σε μια γωνιά του δρόμου αραγμένο.
Πουλάει καρφίτσες, χάντρες, σκουλαρίκια,
με την ψιλή φωνή του τα διαλαλεί.
‘’Περάστε δεσποινίδες και καλές κυρίες,
εγώ έχω την πιο πλούσια συλλογή’’.
Κι οι κοπελιές όλες μαζί τρέχουν κοντά του,
το εμπόρευμα ανακατεύουν στη στιγμή,
μα ο εμποράκος δεν πολυστενοχωριέται,
γιατί έχει μάθει να κάνει υπομονή.
Να όμως που μερικά παιδιά τον κοροϊδεύουν,
αλλά αυτός δεν παύει να χαμογελά.
Είναι φτωχός, μα όμως είναι σοφός Κινέζος.
Δεν τον πειράζει που στους δρόμους τριγυρνά.
Γνωρίζει πως η ζωή δεν είναι για πάντα,
Τ’ αρέσει με τους ανθρώπους να μιλά.
Δεν παύει ούτε για μια στιγμή να λέει:
‘’Την ευτυχία παντού κανείς τη συναντά’’.
Μάτια λοξά, χείλη λεπτά,
σώμα ισχνό και μικροκαμωμένο,
έχει το καροτσάκι του εκεί
σε μια γωνιά του δρόμου αραγμένο.
Πουλάει καρφίτσες, χάντρες, σκουλαρίκια,
με την ψιλή φωνή του τα διαλαλεί.
‘’Περάστε δεσποινίδες και καλές κυρίες,
εγώ έχω την πιο πλούσια συλλογή’’.
Κι οι κοπελιές όλες μαζί τρέχουν κοντά του,
το εμπόρευμα ανακατεύουν στη στιγμή,
μα ο εμποράκος δεν πολυστενοχωριέται,
γιατί έχει μάθει να κάνει υπομονή.
Να όμως που μερικά παιδιά τον κοροϊδεύουν,
αλλά αυτός δεν παύει να χαμογελά.
Είναι φτωχός, μα όμως είναι σοφός Κινέζος.
Δεν τον πειράζει που στους δρόμους τριγυρνά.
Γνωρίζει πως η ζωή δεν είναι για πάντα,
Τ’ αρέσει με τους ανθρώπους να μιλά.
Δεν παύει ούτε για μια στιγμή να λέει:
‘’Την ευτυχία παντού κανείς τη συναντά’’.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)