Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2011

Ο ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ

Διήγημα του Στέλιου Αρώνη                                          
                                                      Ο  ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ



    Η συνεδρίαση τελείωσε αργά το απόγευμα. Οι αποφάσεις είχαν ληφθεί και όλοι οι Σύμβουλοι είχαν μείνει ικανοποιημένοι. Τα μέτρα ήταν λίγο σκληρά για το λαό, ήταν όμως απολύτως απαραίτητα. Έτσι τουλάχιστον τους είχε προϊδεάσει ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, ο οποίος τους είχε ζητήσει να αφήσουν στην άκρη τους συναισθηματισμούς και να ενεργήσουν ρεαλιστικά. Ψηφίζοντας το ριζοσπαστικό, νομοθετικό διάταγμα που ο ίδιος είχε προτείνει, θα κατάφερναν να σώσουν την Κομητεία τους από την πτώχευση και θα ατένιζαν το μέλλον με μεγαλύτερη αισιοδοξία. Θα στριμώχνονταν λίγο στην αρχή (όχι οι ίδιοι βέβαια, αλλά οι πολίτες), στο τέλος όμως θα έδρεπαν τους καρπούς των κόπων και των θυσιών τους και θα κατάφερναν να επανακάμψουν δυναμικά.

    Ο Κάρμαξ βγήκε από το κυβερνητικό κτήριο και κατευθύνθηκε προς το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημά του. Μπαίνοντας μέσα, ξανάφερε στο νου του τα τελευταία λόγια του Προέδρου, πριν την οριστική ψηφοφορία, και ένιωσε μια μικρή αμφιβολία για τις πραγματικές προθέσεις του Ανώτατου Άρχοντα. Τους είχε τονίσει χαρακτηριστικά ότι, το νέο διάταγμα που θα ψήφιζαν, θα επέφερε μεν ένα μικρό σφίξιμο των ζωναριών, θα τους έσωζε όμως οριστικά από τη χρεωκοπία. Αναρωτήθηκε αν είχε πράξει σωστά που είχε ψηφίσει κι εκείνος το νέο, αντιλαϊκό διάταγμα, αντικρίζοντας όμως τώρα τον κόσμο γύρω του να κυκλοφορεί σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό, ένιωσε καθαρή τη συνείδησή του.

    Γνωρίζοντας την οικονομική κατάσταση του ίδιου του Προέδρου, αλλά και των περισσοτέρων από τους Συμβούλους, συνειδητοποίησε ότι η λιτότητα θα έπληττε κατά βάση τα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας τους, αφήνοντας αλώβητους τους έχοντες και κατέχοντες. Με απλά λόγια, το μάρμαρο θα το πλήρωναν πάλι οι αδύναμοι οικονομικά. Ελπίζοντας ότι αυτή η κατάσταση δεν θα διαρκούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, έβαλε μπροστά τον κινητήρα και ξεκίνησε αργά για το σπίτι του. Πλησιάζοντας κοντά στο σούπερ μάρκετ που βρισκόταν στη γειτονιά του, έκοψε ταχύτητα, με πρόθεση να σταματήσει για λίγο εκεί και να κάνει κάποια ψώνια. Έβγαλε φλας δεξιά, προσπέρασε ένα μεσήλικο ζευγάρι που κατευθυνόταν κι εκείνο στο πολυκατάστημα, σέρνοντας πίσω του ένα καροτσάκι για τα ψώνια και χαμογέλασε ικανοποιημένος. Οι πολίτες, όποιες αποφάσεις κι αν έπαιρναν οι Άρχοντές τους, συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά και δεν έδειχναν να επηρεάζονται ιδιαίτερα από τα μέτρα λιτότητας που τους είχαν επιβάλλει.

    Μπήκε μέσα στο χώρο στάθμευσης, παρκάρισε σε μια θέση κοντά στην κεντρική είσοδο και βγήκε από το όχημά του. Καθώς το κλείδωνε, είδε απέναντί του να διαδραματίζεται μια σκηνή, στην οποία στην αρχή δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία. Ίσως επειδή το μυαλό του βρισκόταν ακόμα αλλού, ίσως γιατί ο απόηχος των λεχθέντων στο Συμβούλιο τον είχε επηρεάσει θετικά, το περιστατικό που συνέχιζε να συμβαίνει μπροστά του, του φάνηκε απίστευτο. Έριξε όλο το βάρος της προσοχής του εκεί και ένιωσε να συγκλονίζεται. Το ζευγάρι με το καροτσάκι, που είχε δει πριν από λίγο να κατευθύνεται στο σούπερ μάρκετ, είχε σταματήσει μπροστά στους κάδους των σκουπιδιών και, χωρίς υπερβολή, είχε κυριολεκτικά χωθεί μέσα τους, αναζητώντας εναγωνίως κάτι χρήσιμο μέσα στα απορρίμματα.

    Δεν μπήκε μέσα στο κατάστημα. Έκανε μεταβολή και αναχώρησε για το σπίτι του, χωρίς να ψωνίσει. Τη νύχτα εκείνη, ήταν η πρώτη φορά μετά από τα δυο ολόκληρα χρόνια της θητείας του στο Συμβούλιο, που δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι, ήταν όμως πολύ αργά για να επανορθώσει.






Δεν υπάρχουν σχόλια: