Σελίδες

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο, σατυρικό μυθιστόρημά μου Ε.Φ.

Καθώς το σκάφος απογειωνόταν, έφερε στο νου της τη χθεσινοβραδινή τηλεοπτική πανδαισία. Έκανε ζάπινγκ μέχρι τις δύο η ώρα το πρωί, κι αυτή ήταν και η αιτία που δεν κατάφερε να χορτάσει τον ύπνο της. Παρακολούθησε εκ περιτροπής και με θρησκευτική ευλάβεια το πρόγραμμα και των επτά τοπικών καναλιών, και είχε κατασταλάξει στο ποια εκπομπή θα πρότεινε στον εκπρόσωπο της ΑΜΠΑΚΑΣ Α.Ε. για να προβάλουν περισσότερο τη διαφήμιση της εταιρίας του. ‘’Οι Γευσιγνώστες της Στρογγυλής Τράπεζας’’, του καναλιού ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ, ήταν η καταλληλότερη εκπομπή για να διαφημίσουν τα προϊόντα της αλυσίδας έτοιμων φαγητών του υποψήφιου πελάτη της.


Το πρόγραμμα εκείνο, εκτός της συγγένειάς του με το διαφημιζόμενο προϊόν, είχε και πολύ μεγάλη θεαματικότητα. Οι μετρήσεις το έφερναν στην πρώτη θέση με ποσοστό πενήντα δύο τοις εκατό. Σύμφωνα με τη γνώμη των τηλεκριτικών, η καταπληκτική επιτυχία της εκπομπής εκείνης, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη συμμετοχή σ’ αυτήν της Λάνα Νταρντάνα και η Τζωρτζέτα δεν είχε κανένα λόγο να διαφωνεί με αυτήν την άποψη. Για μια ακόμα φορά το προηγούμενο βράδυ, η εκπρόσωπος των καλλιεργητών μαϊντανού είχε κλέψει την παράσταση. Μπορεί κατά την τρίωρη διάρκεια της εκπομπής να είχε ξεστομίσει δώδεκα λέξεις όλες κι όλες, (εντάξει, θα δούμε, ίσως, καλά τα λέτε, τρώτε μαϊντανό γιατί κάνει καλό), τα βλέμματα όλων όμως ήταν στραμμένα επάνω της.

Μα τι πλούσιο μπούστο, τέλος πάντων, διαθέτει αυτή η κοπέλα, συλλογίστηκε η Τζωρτζέτα. Και με τι ωραίο τρόπο το παρουσιάζει στο γυαλί. Δικαιολογημένα όλοι οι τηλεθεατές, και ιδιαίτερα οι αρσενικοί, στήνονται με τις ώρες μπροστά στους δέκτες τους για να την απολαύσουν. Χτες το βράδυ έδωσε ρέστα. Φορώντας εκείνο το εκθαμβωτικό, κόκκινο φόρεμα με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ, έκανε τον κόσμο να παραμιλάει.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

ΑΖΩΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ από το μυθιστόρημα Ε.Φ. του Σ. Αρώνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ.




«Τα παιδιά μας δεν είναι δικά μας, μα όλου του κόσμου», ήταν μια φράση του πρύτανη του πανεπιστημίου, που ειπώθηκε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην τελετή αποφοίτησης των τελειοφοίτων της σχολής χημικών. Η Ρόντα κοίταξε την κόρη της που στεκόταν καμαρωτή, φορώντας εκείνη τη χαρακτηριστική μπλε τήβεννο, στη δεύτερη σειρά των αποφοίτων, και σκέφτηκε πόσο δίκιο είχε ο ομιλητής. Σε λίγο καιρό, το ήθελαν δεν το ήθελαν, τους άρεσε δεν τους άρεσε, τα παιδιά τους θα άνοιγαν τα φτερά τους και θα ξεκινούσαν τη δική τους ζωή, κι αυτή ήταν μια φυσική εξέλιξη που με τίποτα δεν μπορούσε να αποτραπεί. Θα έφευγαν από το πατρικό τους, θα έκαναν οικογένεια και θα άνοιγαν το δικό τους σπιτικό. Τι ποιο φυσιολογικό από αυτό; Και όμως κάποιοι γονείς δυσκολεύονταν να το αποδεχτούν και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανόταν κι εκείνη. Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι θα τα έχουν για πάντα κοντά τους, πόσο λάθος όμως ήταν αυτό και κυρίως πόσο εγωιστικό.

Ο γιος της, ο Ζάκο, είχε τελειώσει τη σχολή των Μ.Μ.Ε. και εργαζόταν σαν δόκιμος στο κανάλι που δούλευε και η ίδια. Αυτόν τουλάχιστον τον είχε προς το παρόν κοντά της επαγγελματικά, το αύριο όμως κανένας δεν είχε την ικανότητα να το προβλέψει. Το τι θα γινόταν μελλοντικά με εκείνον, αλλά και με την κόρη της, δεν το γνώριζε. Τη Νόρα τη θεωρούσε ακόμα μικρή, ήταν το κοριτσάκι της, τα παιδιά όμως μεγαλώνουν γρήγορα. Πότε πήγαινε στο δημοτικό, πότε τελείωσε το λύκειο και τώρα το πανεπιστήμιο, ούτε που το είχε καταλάβει. Το μικρό, χαριτωμένο κοριτσάκι με τις ξανθές μπούκλες, τα τσακίρικα μάτια, το γελαστό μουτράκι και τα πολύχρωμα σοσόνια, είχε μεταμορφωθεί σε μια καλλίγραμμη, συμπαθέστατη γυναίκα, που σε λίγο καιρό, ίσως ακόμα και αύριο, θα έφευγε για αλλού.

Ακούγοντας τώρα τον πρύτανη να μιλάει έτσι, συνειδητοποίησε πόσο σωστά είχε εκφραστεί. Αυτή ήταν η φυσιολογική σειρά των πραγμάτων στη ζωή και όποιος έκανε το λάθος και δεν το αποδεχόταν, έβλαπτε τον εαυτό του. Κατάλαβε ότι εκείνο που είχε σημασία ήταν, όχι να βλέπει τα παιδιά της να τριγυρνούν συνέχεια γύρω από τα πόδια της, αλλά να μαθαίνει ότι είναι καλά στην υγεία τους, κι αν είναι δυνατόν, να νιώθει πως ζουν ευτυχισμένα. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν της ήταν όμως εύκολο να το χωνέψει πως θα έφευγαν για πάντα από κοντά της.

Μετά το τέλος του μικρού λογύδριου του πρύτανη, η Νόρα παρέλαβε το πτυχίο της κι έτρεξε να βρει τους γονείς της. Εκείνοι την αγκάλιασαν, τη φίλησαν και της ευχήθηκαν καλή σταδιοδρομία, αν και γνώριζαν από πρώτο χέρι πόσο δύσκολη ήταν η επαγγελματική αποκατάσταση των νέων στις μέρες τους.

Χημικός, συλλογίστηκε η Ρόντα. Ειδικότητα που διάλεξε και αυτό το παιδί. Με πιθανότητα μία στις δέκα να βρει αμέσως δουλειά, μόνο στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσε να απασχοληθεί, αλλά κι εκεί εφόσον υπήρχαν γνωριμίες. Όσο για καθηγήτρια σε σχολείο, αν καταφέρει να διοριστεί μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, θα πρέπει να είναι κι ευχαριστημένη.

«Εγώ θα πρότεινα», άκουσε το Φράξο να λέει, «να μην επιστρέψουμε αμέσως στο σπίτι, αλλά να πάμε κάπου να το γιορτάσουμε».

Η Ρόντα πάντοτε διακατεχόταν από μια μικρή δόση απαισιοδοξίας. Ακούγοντας τώρα τον άντρα της να μιλάει για εορτασμό, το θεώρησε άσκοπο. Ασφαλώς το παιδί τους είχε πάρει ένα δίπλωμα και είχε ήδη χρηστεί με τον τίτλο του επιστήμονα, ένα πτυχίο όμως από μόνο του δεν σήμαινε και πολλά πράγματα. Της φάνηκε λοιπόν πολύ ανεδαφικό αυτό που άκουσε. Άκου να πάνε να γιορτάσουν; Να γιορτάσουν, τι δηλαδή; Τη μακρά περίοδο ανεργίας που περίμενε τη θυγατέρα τους; Την απογοήτευσή της από τη συνεχή στο μέλλον και χωρίς αποτέλεσμα εναγώνια προσπάθειά της για εξεύρεση εργασίας; Εντάξει, σαν οικογένεια δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, αυτό όμως ελάχιστα απασχολούσε ένα νέο άνθρωπο με το δυναμικό χαρακτήρα της Νόρας. Εκείνη ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά και να απαγκιστρωθεί από την τσέπη των γονιών της.

Από την άλλη μεριά όμως, σκέφτηκε, δεν είναι σωστό να της μεταδώσω την απαισιοδοξία μου και να της χαλάσω τη διάθεση από την πρώτη κιόλας μέρα που πήρε το πτυχίο. Τις δυσκολίες θα τις συναντήσει μόνη της στην πορεία, δεν υπάρχει λόγος να τη στενοχωρήσω εγώ προκαταβολικά.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

                                                 Τ Ζ Ο Γ Ο Σ




Ακούγοντας τον τελευταίο καιρό μια διαφήμιση στο ραδιόφωνο για κάποιο καζίνο που… μοιράζει χρήματα, αναρωτήθηκα πόσο αφελείς και ευκολόπιστοι είναι μερικοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι θα πιάσουν την καλή μέσα σε κάποιο ναό της τύχης. Δελεασμένοι από τα παχιά και μεγάλα λόγια μιας επιχείρησης που υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια, τρέχουν σαν αφηνιασμένοι πίσω από το όνειρο του εύκολου κέρδους, ενώ κατά βάθος γνωρίζουν ότι ο μόνος που κερδίζει σε αυτούς τους χώρους είναι ο επιχειρηματίας.

Συνήθως, την πρώτη φορά όλοι βγαίνουν κερδισμένοι, κι έτσι πατάνε την πεπονόφλουδα και γίνονται έρμαια στις αδηφάγες ορέξεις των επαγγελματιών του είδους. Τρώνε το δόλωμα σαν τα χαζά ψάρια των θαλασσών και μεταβάλλονται σε πιόνια. Το πάθος του τζόγου οδηγεί το θύμα σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, σε ένα δρόμο εξάρτησης και εξαθλίωσης. Στην καλύτερη περίπτωση ίσως, κάποιος θαμώνας καζίνων ή χαρτοπαικτικών λεσχών ή ιπποδρόμου, να απεγκλωβιστεί έγκαιρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να πάψει να ποντάρει και να χάνει τα χρήματά του τόσο εύκολα, απ’ ό, τι όμως τυχαίνει να γνωρίζω, αυτή η περίπτωση είναι πολύ σπάνια, ίσως και ανύπαρκτη. Δυστυχώς, όποιος τσιμπηθεί από τη μύγα του τζόγου, είναι δύσκολο να γιατρευτεί. Η έξη αυτή λειτουργεί σαν ισχυρό ναρκωτικό και αποκλείει την πιθανότητα απεξάρτησης.

Φαντάζομαι ότι όλοι σας θα έχετε κάποιο παράδειγμα γνωστού σας προσώπου που τρέχει στους χώρους τυχερών παιχνιδιών. Γνωρίζετε μήπως αν κάποιος από αυτούς έχει λύσει το οικονομικό του πρόβλημα; Μάλλον το αντίθετο θα έχει συμβεί. Θα έχει χάσει τα πάντα και ίσως ακόμα θα έχει χρεωθεί για να μπορέσει να συνεχίσει να ασχολείται με το πάθος του. Ένα πάθος που έχει σαν συνέπεια το χάσιμο της αξιοπρέπειας του ατόμου, τη διάλυση οικογενειών, την απώλεια περιουσιών, την υπερχρέωση και την κατάληξη στην απόλυτη ανέχεια.

Τυχαίνει να γνωρίζω πολλούς από το φιλικό και οικογενειακό μου περιβάλλον που έχουν πέσει σε αυτήν την παγίδα, κι αυτό μου έχει δώσει τη δυνατότητα να βγάλω οριστικά συμπεράσματα για τα άτομα που συνηθίζουμε να ονομάζουμε ‘’τζογαδόρους’’. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν και αναπνέουν μόνο για να παίζουν, για να ποντάρουν. Αδιαφορούν για τους άλλους, συχνά ακόμα και για την ίδια την οικογένειά τους. Απόμακροι και πωρωμένοι μέχρι το μεδούλι, δεν σκέφτονται τίποτ’ άλλο, παρά μόνο το πότε θα έρθει η ώρα να βρεθούν μέσα στον χώρο που στεγάζει τα απατηλά όνειρά τους, για να ρεφάρουν. Και η κατάληξη είναι μία. Να χάσουν τα πάντα και να πεθάνουν στην ψάθα. Το δυστύχημα είναι ότι, στην πτώση τους αυτή, παρασύρουν και τα οικεία τους πρόσωπα, στέλνοντας στη δυστυχία και τους άλλους. Από τα γνωστά μου πρόσωπα που ανέφερα πριν, δεν γνωρίζω ούτε ένα που να έχει βγει κερδισμένο από την ενασχόλησή του με το τζόγο. Αν τώρα εσείς γνωρίζετε κάποιον που να έχει πλουτίσει παίζοντας τυχερά παιχνίδια, η περίπτωσή του θα αποτελεί μιαν εξόχως τρανταχτή εξαίρεση, η οποία απλώς επιβεβαιώνει τον κανόνα!

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΙ ΕΓΩ

    Διάγω αισίως την έβδομη δεκαετία της ζωής μου και, η σχέση μου με τη χώρα στην οποία γεννήθηκα, παραμένει μάλλον αδιευκρίνιστη. Ομολογώ ανερυθρίαστα ότι πρόκειται για μια σχέση λατρείας και μίσους. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της ζωής, εκτός από μερικά ολιγοήμερα ταξίδια σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχω ζήσει αλλού. Εδώ πήγα σχολείο, εδώ στρατεύτηκα, εδώ είδα δικτατορίες, πτώσεις βασιλέων και μεταπολιτεύσεις,  εδώ υπέστην πλύση εγκεφάλου από τα παραμύθια του θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου, εδώ παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια, κι εδώ τελικά συνταξιοδοτήθηκα. Το παράξενο είναι ότι, από τη μια νιώθω ευγνώμων που γεννήθηκα στην Ελλάδα, από την άλλη όμως αισθάνομαι άσχημα με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν είναι λίγες οι φορές που σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να είχα γεννηθεί κάπου αλλού, εννοείται βέβαια σε μια πολιτισμένη χώρα και όχι κάπου τριτοκοσμικά. Αν ισχυριζόμουν ότι δεν αγαπώ τη χώρα μου, θα ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Άλλωστε, αυτό μπορώ να το αποδείξω, αφού ακόμα και βιβλίο έχω γράψει για τον αρχαίο πολιτισμό μας με τίτλο ''Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ'', το οποίο πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και να κυκλοφορήσει  (Έχει ήδη εκδοθεί από τις εκδόσεις Μ. Βερέττας).
  Θιγμένος λοιπόν στο έπακρο από τους ανθρώπους που θέλουν να λέγονται Έλληνες (πολιτικούς, συνδικαλιστές, ρασοφόρους, καιροσκόπους, απατεώνες, κ.λ.π.), είναι φυσικό να νιώθω άσχημα για την τύχη μου που με προόρισε για κάτοικο αυτής της χώρας. Είμαι βέβαιος ότι αν είχα γεννηθεί σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, θα ζούσα καλύτερα, όχι τόσο από οικονομικής, όσο από πολιτισμικής και πολιτιστικής άποψης, και θα έδρεπα τους καρπούς των πνευματικών κόπων και προσπαθειών μου. Θλίβομαι όταν βλέπω ότι, η χώρα που γέννησε τον πολιτισμό, έχει ξεπέσει τόσο πολύ ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά. Τα όσα συμβαίνουν σήμερα, αποτελούν την αδιάσειστη απόδειξη ότι η ελληνική κοινωνία έχει διαβρωθεί, με την αμέριστη συμπαράσταση βέβαια των πολιτικών και του σιναφιού τους, οι οποίοι είναι και οι πρωτεργάτες όλης αυτής της παρακμής. Το θετικό είναι ότι γίνεται προσπάθεια από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων για επαναφορά μας στον πολιτισμό και τον ορθολογισμό, δεν ξέρω όμως αν εγώ και οι συνομήλικοί μου θα προλάβουμε να ζήσουμε την υλοποίησή του. Επικροτώ αυτήν την προσπάθεια και συγχαίρω αυτούς τους συμπολίτες μας που δεν φείδονται χρόνου, φαιάς ουσίας, κόπου και εξόδων για την ολοκλήρωση αυτού του ιερού σκοπού. Εύχομαι να βρουν τη δύναμη και να συνεχίσουν να πολεμούν το σκοταδισμό, την ανυποληψία και την αναξιοκρατία. Η δική μου συμμετοχή σε αυτό το κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι μικρή, ασήμαντη θα έλεγα, αυτό όμως δεν έχει σημασία. Έχω εμπιστοσύνη στη νέα γενιά και πιστεύω ότι θα κατορθώσει να επιφέρει την πολυπόθητη αλλαγή. Διαθέτει και τη δύναμη και τη βούληση για να αλλάξει αυτά που δεν μπορέσαμε εμείς. Αρκεί να το πιστέψει και να μην παρασύρεται από τις σειρήνες της παραπληροφόρησης.
    

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ

ΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ




Ο σημερινός άνθρωπος ζει σε μια εντελώς περίεργη εποχή. Μη μου πείτε ότι δεν είναι παράξενο να βιώνουμε μια κατάσταση ταυτόχρονης ακμής και παρακμής. Γιατί, τι άλλο μπορεί να είναι αυτό που συμβαίνει, από τη μια, οι περισσότεροι άνθρωποι να συνεχίζουν να διακατέχονται από έναν παράλογο θρησκευτικό φανατισμό, η τρομοκρατία να έχει γίνει τρόπος ζωής κάποιων ανεγκέφαλων, μισαλλόδοξων νεαρών, το περιβάλλον διαρκώς να υποβαθμίζεται και η φτώχεια και η ανέχεια να πλήττουν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ από την άλλη, η επιστήμη να έχει κάνει αλματώδη πρόοδο σε όλους τους τομείς, το προσδόκιμο όριο ζωής να έχει αυξηθεί για τους κατοίκους του δυτικού κόσμου και η διαστημική τεχνολογία να μας έχει φέρει ένα μόλις βήμα πριν από την κατάκτηση του διαστήματος;

Όλα αυτά, έχουν δημιουργήσει το παράδοξο της συνύπαρξης ακμής και παρακμής. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι η παρακμή ήταν κάτι σαν φυσιολογική συνέχεια της ακμής. Και για αποφυγή παρανόησης, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στην ακμή και παρακμή του ανθρώπινου γένους και όχι κάποιων προσώπων ή αυτοκρατοριών.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ακμή άρχισε περίπου τρεις χιλιετίες πριν, όταν κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ευρώπης, άρχισαν να σκέφτονται και να πράττουν διαφορετικά. Άρχισαν να φιλοσοφούν, να διαλογίζονται, να αμφισβητούν, να ερευνούν, να αθλούνται, να εφαρμόζουν τρόπους σωστής και δίκαιης διακυβέρνησης, να αποκτούν ιδανικά, να κατασκευάζουν αριστουργηματικά οικοδομήματα και έργα τέχνης και, γενικά, να παράγουν πολιτισμό.

Η ακμή αυτή διήρκησε μέχρι την επικράτηση της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής, υπήρξε μια μεταβατική περίοδος, όπου ο κλασσικός ελληνισμός συνέχισε να παράγει πολιτισμό, επηρεάζοντας μάλιστα σημαντικά και τον όποιο πολιτισμό του κατακτητή, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να φθίνει, με αποτέλεσμα, λίγους αιώνες αργότερα, να επέλθει η παρακμή.

Η περίοδος της ολοκληρωτικής παρακμής αρχίζει με την ίδρυση του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (Βυζάντιο) και με την καθιέρωση του χριστιανισμού. Από τότε, και για πάνω από χίλια χρόνια, οι άνθρωποι της Ευρώπης και των λαών που ζούσαν κοντά στη γηραιά ήπειρο, έζησαν υπό καθεστώς τρόμου, οπισθοδρόμησης, προκαταλήψεων, σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας. Οι λέξεις ‘’πρόοδος’’ ‘’ανθρωπιά’’ και ‘’πολιτισμός’’ είχαν ξεχαστεί εντελώς και δικαιολογημένα η μακρόχρονη εκείνη περίοδος ονομάστηκε ‘’μαύρος μεσαίωνας’’.

Τελικά, ύστερα από την αφύπνιση κάποιων φωτισμένων και φανερά επηρεασμένων από την αρχαία ελληνική γραμματεία ανθρώπων, άρχισε να διαφαίνεται μια νέα περίοδος ακμής. Η πολιτισμική έκρηξη που επακολούθησε και η νέα άνθηση των τεχνών και των επιστημών, καθώς και οι ανακαλύψεις και οι εφευρέσεις, έδωσαν την ώθηση για αναγέννηση του ανθρώπου. Ο διαφωτισμός που επακολούθησε πολλά χρόνια αργότερα και οι απελευθερωτικοί αγώνες των λαών της Βαλκανικής, γιγάντωσαν αυτήν την καινούρια ακμή, με αποκορύφωμα τη βιομηχανική επανάσταση.

Και φτάσαμε στο σήμερα, μια εντελώς τραγελαφική εποχή, κατά την οποία συνυπάρχουν και οι δύο καταστάσεις, όπως προείπα. Η ακμή μάχεται λυσσαλέα την παρακμή, και ο ανελέητος μεταξύ τους αγώνας μοιάζει αμφίρροπος. Το ερώτημα που κρέμεται από τα χείλη όλων των σκεπτόμενων ανθρώπων είναι, τελικά ποια από τις δύο θα επικρατήσει; Θα νικήσει άραγε για μια ακόμα φορά η παρακμή, επιβεβαιώνοντας την επικρατούσα άποψη ότι ισχύει το απόφθεγμα ‘’ακμή και παρακμή’’;

Σάββατο 19 Φεβρουαρίου 2011

ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ Ε.Φ.

                         ΔΙΑΣΤΗΜΑ, ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΙ Ε.Φ.




‘’Ήγγικεν γαρ η ώρα των ουρανών’’ γράφει σε κάποιο σημείο το εγχειρίδιο των πρωτεργατών του χριστιανικού σκοταδισμού, οι συντάκτες του όμως άλλο εννοούσαν γράφοντας αυτή τη φράση. Από το φτωχό μυαλό τους, δεν περνούσε ούτε στιγμή η σκέψη ότι ο άνθρωπος θα γινόταν κάποτε κύριος των ουρανών, δηλαδή του διαστήματος, ούτε ότι αυτό θα το κατάφερνε με εντελώς διαφορετικό τρόπο από εκείνον που φαντάζονταν. Κατά την άποψή τους, η Γη ήταν επίπεδη και ο ουρανός ήταν ένας μικρός θόλος με λαμπυρίζοντα φωτάκια, που βρισκόταν απλώς πάνω από τα κεφάλια τους και ακόμα πιο πάνω απ’ αυτόν βρισκόταν ο παράδεισος με τους αγγέλους.

Αυτές τις φαντασιώσεις, το θεωρώ φυσικό να τις πιστεύουν άνθρωποι που ζουν επάνω στα δέντρα ή κατοικούν μέσα σπηλιές, ή ακόμα και σε σκηνές, απορώ όμως με τη μωρία πολλών που εξακολουθούν να τις πιστεύουν ακόμα και σήμερα. Εντάξει, η εκκλησία, ύστερα από την ήττα που υπέστη από την επιστήμη στην αιματηρή αντιπαράθεσή της στον τομέα της δομής και της υφής του σύμπαντος, παραδέχεται τελικά ότι η Γη είναι στρογγυλή και ότι γυρίζει γύρω από τον ήλιο, αλλά παρόλα αυτά εξακολουθεί να ταϊζει τα προβατάκια της με παραμυθάκια που δεν γίνονται πιστευτά ούτε από νήπια.

Κι ενώ ο άνθρωπος υπερνίκησε τη γήινη βαρύτητα και ταξιδεύει ήδη στο διάστημα, οι θρησκείες συνεχίζουν να μιλούν για κολάσεις και παραδείσους. Στον αντίποδα, η επιστήμη προχωρά με γοργούς ρυθμούς σε όλους τους τομείς, διαψεύδοντας συνεχώς τις δοξασίες των ρασοφόρων. Αναμφίβολα, ένα από τα πιο δύσκολα αντικείμενα έρευνας, είναι το διάστημα, αλλά κι εκεί οι επιστήμονες με υπομονή, επιμονή και ανεξάντλητη διάθεση, κάνουν πολλά, αργά μεν, ουσιαστικά όμως βήματα για την εξερεύνηση του διαστήματος.

Αν ισχυριστώ ότι, σε αυτό, η επιστήμη έχει βοηθηθεί πολύ από την επιστημονική φαντασία, δε νομίζω ότι θα θεωρηθώ γραφικός. Πολλές δεκαετίες, αλλά και ακόμα πιο παλιά, πριν από τα πρώτα βήματα του ανθρώπου έξω από τη Γη, αρκετοί συγγραφείς φαντάστηκαν(;), πρόβλεψαν(;) ή επινόησαν(;) τα ταξίδια στο διάστημα και σε άλλους πλανήτες. Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι η αρχή έγινε από τους διάσημους συγγραφείς του 19ου αιώνα, οι γνώστες όμως του αντικειμένου, γνωρίζουν ότι τα νοερά ταξίδια στο διάστημα είχαν ‘’αρχίσει’’ πολλούς αιώνες πιο πριν. Ήδη από τον 2ο μ. Χ. αιώνα, ο Λουκιανός είχε γράψει ένα μυθιστόρημα με τίτλο ‘’Αληθινή ιστορία’’, στο οποίο περιγραφόταν ένα ταξίδι στη Σελήνη, η οποία κατοικούνταν από αλλόκοτα όντα.

Ο ίδιος ο Λουκιανός είχε σπουδάσει Πλατωνική φιλοσοφία, απεχθανόταν το δογματισμό και αντιμετώπιζε τη θρησκεία και τη δεισιδαιμονία με ορθολογικό πνεύμα, καθώς ήταν επηρεασμένος από την Επικούρεια φιλοσοφία. Και ύστερα ήρθε ο χριστιανισμός. Αυτός ήταν που έδωσε τη χαριστική βολή στην επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη και την πρόοδο, κι έτσι, η φαντασία, ο σκεπτικισμός και ο ορθολογισμός, παραχώρησαν τη θέση τους στο σκοταδισμό και την οπισθοδρομικότητα. Και οι ανόητες, οι αφελείς δοξασίες του, παραμένουν ζωντανές μέχρι των ημερών μας, δεν θ’ αργήσουν όμως να μπουν σε κάποιο χρονοντούλαπο, αφού ο άνθρωπος θα φτάσει και θα κυριεύσει τους ουρανούς, όχι όμως με τον παιδιάστικο τρόπο που πιστεύουν εκείνοι, αλλά με την τεχνολογία.

Κυριακή 6 Φεβρουαρίου 2011

ΑΖΩΤΟ, ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΟΜΩΝΥΜΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΜΟΥ.

    ...Η Λίντα ήταν πολύ εκδηλωτική. Όταν εγκαταστάθηκε κι αυτή οριστικά στο καινούριο της σπίτι, έκανε σαν μικρό παιδί. Ιδιαίτερα ξετρελάθηκε με την κουζίνα, μιας και είχε πάθος με τη μαγειρική. Τόσο ωραίο χώρο και τόσες ευκολίες δεν είχε ούτε στη Γη. Όταν κάποια στιγμή την επισκέφτηκαν η Ερμίνα και ο Ντάνο για να δουν τι κάνει, εκείνη δεν σταματούσε να γελάει και να ευχαριστεί τη φίλη της. Η χαρά της ήταν διπλή. Από τη μια χαιρόταν για το ωραίο της σπίτι και από την άλλη για την απαλλαγή της από τον υπερβολικό φόρτο εργασίας. Χάρη στην αποτελεσματική μεσολάβηση της Ερμίνας, είχε αποκτήσει όχι δύο, αλλά τρεις βοηθούς, γεγονός που της είχε δώσει την ευκαιρία να ανασάνει.


«Φαντάζομαι ότι σου αρέσει τελικά εδώ, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε η Ερμίνα.

«Η αλήθεια είναι ότι στην αρχή ζορίστηκα λίγο. Μια με κείνο το μπουντρούμι που μας έβαλαν να μείνουμε και μια με την ολοήμερη απασχόλησή μου στο κομμωτήριο, ένιωθα δυστυχισμένη. Τώρα όμως πετάω στα ουράνια».

«Και ακόμα δεν είδες τίποτα», μπήκε στη συζήτηση ο Ντάνο, «Όταν θα τελειώσει το πολιτιστικό κέντρο, με αίθουσα θεάτρου, βιβλιοθήκη, εντευκτήριο, καφετέρια και αίθουσα προβολών, τότε θα νιώσεις ακόμα καλύτερα».

«Τι μου λες; Δεν έχω ακούσει γι’ αυτό το έργο. Έχει προγραμματιστεί;»

«Οι εργασίες έχουν ήδη ξεκινήσει. Τώρα που άδειασαν οι αίθουσες του σχολείου από τον εξοπλισμό που είχε αποθηκευτεί εκεί, άρχισε η ανακαίνισή του. Σε λίγο καιρό θα είναι έτοιμο».

Η Ερμίνα γύρισε και τον κοίταξε με κατάπληξη. «Τι είπες τώρα;» τον ρώτησε σχεδόν σα να τον επέπληττε. «Για τι πράγμα μιλάς; Πού αναφέρεσαι; Υπάρχει σχολείο στον Ιανό;»

«Μα, νομίζω πως το κτήριο που χρησίμευε για αποθήκη, παλιά πρέπει να ήταν σχολείο. Τουλάχιστον έτσι μοιάζει».

Η Ερμίνα το συγκεκριμένο παμπάλαιο κτήριο το είχε δει μια φορά μόνον, τότε που πήγαν να παραλάβουν τις ηλεκτρικές συσκευές και τα έπιπλα για το σπίτι τους. Το ξανάφερε στο νου της και συνειδητοποίησε ότι ο Ντάνο είχε δίκιο. Η αρχιτεκτονική του, τα μεγάλα παράθυρά του και οι συνεχόμενες σε παράταξη αίθουσες με το μεγάλο διάδρομο στη μέση και κατά μήκος τους, συνηγορούσαν στην άποψη πως επρόκειτο για σχολείο. Δεν μπορούσε να είναι κάτι διαφορετικό.

Μα αν ήταν σχολείο, αυτό σημαίνει πως υπήρχαν και παιδιά, συλλογίστηκε. Τι συνέβη και εξαφανίστηκαν τα παιδιά; Τι ήταν αυτό που ανάγκασε τους μεγάλους να τα στείλουν πίσω; Τι υπάρχει τέλος πάντων σ’ αυτόν τον μυστηριώδη πλανήτη που διώχνει με αυτόν τον άκαρδο τρόπο τα μικρά αυτά πλάσματα από το έδαφός του; Τι είναι αυτό που, ενώ ευνοεί και τραβάει σαν μαγνήτης τους μεγάλους, μοιάζει να είναι ανθυγιεινό για τα παιδιά;

Το ίδιο αναπάντητο ερώτημα χαράχτηκε επίμονα πάλι μέσα στο μυαλό της, προκαλώντας της έντονο ψυχικό πόνο και χαλώντας ανεπανόρθωτα την καλή της διάθεση. Αν δεν μάθαινε τι ακριβώς συνέβαινε με το καυτό αυτό θέμα, δύσκολα θα ξανάβρισκε την ηρεμία της.

Ο Ντάνο κατάλαβε τι σκεφτόταν, δεν ήξερε όμως πως να τη βοηθήσει. Συλλογίστηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να βασανίζονται συνέχεια με αυτή τη σκέψη. Δεν ήταν δυνατόν να μη μάθαιναν κάποτε τι συμβαίνει. Έπαψε γρήγορα να το σκέφτεται, καθώς άλλο ήταν αυτό που τον απασχολούσε. Εκείνον τον κατέτρεχε η αγωνία για το ακανθώδες ζήτημα της αεροκάψουλας και του ουρανίου. Είχε ενημερώσει τον Περιφερειάρχη και τον είχε βρει σύμφωνο στην απομάκρυνσή τους από τον οικισμό. Το ερώτημα όμως, πού να τα πήγαιναν, δύσκολα μπορούσε να απαντηθεί. Το βέβαιο ήταν ότι μόνο σε μια απόσταση άνω των διακοσίων χιλιομέτρων θα ένιωθαν ασφαλείς, πού όμως θα το αποθήκευαν εκεί; Η δημιουργία τόσο μακριά κάποιου κλειστού χώρου, μέσα στον οποίο θα προστατευόταν από τις καιρικές συνθήκες και από πιθανές ανεπιθύμητες επισκέψεις, ήταν ανέφικτη.

Συζητώντας το με τον Λούτριχ, κατέληξαν σε μια προσωρινή, γρήγορη και εντελώς συμβιβαστική λύση, προτιμότερη πάντως από την υπάρχουσα. Θα έχτιζαν ένα μικρό αλλά εξαιρετικά γερό και με χοντρούς τοίχους κτήριο στην περιοχή των λατομείων, ένα πραγματικό φρούριο, και θα τα τοποθετούσαν εκεί. Το πλεονέκτημα αυτής της επιλογής ήταν ότι, ναι μεν η τοποθεσία εκείνη ήταν σχετικά κοντά στους οικισμούς, βρισκόταν όμως πίσω από το βουνό και σχεδόν δίπλα στα υλικά που χρειάζονταν για την κατασκευή του, και είχε πολύ εύκολη πρόσβαση. Θα ενημέρωναν λοιπόν τον Περιφερειάρχη και την επόμενη κιόλας μέρα θα επέλεγαν ένα μικρό συνεργείο χτιστών, για να προχωρήσουν άμεσα στην οικοδόμησή του.

Όσο για το ποιες θα ήταν οι επιπτώσεις στους δυο-τρεις ανθρώπους που εργάζονταν εκεί, δεν τις γνώριζαν ακριβώς, ούτε τις θεωρούσαν πολύ επικίνδυνες, έλπιζαν όμως ότι μπορούσαν να τις αντιμετωπίσουν. Ο Ντάνο πίστευε πως, με τη λήψη κάποιων γνωστών και πολύ συγκεκριμένων, προληπτικών μέτρων, οι λίγοι εργαζόμενοι στα λατομεία δεν θα διέτρεχαν ιδιαίτερο κίνδυνο από κάποια πιθανή έκθεσή τους σε ακτινοβολία. Το ευτύχημα ήταν ότι οι περισσότεροι εργάτες των λατομείων ήταν ρομπότ, χωρίς βέβαια αυτό να σήμαινε πως έπρεπε να αγνοηθεί η ασφάλεια των ελάχιστων έστω ανθρώπων που εργάζονταν μαζί τους.