Δευτέρα, 19 Μαΐου 2014

Ο ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ

                Ο   ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΗΣ

Ο Πουαρές, ξύπνησε απότομα και πετάχτηκε πάνω τρομαγμένος και μουσκεμένος στον ιδρώτα. Έπιασε με τα δυο του χέρια το κεφάλι του και, συνειδητοποιώντας ότι αυτό που είχε δει δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν εφιάλτη, ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Δίπλα του η γυναίκα του κοιμόταν του καλού καιρού και δεν θέλησε να την ανησυχήσει. Το νυχτερινό του τρομακτικό όνειρο θα της το περιέγραφε το πρωί. Δίπλα του, ο φωτεινός δείκτης του επιτραπέζιου ρολογιού έδειχνε πέντε και τριάντα δύο.
Αποφασισμένος να μην κοιμηθεί άλλο, σηκώθηκε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε και πήγε στο μπάνιο. Μετά από λίγο βγήκε και κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Άνοιξε την τηλεόραση, είδε για λίγο κάποια εκπομπή και, όταν βαρέθηκε, επισκέφτηκε την κουζίνα και επιδόθηκε στην ετοιμασία καφέ και πρωινού. Ήδη, η ώρα είχε πάει έξι και τέταρτο και είχε αρχίσει να χαράζει. Ο καιρός ήταν καλός και η απόλαυση ενός μοσχοβολιστού καφέ στη βεράντα, ήταν ό, τι έπρεπε για να ξεχάσει τον εφιάλτη και να ευχαριστηθεί το υπέροχο καλοκαιρινό πρωινό.
Έβαλε τα παρασκευάσματά του επάνω σε ένα δίσκο, άνοιξε τη μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω. Το δροσερό, πρωινό αεράκι τον χτύπησε στο πρόσωπο και τον αναζωογόνησε. Ακούμπησε το δίσκο επάνω στο τραπεζάκι της κατάμεστης από λουλούδια βεράντας, και κάθισε σε μια πολυθρόνα, αναπνέοντας βαθιά.  Τράβηξε μερικές ρουφηξιές από τον καφέ του, ατενίζοντας την Πάρνηθα που, λόγω θέσης και ύψους της περιοχής που έμενε, την είχε όλη στο ‘’πιάτο’’, έφαγε και μια φέτα ψωμί με βούτυρο, κι έμεινε εκεί για αρκετή ώρα.  Έχοντας πια συνέλθει για καλά από την τρομάρα που είχε πάρει, σηκώθηκε από τη θέση του και στάθηκε δίπλα στα κάγκελα. Αν και ο ήλιος είχε πια ανατείλει, η γειτονιά κοιμόταν ακόμα. Απόλυτη ησυχία επικρατούσε παντού.
Έκανε να επιστρέψει στη θέση του, για να συνεχίσει την απόλαυση του καφέ του, αλλά μια φευγαλέα κίνηση κάτω στο δρόμο, τον ανάγκασε να το αναβάλει. Εστίασε το βλέμμα του στη γωνία της οδού και πρόσεξε ότι κάποιος προσπαθούσε να κρυφτεί πίσω από την κολώνα της ΔΕΗ. Ανησύχησε, θορυβήθηκε και τραβήχτηκε πίσω από το φύλλωμα της φουντωμένης σεφλέρας. Έμεινε εκεί, σαν άγαλμα, και δεν άφησε από τα μάτια του, τον παράξενο άγνωστο. Εκείνος, με αργές και ύποπτες κινήσεις, κινήθηκε πιο κοντά προς την πολυκατοικία που έμενε ο Πουαρές. Όσο τον παρατηρούσε, τόσο πιο γνωστός του φαινόταν ώσπου, όταν εκείνος λούστηκε από τις ακτίνες του ηλίου και έγινε πιο ευδιάκριτος, ο Πουαρές κόντεψε να πάθει έμφραγμα. Πισωπάτησε τρομοκρατημένος, δεν πίστευε στα μάτια του. Ο άγνωστος άντρας που τριγυρνούσε στη γειτονιά τους, ήταν ολόιδιος με τον τρομοκράτη που είχε δει στον ύπνο του να ανατινάζει την πολυκατοικία τους. Τσιμπήθηκε για να βεβαιωθεί ότι είναι ξύπνιος και δεν ονειρεύεται. Πανικοβλήθηκε και ένιωσε το μυαλό του να αδειάζει.
«Λες το όνειρο που είδα να βγει αληθινό;» αναρωτήθηκε. «Τι να κάνω για να προλάβω το κακό;»
Η τσάντα που κρατούσε στα χέρια του ο άγνωστος, του επιβεβαίωσε τις υποψίες.  Ήταν πια βέβαιος ότι εκεί μέσα φύλαγε τη βόμβα που θα τους έβαζε.
Δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί πολύ. Έτρεξε αμέσως μέσα και πήρε στο τηλέφωνο την αστυνομία. Περιέγραψε την κατάσταση, τους παρακάλεσε να επέμβουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και γύρισε στη βεράντα. Ο τύπος στεκόταν ακίνητος εκεί και κοιτούσε συνεχώς δεξιά-αριστερά. 
Τρία λεπτά αργότερα εμφανίστηκε ένα περιπολικό και σταμάτησε μπροστά στον επίδοξο βομβιστή. Οι δυο αστυνομικοί, που επέβαιναν στο όχημα, βγήκαν από αυτό, τη στιγμή ακριβώς που κατέφτανε ένα αυτοκίνητο εταιρίας οδικής βοήθειας. Τα τρία επόμενα λεπτά επακολούθησε ένας έντονος διάλογος μεταξύ των αστυνομικών, του υπόπτου και του υπαλλήλου της οδικής βοήθειας. Ο Πουαρές άκουγε τις φωνές, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς συζητούσαν.
Όταν, λίγο αργότερα, είδε τους αστυνομικούς να επιβιβάζονται στο περιπολικό και να φεύγουν, κυριεύτηκε από απογοήτευση και τρόμο. «Μα καλά, τι κάνουν;» αναρωτήθηκε. «Μας αφήνουν ανυπεράσπιστους, στο έλεος αυτού του τρομοκράτη;»
Δεν άντεξε να παραμένει απαθής θεατής των γεγονότων και αποφάσισε να κατέβει στο δρόμο.
Φόρεσε βιαστικά μια ρόμπα και κατέβηκε κάτω. Την ώρα που έκλεινε πίσω του την εξώπορτα της πολυκατοικίας, είδε τον ύποπτο να αναχωρεί με ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Του φάνηκε ότι ο άλλος τον κοίταξε άγρια, ενώ ένα ειρωνικό χαμόγελο ήταν χαραγμένο στο σκληρό πρόσωπό του.
Κατάλαβε αμέσως τι θα επακολουθούσε, αλλά εκείνος δεν φαινόταν διατεθειμένος να παραδώσει τα όπλα. Θα τον πολεμούσε με όλες του τις δυνάμεις. Ήταν βέβαιος ότι ο άλλος θα τους επισκεπτόταν το βράδυ και χαχάνισε στη σκέψη του τι θα τον περίμενε.

Απόψε θα ξαγρυπνούσε. Θα περίμενε τον βομβιστή, κρατώντας στα χέρια του τη γκλίτσα που είχε φέρει από το χωριό, κρυμμένος πίσω από την κολώνα της πιλοτής, και θα τον αιφνιδίαζε. Η πολυκατοικία τους δεν επρόκειτο να ανατιναχτεί. Ο γενναίος ένοικος του τετάρτου ορόφου, που άκουγε στο όνομα Πουαρές, θα έσωζε την πολυκατοικία και τους ανυποψίαστους ενοίκους  της!

Δεν υπάρχουν σχόλια: