Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

ΚΑΤΑΡΕΣ, ΜΑΓΙΑ ΚΑΙ ΛΟΙΠΑ ΣΥΝΑΦΗ

Διήγημα από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


«Έτσι που λες, θείε μου», του είπε ο Θοδωρής, κοιτάζοντάς τον λοξά. «Είναι η δεύτερη φορά που χαλάει το αυτοκίνητό μου και οι ειδικοί του συνεργείου που το εξέτασαν, δεν κατάφεραν να το εξηγήσουν. Είναι απίθανο, μου είπαν, ένα τόσο σύγχρονο και ακριβό αυτοκίνητο, με σχετικά λίγα χιλιόμετρα στο κοντέρ του, να παθαίνει πάλι την ίδια βλάβη».

Σταμάτησε να μιλάει, έβγαλε έναν αναστεναγμό, πήρε ένα βαθυστόχαστο ύφος και τελικά το ξεστόμισε. Στην αρχή ο θείος νόμισε ότι ο ανιψιός του αστειευόταν, όταν όμως πρόσεξε με πόση σοβαρότητα το είχε πει, κατάλαβε ότι εκείνος πίστευε ακράδαντα στο απίθανο συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει.

«Ξέρεις, θείε», του είχε πει, ενώ το μάτι του γυάλιζε. «Πιστεύω ότι με έχουν καταραστεί».

Ο θείος ανακάθισε στην καρέκλα του κι αισθάνθηκε σαν να τον είχε τσιμπήσει σφήκα. Βεβαιώθηκε ότι ο Θοδωρής μιλούσε σοβαρά, τον κοίταξε με συμπόνοια και κούνησε το κεφάλι του με απογοήτευση. Απόρησε που εκείνος ο ανιψιός, ένας πανύψηλος τριανταπεντάρης, ένας μοντέρνος νέος άνθρωπος με σχετικά καλή μόρφωση, διακατεχόταν από τέτοιες ιδέες. Ήταν γιος της αδελφής της γυναίκας του και τον γνώριζε από την ημέρα που είχε γεννηθεί. Την οικογένεια της κουνιάδας του την επισκεπτόταν συχνά και γνώριζε καλά τη νοοτροπία και την ουδετερότητα των γονιών του στα θρησκευτικά θέματα, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, η κουβέντα εκείνη του Θοδωρή τον είχε αφήσει άφωνο. Ανατρέχοντας όμως νοερά στη ζωή της οικογένειάς του, θυμήθηκε ότι ο πατέρας του ήταν ένας προσκολλημένος στην παράδοση, υπερσυντηρητικός τύπος, με τον οποίον και ο ίδιος ερχόταν συχνά σε διαφωνία για τα περισσότερα θέματα της απλής καθημερινότητας. Θυμήθηκε επίσης ότι ο Θοδωρής ανήκε στην μεγάλη εκείνη κατηγορία των ανθρώπων, οι οποίοι, μετά την έξοδό τους από το σχολείο, δεν ξανανοίγουν ποτέ βιβλίο σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή τους. Παρόλα αυτά, δεν πίστευε ότι θα άκουγε μια τόσο μεγάλη ανοησία από το στόμα εκείνου του νέου ανθρώπου.

«Ναι, θείε μου», τον άκουσε να συνεχίζει. «Πρόκειται για κατάρα και μάλιστα γνωρίζω και το άτομο που την έχει κάνει».

«Μα τώρα μιλάς σοβαρά;» τον επέπληξε ο θείος. «Είναι δυνατόν στην εποχή που ζούμε, να πιστεύεις σε κατάρες και σε μάγια; Είναι δυνατόν να πιστεύεις σε μεσαιωνικές δεισιδαιμονίες; Αν αυτό που φαντάζεσαι, συνέβαινε στην πραγματικότητα, τότε όλοι οι άνθρωποι επάνω στη γη θα είμαστε κατά κάποιο τρόπο καταραμένοι. Υπάρχει νομίζεις άνθρωπος στον πλανήτη που να μην έχει αρνητικές δοσοληψίες με κάποιον, που να μην έχει εχθρούς, που να μην τον επιβουλεύονται; Αν η πεποίθησή σου ήταν αληθινή, τότε να είσαι βέβαιος ότι θα καταριόμαστε ο ένας τον άλλον, κι ότι οι κατάρες θα πραγματοποιούνταν. Χωρίς υπερβολή, αν αυτό που πιστεύεις πράγματι ίσχυε, να είσαι βέβαιος ότι το ανθρώπινο είδος θα είχε εξαφανιστεί προ πολλού από το πρόσωπο της γης».

Ο Θοδωρής, ακούγοντας τον άλλον να μιλάει έτσι, ξίνισε τα μούτρα του. Δεν του άρεσαν αυτά που του είχε πει ο θείος. Εκείνος πίστευε στις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες και τίποτα δεν φαινόταν ικανό να του αλλάξει αυτές του τις απόψεις. Ήταν προφανές ότι η λογική δεν συμπεριλαμβανόταν μέσα στις εγκεφαλικές λειτουργίες του. Παρόλο που δεν ήταν θρησκόληπτος, τουλάχιστον φαινομενικά, ούτε πήγαινε στην εκκλησία, το στενό και πολύ συντηρητικό περιβάλλον της γενέτειράς του, καθώς και η προφανής έλλειψη ορθολογισμού και έφεσης για αμφισβήτηση, του είχαν εμφυτεύσει ιδέες που ανήκαν σε άλλες μακρινές και ιδιαίτερα σκοτεινές εποχές και δεν του επέτρεπαν να τις θεωρήσει εξωπραγματικές.

«Εγώ πάντως, ό, τι κι αν λες εσύ», είπε με σιγουριά, «πιστεύω πως με έχουν καταραστεί. Γι’ αυτό, μόλις παραλάβω το αυτοκίνητο από το συνεργείο, θα καλέσω τον παπα-Μερκούριο να μου το διαβάσει ή, μάλλον, να του κάνει έναν αγιασμό. Είμαι βέβαιος ότι θα ξορκίσω για πάντα το κακό και το αυτοκίνητό μου δεν πρόκειται να ξαναχαλάσει».

Μετά από αυτό, ο θείος δεν ξαναμίλησε. Κατάλαβε ότι δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να αλλάξει μυαλά σε κάποιον που είχε κατεβασμένα τα ρολά στην άλλη άποψη. Το θεώρησε περιττό. Συνειδητοποίησε για πολλοστή φορά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν σε έναν δικό τους φαντασιακό κόσμο κι ότι, τελικά, η ανθρώπινη βλακεία είναι ανίκητη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: