Σελίδες

Κυριακή 30 Απριλίου 2017

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ

"Οι διαφημίσεις, φίλε μου, είναι παραπλανητικές. Μόλις δοκιμάσεις το ωραιοποιημένο προϊόν που σου παρουσιάζουν, και δεν σου αρέσει, ή το πετάς στα σκουπίδια, ή δεν το ξαναπαίρνεις".
''Και η θρησκεία διαφήμιση ενός εξιδανικευμένου προϊόντος είναι, με τη διαφορά ότι θα το δοκιμάσεις(?) μετά θάνατον. Τι γίνεται όμως αν αυτό το προϊόν δεν υπάρχει ή, αν υπάρχει, δεν σου αρέσει;''

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Ο ΘΕΟΣ ΤΩΝ ΡΟΜΠΟΤ

Ένα πολύ σύντομο διήγημα Ε.Φ., με μεταφυσικές προεκτάσεις.



''Αφεντικό, τα ρομπότ είναι έτοιμα να εξεγερθούν''.
''Τι μου λες; Για φώναξε τον υπεύθυνο των ολογραμμάτων να έρθει εδώ''.
Δύο μόλις ώρες αργότερα: ''Αφεντικό, τα ρομπότ έγιναν αρνάκια. Ξαναγύρισαν όμορφα και ωραία στις δουλειές τους''.
''Είδες τι κάνει η τεχνολογία;''
''Μα, τι ακριβώς έγινε; Πώς τα καταφέρατε;
''Εφαρμόσαμε αυτό που έκαναν ανά τους αιώνες οι ιδρυτές των θρησκειών. Τους παρουσιάσαμε με ολόγραμμα έναν δικό τους θεό, ένα τεράστιο ρομπότ, που τους συμβούλεψε να ηρεμήσουν και να κάνουν ό, τι τους λένε τα αφεντικά τους, δηλαδή οι άνθρωποι''.
''Και το έχαψαν;''
''Εδώ το τρώνε οι άνθρωποι, που θεωρούνται νοήμονες, τα ρομπότ δεν θα το χάψουν; Αμέσως μετά, έπεσαν όλα στα γόνατα και προσκύνησαν τον θεό τους!''

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2017

Η ΔΕΥΤΕΡΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

Ένα μικρό διήγημα από τη συλλογή ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ ''Και εγένετο φως".


    Ο γέροντας εμφανίστηκε μέσα από ένα γαλάζιο σύννεφο, κοίταξε με περιέργεια ολόγυρα και αποφάσισε να ρωτήσει κάποιο από τα φτερωτά όντα και να μάθει τι συμβαίνει. Εδώ και ώρα, έβλεπε τους αγγέλους να πηγαινοέρχονται σαν παλαβοί, και παραξενεύτηκε, αφού αυτό ήταν κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν, έναν από τους πρώτους κατοίκους του παραδείσου, κάτι εντελώς ασυνήθιστο για την τάξη και την ηρεμία που επικρατούσε πάντα εκεί.
    «Τι τρέχει άγγελε;» ρώτησε το πρώτο φτερωτό πλάσμα που συνάντησε. «Γιατί τόση αναστάτωση;»
    «Δεν τα έμαθες, γέροντα;» άκουσε τον άγγελο να του λέει. «Ετοιμαζόμαστε για τη Δευτέρα Παρουσία, για τη Συντέλεια».
    «Α, ώστε έφτασε επιτέλους αυτή η στιγμή», αναφώνησε ο γέροντας. «Χιλιετίες τώρα την περιμένω».
    Του άρεσε αυτή η εξέλιξη, γιατί η αλήθεια ήταν ότι η μονοτονία της αιώνιας ζωής τον είχε κουράσει. Εκεί δεν υπήρχε μέρα και νύχτα, δεν υπήρχαν αλλαγές εποχών, δεν υπήρχε εναλλαγή τοπίων και δεν υπήρχαν  απολαύσεις, πέραν κάποιων και, κατά κανόνα, ανιαρών ψαλμωδιών. Ένιωσε να ανεβαίνει ψυχολογικά και σκέφτηκε ότι ίσως θα μπορούσε να συμμετάσχει και ο ίδιος στη διαδικασία αυτή.
    Το είπε στον πρώτο άγιο που συνάντησε μπροστά του: «Άγιε Ονούφριε, μπορείς να μεσολαβήσεις στον Ύψιστο, για να μου επιτρέψει να μετέχω κι εγώ στη Δευτέρα Παρουσία;»
    «Δεν χρειάζεται η άδεια του θεού», του απάντησε ο Ονούφριος. «Κάθε εθελοντική προσφορά είναι καλοδεχούμενη. Όταν θα καταφθάσουν οι ορδές των ψυχών, όσο πιο πολλοί είμαστε στην υποδοχή τους, τόσο καλύτερα. Οι άγγελοι θα αναλάβουν τους αρτιμελείς κατά το θάνατό τους χριστιανούς, που έχουν ταφεί κανονικά. Οι άγιοι θα αναλάβουμε όλους τους ανάπηρους και τους μη αρτιμελείς κατά το θάνατό τους. Οι εθελοντές, όπως εσύ, θα έχουν εύκολο έργο. Θα αναλάβουν τους άθεους και τους αλλόθρησκους, στέλνοντάς τους κατευθείαν στην κόλαση. Όσοι αποτεφρώθηκαν, επειδή είναι αδύνατη η ανασύστασή τους, θα πάνε κατευθείαν στην κόλαση».
    Στο σημείο εκείνο ο γέροντας προβληματίστηκε. Τον μπέρδεψαν λίγο αυτά που είχε ακούσει από τον άγιο. Για ποια ανασύσταση, για ποιους αρτιμελείς και μη, για ποιους αποτεφρωθέντες μιλούσε; Τι σημασία είχε η υλική σύσταση των ανθρώπων πριν ή μετά τον θάνατό τους, αφού οι ψυχές ήταν άϋλες; Όλοι όσοι βρίσκονταν εκεί πάνω, δεν είχαν υλική υπόσταση. Τι νόημα είχαν όλα αυτά που του έλεγε ο Ονούφριος; Άλλωστε, το είχε πει και ο ίδιος: «Οι ορδές των ψυχών», είχε αναφέρει χαρακτηριστικά. Για πρώτη φορά, μετά από τόσες χιλιετίες παραμονής στον παράδεισο, αμφισβήτησε την… ύπαρξή του.
    Δεν είπε τίποτα, απλώς κούνησε το ολόγραμμα του κεφαλιού του και αποτραβήχτηκε πίσω από ένα σύννεφο. Κάτι δεν πήγαινε καλά σε όλη αυτήν την ιστορία. Μήπως ονειρευόταν, μήπως αδυνατούσε να κατανοήσει τις έννοιες; Αλλά όχι, τα πράγματα ήταν απλά. Ο άνθρωπος, μετά το θάνατο του, είτε ταφεί, είτε αποτεφρωθεί, δεν επαναφέρεται στην πρότερη κατάστασή του. Απόδειξη ήταν ο ίδιος και όλα αυτά τα εκατομμύρια που κυκλοφορούσαν δίπλα του. Ένας συρφετός άϋλων ψυχών, σε μια στερημένη ουσίας και ενδιαφέροντος ζωή.
    Κόντεψε να πάθει κατάθλιψη. Αν ήταν δυνατόν, θα εξαφανιζόταν αμέσως από εκείνο το μέρος. Έκανε να φύγει, αλλά ένιωσε ένα σκούντημα στον ώμο. Παραξενεύτηκε, αφού την αίσθηση της αφής  είχε χρόνια να την νιώσει. Γύρισε και κοίταξε να δει ποιος ήταν αυτός που τον είχε σκουντήσει. Είδε μια άγνωστή του, μια νέα κοπέλα να τον κοιτάζει ανήσυχη και με διαπεραστική ματιά και να τον ρωτά: «Νιώθετε καλά; Θέλετε βοήθεια;»
    «Όχι ευχαριστώ», απάντησε εκείνος και ένιωσε ένα κύμα ευδαιμονίας και ανακούφισης να τον πλημμυρίζει, διαπιστώνοντας ότι βρισκόταν καθισμένος στο ίδιο  παγκάκι του πάρκου, όπου λίγη ώρα πριν τον είχε πάρει ο ύπνος, κι ότι ο παράδεισος, η κόλαση και οι ασυναρτησίες που είχε ακούσει, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από έναν εφιάλτη!


Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΝΥΚΤΙΟΥ

Απόσπασμα από το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημά μου.



    Τράβηξε το βλέμμα του από τους άλλους και το έριξε πάνω στον δολοφονημένο. Του έκανε μεγάλη εντύπωση το ντύσιμό του. Το θύμα ήταν ντυμένο λες και θα πήγαινε για γαμπρός. Κοστούμι μπλε, πουκάμισο λευκό, κόκκινη γραβάτα με πλάγιες, λευκές ρίγες και ακριβό δερμάτινο μπουφάν, αποτελούσαν το ντύσιμό του κακότυχου εκείνου νέου. Αναρωτήθηκε, τι θα μπορούσε εκείνος ο καλοβαλμένος νέος, να ζητάει νυχτιάτικα σ’ εκείνο το απόμερο μέρος; Ήταν άραγε σημείο ραντεβού; Για να είναι ντυμένος τόσο κομψά, μάλλον για συνάντηση με γυναίκα θα επρόκειτο.
    Την συνάντησε όμως άραγε, ή δεν πρόλαβε να το κάνει; Αναρωτήθηκε.
    Τη στιγμή που σκεφτόταν όλα αυτά, ο ιατροδικαστής άπλωσε το χέρι του και του έδωσε ένα πορτοφόλι, ένα μπρελόκ με κλειδιά σπιτιού και ένα κλειδί αυτοκινήτου. «Αυτά είναι όλα όσα βρήκα μέσα στις τσέπες του», του εξήγησε.
    Ο Μπαρόζης τα πήρε στα χέρια του και άνοιξε πρώτα το πορτοφόλι. Τρεις πιστωτικές κάρτες, διακόσια πενήντα ευρώ σε μετρητά, δυο οικογενειακές φωτογραφίες, μια ταυτότητα και μια άδεια οδήγησης αυτοκινήτου ήταν τα ευρήματα του πορτοφολιού. Χάρηκε που δεν θα έψαχναν πολύ για να ανακαλύψουν τα στοιχεία του θύματος, απογοητεύτηκε όμως που η αρχική υποψία του για το κίνητρο του δράστη καταρρίφθηκε.
    Τον παραξένεψε πάντως το γεγονός  ότι δεν βρήκαν επάνω του κινητό. Ή δεν θα είχε, ή πιθανόν να είχε, αλλά του το είχε πάρει ο δράστης. Ο Μπαρόζης εξιχνίαζε τις υποθέσεις του, λειτουργώντας πάντοτε δια της εις άτοπον απαγωγής. Άρχιζε, αφαιρώντας τα κίνητρα που αποδεδειγμένα δεν ίσχυαν και στο τέλος κατέληγε σε ένα ή σε δύο το πολύ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κίνητρο της ληστείας είχε ήδη αποκλειστεί. Όχι ότι, αν ίσχυε η εκδοχή της ληστείας, θα έβρισκαν εύκολα το δράστη, αλλά τουλάχιστον θα γνώριζαν τι και για ποιο λόγο είχε συμβεί. Τώρα, αν δεν έβρισκαν άλλα στοιχεία, θα βάδιζαν εντελώς μέσα στο μαύρο σκοτάδι.
    Έβγαλε έξω την ταυτότητα και διάβασε τα στοιχεία του. Ονομαζόταν Κώστας Μπούας, πιθανότατα  άγαμος και μόλις είκοσι εννέα ετών.
    Την ξανάβαλε στη θέση της και κοίταξε το κλειδί του αυτοκινήτου. Ήταν ενσωματωμένο επάνω σε ένα μικρό τηλεκοντρόλ και, η φίρμα της VW στο πλάι του, δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία για το τι αυτοκίνητο ήταν. Έριξε τη ματιά του προς την πλευρά του δρόμου, ερευνώντας για τον εντοπισμό αυτοκινήτου παρόμοιας μάρκας. Διέκρινε δύο αυτοκίνητα αυτής της μάρκας, ένα GOLF κι ένα PASSAT. Ένα απλό πάτημα του πλήκτρου UNLOCK, του φανέρωσε ποιο από τα δύο ήταν το αυτοκίνητο του θύματος. Τα φλας του GOLF αναβόσβησαν δυο φορές ενώ  ακούστηκε καθαρά και ο χαρακτηριστικός ήχος της απασφάλισης των κλειδαριών.
     

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ο επίλογος ενός διηγήματος Ε.Φ, εμπνευσμένου από το ομώνυμο τραγούδι των BLACK SABBATH, ενός συγκροτήματος που σημάδεψε τα νιάτα μας και έβαλε πρόσφατα τίτλους τέλους, ύστερα από πενήντα ολόκληρα χρόνια μουσικής πορείας!




   Τα παιδιά ανέμιζαν χαρούμενα τα σύμβολα της πατρίδας τους, οι περισσότεροι όμως από τους μεγάλους, δεν έδειχναν να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό τους. Τι χαρά και τι ενθουσιασμό μπορούσαν να δείξουν οι ταλαίπωροι πολίτες, τη στιγμή που στα χίλια προβλήματά τους, ερχόταν τώρα να προστεθεί κι εκείνο του πολέμου; Ποιος μπορούσε να φανταστεί τα δεινά που τους περίμεναν; Άραγε, πόσα  από τα παιδιά τους θα άφηναν για πολλοστή φορά την τελευταία τους πνοή στο μέτωπο;
    Στέκονταν όρθιοι, σκυθρωποί και ζαβλακωμένοι και δεν τολμούσαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλον, κυριευμένοι από το φόβο των σπιούνων που συνήθιζαν να χώνονται ανάμεσά τους. Περίμεναν υπομονετικά την εμφάνιση του δικτάτορα, ελπίζοντας σε μια σύντομη λήξη της φαρισαϊκής εμφάνισής του. Όταν τελικά εκείνος παρουσιάστηκε μπροστά τους, άρχισαν όλοι να τον χειροκροτούν με προσποιητό ενθουσιασμό, χωρίς να παραλείπουν βέβαια να τον βρίζουν από μέσα τους. Ο Λαμασών χαιρετούσε το πλήθος που τον επευφημούσε, στρεφόταν κι έκανε το ίδιο και στις τηλεοπτικές κάμερες και κάποτε αποφάσισε να αρχίσει.
    Καθάρισε τη φωνή του, έφτιαξε το μικρόφωνο και, πριν προλάβει να ανοίξει το στόμα του, ένας πρωτόγνωρος, δυνατός ήχος ξεχύθηκε σαν χείμαρρος από τα ηχεία. Το ξάφνιασμα ήταν ισχυρό για όλους, περισσότερο όμως για τον κεραυνοβολημένο δικτάτορα. Το τραγούδι που ακουγόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της χώρας, η μουσική  που  έφτανε στα αυτιά και του τελευταίου πολίτη, ήταν απαγορευμένη. Το μουσικό κομμάτι, το οποίο οι περισσότεροι άκουγαν για πρώτη φορά, ηχούσε ευχάριστα στα αυτιά τους. Ύστερα μάλιστα από το πρώτο ξάφνιασμα, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που αφυπνίστηκαν και άρχισαν κουνιούνται δειλά-δειλά στο ρυθμό του.
    Ο Λαμασών ούρλιαζε, απειλώντας θεούς και δαίμονες. Φώναζε στους ακολούθους του να κλείσουν τα μεγάφωνα, να σταματήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τη συνέχιση εκείνης της οδυνηρής για τ’ αυτιά του μουσικής, που το άκουσμά της τον οδηγούσε στα όρια της παραφροσύνης, κανείς τους όμως δε φαινόταν πως είχε τη δυνατότητα να το κάνει.   Το τραγούδι συνεχιζόταν με την ίδια αμείωτη ένταση και οι αντιπολεμικοί στίχοι του γέμισαν με αισιοδοξία τις ψυχές των πολιτών.
    Κι ενώ ο OZZY OSBOURNE των BLACK SABBATH τραγουδούσε το WAR PIGS, εκατοντάδες χιλιάδες ευτυχισμένοι άνθρωποι, αγνοώντας το ανθρωπάκι που χτυπιόταν σαν δαιμονισμένο επάνω στην εξέδρα, λικνίζονταν αγκαλιασμένοι.


                                               @ @ @ @ @ @ @ @



Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2017

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

''Έτσι, θέλω να πιστεύω'', ολοκλήρωσε την ομιλία του ο Γιαν Ρασπίντε, ''ότι με τον δημοκρατικό αυτόν τρόπο, θα διακυβερνηθεί δικαιότερα και σωστότερα το καινούριο μας, ενωμένο κράτος. Το κράτος αυτό, που νομίζω ότι δεν χρειάζεται να ψάξουμε πολύ, για να του βρούμε κάποιο νέο όνομα. Υπάρχει άραγε άλλο, πιο ωραίο όνομα από αυτό που ήδη έχει; ΓΗ!''


Ο επίλογος του βιβλίου μου ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ, που γράφτηκε τριάντα ολόκληρα χρόνια πριν!

Παρασκευή 20 Ιανουαρίου 2017

ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο διήγημά μου.

    Μπαίνοντας μέσα, αισθάνθηκε κάτι σαν δέος. Αγωνιώντας για τη συνέχεια, έκλεισε πίσω του την πόρτα και άρχισε να ψάχνει ψηλαφιστά για κάποιο ηλεκτρικό διακόπτη. Όταν τον βρήκε και τον πίεσε, ο χώρος φωτίστηκε ασθενικά από ένα παλιομοδίτικο φωτιστικό που κρεμόταν από την οροφή. Η εικόνα που παρουσιάστηκε μπροστά του, δεν τον εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Είδε πως βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο με λιτή επίπλωση. Εκτός από τέσσερα ξύλινα  καθίσματα που βρίσκονταν τοποθετημένα στη σειρά, ακριβώς στο κέντρο του χώρου πίσω από ένα τραπεζάκι, και ένα σύνθετο έπιπλο στον απέναντι τοίχο, άλλο έπιπλο δεν υπήρχε. Εκείνο πάντως που τον εντυπωσίασε, δεν ήταν το στερεοφωνικό μηχάνημα  που αναπαυόταν επάνω στο σύνθετο, αλλά η έλλειψη βρωμιάς. Ολόκληρη η αίθουσα άστραφτε από καθαριότητα και μια ευχάριστη μυρωδιά είχε πλημμυρίσει το χώρο.
    Ικανοποιημένος που οι υποψίες του είχαν αρχίσει να επαληθεύονται, πλησίασε κοντά στο στερεοφωνικό μηχάνημα και στάθηκε μπροστά του. Καθώς άπλωνε το χέρι του για να το θέσει σε λειτουργία, ένιωσε παράξενα. Σχεδόν έτρεμε τη στιγμή που πατούσε το πλήκτρο ΟΝ.
    Ο δυνατός, μπάσος ήχος που ξεχύθηκε ξαφνικά από τα ηχεία, τον κατατρόμαξε. Το πρωτόγνωρο άκουσμα τον ξάφνιασε, αλλά και τον παραξένεψε. Πρώτη φορά στη ζωή του άκουγε ένα μουσικό κομμάτι, στο οποίο ο ξέφρενος ρυθμός των ντραμς συνδυαζόταν τόσο άψογα με τον κρυστάλλινο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας. Ένιωσε να εκστασιάζεται. Άνοιξε διάπλατα τα αυτιά του και ρουφούσε με απληστία τις μελωδικές νότες και τους μεστούς στίχους ενός τραγουδιού, που το άκουσμά του τον γέμισε με ευχάριστα συναισθήματα και του έφτιαξε τη διάθεση. Είχε παραδοθεί ολοκληρωτικά στην ακρόασή του, με τη συμμετοχή και του τελευταίου κύτταρου του κορμιού του. Αυτό δεν ήταν τραγούδι, ήταν μια ανεπανάληπτη μουσική πανδαισία. Συνειδητοποίησε ότι, η απαγορευμένη μουσική που συνέχιζε να εκπέμπεται σε καταιγιστικούς ρυθμούς από τα μεγάφωνα, του άρεσε υπερβολικά. Σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονταν οι πολέμιοί της, διέθετε ρυθμό, χρώμα, μελωδία, συναίσθημα …και στίχους. Συγκρινόμενη με τη μπραίηντ, μόνο στο ρυθμό έμοιαζε κάπως. Μπροστά στη ροκ, η ανιαρή και μονότονη μουσική της εποχής του, έμοιαζε με φτωχό συγγενή. Έδειξε λίγη μεγαλύτερη προσοχή στα λόγια του τραγουδιού και τότε κατάλαβε για ποιο λόγο ο Λαμασών την είχε απαγορεύσει. Ο τραγουδιστής με την ιδιόρρυθμη φωνή, εκλιπαρούσε για βοήθεια. Αναζητούσε τη χαρά της ζωής του και ο Φίγκινς σχεδόν ταυτίστηκε μαζί του.
    Φοβήθηκε πως τελικά είχε αρρωστήσει. Είχε εισχωρήσει στον απαγορευμένο κόσμο της ροκ, κι αισθανόταν ότι δύσκολα θα κατάφερνε να ξαναβγεί. Αναλογίσθηκε τις συνέπειες και τρομοκρατήθηκε. Ο νόμος του δικτάτορα Λαμασών ήταν σαφής και αδυσώπητα σκληρός. Η κατοχή δίσκων μουσικής ροκ, κυρίως όμως η αναπαραγωγή και η ακρόαση αυτού του μουσικού είδους, απαγορευόταν αυστηρά, με ποινή που μπορούσε να φτάσει μέχρι και τα σαράντα χρόνια στα κάτεργα.
    Ένιωσε μια ανατριχίλα να του διαπερνάει τη ραχοκοκαλιά, η ευχαρίστηση όμως που του προκαλούσε το εξαίσιο εκείνο άκουσμα, του απαγόρευσε να πανικοβληθεί, διώχνοντας μακριά και την αρχική του εντύπωση ότι είχε αρρωστήσει. Γνωρίζοντας ότι η εμφάνιση κάποιας ασθένειας συνοδεύεται κατά κανόνα από μια σειρά δυσάρεστων συμπτωμάτων, κατάλαβε ότι αποκλειόταν να είχε νοσήσει. Εκείνος αισθανόταν θαυμάσια. Δεν ένιωθε κακοδιαθεσία, ούτε πόνο, ούτε είχε πυρετό. Αντιθέτως, ένιωθε τόσο καλά, όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ πριν.
    Δεν είμαι άρρωστος, σκέφτηκε περιχαρής. Νιώθω καλύτερα από ποτέ. Η ροκ δεν είναι ασθένεια, είναι φάρμακο. Γέλασε στη σκέψη ότι είχε καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα από την ακρόαση ενός και μόνο τραγουδιού.
    Καθώς το τραγούδι έφτανε στο τέλος του, ένιωσε δίπλα του την παρουσία κάποιου. Παραδόξως δεν πανικοβλήθηκε, ούτε γύρισε να κοιτάξει για να δει ποιος ήταν. Είχε συλληφθεί επ’ αυτοφώρω ν’ απολαμβάνει τη μουσική που νόμιζε ότι  απεχθανόταν και ήξερε με βεβαιότητα πια ότι, ο δρόμος που είχε οριστικά και αμετάκλητα διαλέξει, ήταν χωρίς επιστροφή.
        «Το τραγούδι που ακούς», άκουσε τον Χάπινς να του φωνάζει, προσπαθώντας να καλύψει τα ντεσιμπέλ των ηχείων, «είναι το PARANOID των BLACK SABBATH».