Σελίδες

Τρίτη 31 Μαΐου 2011

Ο ΚΙΝΕΖΟΣ

                 Ο ΚΙΝΕΖΟΣ




Μάτια λοξά, χείλη λεπτά,

σώμα ισχνό και μικροκαμωμένο,

έχει το καροτσάκι του εκεί

σε μια γωνιά του δρόμου αραγμένο.



Πουλάει καρφίτσες, χάντρες, σκουλαρίκια,

με την ψιλή φωνή του τα διαλαλεί.

‘’Περάστε δεσποινίδες και καλές κυρίες,

εγώ έχω την πιο πλούσια συλλογή’’.



Κι οι κοπελιές όλες μαζί τρέχουν κοντά του,

το εμπόρευμα ανακατεύουν στη στιγμή,

μα ο εμποράκος δεν πολυστενοχωριέται,

γιατί έχει μάθει να κάνει υπομονή.



Να όμως που μερικά παιδιά τον κοροϊδεύουν,

αλλά αυτός δεν παύει να χαμογελά.

Είναι φτωχός, μα όμως είναι σοφός Κινέζος.

Δεν τον πειράζει που στους δρόμους τριγυρνά.



Γνωρίζει πως η ζωή δεν είναι για πάντα,

Τ’ αρέσει με τους ανθρώπους να μιλά.

Δεν παύει ούτε για μια στιγμή να λέει:

‘’Την ευτυχία παντού κανείς τη συναντά’’.

Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Ο ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΟΣ

Διήγημα Ε.Φ. του ΣΤΕΛΙΟΥ ΑΡΩΝΗ.

                                      Ο ΥΠΕΡΑΙΩΝΟΒΙΟΣ




Ο Υπερίων, ήταν ο πρώτος άνθρωπος της εποχής του, που δέχτηκε να πάρει το ελιξίριο της μακροζωίας. Είχε διαβάσει την ανακοίνωση του Ινστιτούτου Ευγονικής, που απευθυνόταν σε άτομα της ηλικίας του, και είχε προστρέξει, περισσότερο από περιέργεια, και λιγότερο από εγωιστική επιθυμία παράτασης της ζωής του. Τότε που συνέβησαν όλα αυτά, ήταν ήδη ογδόντα χρόνων. Η γυναίκα του είχε προσπαθήσει ανεπιτυχώς να τον αποτρέψει από μια τέτοια παράλογη, κατά τη γνώμη της, ενέργεια, εκείνος όμως δεν άκουγε τίποτα. Το είχε δει σαν ένα παιχνίδι, σαν μια ευκαιρία να κάνει κάτι διαφορετικό στη ζωή του. Άλλωστε, δεν είχε και τίποτα να χάσει. Πόσα χρόνια του έμεναν ακόμα να ζήσει; Αν κατάφερνε και έδινε μια μικρή παράταση στον βίο του και καθυστερούσε όσο περισσότερο γινόταν τον ερχομό του θανάτου, θα του δινόταν η ευκαιρία να ζήσει μια πρωτόγνωρη εμπειρία και, ίσως, να μείνει και στην ιστορία.

«Πω, πω, τι ματαιοδοξία είναι αυτή που σε διακατέχει;», του είχε πει η αγαπημένη του σύζυγος, εκείνος όμως προσποιήθηκε ότι δεν το είχε ακούσει.

Ήθελε να της πει να πάνε μαζί για τον εμβολιασμό. Θα ήταν ό, τι καλύτερο, θα ήταν ευχής έργο να βάδιζαν μαζί σε αυτό το καινούριο άγνωστο μονοπάτι, ήξερε όμως ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει. Εκείνη ήταν φιλάσθενη, κι αυτό την απέκλειε αυτόματα από τέτοιου είδους πειράματα. Η βασική προϋπόθεση, όπως τον είχαν ενημερώσει όταν ρώτησε για τους όρους συμμετοχής, ήταν η ακλόνητη υγεία του υποψηφίου. Ο ίδιος υποβλήθηκε στις σχετικές ιατρικές εξετάσεις και βρέθηκε απόλυτα υγιής. Οι δυο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνταν στο έπακρο. Ήταν υγιής και είχε την απαιτούμενη ηλικία. Υπήρχε και τρίτος όρος για οριστική συμφωνία με το Ινστιτούτο, δυο-τρεις όμως υποψήφιοι που τον άκουσαν, την έκαναν με ελαφρά πηδηματάκια. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, για να υπογράψουν τη συμφωνία και να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα, έπρεπε να δεχτούν τη μείωση της σύνταξής τους, στο ένα τρίτο των υφισταμένων αποδοχών τους, και για όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα που θα βρίσκονταν στη ζωή.

Ο Υπερίων θορυβήθηκε όταν το έμαθε και αμφιταλαντεύτηκε. Δυσκολεύτηκε πολύ στη λήψη της τελικής του απόφασης. Η περικοπή αυτή αποτελούσε μια πολύ μεγάλη θυσία για εκείνον, δεν μπορούσε όμως να ισχυριστεί ότι ήταν εντελώς παράλογη ή άδικη. Λαμβάνοντας το ελιξίριο, υπήρχε πιθανότητα να ζήσει πολλά χρόνια παραπάνω από τον μέσο όρο ζωής των ανθρώπων, οπότε ήταν λογικό να πληρώνεται με λιγότερα χρήματα. Αν, όπως του είχαν εξηγήσει, ο αριθμός όσων εμβολιάζονταν αυξανόταν με τον καιρό (κάτι που ήταν βέβαιο) το ασφαλιστικό τους ταμείο θα είχε πρόβλημα με την καταβολή των συντάξεων. Προς αποφυγή λοιπόν δυσάρεστων επιπτώσεων στα οικονομικά του ταμείου, έπαιρναν αυτό το προληπτικό μέτρο.

Το δέχτηκε, αφού άλλωστε δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Του κακοφάνηκε που από χίλια οχτακόσια ευρώ θα έπεφτε στα εξακόσια, παρηγορήθηκε όμως στη σκέψη ότι η γυναίκα του έπαιρνε κι εκείνη άλλα χίλια το μήνα, οπότε θα μπορούσαν να ζήσουν αξιοπρεπώς. Το ζόρισμα θα άρχιζε όταν εκείνη εγκατέλειπε τα εγκόσμια, κι εκείνος θα υποχρεωνόταν να ζήσει με την πενιχρή πλέον σύνταξή του.

Αμέσως μετά την πρώτη δόση του εμβολιασμού, ένιωσε λίγο δυσάρεστα. Δεν παραπονέθηκε. Του το είχαν πει ότι το ελιξίριο δημιουργούσε παρενέργειες. Το γνώριζε εκ των προτέρων, αυτό όμως δεν είχε επιδράσει ανασταλτικά στην απόφασή του να το δοκιμάσει. Το τίμημα της μακροζωίας ήταν ακριβό, αλλά θα το πλήρωνε. Προκειμένου να γνωρίσει εκείνη τη συγκλονιστική εμπειρία, ήταν αποφασισμένος να κάνει τα πάντα, ακόμα και… να πεθάνει.

Το έλεγε γελώντας στη συμβία του: «Έτσι κι αλλιώς τη ζωή μου την έζησα. Ας γίνω λοιπόν πειραματόζωο και, πού ξέρεις, μπορεί αντί να ζήσω περισσότερο, να πεθάνω και πιο γρήγορα. Ε, λοιπόν, και τι έγινε;»

Την επόμενη δόση την πήρε μια βδομάδα αργότερα και την τελευταία θα την έπαιρνε δέκα μέρες μετά. Από εκεί και ύστερα, απλώς θα περίμενε τα αποτελέσματα. Εκείνη τη φορά οι παρενέργειες ήταν εντονότερες. Επί μια ολόκληρη μέρα έμεινε ξαπλωμένος, νιώθοντας έντονες ζαλάδες, κρυάδες, πόνους στο στομάχι και ανακατωσούρα. Την επόμενη μέρα τα συμπτώματα ήταν λιγότερο ενοχλητικά. Τη μεθεπόμενη, ο Υπερίων αισθανόταν θαυμάσια.

Η δοκιμασία αυτή επαναλήφθηκε ακόμα μια φορά και κατόπιν όλα επανήλθαν σε ένα γνώριμο και ήσυχο φυσιολογικό ρυθμό. Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα δεν συνέβη τίποτα συνταρακτικό. Η ζωή συνεχίστηκε στο ίδιο μονότονο μοτίβο. Ένα γεγονός που έσπασε λίγο την ανία και σκόρπισε χαρά σε όλη την οικογένεια, ήταν η εισαγωγή του μεγαλύτερου εγγονού στο πανεπιστήμιο. Ο γιος του είχε τρία παιδιά, ένα αγόρι και δυο κορίτσια και η κόρη του ένα αγοράκι, μικρότερο από τα άλλα εγγονάκια του. Τα παιδιά αυτά ήταν ολόκληρη η ζωή τους. Τα έβλεπαν να μεγαλώνουν και καμάρωναν που ήταν υγιή και προόδευαν στα γράμματα.

Πολύ καιρό ύστερα από τον τελευταίο εμβολιασμό, ο Υπερίων άρχισε να νιώθει μια ανεξήγητη ευεξία. Οι εξετάσεις στις οποίες υποβαλλόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα, απέδειχναν ότι η υγεία του είχε θωρακιστεί. Είχε πάθει ανοσία και η κατάσταση αυτή, όπως του εξήγησαν οι επιστήμονες, ήταν αναμενόμενη. Μέρα με τη μέρα, αισθανόταν δυνατότερος. Διαπίστωνε ότι ξανάνιωνε.

Την ευνοϊκή αυτή εξέλιξη την αμαύρωσε ο ξαφνικός χαμός της γυναίκας του. Ήταν τη μέρα που πήγαινε στην αγορά για τα ψώνια της εβδομάδας. Γύρισε σπίτι με τα χέρια γεμάτα και με τη διάθεσή του ανεβασμένη και βρήκε τη δύστυχη γυναίκα πεσμένη ανάσκελα έξω από την πόρτα της κουζίνας. Αρχικά νόμισε ότι απλώς είχε λιποθυμήσει, όταν όμως έπιασε το σφυγμό της, κατάλαβε ότι η αγαπημένη του γυναίκα είχε αφήσει την τελευταία της πνοή, μόνη και αβοήθητη. Εκείνη βέβαια είχε φύγει και είχε ησυχάσει, εκείνος όμως θα συνέχιζε να ζει μόνος, φτωχότερος και προβληματισμένος. Από πολύ πριν και αρκετά συχνά, αναρωτιόταν αν είχε πράξει σωστά που είχε αποφασίσει να ζήσει περισσότερο από τους άλλους. Τώρα που είχε μείνει ολομόναχος, είχε αρχίσει να το μετανιώνει.

Εκείνο που τον στενοχώρησε περισσότερο ήταν το πρόβλημα της μοναξιάς. Από τη μια ξανάνιωνε σωματικά, κι από την άλλη φθειρόταν ψυχολογικά. Την αρνητική αυτή κατάσταση προσπαθούσε να την καταπολεμήσει με τη γνωστή συνταγή της συνεχούς εξόδου από το σπίτι, κακά όμως τα ψέματα, όταν αργά το βράδυ επέστρεφε στο σπίτι, τα συναισθήματά του μετατρέπονταν σε καταθλιπτικά. Με την πάροδο του χρόνου και με την ψυχολογική υποστήριξη των παιδιών του και των γιατρών που τον παρακολουθούσαν, κατόρθωσε να ορθοποδήσει και να ξεπεράσει κάπως το πρόβλημα αυτό.

Περνώντας τα χρόνια, επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά η επιτυχία του πειράματος. Εκτός από τον Υπερίωνα, άλλοι δεκαπέντε εθελοντές είχαν εμβολιαστεί με το ελιξίριο της νεότητας, και όλοι έχαιραν άκρας υγείας και μακροζωίας. Ορισμένοι από αυτούς είχαν ήδη περάσει την ηλικία των εκατό ετών και πολύ σύντομα θα ερχόταν και η σειρά του Υπερίωνα να γιορτάσει έναν ολόκληρο αιώνα ζωής.

Την ημέρα των γενεθλίων του, τα παιδιά του, του έκαναν πάρτι. Το γιόρτασαν με όλη τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε η περίσταση. Σε όλη τη διάρκεια της εκδήλωσης, ο Υπερίων έδειχνε πως χαιρόταν και απολάμβανε το γεγονός, κατά βάθος όμως δεν ένιωθε και πολύ ευτυχής. Η απουσία της γυναίκας του ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής. Αντικρίζοντας απέναντί του και τον εβδομηντάχρονο γιο του, να δείχνει μεγαλύτερος από εκείνον, ένιωσε την ψυχή του να μαυρίζει. Οι άλλοι γερνούσαν κι ένας-ένας με τη σειρά θα άρχιζαν να φεύγουν, κι εκείνος θα έμενε πίσω να παρακολουθεί την πένθιμη ακολουθία και να θλίβεται.

Όταν κάποια στιγμή πριν από λίγο καιρό κάποιος φίλος του, με τον οποίον έπαιζαν μαζί σκάκι, του είχε πει ότι έπρεπε να ευχαριστεί το Θεό για την τύχη του, εκείνος τον είχε κοιτάξει λοξά και του είχε απαντήσει: «Μα τι λες τώρα, μωρέ Ντίνο; Για ποια τύχη μου μιλάς; Εσύ δηλαδή το θεωρείς τύχη να μένεις ολομόναχος στη ζωή; Εξάλλου, δεν μου έδωσε τίποτα ο Θεός. Εγώ το διάλεξα. Η επιλογή ήταν καθαρά δική μου και η επιτυχία της οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην επιστήμη. Άφησε λοιπόν το Θεό κατά μέρος και δες τα πράγματα λίγο ρεαλιστικά».

Ένα χρόνο αργότερα, όταν πληροφορήθηκε ότι η καρδιά του γιου του τον είχε προδώσει και είχε πεθάνει ξαφνικά και απροειδοποίητα, τότε ένιωσε να λυγίζει. Προσπάθησε να φανεί δυνατός και να το προσπεράσει όσο πιο ανώδυνα μπορούσε, όχι τόσο για τον ίδιον, αλλά για την οικογένεια του εκλιπόντος, η οποία θα χρειαζόταν ηθική συμπαράσταση. Από κει ύστερα, η ζωή του συνεχίστηκε στο ίδιο μελαγχολικό μοτίβο, χωρίς ο οργανισμός του να δείχνει σημάδια κόπωσης ή γήρανσης. Η ακλόνητη υγεία του τον βοήθησε να παραμείνει ενεργός και δραστήριος, κι αυτό φάνηκε πολύ χρήσιμο στους άλλους. Άλλωστε η οικογένεια είχε μεγαλώσει σημαντικά και χρειαζόταν βοήθεια. Εκείνος λοιπόν ήταν αυτός που έτρεχε για όλους. Τους βοηθούσε στα ψώνια, κρατούσε τα δισέγγονα όταν οι γονείς τους ήταν αναγκασμένοι να ασχοληθούν με κάτι άλλο και μέχρι σε χειρονακτικές εργασίες συμμετείχε. Η προσφορά του ήταν πολύτιμη, όλοι τον αγαπούσαν και τον σέβονταν, κι αυτός ήταν κι ένας από τους λόγους που όλοι επιζητούσαν την παρέα του.

Στα εκατόν είκοσι χρόνια του, όλοι οι φίλοι και οι γνωστοί του είχαν πλέον ‘’ταξιδέψει’’. Την ίδια περίοδο, πέθανε η κόρη του και ένα από τα εγγόνια του. Αυτή τη φορά το ψυχολογικό χτύπημα που δέχτηκε ήταν πολύ βαρύ. Το αρνητικό κλίμα που είχε δημιουργηθεί, το επέτεινε και η ειδοποίηση που είχε λάβει από το ασφαλιστικό του ταμείο ότι, στο εξής, η σύνταξή του μειωνόταν στα διακόσια ευρώ. Από κει και μετά, η μελαγχολία άρχισε να τον επισκέπτεται συχνότερα. Αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος που είχε πάρει μέρος σε εκείνο το πείραμα, φαντάστηκε όμως ότι υπήρχε τρόπος να επανορθώσει. Δεν ήθελε όμως να πληγώσει τους υπόλοιπους συγγενείς του και να φανεί ότι ήταν αυτόχειρας. Γι’ αυτό αποφάσισε να εκμυστηρευτεί το πρόβλημά του στους επιστήμονες που τον παρακολουθούσαν.

Μια ωραία πρωία, λοιπόν, επισκέφτηκε το ερευνητικό κέντρο όπου γίνονταν τα πειράματα, παραξενεύτηκε όμως όταν το είδε κλειστό. Η τελευταία φορά που είχε βρεθεί εκεί για τις προγραμματισμένες εξετάσεις του, ήταν πριν από έξι μήνες. Το μέρος τότε έσφυζε από ζωή. Είχαν αλλάξει βέβαια κάποια πρόσωπα λόγω θανάτου των παλαιοτέρων επιστημόνων, μαθαίνοντάς το όμως του είχε φανεί φυσιολογικό και δεν του είχε δώσει σημασία. Τώρα, ξαναφέρνοντας στο νου του την είδηση εκείνη, τρομοκρατήθηκε. Τι συνέβαινε τελικά; Γιατί οι άνθρωποι που είχαν βρει το ελιξίριο της μακροζωίας, οι ίδιοι απέφευγαν να το δοκιμάσουν; Τι ήταν αυτό που τους κρατούσε μακριά από το δώρο της υγιούς και μακροχρόνιας διαβίωσης, από αυτό που όλοι οι άνθρωποι επιθυμούσαν;

Και τότε κατάλαβε. Για ποιο δώρο μιλούσε; Η μακροζωία δεν ήταν ευχή, αλλά κατάρα. Τι νόημα είχε να ζεις εσύ και να πεθαίνουν οι άλλοι; Ευτυχία ήταν να βλέπεις τους δικούς σου ανθρώπους να φεύγουν ένας-ένας; Η φυσιολογική εξέλιξη της ζωής ήταν ο θάνατος, όσο κι αν αυτό ακουγόταν μακάβριο.

Πλησίασε κοντά στην κεντρική είσοδο και διάβασε την ανακοίνωση που βρισκόταν τοιχοκολλημένη: ‘’Λόγω προβλημάτων χρηματοδότησης του ερευνητικού κέντρου, αλλά και λόγω της πίεσης των ασφαλιστικών ταμείων για σταμάτημα χορήγησης εμβολίων, η διεύθυνση του ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΕΥΓΟΝΙΚΗΣ γνωστοποιεί στους εθελοντές του προγράμματος <<ΜΑΚΡΟΖΩΙΑ>> ότι αναστέλλονται οριστικά οι έρευνες και οι εξετάσεις’’.

Έκανε μεταβολή και έσυρε με κόπο τα βήματά του προς την έξοδο. Εκείνη τη στιγμή ένιωσε να καταρρέει ψυχολογικά. Ταυτόχρονα, αισθάνθηκε και τις δυνάμεις του να τον εγκαταλείπουν. Η ζωντάνια και η ευεξία που αισθανόταν όλα αυτά τα επιπλέον χρόνια, εξαφανίστηκαν μέσα σε ένα λεπτό. Έφτασε με κόπο μέχρι το δημόσιο δρόμο, παραδόξως όμως έπαψε ξαφνικά να νιώθει στενοχώρια. Συνειδητοποίησε ότι είχε έρθει η ώρα της λύτρωσης, κι αυτό ήταν κάτι που ενήργησε κατασταλτικά. Τον ηρέμησε και του ξεκαθάρισε τις σκέψεις. Η ιδέα ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος για τη συνέχιση μιας κατάστασης, η οποία μόνον προβλήματα του δημιουργούσε, τον απάλλαξε από τις ενοχές του και τον βοήθησε να πάρει την οριστική του απόφαση. Θα εγκατέλειπε τον κόσμο, αλλά σκέφτηκε ότι μπορούσε ακόμα και τότε να φανεί χρήσιμος στην κοινωνία. Υπήρχε τρόπος και θα τον έβαζε σε εφαρμογή.

Οι εναπομείναντες συγγενείς του, όταν παρέλαβαν ό, τι είχε απομείνει από τη σορό του για να το αποτεφρώσουν, έλαβαν μαζί και μια ευχαριστήρια επιστολή:



‘’Ευχαριστούμε θερμά για την δωρεά του πτώματος του θανόντος στην ιατρική σχολή του πανεπιστημίου μας για ερευνητικούς σκοπούς, και σας ευχόμαστε να ζήσετε να τον θυμάστε’’.

ΕΚ ΤΗΣ ΠΡΥΤΑΝΕΙΑΣ ΤΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ



Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ

Ένα μικρό απόσπασμα από το ομώνυμο, σατυρικό μυθιστόρημά μου Ε.Φ.

Καθώς το σκάφος απογειωνόταν, έφερε στο νου της τη χθεσινοβραδινή τηλεοπτική πανδαισία. Έκανε ζάπινγκ μέχρι τις δύο η ώρα το πρωί, κι αυτή ήταν και η αιτία που δεν κατάφερε να χορτάσει τον ύπνο της. Παρακολούθησε εκ περιτροπής και με θρησκευτική ευλάβεια το πρόγραμμα και των επτά τοπικών καναλιών, και είχε κατασταλάξει στο ποια εκπομπή θα πρότεινε στον εκπρόσωπο της ΑΜΠΑΚΑΣ Α.Ε. για να προβάλουν περισσότερο τη διαφήμιση της εταιρίας του. ‘’Οι Γευσιγνώστες της Στρογγυλής Τράπεζας’’, του καναλιού ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ, ήταν η καταλληλότερη εκπομπή για να διαφημίσουν τα προϊόντα της αλυσίδας έτοιμων φαγητών του υποψήφιου πελάτη της.


Το πρόγραμμα εκείνο, εκτός της συγγένειάς του με το διαφημιζόμενο προϊόν, είχε και πολύ μεγάλη θεαματικότητα. Οι μετρήσεις το έφερναν στην πρώτη θέση με ποσοστό πενήντα δύο τοις εκατό. Σύμφωνα με τη γνώμη των τηλεκριτικών, η καταπληκτική επιτυχία της εκπομπής εκείνης, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη συμμετοχή σ’ αυτήν της Λάνα Νταρντάνα και η Τζωρτζέτα δεν είχε κανένα λόγο να διαφωνεί με αυτήν την άποψη. Για μια ακόμα φορά το προηγούμενο βράδυ, η εκπρόσωπος των καλλιεργητών μαϊντανού είχε κλέψει την παράσταση. Μπορεί κατά την τρίωρη διάρκεια της εκπομπής να είχε ξεστομίσει δώδεκα λέξεις όλες κι όλες, (εντάξει, θα δούμε, ίσως, καλά τα λέτε, τρώτε μαϊντανό γιατί κάνει καλό), τα βλέμματα όλων όμως ήταν στραμμένα επάνω της.

Μα τι πλούσιο μπούστο, τέλος πάντων, διαθέτει αυτή η κοπέλα, συλλογίστηκε η Τζωρτζέτα. Και με τι ωραίο τρόπο το παρουσιάζει στο γυαλί. Δικαιολογημένα όλοι οι τηλεθεατές, και ιδιαίτερα οι αρσενικοί, στήνονται με τις ώρες μπροστά στους δέκτες τους για να την απολαύσουν. Χτες το βράδυ έδωσε ρέστα. Φορώντας εκείνο το εκθαμβωτικό, κόκκινο φόρεμα με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ, έκανε τον κόσμο να παραμιλάει.

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

ΑΖΩΤΟ ΟΞΥΓΟΝΟ ΚΑΙ ΕΥΔΩΡΟΝ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΠΌΣΠΑΣΜΑ από το μυθιστόρημα Ε.Φ. του Σ. Αρώνη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΙΚΟΣΙ ΠΕΝΤΕ.




«Τα παιδιά μας δεν είναι δικά μας, μα όλου του κόσμου», ήταν μια φράση του πρύτανη του πανεπιστημίου, που ειπώθηκε κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στην τελετή αποφοίτησης των τελειοφοίτων της σχολής χημικών. Η Ρόντα κοίταξε την κόρη της που στεκόταν καμαρωτή, φορώντας εκείνη τη χαρακτηριστική μπλε τήβεννο, στη δεύτερη σειρά των αποφοίτων, και σκέφτηκε πόσο δίκιο είχε ο ομιλητής. Σε λίγο καιρό, το ήθελαν δεν το ήθελαν, τους άρεσε δεν τους άρεσε, τα παιδιά τους θα άνοιγαν τα φτερά τους και θα ξεκινούσαν τη δική τους ζωή, κι αυτή ήταν μια φυσική εξέλιξη που με τίποτα δεν μπορούσε να αποτραπεί. Θα έφευγαν από το πατρικό τους, θα έκαναν οικογένεια και θα άνοιγαν το δικό τους σπιτικό. Τι ποιο φυσιολογικό από αυτό; Και όμως κάποιοι γονείς δυσκολεύονταν να το αποδεχτούν και μεταξύ αυτών συμπεριλαμβανόταν κι εκείνη. Οι περισσότεροι νόμιζαν ότι θα τα έχουν για πάντα κοντά τους, πόσο λάθος όμως ήταν αυτό και κυρίως πόσο εγωιστικό.

Ο γιος της, ο Ζάκο, είχε τελειώσει τη σχολή των Μ.Μ.Ε. και εργαζόταν σαν δόκιμος στο κανάλι που δούλευε και η ίδια. Αυτόν τουλάχιστον τον είχε προς το παρόν κοντά της επαγγελματικά, το αύριο όμως κανένας δεν είχε την ικανότητα να το προβλέψει. Το τι θα γινόταν μελλοντικά με εκείνον, αλλά και με την κόρη της, δεν το γνώριζε. Τη Νόρα τη θεωρούσε ακόμα μικρή, ήταν το κοριτσάκι της, τα παιδιά όμως μεγαλώνουν γρήγορα. Πότε πήγαινε στο δημοτικό, πότε τελείωσε το λύκειο και τώρα το πανεπιστήμιο, ούτε που το είχε καταλάβει. Το μικρό, χαριτωμένο κοριτσάκι με τις ξανθές μπούκλες, τα τσακίρικα μάτια, το γελαστό μουτράκι και τα πολύχρωμα σοσόνια, είχε μεταμορφωθεί σε μια καλλίγραμμη, συμπαθέστατη γυναίκα, που σε λίγο καιρό, ίσως ακόμα και αύριο, θα έφευγε για αλλού.

Ακούγοντας τώρα τον πρύτανη να μιλάει έτσι, συνειδητοποίησε πόσο σωστά είχε εκφραστεί. Αυτή ήταν η φυσιολογική σειρά των πραγμάτων στη ζωή και όποιος έκανε το λάθος και δεν το αποδεχόταν, έβλαπτε τον εαυτό του. Κατάλαβε ότι εκείνο που είχε σημασία ήταν, όχι να βλέπει τα παιδιά της να τριγυρνούν συνέχεια γύρω από τα πόδια της, αλλά να μαθαίνει ότι είναι καλά στην υγεία τους, κι αν είναι δυνατόν, να νιώθει πως ζουν ευτυχισμένα. Αυτό ήταν το πιο σημαντικό, δεν της ήταν όμως εύκολο να το χωνέψει πως θα έφευγαν για πάντα από κοντά της.

Μετά το τέλος του μικρού λογύδριου του πρύτανη, η Νόρα παρέλαβε το πτυχίο της κι έτρεξε να βρει τους γονείς της. Εκείνοι την αγκάλιασαν, τη φίλησαν και της ευχήθηκαν καλή σταδιοδρομία, αν και γνώριζαν από πρώτο χέρι πόσο δύσκολη ήταν η επαγγελματική αποκατάσταση των νέων στις μέρες τους.

Χημικός, συλλογίστηκε η Ρόντα. Ειδικότητα που διάλεξε και αυτό το παιδί. Με πιθανότητα μία στις δέκα να βρει αμέσως δουλειά, μόνο στον ιδιωτικό τομέα θα μπορούσε να απασχοληθεί, αλλά κι εκεί εφόσον υπήρχαν γνωριμίες. Όσο για καθηγήτρια σε σχολείο, αν καταφέρει να διοριστεί μετά από καμιά δεκαριά χρόνια, θα πρέπει να είναι κι ευχαριστημένη.

«Εγώ θα πρότεινα», άκουσε το Φράξο να λέει, «να μην επιστρέψουμε αμέσως στο σπίτι, αλλά να πάμε κάπου να το γιορτάσουμε».

Η Ρόντα πάντοτε διακατεχόταν από μια μικρή δόση απαισιοδοξίας. Ακούγοντας τώρα τον άντρα της να μιλάει για εορτασμό, το θεώρησε άσκοπο. Ασφαλώς το παιδί τους είχε πάρει ένα δίπλωμα και είχε ήδη χρηστεί με τον τίτλο του επιστήμονα, ένα πτυχίο όμως από μόνο του δεν σήμαινε και πολλά πράγματα. Της φάνηκε λοιπόν πολύ ανεδαφικό αυτό που άκουσε. Άκου να πάνε να γιορτάσουν; Να γιορτάσουν, τι δηλαδή; Τη μακρά περίοδο ανεργίας που περίμενε τη θυγατέρα τους; Την απογοήτευσή της από τη συνεχή στο μέλλον και χωρίς αποτέλεσμα εναγώνια προσπάθειά της για εξεύρεση εργασίας; Εντάξει, σαν οικογένεια δεν είχαν οικονομικό πρόβλημα, αυτό όμως ελάχιστα απασχολούσε ένα νέο άνθρωπο με το δυναμικό χαρακτήρα της Νόρας. Εκείνη ήθελε να ανεξαρτητοποιηθεί οικονομικά και να απαγκιστρωθεί από την τσέπη των γονιών της.

Από την άλλη μεριά όμως, σκέφτηκε, δεν είναι σωστό να της μεταδώσω την απαισιοδοξία μου και να της χαλάσω τη διάθεση από την πρώτη κιόλας μέρα που πήρε το πτυχίο. Τις δυσκολίες θα τις συναντήσει μόνη της στην πορεία, δεν υπάρχει λόγος να τη στενοχωρήσω εγώ προκαταβολικά.

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

ΤΥΧΕΡΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ

                                                 Τ Ζ Ο Γ Ο Σ




Ακούγοντας τον τελευταίο καιρό μια διαφήμιση στο ραδιόφωνο για κάποιο καζίνο που… μοιράζει χρήματα, αναρωτήθηκα πόσο αφελείς και ευκολόπιστοι είναι μερικοί άνθρωποι που πιστεύουν ότι θα πιάσουν την καλή μέσα σε κάποιο ναό της τύχης. Δελεασμένοι από τα παχιά και μεγάλα λόγια μιας επιχείρησης που υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια, τρέχουν σαν αφηνιασμένοι πίσω από το όνειρο του εύκολου κέρδους, ενώ κατά βάθος γνωρίζουν ότι ο μόνος που κερδίζει σε αυτούς τους χώρους είναι ο επιχειρηματίας.

Συνήθως, την πρώτη φορά όλοι βγαίνουν κερδισμένοι, κι έτσι πατάνε την πεπονόφλουδα και γίνονται έρμαια στις αδηφάγες ορέξεις των επαγγελματιών του είδους. Τρώνε το δόλωμα σαν τα χαζά ψάρια των θαλασσών και μεταβάλλονται σε πιόνια. Το πάθος του τζόγου οδηγεί το θύμα σε ένα δρόμο χωρίς γυρισμό, σε ένα δρόμο εξάρτησης και εξαθλίωσης. Στην καλύτερη περίπτωση ίσως, κάποιος θαμώνας καζίνων ή χαρτοπαικτικών λεσχών ή ιπποδρόμου, να απεγκλωβιστεί έγκαιρα από αυτόν τον φαύλο κύκλο και να πάψει να ποντάρει και να χάνει τα χρήματά του τόσο εύκολα, απ’ ό, τι όμως τυχαίνει να γνωρίζω, αυτή η περίπτωση είναι πολύ σπάνια, ίσως και ανύπαρκτη. Δυστυχώς, όποιος τσιμπηθεί από τη μύγα του τζόγου, είναι δύσκολο να γιατρευτεί. Η έξη αυτή λειτουργεί σαν ισχυρό ναρκωτικό και αποκλείει την πιθανότητα απεξάρτησης.

Φαντάζομαι ότι όλοι σας θα έχετε κάποιο παράδειγμα γνωστού σας προσώπου που τρέχει στους χώρους τυχερών παιχνιδιών. Γνωρίζετε μήπως αν κάποιος από αυτούς έχει λύσει το οικονομικό του πρόβλημα; Μάλλον το αντίθετο θα έχει συμβεί. Θα έχει χάσει τα πάντα και ίσως ακόμα θα έχει χρεωθεί για να μπορέσει να συνεχίσει να ασχολείται με το πάθος του. Ένα πάθος που έχει σαν συνέπεια το χάσιμο της αξιοπρέπειας του ατόμου, τη διάλυση οικογενειών, την απώλεια περιουσιών, την υπερχρέωση και την κατάληξη στην απόλυτη ανέχεια.

Τυχαίνει να γνωρίζω πολλούς από το φιλικό και οικογενειακό μου περιβάλλον που έχουν πέσει σε αυτήν την παγίδα, κι αυτό μου έχει δώσει τη δυνατότητα να βγάλω οριστικά συμπεράσματα για τα άτομα που συνηθίζουμε να ονομάζουμε ‘’τζογαδόρους’’. Οι άνθρωποι αυτοί ζουν και αναπνέουν μόνο για να παίζουν, για να ποντάρουν. Αδιαφορούν για τους άλλους, συχνά ακόμα και για την ίδια την οικογένειά τους. Απόμακροι και πωρωμένοι μέχρι το μεδούλι, δεν σκέφτονται τίποτ’ άλλο, παρά μόνο το πότε θα έρθει η ώρα να βρεθούν μέσα στον χώρο που στεγάζει τα απατηλά όνειρά τους, για να ρεφάρουν. Και η κατάληξη είναι μία. Να χάσουν τα πάντα και να πεθάνουν στην ψάθα. Το δυστύχημα είναι ότι, στην πτώση τους αυτή, παρασύρουν και τα οικεία τους πρόσωπα, στέλνοντας στη δυστυχία και τους άλλους. Από τα γνωστά μου πρόσωπα που ανέφερα πριν, δεν γνωρίζω ούτε ένα που να έχει βγει κερδισμένο από την ενασχόλησή του με το τζόγο. Αν τώρα εσείς γνωρίζετε κάποιον που να έχει πλουτίσει παίζοντας τυχερά παιχνίδια, η περίπτωσή του θα αποτελεί μιαν εξόχως τρανταχτή εξαίρεση, η οποία απλώς επιβεβαιώνει τον κανόνα!

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ ΚΙ ΕΓΩ

    Διάγω αισίως την έβδομη δεκαετία της ζωής μου και, η σχέση μου με τη χώρα στην οποία γεννήθηκα, παραμένει μάλλον αδιευκρίνιστη. Ομολογώ ανερυθρίαστα ότι πρόκειται για μια σχέση λατρείας και μίσους. Κατά τη διάρκεια όλης αυτής της ζωής, εκτός από μερικά ολιγοήμερα ταξίδια σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, δεν έχω ζήσει αλλού. Εδώ πήγα σχολείο, εδώ στρατεύτηκα, εδώ είδα δικτατορίες, πτώσεις βασιλέων και μεταπολιτεύσεις,  εδώ υπέστην πλύση εγκεφάλου από τα παραμύθια του θρησκευτικού και πολιτικού κατεστημένου, εδώ παντρεύτηκα κι έκανα οικογένεια, κι εδώ τελικά συνταξιοδοτήθηκα. Το παράξενο είναι ότι, από τη μια νιώθω ευγνώμων που γεννήθηκα στην Ελλάδα, από την άλλη όμως αισθάνομαι άσχημα με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μου και δεν είναι λίγες οι φορές που σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να είχα γεννηθεί κάπου αλλού, εννοείται βέβαια σε μια πολιτισμένη χώρα και όχι κάπου τριτοκοσμικά. Αν ισχυριζόμουν ότι δεν αγαπώ τη χώρα μου, θα ήταν ένα μεγάλο ψέμα. Άλλωστε, αυτό μπορώ να το αποδείξω, αφού ακόμα και βιβλίο έχω γράψει για τον αρχαίο πολιτισμό μας με τίτλο ''Ο ΧΡΥΣΕΛΕΦΑΝΤΙΝΟΣ ΔΙΑΣ'', το οποίο πρόκειται σύντομα να εκδοθεί και να κυκλοφορήσει  (Έχει ήδη εκδοθεί από τις εκδόσεις Μ. Βερέττας).
  Θιγμένος λοιπόν στο έπακρο από τους ανθρώπους που θέλουν να λέγονται Έλληνες (πολιτικούς, συνδικαλιστές, ρασοφόρους, καιροσκόπους, απατεώνες, κ.λ.π.), είναι φυσικό να νιώθω άσχημα για την τύχη μου που με προόρισε για κάτοικο αυτής της χώρας. Είμαι βέβαιος ότι αν είχα γεννηθεί σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή χώρα, θα ζούσα καλύτερα, όχι τόσο από οικονομικής, όσο από πολιτισμικής και πολιτιστικής άποψης, και θα έδρεπα τους καρπούς των πνευματικών κόπων και προσπαθειών μου. Θλίβομαι όταν βλέπω ότι, η χώρα που γέννησε τον πολιτισμό, έχει ξεπέσει τόσο πολύ ηθικά, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά. Τα όσα συμβαίνουν σήμερα, αποτελούν την αδιάσειστη απόδειξη ότι η ελληνική κοινωνία έχει διαβρωθεί, με την αμέριστη συμπαράσταση βέβαια των πολιτικών και του σιναφιού τους, οι οποίοι είναι και οι πρωτεργάτες όλης αυτής της παρακμής. Το θετικό είναι ότι γίνεται προσπάθεια από μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων για επαναφορά μας στον πολιτισμό και τον ορθολογισμό, δεν ξέρω όμως αν εγώ και οι συνομήλικοί μου θα προλάβουμε να ζήσουμε την υλοποίησή του. Επικροτώ αυτήν την προσπάθεια και συγχαίρω αυτούς τους συμπολίτες μας που δεν φείδονται χρόνου, φαιάς ουσίας, κόπου και εξόδων για την ολοκλήρωση αυτού του ιερού σκοπού. Εύχομαι να βρουν τη δύναμη και να συνεχίσουν να πολεμούν το σκοταδισμό, την ανυποληψία και την αναξιοκρατία. Η δική μου συμμετοχή σε αυτό το κοινωνικό και πολιτιστικό γίγνεσθαι είναι μικρή, ασήμαντη θα έλεγα, αυτό όμως δεν έχει σημασία. Έχω εμπιστοσύνη στη νέα γενιά και πιστεύω ότι θα κατορθώσει να επιφέρει την πολυπόθητη αλλαγή. Διαθέτει και τη δύναμη και τη βούληση για να αλλάξει αυτά που δεν μπορέσαμε εμείς. Αρκεί να το πιστέψει και να μην παρασύρεται από τις σειρήνες της παραπληροφόρησης.
    

Δευτέρα 28 Φεβρουαρίου 2011

ΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ

ΑΚΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΚΜΗ




Ο σημερινός άνθρωπος ζει σε μια εντελώς περίεργη εποχή. Μη μου πείτε ότι δεν είναι παράξενο να βιώνουμε μια κατάσταση ταυτόχρονης ακμής και παρακμής. Γιατί, τι άλλο μπορεί να είναι αυτό που συμβαίνει, από τη μια, οι περισσότεροι άνθρωποι να συνεχίζουν να διακατέχονται από έναν παράλογο θρησκευτικό φανατισμό, η τρομοκρατία να έχει γίνει τρόπος ζωής κάποιων ανεγκέφαλων, μισαλλόδοξων νεαρών, το περιβάλλον διαρκώς να υποβαθμίζεται και η φτώχεια και η ανέχεια να πλήττουν όλο και μεγαλύτερο ποσοστό του παγκόσμιου πληθυσμού, ενώ από την άλλη, η επιστήμη να έχει κάνει αλματώδη πρόοδο σε όλους τους τομείς, το προσδόκιμο όριο ζωής να έχει αυξηθεί για τους κατοίκους του δυτικού κόσμου και η διαστημική τεχνολογία να μας έχει φέρει ένα μόλις βήμα πριν από την κατάκτηση του διαστήματος;

Όλα αυτά, έχουν δημιουργήσει το παράδοξο της συνύπαρξης ακμής και παρακμής. Αυτό είναι κάτι που συμβαίνει για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας. Αν ανατρέξουμε στο παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι η παρακμή ήταν κάτι σαν φυσιολογική συνέχεια της ακμής. Και για αποφυγή παρανόησης, διευκρινίζω ότι αναφέρομαι στην ακμή και παρακμή του ανθρώπινου γένους και όχι κάποιων προσώπων ή αυτοκρατοριών.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Η ακμή άρχισε περίπου τρεις χιλιετίες πριν, όταν κάποιοι άνθρωποι που ζούσαν στο νοτιοανατολικό τμήμα της Ευρώπης, άρχισαν να σκέφτονται και να πράττουν διαφορετικά. Άρχισαν να φιλοσοφούν, να διαλογίζονται, να αμφισβητούν, να ερευνούν, να αθλούνται, να εφαρμόζουν τρόπους σωστής και δίκαιης διακυβέρνησης, να αποκτούν ιδανικά, να κατασκευάζουν αριστουργηματικά οικοδομήματα και έργα τέχνης και, γενικά, να παράγουν πολιτισμό.

Η ακμή αυτή διήρκησε μέχρι την επικράτηση της Ρώμης. Κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατοχής, υπήρξε μια μεταβατική περίοδος, όπου ο κλασσικός ελληνισμός συνέχισε να παράγει πολιτισμό, επηρεάζοντας μάλιστα σημαντικά και τον όποιο πολιτισμό του κατακτητή, αλλά σιγά-σιγά άρχισε να φθίνει, με αποτέλεσμα, λίγους αιώνες αργότερα, να επέλθει η παρακμή.

Η περίοδος της ολοκληρωτικής παρακμής αρχίζει με την ίδρυση του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους (Βυζάντιο) και με την καθιέρωση του χριστιανισμού. Από τότε, και για πάνω από χίλια χρόνια, οι άνθρωποι της Ευρώπης και των λαών που ζούσαν κοντά στη γηραιά ήπειρο, έζησαν υπό καθεστώς τρόμου, οπισθοδρόμησης, προκαταλήψεων, σκοταδισμού και μισαλλοδοξίας. Οι λέξεις ‘’πρόοδος’’ ‘’ανθρωπιά’’ και ‘’πολιτισμός’’ είχαν ξεχαστεί εντελώς και δικαιολογημένα η μακρόχρονη εκείνη περίοδος ονομάστηκε ‘’μαύρος μεσαίωνας’’.

Τελικά, ύστερα από την αφύπνιση κάποιων φωτισμένων και φανερά επηρεασμένων από την αρχαία ελληνική γραμματεία ανθρώπων, άρχισε να διαφαίνεται μια νέα περίοδος ακμής. Η πολιτισμική έκρηξη που επακολούθησε και η νέα άνθηση των τεχνών και των επιστημών, καθώς και οι ανακαλύψεις και οι εφευρέσεις, έδωσαν την ώθηση για αναγέννηση του ανθρώπου. Ο διαφωτισμός που επακολούθησε πολλά χρόνια αργότερα και οι απελευθερωτικοί αγώνες των λαών της Βαλκανικής, γιγάντωσαν αυτήν την καινούρια ακμή, με αποκορύφωμα τη βιομηχανική επανάσταση.

Και φτάσαμε στο σήμερα, μια εντελώς τραγελαφική εποχή, κατά την οποία συνυπάρχουν και οι δύο καταστάσεις, όπως προείπα. Η ακμή μάχεται λυσσαλέα την παρακμή, και ο ανελέητος μεταξύ τους αγώνας μοιάζει αμφίρροπος. Το ερώτημα που κρέμεται από τα χείλη όλων των σκεπτόμενων ανθρώπων είναι, τελικά ποια από τις δύο θα επικρατήσει; Θα νικήσει άραγε για μια ακόμα φορά η παρακμή, επιβεβαιώνοντας την επικρατούσα άποψη ότι ισχύει το απόφθεγμα ‘’ακμή και παρακμή’’;