Σελίδες

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

ΚΟΛΑΣΗ Η ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

          Το δεύτερο διήγημά μου από τη σειρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

          2.    ΚΟΛΑΣΗ  Η  ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ;

    «Πολυχρόνη, έπλυνες τα δόντια σου;» η τσιριχτή φωνή της μητέρας του αντήχησε εκνευριστικά μέσα στο κεφάλι του από το διπλανό δωμάτιο. Το τελευταίο διάστημα, όλη αυτή η επαναλαμβανόμενη επί δώδεκα ολόκληρα χρόνια βραδινή διαδικασία ερωτήσεων-απαντήσεων, είχε αρχίσει να τον κουράζει.  Γνώριζε τι θα επακολουθούσε, μετά το πλύσιμο των δοντιών. «Πολυχρόνη, έκανες την προσευχή σου;» και αμέσως μετά, «έκανες τον σταυρό σου, πριν πέσεις για ύπνο;»
    Ήξερε τι θα της απαντούσε τώρα, κι ας μην έκανε  κανένα από τα δυο τελευταία που θα τον ρωτούσε. Ήταν μια πάγια τακτική του των τριών τελευταίων μηνών. Της απαντούσε με ένα ξερό «ναι, μαμά», κι έπεφτε στο κρεβάτι.
    Όταν ήταν πιο μικρός, το θεωρούσε απαράδεκτο να πέσει για ύπνο, πριν κάνει το σταυρό του και την βραδινή προσευχή του, μετά το επεισόδιο όμως με τον συμμαθητή του τον Σταύρο, που είχε πέσει αναίσθητος στο προαύλιο του σχολείου και είχε κοντέψει να χάσει τη ζωή του,  άρχισε να αναθεωρεί πολλές συνήθειες, που τις θεωρούσε δεδομένες, και να αμφιβάλλει για τη χρησιμότητά τους.
    Ο Σταύρος ήταν ένα από τα καλύτερα παιδιά του σχολείου. Πράος, χιουμορίστας, επιμελής, φιλικός με όλους και προπάντων θεοσεβούμενος, ο συμμαθητής του ήταν αγαπητός από μικρούς και μεγάλους. Όπως και ο Πολυχρόνης, έτσι κι εκείνος, κάθε βράδυ προσευχόταν στον πάνσοφο και πανάγαθο Θεό να του χαρίζει υγεία, η ικεσία του αυτή όμως, φαίνεται ότι δεν έγινε αποδεκτή, κι έτσι μια ωραία πρωία ο μικρός μαθητής έπεσε ξάπλα στο έδαφος κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. 
    Οι εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε έδειξαν ότι έπασχε από μια σπάνια αρρώστια και η γνωμάτευση των γιατρών έριξε μαύρα σύννεφα πάνω από το σχολείο. Ο Σταύρος δεν επρόκειτο να ξαναπερπατήσει στη ζωή του και θα κυκλοφορούσε στο εξής με αναπηρικό καροτσάκι.
    Το γεγονός εκείνο έδωσε στον Πολυχρόνη την αφορμή, αρχικά να απορήσει με την ανεξήγητη συμπεριφορά του Θεού προς ένα άτομο αθώο, πιστό και άκακο, και αργότερα να αμφισβητήσει ακόμα και την ύπαρξή του.
    Το πρώτο πρόσωπο που άκουσε την εύλογη απορία του ήταν η ευσεβής μητέρα του: «Μαμά, γιατί ο Θεός τιμώρησε τόσο σκληρά τον Σταύρο; Σε τι έφταιξε ο καημένος, μπορείς να μου πεις;»
    Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της, έκανε το σταυρό της και του έδωσε μια εντελώς εξωφρενική εξήγηση: «Το θέλημα του Κυρίου, αγόρι μου, είναι άγνωστο σε μας τους κοινούς θνητούς. Πιθανόν να ήθελε να τον δοκιμάσει».
    Ο Πολυχρόνης, αν και μικρός στην ηλικία, ήταν σε θέση να ξεχωρίσει το άσπρο από το μαύρο, το καλό από το κακό, το σωστό από το λάθος, και οι εξηγήσεις της μητέρας του δεν τον ικανοποίησαν, δεν τον έπεισαν. Δεν ευσταθούσαν, δεν είχαν την παραμικρή λογική. Αν πράγματι ήταν έτσι, τότε τι είδους Θεός ήταν αυτός; Γιατί ενεργούσε έτσι; Γιατί τιμωρούσε τους καλούς και επιβράβευε τους κακούς;
    Τα ερωτήματα αυτά, τον υποχρέωσαν να νιώσει και την πρώτη αμφιβολία για το θρησκευτικό ζήτημα. Έπαψε να χάφτει ό, τι του σερβίριζαν οι άλλοι. Δεν πέρασε πολύς καιρός και τα ερωτήματα άρχισαν να πέφτουν βροχή: Υπήρχε πράγματι θεός, ή ήταν γέννημα της φαντασίας του ανθρώπου; Γιατί οι εκπρόσωποί του δεν ενεργούσαν σύμφωνα με τις εντολές των ιερών γραφών; Γιατί πλούτιζαν, ενώ ο Χριστός είχε πει ‘’μη θησαυρίζετε θησαυρούς επί της γης’’; Γιατί υπήρχε τόσο μεγάλη ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων; Γιατί υπήρχε τόση αδικία; Γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι της γης υπέφεραν και δυστυχούσαν; Γιατί τα παιδάκια του τρίτου κόσμου πέθαιναν από την πείνα; Γιατί, γιατί, γιατί, ένας ατελείωτος κατάλογος από πελώρια ‘’γιατί’’ είχε γεμίσει το παιδικό του κεφαλάκι, αλλά απάντηση δεν έπαιρνε από πουθενά. Οι απλοϊκές εξηγήσεις της μητέρας του και των ρασοφόρων, δεν τον ικανοποιούσαν. Τις θεωρούσε ανεπαρκείς και  επιεικώς αφελείς.
    Άρχισε να δυσανασχετεί με την επιμονή της μητέρας του να εκκλησιάζεται κάθε Κυριακή, ενώ η υπερβολικά εντυπωσιακή ενδυμασία των παπάδων στην εκκλησία, του προκαλούσε απορία και αποστροφή. Εκείνο που αντιπαθούσε περισσότερο στην περιβολή τους, έξω βέβαια από τους ναούς, ήταν αυτό το καταθλιπτικό μαύρο χρώμα της. Τους άκουγε να μιλούν συνέχεια για την κόλαση και τον διάβολο,  μειδιούσε όμως στη σκέψη ότι, αν υπήρχε διάβολος, περισσότερο σε εκείνους θα έμοιαζε. Σκεφτόταν ότι, αν τους έβλεπε ο εξαποδώ ντυμένους  μέσα στα μαύρα ράσα και με τα πρόσωπά τους καλυμμένα με εκείνα τα πυκνά και άγρια γένια, θα έπαιρνε μαύρο δρόμο από την τρομάρα του, και στη σκέψη αυτή ξεκαρδιζόταν στα γέλια.
    Με τους φίλους του και με τους συμμαθητές του, δεν τολμούσε να συζητήσει αυτό το θέμα, αφού ήταν όλοι τους εγκλωβισμένοι μέσα στους αεροστεγείς τοίχους της θρησκοληψίας, και βέβαια δεν κατηγορούσε τους ίδιους γι’ αυτό, αλλά τους μεγάλους, που συνέχιζαν να παραμένουν μικροί στο μυαλό και να πιστεύουν σε εντελώς αφελείς και απίθανες ιστορίες, ποτίζοντας με αυτές και τους τρυφερούς εγκεφάλους των παιδιών τους.
    Μετά από καιρό και ύστερα από ώριμη σκέψη, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μόνον μέσα από τα βιβλία θα κατάφερνε να μάθει την αλήθεια. Το διάβασμα πάντοτε του άρεσε. Διαβάζοντας, χωνόταν μέσα σε έναν άλλον κόσμο  εξερχόταν από την πεζή καθημερινότητα, κι ένιωθε την φαντασία του να εξάπτεται, στο σπίτι του όμως, πέραν κάποιων παιδικών και αρκετών θρησκευτικών βιβλίων, άλλο κάτι δεν υπήρχε. Η φιλοσοφία, η αρχαία ελληνική γραμματεία, η ιστορία και η λογοτεχνία, απουσίαζαν παντελώς. Το πρόβλημα όμως ήταν, πού θα έβρισκε αυτά τα βιβλία και πώς θα τολμούσε να τα εμφανίσει μέσα στο υπερσυντηρητικό σπίτι του;
    Ο επικείμενος γάμος μιας ξαδέλφης της μητέρας του, του έδωσε την ιδέα να απευθυνθεί σε κάποιον γνωστό του, σε κάποιον  άνθρωπο χωρίς παρωπίδες. Το σκέφτηκε όταν άκουσε την θεοφοβούμενη μάνα του να λέει σε μια φίλη της με κακεντρέχεια, συζητώντας μαζί της για τον γάμο: ‘’Άκουσον, άκουσον, η Ελένη να μην θέλει να παντρευτεί στην εκκλησία, αλλά να τρέχει στα Δημαρχεία. Αυτό δεν το περίμενα από εκείνην. Μα καλά, δεν θέλει ο γάμος της να ευλογηθεί από τον Θεό; Δεν φοβάται μήπως πάει στην κόλαση;’’
    Ακούγοντας αυτά τα εξωφρενικά λόγια να βγαίνουν από το στόμα της μητέρας του, το πρόσωπό του έλαμψε από ικανοποίηση. Θα μιλούσε με την θεία του την Ελένη. Εκείνη ήταν προοδευτικός άνθρωπος και ο Πολυχρόνης ήταν βέβαιος ότι θα τον άκουγε με κατανόηση και θα τον βοηθούσε.
    Της αποκάλυψε το πρόβλημά του, δυο μέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους στο σπίτι της, όταν πήγαν για να της παραδώσουν το δώρο του γάμου. Ξέφυγε από την εποπτεία της μάνας του, με την πρόφαση ότι πάει στην κουζίνα να πιει νερό, κι εκεί μίλησε με την θεία του. Εκείνη, άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό, τον άκουσε με προσοχή και τον καθησύχασε ότι θα έκανε ό, τι περνούσε από το χέρι της, για να πραγματοποιήσει την επιθυμία του.
    Από την ημέρα εκείνη, όλα άλλαξαν ριζικά. Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, ο Πολυχρόνης επισκεπτόταν την θεία του, δήθεν για να του κάνει μάθημα, κι εκεί χωνόταν μέσα στη βιβλιοθήκη της και μελετούσε με τις ώρες. Καθώς η Ελένη ήταν καθηγήτρια, είχε πει στη μητέρα του ότι χρειαζόταν λίγη βοήθεια, κι έτσι βρήκαν τον τρόπο να βάλουν σε ενέργεια το σχέδιό τους, χωρίς εκείνη να καταλάβει το παραμικρό.
    Χώθηκε κυριολεκτικά μέσα στον θαυμαστό κόσμο των βιβλίων και εντυπωσιάστηκε από τις ιδέες των φωτισμένων, αδογμάτιστων  και οξυδερκών συγγραφέων τους. Διάβασε συγγραφείς, τους οποίους μέχρι πρότινος αγνοούσε και κατάλαβε για ποιο λόγο ήταν εξορισμένοι από το νοσηρό εκπαιδευτικό σύστημα. Αν τα βιβλία τους διδάσκονταν στα παιδιά, το καθεστώς της θρησκείας (αργά ή γρήγορα) θα πήγαινε περίπατο, και οι θρασύτατοι εξουσιαστές τους θα έχαναν τα προνόμια που απολάμβαναν από τη μονοπώληση των δογματικών παραμυθιών τους.
    Μια μέρα, συζητώντας με την θεία του το θέμα του πολιτικού γάμου της, της έκανε μια ερώτηση, την οποίαν βέβαια δεν την πίστευε, ήθελε όμως να ακούσει και τη δική της άποψη για ένα θρησκευτικό ζήτημα, το οποίο δεν τολμούσε, αλλά δεν είχε και νόημα να το συζητήσει με τη μητέρα του: «Θεία, γιατί δεν παντρεύεσαι στην εκκλησία; Δεν φοβάσαι μήπως πας στην κόλαση;»
    Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε με έκπληκτο ύφος, τον έπιασε                    από τους ώμους και ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Μα τι είναι αυτά που λες, αγόρι μου; Για ποια κόλαση μιλάς; Αυτά είναι παραμύθια των παπάδων για να φοβίζουν τον κόσμο. Όταν ο άνθρωπος πεθάνει, όλα τελειώνουν. Δεν υπάρχει κόλαση και παράδεισος, κι αν θέλεις να σου το αποδείξω, θα σου πω μονάχα ότι, αν όλοι αυτοί οι εκμεταλλευτές πίστευαν στην ύπαρξή τους, θα συμπεριφέρονταν διαφορετικά και δεν θα ζούσαν μέσα στη χλιδή και την ανομία, ακυρώνοντας τις υποδείξεις τους στους άλλους για εγκράτεια, ταπεινοφροσύνη, λιτότητα και όλες αυτές τις αηδίες που κάνουν τη ζωή του ανθρώπου δύσκολη. Γιατί δηλαδή, για να πάω στον παράδεισο, πρέπει να ζω τη γήινη ζωή μου σαν σε κόλαση; Γιατί πρέπει να βασανίζομαι τώρα, για να ζήσω καλά, υποτίθεται, σε κάποια άλλη, αμφισβητούμενη ζωή; Δεν είναι παράλογο; Αν μελετήσεις περισσότερο, θα διαπιστώσεις ότι όλη αυτή η ιστορία με τη θρησκεία και τις διδαχές της, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια καλοστημένη φάρσα, από έναν άνευ λόγου και ουσίας παραλογισμό».





 ρά ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ

Τετάρτη 4 Ιουλίου 2012

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ


    Μετά από δυο χιλιάδες χρόνια θρησκευτικής παράνοιας, μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων νιώθει την ανάγκη να εκφραστεί διαφορετικά και να δηλώσει την αντίθετη άποψή του στις δοξασίες της θρησκείας, και συγκεκριμένα της χριστιανικής θρησκείας, καθώς αυτή είναι που μας ενδιαφέρει άμεσα. Το τελευταίο διάστημα, κυρίως λόγω της μεγάλης εξάπλωσης του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ακούγονται πιο δυνατά οι φωνές διαμαρτυρίας των αμφισβητούντων τη χριστιανική παράδοση και γράφονται πύρινα άρθρα από πολλούς ορθολογιστές, για την συνεχιζόμενη εξαπάτηση του ποιμνίου από τους ρασοφόρους. Ταυτόχρονα, δημοσιεύονται πλήθος επιστημονικών ανακαλύψεων και θεωριών, που διαψεύδουν τους παράλογους ισχυρισμούς των συγγραφέων κάποιων δήθεν θεόπνευστων βιβλίων, και αντικρούουν με επιχειρήματα τις εικασίες τους. Επίσης, έχουν δημιουργηθεί σύλλογοι, κινήματα, φορείς, ιστοσελίδες, κι ένα σωρό ακόμα ομάδες ‘’αντιφρονούντων’’, που σαν σκοπό έχουν την προσπάθεια απεξάρτησης όσων συνεχίζουν να βρίσκονται κάτω από την επήρεια των πνευματικών ΄΄ουσιών’’ της θρησκείας.
    Παρόλα αυτά, ο αγώνας είναι σκληρός και, μέχρις στιγμής, άνισος. Οι κατέχοντες την κοσμική εξουσία, ισχυρίζονται ότι βρίσκονται σε αυτήν την θέση, με την εντολή και τις ευλογίες του Πανάγαθου, και ανθίστανται σθεναρά, για να μην χάσουν τα κεκτημένα τους.  Πολεμούν λυσσαλέα κάθε άτομο που τάσσεται εναντίον τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο να διαφυλάξουν τα προνόμιά τους. Έχοντας για σύμμαχό τους το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και τους αφελείς οπαδούς τους, λασπολογούν εναντίον των εχθρών τους, ελπίζοντας στην οριστική επικράτησή τους, αγνοώντας ή αδιαφορώντας για το ότι η αντίστροφη μέτρηση έχει ήδη αρχίσει. Στον αγώνα αυτόν, σκέφτηκα να συμβάλω κι εγώ, δημιουργώντας ένα νέο λογοτεχνικό είδος, την ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΠΑΡΑΝΟΙΑ, με το οποίο θα επιχειρήσω να σατιρίσω τη θρησκεία και τους εκπροσώπους της.





Σάββατο 9 Ιουνίου 2012

ΟΙ ΔΙΑΡΡΗΚΤΕΣ

Το πρώτο κεφάλαιο από το τελευταίο, αστυνομικό μου μυθιστόρημα.


    ΕΝΑ.

    Άφησε στην άκρη τα έντυπα που διάβαζε με φανερό ενδιαφέρον και τεντώθηκε λίγο για να ξεπιαστεί. Έτριψε τα κατακόκκινα από την ολοήμερη ανάγνωση μάτια του, ήπιε μια γουλιά νερό και ξαναστρώθηκε στο διάβασμα. Ο έλεγχος, η αξιολόγηση και η ιεράρχηση δημοσίευσης των κειμένων δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ο Ανδροκλής την έκανε με πολύ μεγάλη προσοχή και με σεβασμό στις απόψεις και τα γραπτά των συντακτών του, αλλά χωρίς να παραλείπει να ακολουθεί τη γραμμή και τις αρχές της εφημερίδας, ασχέτως αν μερικές φορές διαφωνούσε κάθετα με αυτές. Από τότε που είχε πάρει προαγωγή και είχε τοποθετηθεί στη θέση του αρχισυντάκτη, ο φόρτος της δουλειάς και η ευθύνη που είχε αναλάβει, τον είχαν απορροφήσει εξ’ ολοκλήρου, σε σημείο που να παραμελεί άθελά του και αρκετά συχνά τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του. Στη Μένια δεν άρεσε ιδιαίτερα αυτή η συμπεριφορά, γνωρίζοντας όμως πόσο υπεύθυνος άνθρωπος ήταν ο άντρας της και πόσες ευθύνες και σκοτούρες είχε στο κεφάλι του λόγω της νέας του θέσης, τον δικαιολογούσε. Άλλωστε, ο Ανδροκλής, παρόλο το λιγοστό ελεύθερο χρόνο που είχε στη διάθεσή του, κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να ανταπεξέρχεται στα καθήκοντά του σαν σύζυγος και μέλλων πατέρας και αυτό, θα ήταν μεγάλη αχαριστία από την πλευρά της, αν δεν το παραδεχόταν.
    Οι εικόνες και οι πληροφορίες που περνούσαν καθημερινά από μπροστά του ήταν εκατοντάδες και αφορούσαν σε όλα τα θέματα. Ειδήσεις από όλον τον κόσμο κατέφθαναν σωρηδόν, γεγονότα που του κέντριζαν το ενδιαφέρον, ή άλλα που τον άφηναν παγερά αδιάφορο, παρήλαυναν ολημερίς μπροστά από τα μάτια του, ή χάιδευαν τα αυτιά του. Εκείνος, συνεπής στο ρόλο του, έπρεπε να τα αξιολογήσει και να κρίνει πια άξιζε να δημοσιευτούν και πια όχι. Εντούτοις, ποτέ του δεν αισθάνθηκε έτσι όπως είχε νιώσει κάποια φορά μερικές μέρες πριν. Από τις χιλιάδες ειδήσεις που είχαν υποπέσει στην αντίληψή του, μία μόνον τον υποχρέωσε να ενθουσιαστεί και να πετάξει στον έβδομο ουρανό. Ένα ήταν το νέο που τον είχε κάνει να νιώσει πραγματική ευτυχία. Το είχε ακούσει από το ίδιο το γλυκό στοματάκι της αγαπημένης του και, στο άκουσμά του και μόνο,  είχε πετάξει από τη χαρά του. Η αναγγελία της Μένιας ότι είχε μείνει έγκυος, τον είχε συνεπάρει. Μόλις πριν από ένα μήνα  είχαν επισημοποιήσει το δεσμό τους στο Δημαρχείο της περιοχής και να που, ελάχιστες εβδομάδες μετά, μάθαιναν ότι επρόκειτο να γίνουν γονείς, κι αυτό ήταν ό, τι πιο συναρπαστικό τους είχε συμβεί στη ζωή τους.
    Μετά το γάμο τους έμειναν στο σπίτι της Μένιας στου Παπάγου και, πέρα από το καθημερινό πηγαινέλα στις δουλειές τους, τίποτα σπουδαιότερο δεν συνέβαινε. Είχαν περιορίσει τις βραδινές τους εξόδους και είχαν κλειστεί μέσα στη μονοκατοικία, όχι τόσο για οικονομικούς λόγους, όσο για αποτοξίνωση από το εξαντλητικό εργασιακό στρες. Τους αρκούσε να είναι μαζί και να περνούν χαλαρά τα βράδια τους, μακριά από πολυκοσμία και φασαρία. Η αλήθεια ήταν ότι η οικογενειακή ζωή τους άρεσε, κι από τη στιγμή μάλιστα που είχαν μάθει ότι επρόκειτο να αποκτήσουν και παιδί, έγιναν περισσότερο σπιτόγατοι. Εξάλλου, δεν ήταν πεινασμένοι για νυχτερινή ζωή. Δεν ήταν κάτι που το είχαν στερηθεί. Όσο ήταν ελεύθεροι, έβγαιναν συχνά για φαγητό, ποτό, ή διασκέδαση, οπότε δεν το θεωρούσαν απαραίτητο να συνεχίσουν στον ίδιο τρόπο ζωής. Καλά περνούσαν και  μέσα στη ζεστή και φιλόξενη φωλίτσα τους. Άσε που, μετά την προαγωγή της Μένιας σε αρχιφύλακα, είχαν αυξηθεί και οι δικές της υπηρεσιακές υποχρεώσεις. Επομένως, τι μπορούσε να είναι καλύτερο από την οικογενειακή θαλπωρή; Δείπνο δίπλα στο τζάκι, κρασί, αναμμένα κεριά και όμορφη μουσική, αποτελούσαν το σκηνικό της έγγαμης ζωής τους τα βράδια, σχεδόν σε καθημερινή βάση. Ορισμένες φορές δέχονταν και την επίσκεψη κάποιων φίλων τους και περνούσαν μαζί τους κάθε φορά μια υπέροχη βραδιά.
    Κόντευε οκτώ η ώρα όταν τελείωσε επιτέλους το ξεσκαρτάρισμα των γραπτών. Έβαλε λίγη τάξη επάνω στο γραφείο του, ενημέρωσε από την ενδοσυνεννόηση τη γραμματέα του ότι φεύγει και σηκώθηκε όρθιος να φορέσει το σακάκι του. Φεύγοντας, πέρασε μπροστά από το γραφείο του διευθυντή σύνταξης για να τον καληνυχτίσει, αλλά δεν είδε κανέναν μέσα. Σήκωσε τους ώμους, βγήκε στο διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Την ώρα εκείνη, τα περισσότερα γραφεία ήταν άδεια. Περνώντας μπροστά από το γραφείο του γενικού διευθυντή της εφημερίδας, άκουσε φωνές. Κοντοστάθηκε λίγο, όχι από περιέργεια, αλλά από ενδιαφέρον. Ανησύχησε που άκουσε το μεγάλο τους αφεντικό να φωνάζει.
    «Δεν αντέχω άλλο», τον άκουσε να ωρύεται. «Μπορείς να το καταλάβεις; Η υπομονή μου έχει εξαντληθεί. Άφησέ με στην ησυχία μου και μη με ξαναενοχλήσεις, εντάξει; Σταμάτα να με απειλείς, γιατί αν συνεχίσεις αυτό το τροπάρι, θα με αναγκάσεις να προβώ σε άλλες ενέργειες. Θα με βγάλεις εκτός εαυτού και θα με υποχρεώσεις να πάρω σκληρά μέτρα. Θα με αναγκάσεις να προβώ σε αποκαλύψεις, κι αυτό δεν νομίζω να σε συμφέρει. Βάλε το καλά μέσα στο μυαλό σου, γιατί αλλιώς θα έχουμε άσχημα ξεμπερδέματα. Εσύ, το μόνο που πρέπει να σκεφτείς, είναι να βρεις τρόπο να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις σου, εντάξει; Και για να τελειώσουμε οριστικά με αυτό το ζήτημα, εγώ συμβιβάζομαι ακόμα και με τα μισά».
    Τι στο καλό συμβαίνει; Αναρωτήθηκε ο Ανδροκλής. Άραγε σε ποιον απευθύνεται; Τι είδους πρόβλημα έχει; Γιατί είναι τόσο νευριασμένος;
    Απ’ ό, τι γνώριζε, ο γενικός τους δεν είχε δώσει ποτέ δικαίωμα σε κανέναν να διαμαρτυρηθεί για τις επιλογές της διεύθυνσης. Ήταν ένας ήρεμος και γεμάτος κατανόηση άνθρωπος και ενέπνεε το σεβασμό σε όλους τους συνεργάτες του. Να όμως που τώρα έδειχνε ένα διαφορετικό και καθόλου συγκαταβατικό πρόσωπο. Ο τρόπος που εκφραζόταν φανέρωνε ότι κάποιος τον είχε  βγάλει από τα ρούχα του, κι αυτό δεν ήταν κάτι συνηθισμένο. Προφανώς, θα επρόκειτο για προσωπική του υπόθεση, που δεν είχε σχέση με τη δουλειά τους. Σκέφτηκε να του χτυπήσει την πόρτα και να μπει μέσα, για να μάθει τι συμβαίνει, δεν τη βρήκε όμως και πολύ σωστή σαν ιδέα. Ο άνθρωπος ήταν έξω φρενών και δεν υπήρχε λόγος να τον φέρει σε δυσκολότερη θέση. Η παρουσία του εκείνη την ιδιαίτερη στιγμή, ίσως δημιουργούσε πρόβλημα στον προϊστάμενό του. Αν ήταν κάτι σοβαρό, θα το μάθαινε την επόμενη μέρα, στη γιορτή της εφημερίδας.
    Εγκατέλειψε το κτήριο και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό του. Μπαίνοντας μέσα, συνειδητοποίησε ότι τη γιορτή την είχε ξεχάσει εντελώς. Απορροφημένος από τη δουλειά, είχε αφήσει στην άκρη όλες τις άλλες σκέψεις και μαζί με αυτές και την ετοιμασία για την αυριανή φιέστα. Ήταν μια εκδήλωση που επαναλαμβανόταν ανελλιπώς κάθε χρόνο την ίδια μέρα, προς τιμήν όλων όσων εργάζονταν στην εφημερίδα. Αποτελούσε, όπως τους έλεγε στον μικρό του λόγο, που ο γενικός έβγαζε κάθε φορά, την ελάχιστη ένδειξη ευγνωμοσύνης της εταιρίας προς τους εργαζόμενους, για τη συμβολή τους στην ανάδειξη του εντύπου τους, του ΑΝΕΦΕΛΟΥ ΤΥΠΟΥ,  σαν το εγκυρότερο, το σοβαρότερο και πληρέστερο της χώρας.
    Συνήθως γινόταν μεσημέρι και στην αίθουσα συνελεύσεων της εταιρίας, φέτος όμως αποφασίστηκε να γίνει βράδυ και σε κάποιο μεγάλο ξενοδοχείο. Ο λόγος ήταν ότι η γιορτή συνέπιπτε με την επέτειο συμπλήρωσης είκοσι χρόνων από την ίδρυση της εφημερίδας. Η απόφαση αυτή είχε ενθουσιάσει τον Ανδροκλή, επειδή θα του δινόταν η δυνατότητα να βγάλει και λίγο από το σπίτι την αγαπημένη του γυναίκα. Τη θεώρησε σαν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για ευχάριστη και ανέξοδη διασκέδαση, αφού η εκδήλωση αυτή αποτελούσε πάντοτε έναν θαυμάσιο συνδυασμό, φαγητού, ποτού,  μουσικής και χορού.
    Εκείνος δεν είχε να κάνει και πολλά πράγματα. Μια καλαίσθητη ανακοίνωση μόνο έπρεπε να ετοιμάσει, για να μπει στην πρώτη σελίδα του φύλλου της επόμενης μέρας. Τα υπόλοιπα, που είχαν σχέση με την οργάνωση, ήταν ευθύνη του τμήματος δημοσίων σχέσεων και του λογιστηρίου. Απλώς, θα έφευγε λίγο πιο νωρίς από το γραφείο, για να προλάβει να ετοιμαστεί και να βρεθεί στο χώρο της εκδήλωσης την κατάλληλη ώρα. Απόψε, μόλις έφτανε στο σπίτι, θα το ανακοίνωνε και στη Μένια, για να την προετοιμάσει ψυχολογικά. Θα έβγαιναν ύστερα από πολύ καιρό για βραδινή διασκέδαση και, μια τέτοια ευχάριστη προοπτική, χρειαζόταν τη σχετική  προετοιμασία.


Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

ΠΟΙΟΣ ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ ΥΠΟΥΡΓΟ ΜΑΣ;

Απόσπασμα από το ομώνυμο πολιτικό θρίλερ μου!




...Τους υποδέχτηκε ένας νεαρός μοναχός. «Καλωσορίσατε! Περάστε να σας ξεναγήσουμε στο ησυχαστήριό μας».
    «Λίγο μεγάλο και αρκετά πολυτελές για ησυχαστήριο», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της η Μένια. «Αλλά βέβαια, οι ρήσεις του Χριστού για εγκράτεια και μετριοπάθεια, απευθύνονται στους άλλους ανθρώπους και όχι στους υπηρέτες του Θεού».
    «Καλώς σας βρήκαμε», του ανταπόδωσε το  χαιρετισμό ο Ανδροκλής, «αλλά δεν ήρθαμε εδώ για προσκύνημα. Ο λόγος που μας έφερε στη μονή σας, είναι καθαρά επαγγελματικός».
    «Δηλαδή; Έχετε την καλοσύνη να εξηγηθείτε καλύτερα;»
    «Να, θέλουμε να προβούμε στην αγορά μιας έκτασης», του είπε ο Ανδροκλής και η Μένια κρατήθηκε για να μη γελάσει.
    «Έχετε συνεννοηθεί με τον ηγούμενο;» συνέχισε την ανάκριση ο μοναχός.
    «Όχι, αλλά θα θέλαμε να τον δούμε, αν είναι δυνατόν», τον παρακάλεσε με μελιστάλαχτο ύφος ο Ανδροκλής.
    «Περιμένετε τότε, μισό λεπτό», είπε ο άλλος, βγάζοντας μέσα από το ράσο του ένα κινητό.
    Καθώς ο μοναχός μιλούσε με τον ηγούμενο, πέρασαν στο εσωτερικό. Ο προαύλιος χώρος της μονής ήταν αρκετά μεγάλος και ιδιαίτερα φροντισμένος. Το πλακόστρωτο με τα καταπράσινα παρτέρια και τους ελικοειδείς διαδρόμους, παρέπεμπαν  σε κήπο έπαυλης και όχι σε αυλή μοναστηριού. Σ’ αυτό συνηγορούσε και η ύπαρξη δύο πολυτελών αυτοκινήτων, τα οποία βρίσκονταν σταθμευμένα στη στεγασμένη άκρη της αυλής. Έφτασαν κοντά σε μια μεγάλη ξύλινη πόρτα και ο ξεναγός σταμάτησε να μιλάει στο κινητό και στράφηκε προς το μέρος τους.
    «Εντάξει, ακολουθείστε με», τους είπε με την ψιλή φωνή του και ο Ανδροκλής ένιωσε ικανοποίηση. Το σχέδιό του άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά. Δεν ήξερε βέβαια πως θα έπειθε τον ηγούμενο για την ειλικρίνεια των προθέσεών του, αλλά δεν απογοητευόταν. Ήταν πεπεισμένος ότι, όταν άρχιζε να του μιλάει για εκατομμύρια, εκείνος, όσο επιφυλακτικός κι αν ήταν, θα έπεφτε στην παγίδα της απληστίας του.
    Μπήκαν στο κεντρικό κτήριο της μονής, διέσχισαν έναν μεγάλο διάδρομο και έφτασαν έξω από μια περίτεχνα διακοσμημένη, ξύλινη πόρτα. Ο μοναχός τη χτύπησε διακριτικά και, χωρίς να περιμένει απάντηση, την άνοιξε και παραμέρισε να περάσουν.
    Το γραφείο του ηγούμενου δεν θύμιζε σε τίποτα χώρο μοναστηριού. Ήταν γεμάτο με ακριβά έπιπλα, με εικόνες και πίνακες στους τοίχους και με βαριές κουρτίνες στα παράθυρα. Επάνω στο μεγάλο δρύινο γραφείο, βρίσκονταν ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, ένα φαξ, ένας εκτυπωτής, ένα κρυστάλλινο φωτιστικό και μερικοί φάκελοι. Το όλο σκηνικό του γραφείου μαρτυρούσε ολοκάθαρα και το ρόλο του ανθρώπου που φιλοξενούσε μέσα του. Εκείνος ο χώρος δεν ήταν κελί ή γραφείο μοναστηριού, αλλά το γραφείο ενός πολυάσχολου επιχειρηματία.
    «Ελάτε μέσα, περάστε», τους παρότρυνε ο ηγούμενος. «Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;»
    Ο Ανδροκλής τον χαιρέτησε ευγενικά και προσπάθησε να φανεί ψύχραιμος. «Ονομάζομαι Χριστόφορος Μπρόκλης», του συστήθηκε, «και από δω η σύζυγός  μου Γεωργία», συμπλήρωσε και η Μένια δεν μπόρεσε να μη μειδιάσει.
    «Παρακαλώ, καθίστε», τους υπέδειξε ο ηγούμενος, περιμένοντας τους επισκέπτες του να μπουν στο ψητό.
    «Ξέρετε, άγιε ηγούμενε», συνέχισε το παραμύθι του ο Ανδροκλής, καθώς κάθονταν. «Εκπροσωπώ μια μεγάλη ξενοδοχειακή επιχείρηση, η οποία μου ανέθεσε να διαπραγματευτώ μαζί σας την αγοραπωλησία μιας έκτασης στην περιοχή σας, ώστε εκεί να δημιουργήσει μια νέα ξενοδοχειακή μονάδα».
    Το ύφος του ρασοφόρου μαρτυρούσε δυσπιστία. Ο Ανδροκλής το πρόσεξε και φοβήθηκε μήπως τα έκανε θάλασσα. Παρόλα αυτά, αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι του μέχρι το τέλος. Αν κατάφερνε να του αποσπάσει κάποιο στοιχείο για τη συναλλαγή, θα ήταν μια αίσια εξέλιξη στην προσπάθειά του. Αν πάλι δεν κατάφερνε τίποτα, θα παρίστανε τον αδιάφορο και θα εξαφανιζόταν μια για πάντα από εκεί μέσα. Ακόμα και να τον υποψιάζονταν για κάτι και να ερευνούσαν για το άτομό του,  πάλι λίγο τον ενδιέφερε, αφού δεν είχαν τα πραγματικά του στοιχεία για να μπορέσουν να τον εντοπίσουν.
    «Και ποιος σας είπε ότι πουλάμε;» τον ρώτησε με καχύποπτο ύφος ο ηγούμενος.
    Ωχ, εδώ αρχίζουν τα δύσκολα, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής. Κόμπιασε για μια στιγμή, καθώς η ερώτηση του συνομιλητή του τον είχε ρίξει στο καναβάτσο. Τι να  απαντούσε σε αυτήν την ερώτηση; Πώς μπορούσε να αιτιολογήσει το τόλμημά του να ζητήσει συνεργασία, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια συνεννόηση;
    «Το πληροφορηθήκαμε από αξιόπιστο άτομο», του πέταξε με θάρρος. «Ξέρετε, ο πρόεδρος της εταιρίας μου είναι πολύ φίλος με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, και όταν κάποια στιγμή τον ρώτησε αν γνωρίζει κάποια καλή τοποθεσία για επέκταση των δραστηριοτήτων του, εκείνος του υπέδειξε το Βραχοπέδι. Έτσι, έστειλε εμένα να δω την περιοχή και, εφόσον εγώ την έβρισκα ενδιαφέρουσα, να τολμούσα να σας ενοχλήσω, μήπως και μπορέσουμε να έρθουμε σε συμφωνία για την παραχώρηση κάποιων στρεμμάτων. Εννοείται βέβαια,  όλα αυτά με το αζημίωτο.
    Η Μένια ήταν έτοιμη να ανοίξει την πόρτα και να φύγει. Καθόταν δίπλα του σιωπηλή και άκουγε τα ψέματα και τις υπερβολές του και δεν τολμούσε να πιστέψει στ’ αυτιά της. Ο Ανδροκλής είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Ήταν τόσο εξωφρενικά όλα αυτά που είχε αραδιάσει στον ηγούμενο, που θα ήταν πολύ εύκολο σε εκείνον, κάνοντας ένα απλό τηλεφώνημα, να προχωρήσει στην επαλήθευσή τους.  Αν λοιπόν ο γέροντας το έκανε, αυτό θα τους εξέθετε ανεπανόρθωτα.
    «Ώστε έτσι, ε;» έκανε με σκεφτικό ύφος ο ηγούμενος. «Κι εσείς, τι ειδικότητα έχετε, κύριε Μπρόκλη;» τον ρώτησε, υποχρεώνοντας τη Μένια να ανασάνει με ανακούφιση.
    «Είμαι τοπογράφος-μηχανικός», του απάντησε με θράσος ο Ανδροκλής.
    «Και τι γνώμη σχηματίσατε για τα μέρη μας;»
    «Μόνο με μία λέξη μπορώ να τα χαρακτηρίσω: Παραδεισένια!»
     «Οπότε, φαντάζομαι ότι θα μπορέσατε να εκτιμήσετε και την αξία τους, έτσι δεν είναι;»
    Α, ο άνθρωπος είναι τόσο φιλοχρήματος, συλλογίστηκε η Μένια, που πίστεψε όλες τις ανοησίες που του είπε ο Ανδροκλής. Γι’ αυτόν, μόνο το κέρδος μετράει. Έδωσε δέκα εκατομμύρια για την αγορά μιας τεράστιας έκτασης, από την οποία, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα εισπράξει πολλαπλάσια.
    «Ασφαλώς», συνέχισε τα ψέματα ο Ανδροκλής, «αλλά δεν μπορώ να σας πω τη γνώμη μου, πριν ακούσω τη δική σας, αφού είναι σε όλους γνωστό ότι, την αξία του τιμήματος την καθορίζει πάντοτε ο πωλητής και όχι ο αγοραστής».
    «Καλά, καλά», έκανε μια καθησυχαστική κίνηση ο ηγούμενος. «Και για πόσα στρέμματα μιλάμε;»
    «Νομίζω ότι δέκα στρέμματα φτάνουν».
    «Ε, όχι δα», τον αποπήρε ο ρασοφόρος. «Μόνο δέκα στρέμματα; Τι θα φτιάξετε σε τόσο μικρή έκταση; Για να μπορέσουμε να έρθουμε σε οριστική συμφωνία, θα πρέπει να αγοράσετε τουλάχιστον είκοσι στρέμματα».
    Βρε τον εκμεταλλευτή, συλλογίστηκε ο Ανδροκλής. Φαντάσου δηλαδή να θέλαμε στ’ αλήθεια να αγοράσουμε τα οικόπεδά του. «Αν λοιπόν συμφωνήσουμε για είκοσι στρέμματα, πόσα θα ζητήσετε για την πώλησή τους;»
    «Εξαρτάται», του απάντησε ο ηγούμενος με ύφος ανυποχώρητου επιχειρηματία. «Αν τα θέλετε κοντά στη θάλασσα, θα σας κοστίσουν διακόσιες χιλιάδες ευρώ το στρέμμα».
    «Φαντάζομαι ότι πρόκειται για μια αρκετά λογική τιμή», είπε με συνδιαλλακτικό ύφος ο Ανδροκλής. Η στιγμή ήταν κρίσιμη. Αν ο μοναχός πίστευε ότι πράγματι είχε βρει αγοραστή, ώστε να εισπράξει απ’ αυτόν τέσσερα ολόκληρα εκατομμύρια, τότε ίσως έπεφτε στην παγίδα που του είχε στήσει.
    «Να υποθέσω ότι συμφωνείτε;» τον ρώτησε ο ηγούμενος, που το μάτι του είχε αρχίσει να γυαλίζει.
    «Αντιλαμβάνεστε ότι την απόφαση δεν θα την πάρω εγώ, αλλά το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας», του απάντησε ο Ανδροκλής, παίζοντας άψογα το ρόλο του. «Σας διαβεβαιώνω όμως ότι, βασικό κριτήριο για την οριστική απόφαση των μελών, θα αποτελέσει η δική μου εισήγηση και δεν σας το κρύβω ότι θα είναι πολύ θετική».
    «Δεν αμφιβάλλω για τις καλές σας προθέσεις», είπε ο ηγούμενος, φανερά ικανοποιημένος. «Συντάξτε την εισήγησή σας όπως πρέπει, κι εγώ δεν θα σας αφήσω παραπονεμένο».
    Να τα μας, φτάσαμε και στη δωροδοκία, συλλογίστηκε η Μένια. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Φαντάσου πόσα λαδώματα έχουν φάει οι πολιτικοί, για να κάνουν όλα τα χατίρια στους ρασοφόρους. Ειλικρινά, σιχαίνομαι ακόμα και να τον φτύσω.
    «Εντάξει, άγιε ηγούμενε», ο Ανδροκλής άρχισε να παίζει το τελευταίο και πιο σημαντικό μέρος της πράξης, «αλλά θα χρειαστώ και κάποια στοιχεία. Πρέπει να τους δείξω κάποιο τοπογραφικό, κάποιο συμβόλαιο, κάτι χειροπιαστό τέλος πάντων».
    Ο ηγούμενος στραβομουτσούνιασε. «Συμβόλαιο, τι συμβόλαιο; Η μοναδική πράξη που υπάρχει είναι για όλη την περιοχή, κι εδώ μιλάμε για πεντακόσια στρέμματα. Τι να σας δώσω, κύριε Μπρόκλη; Κατ’ αρχάς δεν γνωρίζω ποιο τμήμα θα αγοράσετε και, σε τελική ανάλυση, μπορεί και να μην έρθουμε σε συμφωνία. Πώς λοιπόν μου ζητάτε να σας δώσω έγγραφα;»
    Στο σημείο εκείνο παρενέβη η Μένια. Βλέποντας ότι ο ηγούμενος, αν και είχε χάψει το παραμύθι του συντρόφου της, δίσταζε να τους δώσει τα σχετικά παραστατικά, μεσολάβησε με διπλωματικό τρόπο, ώστε να τον πείσει να δεχτεί. «Το ξέρετε κι εσείς ότι, αν δεν μελετήσουν τα προηγούμενα συμβόλαια οι δικηγόροι και ο συμβολαιογράφος, δεν μπορούν να προχωρήσουν στη σύνταξη νέας πράξης μεταβίβασης. Άλλωστε, λάβετέ το σαν δεδομένο ότι η δουλειά είναι τελειωμένη».
    Η μεσολάβησή της έφερε το ποθούμενο αποτέλεσμα. Ο ιερωμένος, απαλλαγμένος οριστικά και από το τελευταίο ίχνος ενδοιασμού, άνοιξε το συρτάρι του κι έβγαλε από μέσα ένα πολυσέλιδο συμβόλαιο. Διάλεξε δυο σελίδες από αυτό, τις φωτοτύπησε και τις έδωσε στον Ανδροκλή. «Δεν γίνεται να σας δώσω όλο το συμβόλαιο», προσπάθησε να δικαιολογήσει την πράξη του. «Σας παραδίνω μόνο την πρώτη σελίδα και τη σελίδα που αναγράφεται η περιοχή που νομίζω ότι σας ενδιαφέρει».
    Ο Ανδροκλής παρέλαβε τις φωτοτυπίες και δεν πίστευε ότι κρατούσε στα χέρια του, μέρος έστω, του συμβολαίου που πιστοποιούσε την παράνομη συναλλαγή του Βραχοπεδίου. Η απληστία του γέροντα απέναντί του, είχε τυφλώσει τον φιλοχρήματο μοναχό σε τόσο μεγάλο βαθμό, που δεν αντιλαμβανόταν ότι έδινε όπλα στους αντιπάλους των επίορκων πολιτικών, για να τους πολεμήσουν από θέση ισχύος. Κοίταξε τη Μένια δίπλα του, που με δυσκολία κρατιόταν για να μην θριαμβολογήσει, δίπλωσε τα ντοκουμέντα και τα έχωσε στην τσέπη του.
    «Πριν φύγετε όμως», άκουσε τον ηγούμενο να του λέει, «θα ήθελα να μου πείτε το όνομα της εταιρίας σας και να μου αφήσετε το τηλέφωνό σας, για να μπορέσουμε να επικοινωνήσουμε».
    Ο Ανδροκλής αιφνιδιάστηκε. Αν δεν ήθελε να αποκαλυφθεί η απάτη του, έπρεπε να αναφέρει κάποιο όνομα και να δώσει έναν αριθμό τηλεφώνου. Η κατάσταση έπαιρνε άλλη, περισσότερο επικίνδυνη τροπή. Σκέφτηκε γρήγορα και έπλασε ένα όνομα με το μυαλό του. Μέχρι να εξακρίβωνε ο μοναχός ότι τέτοια εταιρία δεν υπήρχε, εκείνοι θα είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την περιοχή. Με το τηλέφωνο δεν είχε πρόβλημα. Απλά, θα του έδινε τον αριθμό ενός παλιού καρτοκινητού του, που είχε απενεργοποιηθεί.
    «Η εταιρία μου λέγεται ‘’ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.’’», του είπε με απόλυτη φυσικότητα και το κινητό μου τηλέφωνο είναι 6943……».
    Σηκώθηκε όρθιος και βιάστηκε να χαιρετήσει τον ηγούμενο, καθώς εκείνος ήταν σκυμμένος και σημείωνε σ’ ένα φύλλο χαρτιού τα στοιχεία που του είχε δώσει. «Συγνώμη που είμαστε λίγο βιαστικοί», δικαιολογήθηκε, «αλλά μας περιμένει έξω ένα ταξί, για να μας πάει πίσω και ο οδηγός του θα ανησυχεί που αργήσαμε».
    Και πριν καλά-καλά εκείνος τους ανταποδώσει το χαιρετισμό, έπιασε τη Μένια από το χέρι και την τράβηξε έξω, προλαβαίνοντας μόνο ν’ ακούσει, ‘’…και ο Θεός μαζί σας’’. Βγήκαν από τη μονή με την ψυχή στο στόμα και μπήκαν μέσα στο αυτοκίνητο. «Ξεκίνα αμέσως για Θεσσαλονίκη», συμβούλευσε τον οδηγό ο Ανδροκλής, «και κάνε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πρέπει να προλάβουμε να πάμε σε ένα συμβούλιο, και μάλλον έχουμε αργήσει».




Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Ο ΝΤΟΝΤΟ ΚΑΙ Ο ΘΑΥΜΑΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΘΥΡΩΝ


Το πρώτο κεφάλαιο από το ομώνυμο μυθιστόρημά μου

    ENA.

    Ο μελωδικός ήχος που ξεπήδησε από το ξυπνητήρι, την πρώτη φορά την άφησε εντελώς ασυγκίνητη. Τη δεύτερη φορά, απλά την ανάγκασε να αλλάξει πλευρό. Την τρίτη, την υποχρέωσε να ανοίξει λίγο τα μάτια της, σχεδόν αμέσως όμως εκείνα ξανάκλεισαν αυτόματα, για να την  αφήσουν να συνεχίσει το χουζούρεμα. Αχ, αυτό το πρωινό ξύπνημα, πόσο βασανιστική διαδικασία ήταν. Αναρωτήθηκε, γιατί διάολε έπρεπε να σηκώνεται από το κρεβάτι την πιο ηδονική ώρα του ύπνου; Γιατί η ζωή ήταν τόσο άδικη; Συνήθως, την ώρα εκείνη έβλεπε πάντοτε κάποιο συναρπαστικό όνειρο, κι εκείνο το αναθεματισμένο το ξυπνητήρι, λειτουργώντας σαν ένας απρόσκλητος  εφιάλτης,  την ξυπνούσε πάνω στο καλύτερο σημείο.
    Γύρισε από την άλλη μεριά, όμως το σιγανό χτύπημα της πόρτας και το τρίξιμο του ανοίγματός της, που ακολούθησε αμέσως μετά, την έφεραν στα πρόθυρα νευρικής κρίσης. Ήξερε καλά τι θα άκουγε. Το τροπάρι αυτό ήταν καθημερινό, ενοχλητικό και αναπόφευκτο. «Ξυπνήστε κυρία», τσίριξε ο Ντόντο με τη μεταλλική, άχρωμη φωνή του.
    Μισάνοιξε το αριστερό μάτι και κοίταξε με μίσος το ντενεκεδένιο κατασκεύασμα  που στεκόταν σαν χάρος από πάνω της και δεν την άφηνε να απολαύσει τον πρωινό της ύπνο, αλλά τον συγχώρησε σχετικά γρήγορα. Αλίμονο αν δεν το έκανε, αφού εκείνη ήταν που του είχε δώσει την εντολή να ενεργεί κατ’ αυτόν τον τρόπο.
    «Αν μετά το τρίτο κουδούνισμα του ρολογιού διαπιστώνεις ότι δεν σηκώνομαι, θα έρχεσαι μέσα και θα με ξυπνάς εσύ», ήταν μία από τις πρωταρχικές εντολές που του είχε δώσει, τότε που τον είχε φέρει στο σπίτι. Τον είχε βρει σε αρκετά αλμυρή τιμή , η αγορά του όμως είχε αποδειχτεί ιδιαίτερα έξυπνη. Διέθετε κάτι αυτό το ρομπότ, που δύσκολα το συναντούσες στα άλλα ομοειδή του. Πέρα από υπάκουο, ακούραστο και υπομονετικό, έδειχνε και μια, ανεξήγητη για τεχνητή νοημοσύνη, οξυδέρκεια και διακριτικότητα. Η Τζωρτζέτα, ώρες-ώρες είχε την εντύπωση ότι είχε να κάνει με άνθρωπο και όχι με μια καλοκουρδισμένη μηχανή. 
    «Εντάξει, Ντόντο», είπε τελικά, δίνοντας τόπο στη οργή και άνοιξε και το άλλο μάτι. Απέναντί της, το ρολόι έδειχνε 09.20. Στις δέκα είχε ραντεβού στο γραφείο της με τον εκπρόσωπο της μεγάλης εταιρίας ΑΜΠΑΚΑΣ Α.Ε. και συνειδητοποίησε ότι δεν έπρεπε να χρονοτριβεί άλλο, γιατί εκείνη ήταν η πιο σημαντική συνάντηση των τελευταίων τριών εβδομάδων. Αν έκλεινε τη συμφωνία μαζί του, τότε θα έλυνε το οικονομικό της πρόβλημα για τους επόμενους τρεις μήνες.
    Πετάχτηκε επάνω κι έτρεξε στο μπάνιο. Σε δώδεκα λεπτά  είχε πλυθεί, είχε ντυθεί και ήταν έτοιμη ν’ αναχωρήσει για το διαφημιστικό της γραφείο. Απέφυγε να μπει στον πειρασμό και ν’ ανοίξει την τηλεόραση, αν και θα το ήθελε πολύ, και προτίμησε να ξεκινήσει για τον προορισμό της.
    «Αν με ζητήσει κανείς», συνέστησε στο Ντόντο που την παρακολουθούσε αμίλητος, «πες του να με πάρει στο γραφείο, εντάξει;»
    «Μείνετε ήσυχη κυρία», τον άκουσε να την καθησυχάζει την ώρα που έκλεινε πίσω της την πόρτα. Κατευθύνθηκε στην πιάτσα των ταξί, αλλά δεν φαινόταν να έρχεται κάποιο. Πέρασε απέναντι και ερεύνησε με το βλέμμα για ιπτάμενο ταξί. Σύντομα προσγειώθηκε ένα στο πλάτωμα μπροστά της κι έτρεξε να το προλάβει. Ρώτησε αν ήταν ελεύθερο και, όταν πήρε θετική απάντηση, μπήκε μέσα και θρονιάστηκε στο μπροστινό κάθισμα. «Πού θέλετε να πάμε;» τη ρώτησε ο πιλότος, τη στιγμή που έβαζε μπροστά τη μηχανή.
    Η Τζωρτζέτα χασμουρήθηκε με θόρυβο και του είπε. «Πήγαινέ με στην πλατεία Μενεξέδων. Αλλά λίγο γρήγορα σε παρακαλώ».
    Καθώς το σκάφος απογειωνόταν, έφερε στο νου της τη χθεσινοβραδινή τηλεοπτική πανδαισία. Έκανε ζάπινγκ μέχρι τις δύο η ώρα το πρωί, κι αυτή ήταν και η αιτία που δεν κατάφερε να χορτάσει τον ύπνο της. Παρακολούθησε εκ περιτροπής και με θρησκευτική ευλάβεια το  πρόγραμμα και των επτά τοπικών καναλιών, και είχε κατασταλάξει στο ποια εκπομπή θα πρότεινε στον εκπρόσωπο της ΑΜΠΑΚΑΣ Α.Ε. για να προβάλουν περισσότερο τη διαφήμιση της εταιρίας του. ‘’Οι Γευσιγνώστες της Στρογγυλής Τράπεζας’’, του καναλιού ΣΟΥΠΕΡΣΤΑΡ, ήταν η καταλληλότερη εκπομπή για να διαφημίσουν τα προϊόντα της αλυσίδας έτοιμων φαγητών του υποψήφιου πελάτη της.
    Το πρόγραμμα εκείνο, εκτός της συγγένειάς του με το διαφημιζόμενο προϊόν, είχε και πολύ μεγάλη θεαματικότητα. Οι μετρήσεις το έφερναν στην πρώτη θέση με ποσοστό πενήντα δύο τοις εκατό. Σύμφωνα με τη γνώμη των τηλεκριτικών, η καταπληκτική επιτυχία της εκπομπής εκείνης, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στη συμμετοχή σ’ αυτήν της Λάνα Νταρντάνα και η Τζωρτζέτα δεν είχε κανένα λόγο να διαφωνεί με αυτήν την άποψη. Για μια ακόμα φορά  το προηγούμενο βράδυ, η εκπρόσωπος των καλλιεργητών μαϊντανού είχε κλέψει την παράσταση. Μπορεί κατά την τρίωρη διάρκεια της εκπομπής να είχε ξεστομίσει δώδεκα λέξεις όλες κι όλες, (εντάξει, θα δούμε, ίσως, καλά τα λέτε, τρώτε μαϊντανό γιατί κάνει καλό), τα βλέμματα όλων όμως ήταν στραμμένα επάνω της.
    Μα τι πλούσιο μπούστο, τέλος πάντων, διαθέτει αυτή η κοπέλα, συλλογίστηκε η Τζωρτζέτα. Και με τι ωραίο τρόπο το παρουσιάζει στο γυαλί. Δικαιολογημένα όλοι οι τηλεθεατές, και ιδιαίτερα οι αρσενικοί, στήνονται με τις ώρες μπροστά στους δέκτες τους για να την απολαύσουν. Χτες το βράδυ έδωσε ρέστα. Φορώντας εκείνο το εκθαμβωτικό, κόκκινο φόρεμα με το αποκαλυπτικό ντεκολτέ, έκανε τον κόσμο να παραμιλάει.
    Πόσο θα ήθελε να έχει το στήθος της. Εκείνη, ενώ θα μπορούσε κανείς να τη χαρακτηρίσει όμορφη, μειονεκτούσε σημαντικά σε αυτόν τον τομέα. Μερικές φορές μάλιστα αναρωτιόταν μήπως, στην ουσία, εκείνη η λεπτομέρεια ήταν η αιτία που δεν της επέτρεπε να σταυρώσει άντρα. Είχε να κοιμηθεί με αρσενικό πάνω από τρεις μήνες, κι αυτή ήταν μια κατάσταση που τη στενοχωρούσε πολύ και έπρεπε γρήγορα να κάνει κάτι για να τη διορθώσει.
    Επανερχόμενη νοερά στα επαγγελματικά της ζητήματα, σκέφτηκε πως, και η εκπομπή ‘’ΑΠΕΡΑΝΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ’’ του Μίλτου Καρδαμπέλα στο κανάλι AFTER, ήταν εξίσου αξιόλογη και ίσως έπρεπε να τη συμπεριλάβει στο διαφημιστικό  πρόγραμμα των πελατών της. Προβαλλόταν τα βράδια, τις ώρες της μεγαλύτερης τηλεθέασης και έφτανε κι εκείνη σε υψηλό ποσοστό παρακολούθησης. Μπορεί πολλές φορές να ασχολείτο με ακατανόητα για τον πολύ κόσμο θέματα και οι έξι προσκεκλημένοι στα παράθυρα του Μίλτου να μιλούσαν όλοι μαζί, να έλεγαν ασυναρτησίες  και να χρησιμοποιούσαν  βαριές και ακατονόμαστες εκφράσεις, αυτή όμως ήταν και η γοητεία της συγκεκριμένης εκπομπής. Αυτός ήταν ο βασικότερος λόγος της υψηλής τηλεθέασής της.
    Τελικά, από την πολύχρονη εμπειρία της με τις διαφημίσεις και την τηλεόραση, είχε βγάλει το συμπέρασμα ότι, τα προγράμματα που πουλούσαν πολύ, ήταν εκείνα που οι παρουσιάστριές τους, ή οι προσκεκλημένες τους, διέθεταν βαθύ ντεκολτέ, καθώς και οι εκπομπές με τα πολλά παράθυρα και την ακατάσχετη και ανούσια φλυαρία των ομιλητών. Παρακολουθούσε συχνά τα τηλεοπτικά δρώμενα, κυρίως λόγω του αντικειμένου της εργασίας της, δεν ήταν όμως λίγες οι περιπτώσεις που είχε συλλάβει τον εαυτό της να βλέπει σχετικά αδιάφορες εκπομπές, μόνο και μόνο για να γεμίσει την ώρα της. Κάποιες φορές έλεγε ότι θα σταματούσε να παρακολουθεί προγράμματα που της υποτιμούσαν τη νοημοσύνη, αλλά εκείνη συνέχιζε να διαπράττει το ίδιο τραγικό λάθος.
    Υποσυνείδητα παραδεχόταν ότι η αρρωστημένη αυτή τακτική της, οφειλόταν κατά κύριο λόγο στην έλλειψη συντρόφου. Υπήρχαν στιγμές μάλιστα που σκεφτόταν να απευθυνθεί σε πλαστικό χειρουργό για να μεγαλώσει το στήθος της, ύστερα από λίγη ώρα όμως το μετάνιωνε. Όχι, δεν θα αλλοίωνε το σώμα της στο όνομα της όποιας γυναικείας ματαιοδοξίας. Αν την επιθυμούσε κάποιος άντρας, θα προτιμούσε να τη θέλει γι’ αυτό που ήταν, για την προσωπικότητά της, και όχι για το ωραίο της στήθος.

Σάββατο 19 Μαΐου 2012

ΓΟΝΕΙΣ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ!

Όταν ακούω από κάποιους ότι, όταν γεράσουν δεν θα έχουν πρόβλημα, επειδή έχουν παιδιά, αναρωτιέμαι τι ακριβώς εννοούν; Θα τους κοιτάξουν τα παιδιά τους; Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Η προσφορά των παιδιών προς τους γονείς, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, εκείνοι όμως το θεωρούν δεδομένο, λόγω υποχρέωσης. Πώς είπατε; Για ποια υποχρέωση μιλάτε; Πού το είδατε γραμμένο ότι τα παιδιά έχουν υποχρέωση να φροντίσουν τους γονείς τους; Αυτό δεν ισχύει ούτε νομικά ούτε ηθικά. Το αντίστροφο ακριβώς ισχύει. Την υποχρέωση, εφόσον έφεραν παιδιά στον κόσμο, την έχουν οι γονείς. Αυτοί οφείλουν να τα μεγαλώσουν, να τα διαπαιδαγωγήσουν, να τα φροντίσουν, να τους προσφέρουν ασφαλές και υγιές περιβάλλον, να τα μορφώσουν, να μην τα εγκαταλείψουν και, γενικά, να κάνουν ό, τι είναι δυνατόν, όταν ενηλικιωθούν, να  γίνουν σωστοί και χρήσιμοι άνθρωποι στην κοινωνία. Τα παιδιά, μεγαλώνοντας, ανεξαρτητοποιούνται, κάνουν δική τους οικογένεια, εργάζονται και αναλαμβάνουν ένα σωρό υποχρεώσεις. Πώς λοιπόν οι ηλικιωμένοι γονείς τους θεωρούν ότι τα παιδιά έχουν υποχρέωση να τους κοιτάξουν; Αν το κάνουν, και είναι πολλά παιδιά που φροντίζουν τους γονείς τους, το κάνουν λόγω αγάπης, λόγω αλληλεγγύης, λόγω ανθρωπισμού, κ.λ.π., σε καμιά περίπτωση όμως δεν είναι υποχρεωμένα, ιδίως όταν δεν είδαν και πολλά καλά πράγματα από τους γονείς τους, ή έστω από τον ένα εξ αυτών. Βγάλτε λοιπόν αυτήν την ιδέα από το μυαλό σας και κοιτάξτε να προσφέρετε όσο πιο πολλά μπορείτε στα παιδιά σας, γιατί είσαστε υποχρεωμένοι. Φροντίστε επίσης να εξασφαλίσετε περίθαλψη και ανθρώπινο περιβάλλον για σας και τα γεράματά σας, και αφήστε τα παιδιά να ζήσουν τη ζωή τους. Όσοι έχετε προσφέρει πολλά στα παιδιά σας, θα διαπιστώσετε, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, ότι δεν θα σας πετάξουν. Όμως, μην το απαιτείτε. Αφήστε τα στα προβλήματά τους και στον αγώνα τους. Εάν οι δεσμοί σας μαζί τους είναι σφιχτοί, να είσαστε βέβαιοι ότι θα κάνουν τα πάντα για να σας απαλύνουν τον πόνο των γηρατειών. Απαλλαγείτε λοιπόν από τον κάθε εγωισμό και αποτινάξτε από πάνω σας την νοοτροπία της ''ιδιοκτησίας'',  για να έχετε αρμονικές σχέσεις με τα βλαστάρια σας!

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

ROCK N ROLL is my life

Όλα άρχισαν πριν από πενήντα πέντε χρόνια ακριβώς. Δεν είχα κλείσει ακόμα τα δέκα μου, όταν μια μακρινή μου ξαδέλφη, οκτώ χρόνια μεγαλύτερη από μένα, είχε τη φαεινή ιδέα να με πάρει μαζί της σε ένα πάρτι στη Δροσιά. Γινόταν σε ένα φιλικό της σπίτι, όπου είχαν μαζευτεί όλοι οι φίλοι της και χόρευαν όλη νύχτα το χορό της εποχής, δηλαδή ροκ εντ ρολ. Εγώ καθόμουν σε μια καρέκλα και παρακολουθούσα τους ''μεγάλους'' να ξεθεώνονται στο χορό και στο φλερτ, κυρίως όμως άκουγα τους ξεσηκωτικούς ρυθμούς μιας μουσικής, που έμελλε να με στοιχειώσει. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή μου που άκουσα τόσα πολλά τραγούδια μαζεμένα. Βέβαια, το είδος εκείνο της μουσικής το γνώριζα, αφού τα ραδιόφωνα της εποχής το έπαιζαν όλη μέρα, για διάφορους λόγους όμως, στους οποίους δεν θα ήθελα να αναφερθώ, το άκουσμά του στο σπίτι μου ήταν σχετικά περιορισμένο. Εκείνο το σημαδιακό, καλοκαιρινό βράδυ, συντελέστηκε η μεγάλη αλλαγή. Η μουσική της αμαρτίας, όπως την αποκαλούσαν ο παππούς μου και η μητέρα μου, με κέρδισε ολοκληρωτικά και μου προξένησε ένα σωρό ευχάριστα συναισθήματα. Έκτοτε,   με συντροφεύει ανελλιπώς και, κάθε φορά που ακούω ένα αγαπημένο μου κομμάτι (και δεν είναι και λίγα τα αγαπημένα μου), νιώθω την διάθεσή μου να ανεβαίνει στα ύψη. Τότε, δυστυχώς, εκτός της οικογενειακής απαγόρευσης, υπήρχε και η οικονομική δυσκολία για την απόκτηση πικάπ και δίσκων, οπότε περιοριζόμουν στην περιστασιακή ακρόαση (όταν βέβαια ο λύκος έλειπε από το σπίτι), κάποιου κομματιού από ένα παλιό ραδιόφωνο που, παραδόξως, υπήρχε στο σπίτι. Αργότερα, χάρη σε έναν καλό μου φίλο, τον Δημήτρη, ο οποίος κατάφερε να αποκτήσει ηλεκτρόφωνο, προμηθευόμαστε διάφορους δίσκους 45 στροφών και τους ακούγαμε με τις ώρες στο σπίτι του. Η δική μου σχέση με τα ''μαγικά'' μηχανήματα αναπαραγωγής μουσικής, άρχισε μερικά χρόνια αργότερα, όταν έπιασα δουλειά και μπόρεσα να αποκτήσω το πρώτο μου κασετόφωνο. Ηχογραφούσα μετά μανίας τα αγαπημένα μου τραγούδια από το ραδιόφωνο και τα άκουγα μέρα-νύχτα. Αυτό συνέβη σε μια περίοδο που μεσουρανούσε το κλασσικό ροκ, όλα όμως τα μεγάλα συγκροτήματα της εποχής, διέθεταν στο ρεπερτόριο τους και μερικά κομμάτια ροκ εντ ρολ. Αργότερα, με την απόκτηση CD PLAYER και δίσκων, η επιλογή των τραγουδιών που άκουγα έγινε πιο εύκολη υπόθεση, πρόσφατα δε, με την δυνατότητα που μας δίνει το διαδίκτυο, ο παράδεισος της μουσικής βρίσκεται κυριολεκτικά μέσα στα πόδια μας, η δική μου προτεραιότητα όμως είναι και θα είναι πάντοτε το ROCK N ROLL!